Legislator Case Law & Legislation
1879/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's liability ruling, remanding case for retrial on causation grounds.

Case Number 1879/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the Credit Cooperative against the First Instance Court's judgment ordering it to pay damages to the plaintiff. The court found the third ground of appeal valid because the plaintiff's loss from the inability to redeem shares was not sufficiently linked to the bank's misconduct due to statutory redemption restrictions. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial before a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330(b) of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: In cases of tort liability, a causal link between the defendant's unlawful conduct and the plaintiff's loss must be established, and statutory restrictions on asset realization may break this chain of causation if they were not the direct cause of the damage.

Keywords

AI generated
tort liability causal link credit cooperative share redemption statutory restrictions remand for retrial damages award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 298, 299, 330(b) of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 169(3) of Law 4099/2012
Article 17 of Law 1667/1986
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1879/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη που ανακάλεσε την από 12/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευγενίου Αρετάκη, που ανακάλεσε την από 12/4/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόµενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 27/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 83/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της (αναιρεσίβλητης), υποχρεώνοντας και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, Πιστωτικού Συνεταιρισμού, να της καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για την αδικοπραξία που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων, 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων, 281 και 288 ΑΚ και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018).

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα προαναφερθέντα, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης /ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης / προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας και πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικά, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 529/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 1007/2019).

Υπαιτιότητα του υπόχρεου υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2004, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019). Οι πιο πάνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 1228/2019), όπως συμβαίνει με το πρόσωπο που μετέχει στη συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του.

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 529/2024, ΑΠ 1565/2023, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 259/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 974/2018).

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων, 147-149 του ΑΚ και 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 209/2018).

Οι πιο πάνω διατάξεις, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά, όμως, στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού, με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.

του νόμου 1667/1986, ''Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις'' και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των νόμων, 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και της Π.Δ.Τ.Ε 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού (ΑΠ 194/2025, ΑΠ 1160/2024, ΑΠ 314/2024).

Στον άνω νόμο (1667/1986), ορίζονταν τα εξής: Στο άρθρο 1, παρ. 2, 3 και 4, ότι, Οι συνεταιρισμοί είναι ιδίως παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, πιστωτικοί, μεταφορικοί και τουριστικοί (παρ. 2). Για τη σύσταση συνεταιρισμού απαιτείται η σύνταξη καταστατικού, που υπογράφεται από δεκαπέντε τουλάχιστον πρόσωπα και καταχώριση του καταστατικού στο μητρώο συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συνεταιρισμός, σύμφωνα με την παράγραφο 6 αυτού του άρθρου..... (παρ. 3).

Το καταστατικό πρέπει να περιέχει: α) ..., β) ....., ζ) Τη μέθοδο αποτίμησης για την αναπροσαρμογή της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων που εξοφλούνται ή αποδίδονται σε συνεταίρους που αποχωρούν ή αποκλείονται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας, ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, καθώς και τη μέθοδο αποτίμησης της εισφοράς που υποχρεούνται να καταβάλουν οι νέοι συνεταίροι κατά την είσοδό τους στους ως άνω πιστωτικούς συνεταιρισμούς, (παρ. 4, όπως η άνω περίπτωση προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4143/2013).

Επίσης, στο άρθρο 2 του άνω νόμου, ορίζονταν τα ακόλουθα: Μέλη του συνεταιρισμού μπορούν να γίνουν ενήλικοι εφόσον δεν τελούν υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη και συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του καταστατικού. (παρ. 1). Για να γίνει κάποιος μέλος του συνεταιρισμού ........ απαιτείται να υποβάλει, σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού, γραπτή αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο που αποφασίζει για την αποδοχή της στην πρώτη του συνεδρίαση.

Η εγγραφή των νέων μελών εγκρίνεται από την επόμενη γενική συνέλευση. Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Η συμμετοχή των νέων μελών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η δυνατότητα ανάδειξής τους σε όργανα που προβλέπει ο νόμος αυτός επιτρέπεται μετά την έγκριση εγγραφής από τη Γενική Συνέλευση.

Η ίδια Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τις αιτήσεις εγγραφής των μελών, που δεν έγιναν δεκτές από το διοικητικό συμβούλιο ......... (παρ. 4). Ο συνεταίρος μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό με γραπτή δήλωσή του που υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από το τέλος της οικονομικής χρήσης.

Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ελάχιστο χρόνο παραμονής του συνεταίρου στο συνεταιρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια. Η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων ή, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους, τα οποία μπορούν επίσης, να επιμερίζουν σε όλους τους συνεταίρους που έχουν σχετικό δικαίωμα και ανάλογα με τις μερίδες του καθενός, το ποσό που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εγκρίνει να διατεθεί για εξόφληση της αξίας τους, εφόσον περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα στο καταστατικό τους (παρ. 7, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 28 του ν. 4141/2013).

Στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από το συνεταιρισμό, αποδίδεται η συνεταιριστική μερίδα που εισέφερε το αργότερο τρεις μήνες από την έγκριση του ισολογισμού της χρήσης μέσα στην οποία γίνεται η αποχώρηση ή ο αποκλεισμός. Ειδικά στο συνεταίρο που αποχωρεί ή αποκλείεται από πιστωτικούς συνεταιρισμούς του παρόντος νόμου, που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το ν. 3601/2007 ή σε κάθε περίπτωση που εξοφλείται από το συνεταιρισμό συνεταιριστική μερίδα αποδίδεται η αξία της, που αναλογεί στην καθαρή περιουσία του πιστωτικού συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3693/2008, ισολογισμό της τελευταίας χρήσης.

Η αξία αυτή μπορεί να αναπροσαρμόζεται με μέθοδο αποτίμησης, η οποία αναφέρεται στο καταστατικό, στο οποίο προβλέπεται επίσης ότι ο υπολογισμός της πιστοποιείται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας και επιφυλασσομένης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2. (παρ. 9, όπως τροποποιήθηκε διαδοχικά με την παρ. 1 του άρθρου 17 ν. 3156/2003, άρθρο 6 ν. 3483/2006 και παρ. 2 β του άρθρου 28 ν. 4141/2013, και πριν την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 76 παρ. 1 ν. 4583/2018).

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, όταν ο νόμος αναφέρεται στην συνεταιριστική μερίδα, που εισέφερε ο αποχωρών συνεταίρος, εννοεί την πραγματική αξία αυτής με βάση την καθαρή περιουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευταίας χρήσης (ΑΠ 201/2023). Επίσης, κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (1667/1986), η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο και αποφασίζει για όλα τα θέματα του συνεταιρισμού (παρ. 1).

Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης υπάγονται ιδίως .........., θ) η έγκριση αιτήσεων συνεταίρων για την απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας κατά την αποχώρησή τους από το συνεταιρισμό, υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 9 του άρθρου 2, εφόσον πρόκειται για πιστωτικό συνεταιρισμό του παρόντος νόμου, που έχει λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισής του από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το νόμο 3601/2007 (παρ. 2, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του νόμου 4141/2013).

Περαιτέρω, στο άρθρο 27 παρ. 5 του προϊσχύσαντος ν. 3601/2007, όπως η παράγραφος αυτή είχε προστεθεί με την παρ. 3 του άρθρου 169 ν. 4099/2012, και πριν την κατάργηση του ως άνω ν. 3601/2007, με το άρθρο 166 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/ 2014, ορίζεται ότι, ''Για την εξασφάλιση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού'', ενώ και στο άρθρο 149 του μεταγενέστερου, και ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, ν. 4261/2014 με τίτλο, ''Εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων'', με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 2013/36/ΕΕ και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 23 περ. 3 του ν. 4701/2020, ορίζεται ότι, ''Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στο άρθρο 65 του παρόντος νόμου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σε κάθε περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού''. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι συνεταιριστικές τράπεζες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν αίτημα εξαγοράς και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων μόνον εφόσον, α) δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας (άρθρο 2 παρ. 9 εδ.

τελευταίο του Ν. 1667/1986, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2β του άρθρου 28 του Ν. 4141/2013) και επιφυλασσόμενης της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ιδίου ν. 1667/1986 και β) έχει δοθεί προηγούμενη άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος σε περίπτωση που η εξόφληση οδηγεί σε εκροή ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας, η οποία εκροή συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 149 Ν. 4261/2014).

Ειδικότερα, η άδεια της τράπεζας πρέπει να έχει ληφθεί πριν από την καταβολή σε συνεταίρους, λόγω εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, ποσών, τα οποία κατά τη διάρκεια μιας χρήσης υπερβαίνουν το παραπάνω όριο. Δεδομένου ότι, δεν επιτρέπεται η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων πριν από την έγκριση του ισολογισμού της οικονομικής χρήσης κατά την οποία υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα αποχώρησης (εξαγοράς των συνεταιριστικών μερίδων), από την συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7, του άρθρου 2 παρ. 9, του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ.

στ και θ του ν. 1667/1986, προκύπτει ότι η συνεταιριστική τράπεζα υποχρεούται αμέσως μετά την έγκριση του ισολογισμού, να γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος τυχόν ύπαρξη αιτήσεων που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής χρήσης για την οποία εγκρίθηκε ο εν λόγω ισολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου τριμήνου της αμέσως προηγούμενης χρήσης), οι οποίες ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν κατά την χρονική στιγμή της εξόφλησής τους σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την τελευταία ημέρα της παρελθούσας οικονομικής χρήσης (κατά την οποία υποβλήθηκαν και οι σχετικές αιτήσεις).

Η εξόφληση δε, κατά την περίπτωση αυτή, των συνεταιριστικών μερίδων δεν επιτρέπεται να γίνει πριν από την χορήγηση σχετικής άδειας της Τράπεζας της Ελλάδος, εφόσον η εξόφληση θα οδηγούσε σε μείωση των ιδίων κεφαλαίων της συνεταιριστικής τράπεζας μεγαλύτερης του 2% των ιδίων κεφαλαίων κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται η εξόφληση βάσει της καθαρής θέσης της συνεταιριστικής τράπεζας την τελευταία ημέρα της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.

Η απαγόρευση αυτή ισχύει, αν η αξία του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων που πρόκειται να εξοφληθούν, κατόπιν υποβληθεισών κατά τα ανωτέρω αιτήσεων, σε μία οικονομική χρήση υπερβαίνει το ποσοστό του 2% των ιδίων κεφαλαίων της κατά την οικονομική χρήση κατά την οποία γίνεται εξόφληση (ΑΠ 194/2025, ΑΠ 1463/2024, ΑΠ 1565/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονα πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, Πιστωτικός Συνεταιρισμός, με την επωνυμία, "Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεχόμενο την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων, 147, 281, 288, 914, 932, 822 και 830 ΑΚ, των άρθρων 2 παρ. 1, 4, 7 και 9, 3, 4 παρ. 3 και 4 και 9 παρ. 1 του ν. 1667/1986 ''Αστικοί Συνεταιρισμοί'' και αυτές του άρθρου 27 παρ. 5 ν. 3601/2007, σε συνδυασμό με το άρθρο 149 του ν. 4261/2014, διαλαμβάνοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, κατά τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας που δέχθηκε ότι υπέστη η αναιρεσίβλητη και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απώλεια του ποσού που κατέθεσε για την απόκτηση των συνεταιριστικών της μερίδων, λόγω της αδυναμίας ρευστοποίησής τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " ...... Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσείων) είναι νόμιμα συσταθείς κατά τις διατάξεις του ν. 1667/1986, "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις", αμιγής πιστωτικός συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα στην πόλη των Χανίων και την επωνυμία, "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", και οπότε έλαβε με τη με αριθμό ...-1995 απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η ενάγουσα, (αναιρεσίβλητη), γεννημένη το έτος 1944, συνταξιούχος ΙΚΑ, απόφοιτος δημοτικού σχολείου και κάτοικος Αθηνών, διατηρούσε πριν από το έτος 1999 τις αποταμιεύσεις της σε προθεσμιακές καταθέσεις στο υποκατάστημα του εναγομένου στη ... και από την 10/3/1999 και έκτοτε επί σειρά ετών, στο προσφερόμενο από τον εναγόμενο πρόγραμμα με την ονομασία, Χρυσή Κατάθεση, που, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους και κατά τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του ανωτέρω υποκαταστήματος, τα χρήματά της ήταν εξασφαλισμένα, όπως σε προθεσμιακή κατάθεση, δηλαδή χωρίς να υπόκεινται σε επενδυτικό κίνδυνο, με εγγυημένη απόδοση και μπορούσε να τα αναλάβει χωρίς περιορισμό και άμεσα, κατόπιν έγγραφης αιτήσεως ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που στο πλαίσιο του προγράμματος είχε αυτή αποκτήσει.

Έτσι, με σκοπό ένταξης στο προαναφερόμενο πρόγραμμα, η ενάγουσα απέκτησε το έτος 1999, αρχικά 101 (σημερινή αντιστοιχία 1010) συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων η μια υποχρεωτική και οι λοιπές προαιρετικές, συνολικής αξίας στο χρονικό εκείνο σημείο, 5.565.000 δρχ, όπως αποδεικνύεται από τη σχετικώς προσκομιζόμενη αίτηση εγγραφής συνεταίρου, ως δηλωτική συμμετοχής στο συνεταιρισμό, υποβάλλοντας σχετικώς, πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης, η οποία έγινε δεκτή από το Δ.Σ.

του εναγομένου, κατόπιν του με αριθμ. ... και με ημερομηνία 27-03-1999 αποσπάσματος πρακτικών συνεδρίασης του ΔΣ και έλαβε αριθμό μητρώου μελών ... Η εν λόγω αίτηση, την οποία υπέγραψε η ενάγουσα ανέγραφε με κεφαλαία γράμματα επί λέξει, "ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΥ", απευθυνόταν, "Προς το Διοικητικό Συμβούλιο της "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΧΑΝΙΩΝ" και ανέγραφε όλα τα προσωπικά της στοιχεία.

Διάρκεια του ως άνω επενδυτικού προγράμματος ήταν διετής και ανανεώθηκε διαδοχικά, κατ' έτος ή διετία, κατά την λήξη του, μέχρι το έτος 2011. Σε κάθε ανανέωση του εν λόγω προγράμματος, η ενάγουσα αύξανε το ποσό της επένδυσής της και άρα αναγκαίως και τις κατεχόμενες από αυτήν συνεταιριστικές μερίδες, δεδομένου όπως προβλεπόταν από συμβατικό όρο η αναλογία ποσού κατάθεσης και μερίδων έπρεπε να παραμένει σταθερή.

Επίσης, αποκτούσε επιπλέον μερίδες, συμμετέχοντας στις αυξήσεις συνεταιριστικού κεφαλαίου του εναγομένου. Συγκεκριμένα, δυνάμει της από 28-12-2001 αίτησης απέκτησε 23 (ήτοι 115 σημερινή αντιστοιχία) προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες και κατέβαλε το συνολικό ποσό των 6.815 ευρώ, το έτος 2003 απέκτησε 47 επιπλέον προαιρετικές μερίδες (235 σημερινή αντιστοιχία), την 16-10-2007 απέκτησε 9 προνομιακές μερίδες (45 σημερινή αντιστοιχία) και συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των 1.413 ευρώ, την ...-2008 απέκτησε 143 (715 σημερινή αντιστοιχία) προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες και κατέβαλε το συνολικό ποσό των 23.595 ευρώ, την ...-2008 απέκτησε 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) προαιρετικές μερίδες και κατέβαλε το συνολικό ποσό των 4.290 ευρώ, την 01-09-2008 απέκτησε 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) προαιρετικές μερίδες, την 07-01-2009 ομοίως 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) προαιρετικές μερίδες, το ίδιο την 27-05-2009 οπότε απέκτησε 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) συνεταιριστικές μερίδες έναντι ποσού 4.420 ευρώ, τον 8/2009 ομοίως 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) συνεταιριστικές μερίδες έναντι ποσού 4.420, την 05-01-2010 επίσης απέκτησε 26 (130 σημερινή αντιστοιχία) συνεταιριστικές μερίδες έναντι ποσού 4.420, την 13-07-2010 απέκτησε ακόμη 26 προαιρετικές μερίδες (130 σημερινή αντιστοιχία) έναντι ποσού 4.420, τον 1/2011 έλαβε με τον ίδιο τρόπο 165 προαιρετικές μερίδες, τον 12/2011 απέκτησε 215 προαιρετικές μερίδες, τον 5/2013, 5 προαιρετικές μερίδες, τον 11/2013, 294 προαιρετικές μερίδες και το έτος 2015 σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου απέκτησε 3.472 προαιρετικές μερίδες, ως ειδικότερα αναφέρεται κατωτέρω.

Επίσης, η ενάγουσα διέγραψε το έτος 2006, 1.355 προαιρετικές μερίδες, το έτος 2012, 215 προαιρετικές μερίδες και το έτος 2013, 42 προαιρετικές μερίδες. Παράλληλα, η ενάγουσα, συνήψε την υπ' αριθμόν ...-2001 σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα και ειδικότερα στο πρόγραμμα, "επενδυτικό πρόγραμμα 201" και υπεβλήθη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., στον οποίο κατατέθηκαν 1.200 ευρώ, την ...-2003, συνήψε την υπ' αριθμόν .../03 τροποποίηση σύμβασης ένταξης στο "επενδυτικό πρόγραμμα .../03" και υπεβλήθη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., στον οποίο κατατέθηκαν 1.200 ευρώ, συμβάσεις οι οποίες και λύθηκαν.

Ακολούθως, συνήψε την υπ' αριθμό ... και με ημερομηνία ...-2008 σύμβαση ένταξης στο πρόγραμμα .../08 και υπεβλήθη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., στον οποίο κατατέθηκαν 1.000 ευρώ, την υπ' αριθμόν .../08 και με ημερομηνία ...-2008 σύμβαση ένταξης στο πρόγραμμα .../08 και υπεβλήθη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., στον οποίο κατατέθηκαν 500 ευρώ, την υπ' αριθμό .../08 και με ημερομηνία ...-2008 σύμβαση ένταξης στο πρόγραμμα .../08 και υπεβλήθη αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό ..., στον οποίο κατατέθηκαν 250 ευρώ, ......... (ακολουθεί παράθεση σειράς αιτήσεων ανοίγματος λογαριασμών στο όνομα της ενάγουσας, για ένταξη στα αναφερόμενα προγράμματα, μέχρι την 13-7-2010).........

Ακολούθως, το έτος 2011, μετά την λήξη του τελευταίου προγράμματος, κατόπιν συστάσεων των υπαλλήλων του εναγομένου, η ενάγουσα δυνάμει της υπ' αριθμ. .../11 σύμβασης, που συνήψε με τον εναγόμενο, δια των υπαλλήλων του Σ. Ν. και Π. Α., ενετάχθη στο επενδυτικό πρόγραμμα με τον τίτλο ''ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ'', τοποθετώντας συνολικά κεφάλαιο ύψους 71.556 €, κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες, με την τρέχουσα τιμή διάθεσης από την τράπεζα και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, το οποίο ουσιαστικά ήταν όμοιο με τα προγράμματα στα οποία μέχρι τότε κατέθετε τα χρήματά της.

Ειδικότερα, ενέταξε στο πρόγραμμα συνολικά 1.840 συνεταιριστικές μερίδες (64.400 €), ήτοι 1.675 μερίδες που κατείχε ήδη και 165 που απέκτησε την ίδια ημερομηνία, αντί ποσού 35 ευρώ η μερίδα και ποσοστό 10% του κεφαλαίου, ύψους 7.156 €, τοποθέτησε σε ειδικό λογαριασμό, ο οποίος ονομαζόταν ''χρυσή κατάθεση'' και είχε αριθμό ...

Επίσης, εξαιτίας ίδιων ως άνω διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων του υποκαταστήματος Παγκρατίου Αττικής του εναγομένου, η ενάγουσα την 20-5-2013 δυνάμει της με αριθ. ...-2013 σύμβασης τοποθέτησε στο εν λόγω πρόγραμμα το κεφάλαιο των 13.274,82 €, το οποίο έως τότε διατηρούσε σε έτερη προθεσμιακή κατάθεση, κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες, ειδικότερα σε 341 συνεταιριστικές μερίδες, που απέκτησε αυθημερόν αντί τιμήματος 35 ευρώ έκαστη, κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, καταρτιζόμενης μεταξύ των διαδίκων της υπ' αριθμ. ...-2013 σύμβασης.

Σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης, το επιτόκιο της χρυσής κατάθεσης συμφωνήθηκε ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος, ο υπολογισμός των τόκων συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων 365 ημερών από ημέρα σε ημέρα, ο εκτοκισμός της χρυσής κατάθεσης θα γινόταν δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12) και κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ήταν κατά λέξη το ακόλουθο. ''1.3.

Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την τράπεζα στον με αριθμό ... λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. ...

λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτή. Τους λογαριασμούς αυτούς μπορεί να μεταβάλλει ο συνεταίρος στο μέλλον με έγγραφη αίτησή του.- 2.1. Συμφωνείται ότι ημερομηνία έναρξης του προγράμματος είναι η ημερομηνία κατάθεσης στο λογαριασμό, ''χρυσή κατάθεση'' του ποσού που αναφέρεται ανωτέρω. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών.

Η τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος.

2.2. Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος όπως ανωτέρω αναφέρεται να ζητήσει την ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης και παράλληλα, την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας.

Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. Οι αποδόσεις που αντιστοιχούν στο μέρος αυτό της επένδυσης, κατά την οποία μειώνεται το πρόγραμμα, θα καταβληθούν στο συνεταίρο όπως ορίζεται για το πρόγραμμα γενικά με βάση την παρούσα και όχι κατά το χρόνο μείωσης του κεφαλαίου επένδυσης.

Συμφωνείται δε ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι ο συνεταίρος, εφόσον ζητήσει την αποδέσμευση μερίδων από το πρόγραμμα κατά τη διαδικασία που περιγράφεται σε αυτήν την παράγραφο, δεν θα μεταβιβάσει αυτές κατά τη διάρκεια της χρήσης κατά την οποία ζητήθηκε η αποδέσμευση. 3. Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει, α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο Καταστατικό της τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει), τα ακόλουθα κονδύλια: (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής κλειόμενου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής.

Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11). 4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε € 71.556 θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον Τύπο) για προθεσμιακές καταθέσεις αναλόγου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με η διάρκεια του προγράμματος.

Συγκεκριμένα: Α) Ως προς το άνω αναφερόμενο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων, ειδικότερα συμφωνείται ότι αν ο συνεταίρος κλείσει το πρόγραμμα κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους, για τον άνω υπολογισμό θα ληφθεί υπόψη το επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων τριμήνου, εξαμήνου ή έτους, εφόσον η διάρκεια του προγράμματος έχει συμπληρώσει τα αντίστοιχα αυτά διαστήματα.

Αν ο συνεταίρος διατηρήσει το πρόγραμμα για περισσότερα έτη για τον υπολογισμό θα λαμβάνονται υπόψη τα δημοσιευμένα επιτόκια έτους, χωριστά για κάθε έτος διάρκειας του προγράμματος, όπως ίσχυαν κάθε φορά κατά την ημερομηνία της ετήσιας επετείου έναρξης του προγράμματος. Β) Οι συντελεστές με τους οποίους θα πολλαπλασιάζεται το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων, όπως ορίζεται ανωτέρω, είναι οι εξής:

α) 1,05, εφόσον το πρόγραμμα διαρκέσει 91-180 ημέρες β) 1,15, εφόσον το πρόγραμμα διαρκέσει από 181 ημέρες έως και την προηγούμενη ημέρα της πρώτης επετείου της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, γ) 1,25 από την πρώτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, δ) 1,30, από την δεύτερη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος, ε) 1,35 από την τρίτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος στ) 1,40 από την τετάρτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος και ζ) 1,45 από την πέμπτη επέτειο της ημερομηνίας έναρξης του προγράμματος και για την υπόλοιπη διάρκεια του προγράμματος.

Ο υπολογισμός της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης συμφωνείται οτι θα γίνεται με βάση το έτος τριακοσίων εξήντα (360) ημερών από ημέρα σε ημέρα. 5. Η τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά.

Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων ότι κατά το κλείσιμο του προγράμματος, για τον υπολογισμό και την απόδοση στο συνεταίρο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, θα ισχύουν τα ακόλουθα: α) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι ίση ή μικρότερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος, στο συνεταίρο θα καταβληθεί το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα.

β) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μεγαλύτερο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης θα λάβει το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης από το σύνολο του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα.

γ) Στην περίπτωση που η εγγυημένη απόδοση είναι μεγαλύτερη της πραγματικής απόδοσης του προγράμματος και παράλληλα το μέρισμα που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα είναι μικρότερο ή ίσο της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης, ο πελάτης δεν θα λάβει το ποσό του μερίσματος που αντιστοιχεί στις συνεταιριστικές μερίδες που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα, διότι το ποσό αυτό έχει ήδη συμπεριληφθεί στην καταβλητέα διαφορά απόδοσης και έχει καταβληθεί σε αυτόν.

Το μέρισμα καταβάλλεται κατόπιν έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των Συνεταίρων της τράπεζας, όπως ο νόμος και το καταστατικό ορίζουν.'' Από τους προεκτεθέντες όρους της επίμαχης σύμβασης προκύπτει ότι η απόδοση της όλης επένδυσης διαμορφωνόταν από το άθροισμα, α) των μερισμάτων των συνεταιριστικών μερίδων, β) της διαφοράς της υπεραξίας των μερίδων από την έναρξη του προγράμματος έως το κλείσιμο αυτού και γ) των τόκων της χρυσής κατάθεσης και ήταν πάντοτε καταβλητέα σε χρήμα (όροι 4 και 5) και ότι ο εναγόμενος εγγυάτο συμβατικώς να καταβάλει στον επενδυτή - καταθέτη, ως ελάχιστη απόδοση της επένδυσης χρηματικό ποσό ίσο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον ίδιο επιτόκιο προθεσμιακής κατάθεσης ανάλογου ύψους κεφαλαίου και διάρκειας.

Επειδή η εγγυημένη εκ μέρους του εναγόμενου ελάχιστη απόδοση αφορούσε το σύνολο της επένδυσης (συνεταιριστικές μερίδες και κατάθεση) και όχι μόνο το ποσό της "ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ" (όρος 4) και το υψηλό επιτόκιο προσφερόταν (αναγκαίως) μόνο στο νομισματικό σκέλος της επένδυσης, ήτοι στη χρυσή κατάθεση (όρος 1.2) , που αποτελούσε μόλις το 10% της επένδυσης το επιτόκιο αυτό είχε για το λόγο αυτό ορισθεί δεκαπλάσιο (25%), ώστε εμμέσως να αποδίδονται στον επενδυτή - καταθέτη τόκοι για το σύνολο της επένδυσης και οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιστοιχούσαν σε επιτόκιο 2,5% επί του όλου κεφαλαίου της επένδυσης.

Σε περίπτωση δε που η πραγματική απόδοση του προγράμματος (άθροισμα μερισμάτων, διαφοράς υπεραξίας μερίδων και τόκων χρυσής κατάθεσης) υπολείπετο της εγγυημένης (ήτοι των τόκων που θα απέδιδε η προθεσμιακή κατάθεση του ίδιου κεφαλαίου), ο εναγόμενος δεσμεύετο συμβατικά να καταβάλει στον επενδυτή - καταθέτη τη χρηματική διαφορά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση την πλεονάζουσα διαφορά καρπωνόταν ο τελευταίος (όρος 5).

Τέλος, το πρόγραμμα αυτό ήταν αορίστου χρόνου με ελάχιστη υποχρεωτική διάρκεια ενενήντα (90) ημερών (όρος 2.1), μετά την παρέλευση της οποίας ο επενδυτής- καταθέτης δικαιούτο να προβεί οποτεδήποτε σε ανάληψη μέρους της χρυσής κατάθεσης, είτε/και σε ρευστοποίηση μέρους των συνεταιριστικών μερίδων (όρος 2.2.) καθώς και να αιτηθεί και να επιτύχει το κλείσιμο του προγράμματος (όρος 2.1), κατά το οποίο ήταν αποδοτέα σε αυτόν η μέχρι τότε επιτευχθείσα κατά τα ανωτέρω απόδοση (όροι 4 και 5) μαζί με το επενδυθέν κεφάλαιο (όρος 3).

Δεδομένων των ανωτέρω, το πρόγραμμα ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ συνιστούσε ένα σύνθετο επενδυτικό πρόγραμμα, απαρτιζόμενο από ένα επενδυτικό και ένα καταθετικό σκέλος, ως προς έκαστο από τα οποία συνδέονταν συγκεκριμένα αποτελέσματα, ενώ το ένα προϋπέθετε το άλλο προκειμένου να επιτευχθεί η διαφημιζόμενη από τον εναγόμενο και προσδοκώμενη από τους ενάγοντες εγγυημένη απόδοση της επένδυσης, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του εναγομένου περί πλήρους αυτοτέλειας των δυο επιμέρους συμβάσεων.

Στο έντυπο διαφημιστικό υλικό που προορίζετο για τους αποταμιευτές φυσικά και νομικά πρόσωπα και σκοπό είχε την προώθηση του προϊόντος, γίνεται αναφορά σε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και τα πλεονεκτήματα αυτού και παρά το γεγονός ότι προϋπόθεση της ένταξης του ενδιαφερομένου στο εν λόγω πρόγραμμα ήταν η αγορά συνεταιριστικών μερίδων του με διάθεση του μεγαλύτερου μέρους (90%) του επενδεδυμένου κεφαλαίου, εν τούτοις, σε κανένα σημείο του εντύπου δεν γίνεται αναφορά στην απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγομένου, ούτε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν την ιδιότητα αυτή.

Και ναι μεν γίνεται λόγος για απόδοση μερίσματος και διαφορά υπεραξίας μερίδων, μόνο όμως, για τον υπολογισμό της απόδοσης του προγράμματος. Ένεκα της απουσίας οποιασδήποτε ευθείας αναφοράς περί της απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου από τον ενδιαφερόμενο να επενδύσει στο εν λόγω πρόγραμμα, και της έμφασης στις προδιαγραφές του εν λόγω προγράμματος περί "επιτοκίου Εγγυημένης Απόδοσης" αναφορικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, δημιουργείτο σύγχυση ως προς τον χαρακτήρα της επένδυσης στον μέσο συναλλασσόμενο καταθέτη, δεδομένου ότι ο όρος επιτόκιο για τον μέσο καταθέτη παραπέμπει σε καταθετικό προϊόν.

Την σύγχυση αυτή, με πρόθεση περαιτέρω εκμετάλλευσης της υπερέχουσας θέσης του έναντι του πελάτη για ίδιο όφελος, προκάλεσε ο εναγόμενος διαφημίζοντας ως χαρακτηριστικά του επίμαχου προγράμματος ήτοι, α) το υψηλότερο των επικρατούντων κατά τον επίμαχο χρόνο τραπεζικών επιτοκίων, β) και εγγυημένη απόδοση, πέραν δε αυτών κεκαλυμμένα, γ) το εγγυημένο κεφάλαιο, αποκρύπτοντας επιμελώς την πιθανότητα απώλειας μέρους του επενδεδυμένου στις συνεταιριστικές μερίδες κεφαλαίου και δη σε περίπτωση διακράτησης για το πέραν του ελαχίστου χρονικού διαστήματος των 90 ημερών ανάλογα με την οικονομική κατάστασή του, παρότι τέτοια πιθανότητα ή κίνδυνος ήταν υπαρκτός, λόγω και της σοβούσας κατά τον επίμαχο χρόνο οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, δ) τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης μέρους ή όλου του κεφαλαίου, κατόπιν αιτήσεως του επενδυτή - καταθέτη για ρευστοποίηση των μερίδων και οικειοθελούς αποχώρησης από τον συνεταιρισμό, αποκρύπτοντας επίσης επιμελώς την διακριτική ευχέρεια του εναγομένου να αρνηθεί τούτο στον συνεταίρο, αλλά και της προϋπόθεσης της έγκρισης από την ΤτΕ, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω.

Έτσι, στην ενάγουσα στους παραπάνω χρόνους (2011 και 2013) δημιουργήθηκε σκοπίμως η πεπλανημένη εντύπωση ότι επένδυε τα χρήματά της σε ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες της για ασφάλεια των χρημάτων της και αύξησης του κεφαλαίου της, δεδομένης της οικονομικής αστάθειας που επικρατούσε από ετών ήδη στην χώρα, και της ένεκα αυτής αβεβαιότητας για την ασφάλεια των καταθέσεων των ιδιωτών στις τράπεζες της ημεδαπής.

Τούτο διότι η ενάγουσα, δεν διέφερε από τον μέσο μικροκαταθέτη, δεν ήταν επαγγελματίας επενδυτής, ούτε διέθετε τις γραμματικές γνώσεις ούτε και τις γνώσεις περί χρηματοοικονομικών, προκειμένου να αντιληφθεί σε όλη της την έκταση τη νέα επένδυση, και δη αναφορικά με το κεφάλαιό της που αναλώθηκε για την αγορά μερίδων του εναγομένου.

Αντίθετα με τον ισχυρισμό του εναγομένου, το γεγονός ότι αυτή είχε ήδη από το έτος 1999 αποκτήσει συνεταιριστικές μερίδες, ως προαναφέρθηκε αρχικά 101 (1010) και έκτοτε διαδοχικά μέχρι το 2011 απέκτησε συνολικά 1.675 μερίδες, δεν την διαφοροποιούν από έναν απλό καταθέτη, ούτε την καθιστούν έμπειρη επενδύτρια, αφού σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, τούτο έγινε στα πλαίσια ένταξής της σε ομοειδή με αυτό της επίμαχης ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ καταθετικό προϊόν, που από τότε προσέφερε ο εναγόμενος, και είχε ως αναγκαία προϋπόθεση την αγορά μερίδων, που ελάμβανε χώρα, ως και στο επίμαχο πρόγραμμα, ταυτόχρονα με την υπογραφή του εκάστοτε προγράμματος, χωρίς την τήρηση της καταστατικής διαδικασίας σχετικά με την κτήση μερίδων, αφού η αποδοχή της αίτησης της ενάγουσας για την αγορά προαιρετικών μερίδων από τα αρμόδια καταστατικά όργανα (Διοικητικό Συμβούλιο και Γενική Συνέλευση) έπετο της υπογραφής της κάθε σύμβασης, και δεν προηγείτο, ως θα συνέβαινε σε αντίθετη περίπτωση.

Έτσι, η ενάγουσα δεν αντελήφθη ότι στην πραγματικότητα δια της αγοράς των συνεταιριστικών μερίδων, εκτός από την συμμετοχή της στο σύνθετο αυτό προϊόν που αυτή εκλάμβανε ως καταθετικό, γινόταν ουσιαστικά και συνεταίρος του εναγομένου, με συνέπεια την συμμετοχή της στις ζημίες του (εναγομένου) μέχρι το επενδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό της, ούτε ότι η πραγματική αξία των συνεταιριστικών μερίδων της μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου στην διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής της, ουσιώδης γνώση η οποία θα επιδρούσε ουσιαστικά στην διαμόρφωση της βούλησής της για την συγκεκριμένη επιλογή της.

Ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα έλαβε την δέουσα πληροφόρηση για το πρόγραμμα και ιδίως τα αφορώντα το επενδυτικό σκέλος αυτού προφορικά από τους υπαλλήλους που την εξυπηρέτησαν, δεν κρίνεται πειστικός, καθώς τέτοια σημαντική και ουσιώδης πληροφόρηση ιδίως στην περίπτωση που ίσχυε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί διακριτής και αυτοτελούς συμβάσεως σε σχέση με την έτερη καταθετική, θα υπήρχε με σαφήνεια τόσο στους όρους της σύμβασης, όσο και στο προωθούμενο από αυτόν έντυπο και ηλεκτρονικό διαφημιστικό υλικό, μοναδικό τρόπο εκπλήρωσης από πλευράς του εναγομένου της, απορρέουσας από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, υποχρέωσης περί της αναγκαίας πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού σχετικά με τους όρους και τα χαρακτηριστικά του διατιθέμενου προϊόντος, εν αντιθέσει της σχετικά επισφαλούς προς τούτο προφορικής ενημέρωσης από τον εκάστοτε υπάλληλό του.

Εξάλλου, ούτε και ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν ανέλαβε συμβατικά υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των μερίδων στην τιμή κτήσης τους κρίνεται βάσιμος, καθόσον με τον με αριθμό 3 όρο της ένδικης σύμβασης "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", όπου ορίσθηκε ότι "κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει, α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ......

τα ακόλουθα κονδύλια (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων, (ii) την τρέχουσα υπεραξία αυτών ... (iii) ... και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής ...", η ρευστοποίηση της συνεταιριστικής μερίδας εξαρτήθηκε συμβατικά από την βούληση και μόνο της ενάγουσας "συνεταίρου", χωρίς κανένα άλλο περιορισμό ή προϋπόθεση, η δε ονομαστική αξία αυτής (μερίδας) που συμφωνήθηκε ότι θα εισπραχθεί από αυτήν είναι η αξία του τίτλου κατά την έκδοση (αξία κτήσεως), όπως άλλωστε, αυτή (ονομαστική αξία) λογίζεται στους παραστατικούς αξίας τίτλους (μετοχές, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κ.α.).

Η προβλεπόμενη δε από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία ρευστοποίησης υπό όρους, επιβαλλόταν να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας, όπως και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος. Τούτο προκύπτει σαφώς από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου, με τον οποίο η παραπομπή στην καταστατική διαδικασία ορίζεται ρητά μόνο για τις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις και όχι για την εξεταζόμενη περίπτωση ρευστοποίησης μερίδων συγχρόνως με τη λήξη του προγράμματος.

Δοθέντος δε ότι με τον προαναφερόμενο όρο οριζόταν ότι η ενάγουσα κατά το κλείσιμο του προγράμματος θα δικαιούτο να εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων του, ήτοι το ποσό που κατέβαλε για την κτήση τους, καθώς και το κεφάλαιο της χρυσής κατάθεσης, σαφώς προκύπτει ότι με τον εν λόγω όρο ο εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος το σύνολο του επενδυθέντος κεφαλαίου της.

Αυτό εξάλλου πληροφορούσε προφορικά ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του κάθε υποψήφιο καταθέτη - επενδυτή, άλλως είναι βέβαιο ότι ουδείς θα επέλεγε να επενδύσει στο επίμαχο πρόγραμμα. Ο δε ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η αναφερόμενη στον ανωτέρω όρο ονομαστική αξία των συνεταιριστικών μερίδων είναι εκείνη που οριζόταν με το άρθρο 10 του καταστατικού του, δεν βρίσκει έρεισμα στον επίμαχο όρο, αφού σε αυτόν δεν γίνεται καμία αναφορά ή παραπομπή στο καταστατικό του εναγόμενου για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής.

Εξάλλου, αν ο εναγόμενος είχε τη βούληση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος όχι την καταβληθείσα από την τελευταία αξία κτήσης των συνεταιριστικών της μερίδων, αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, με την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου δεν βρίσκει έρεισμα ούτε σε οποιοδήποτε άλλο όρο της ένδικης σύμβασης, αφού σε αυτήν ουδεμία αναφορά γίνεται για κίνδυνο υπαξίας, μείωσης ή απώλειας της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, τουναντίον κατ` επανάληψη γίνεται αναφορά μόνο για εγγυημένη και πραγματική απόδοση, καταβλητέα διαφορά απόδοσης, υπεραξία και μερίσματα των μερίδων (που προϋποθέτουν κερδοφόρες διαχειριστικές χρήσεις) και για τόκους του κεφαλαίου, ήτοι για βέβαιες και όχι απλώς πιθανές ή προσδοκώμενες αποδόσεις της επένδυσης, οι οποίες προϋποθέτουν την ακεραιότητα του επενδυθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο, άλλωστε, αυτές (αποδόσεις) υπολογίζονταν και επιβεβαιώνουν έτσι ότι με την ένδικη σύμβαση η ενάγουσα δεν ανέλαβε οιονδήποτε κίνδυνο μείωσης ή απώλειας αυτού.

Σημειωτέον ότι παρά την προεκτεθείσα ανεπαρκή, παραπλανητική, απατηλή και άρα παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων του, επειδή ο εναγόμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια ρευστοποιούσε μέχρι και την διακοπή και αντικατάσταση του προγράμματος ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ περί τα τέλη του έτους 2013 (μέχρι και το 2015 ως ο ίδιος ομολογεί στις προτάσεις του) τις συνεταιριστικές μερίδες κατόπιν αιτήσεως των επενδυτών - καταθετών άμεσα και στην τιμή κτήσης τους (35 ευρώ), κανένας νόμιμος λόγος ευθύνης αυτού προς αποζημίωση δεν υφίστατο, εκ της συμβάσεως ή αδικοπραξίας, αφού ουδείς μέχρι τότε δεν ζημιώθηκε.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι το τμήμα του κεφαλαίου (90%) της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που είχε μετατραπεί σε συνεταιριστικές μερίδες ταξινομείτο λογιστικά από τον εναγόμενο στην κατηγορία των ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την Ενότητα Α.1 του Κεφαλαίου I της με αριθμό με αριθμό ....2010 (ΦΕΚ ...) Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) και έτσι με τον τρόπο αυτό ο τελευταίος ενίσχυε την κεφαλαιακή του βάση και συγχρόνως ικανοποιούσε, ως πιστωτικό ίδρυμα, τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, που απαιτούνταν για τα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 3601/2007.

Σημειώνεται ότι με την προαναφερόμενη ΠΔ/ΤΕ ορίζεται ότι στα "κύρια στοιχεία των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων" των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνονται, "το καταβλημένο μετοχικό κεφάλαιο των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι μερίδες των συνεταιριστικών τραπεζών, σύμφωνα με το ν. 1667/1986, όπως ισχύει, εφόσον απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ή της συνεταιριστικής τράπεζας, αντίστοιχα, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχούνται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις".

Το ιδιαίτερο αυτό όφελος για τον εναγόμενο προκύπτει εναργώς αν ληφθεί υπ' όψιν ότι στην περίπτωση που ολόκληρα τα κεφάλαια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" είχαν τη μορφή κατάθεσης, όπως τέτοιο αποτελούσε το τοποθετημένο στη "ΧΡΥΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ" δέκα τοις εκατό (10%) αυτών, τότε όχι μόνο δεν θα αυξανόταν το συνεταιριστικό κεφάλαιο, αλλά, επιπλέον, οι καταθέσεις αυτές, ως αποδοτέες στους καταθέτες, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια και θα ταξινομούνταν στις υποχρεώσεις (δανειακές) του εναγόμενου (βλ.

στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων στην Ενότητα Α της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο ως άνω ΠΔ/ΤΕ ....2010, όπως αυτή είχε τροποποιηθεί με το άρθρο μόνο της ΠΔΤΕ ....2012 (ΦΕΚ ....2012), ήτοι στο παθητικό του ισολογισμού του και ο τελευταίος θα έπρεπε για την κεφαλαιακή του επάρκεια να τις αντικαταστήσει με δικά του κεφάλαια ίσης αξίας.

Εν τούτοις, λόγω του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. .../2012 με έναρξη ισχύος 01.01.2014, συνεταιριστική τράπεζα που θα εγγυόταν απόδοση για συνεταιριστικές μερίδες δεν θα επιτρεπόταν να συνυπολογίζει τις μερίδες αυτές στα εποπτικά της ίδια κεφάλαια, όπως εξάλλου συνομολογείται από τον εναγόμενο, δεδομένου ότι με αυτό τον τρόπο, το κεφάλαιο δεν αποτελούσε ένα σταθερό μέγεθος.

Πιο αναλυτικά, η πρόβλεψη διασφάλισης ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης για το σκέλος των συνεταιριστικών μερίδων και η συνακόλουθη κάλυψη τυχόν διαφοράς, εφόσον η πραγματική απόδοση υπολειπόταν της ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης του προγράμματος ''χρυσή επένδυση'' ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων, 26-29 του κανονισμού 575/2013 (ΕΕ) αναφορικά με τις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό κεφαλαιακών μέσων, ως μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν στη μη δυνατότητα εξοφλήσεων των συνεταιριστικών μεριδίων (άρθρο 28 παρ.1 στ), αφού κατά τα ανωτέρω είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση ρευστοποίησής τους. Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του έτους 2013, η ''Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος'' της Τράπεζας της Ελλάδος, απέστειλε επιστολές προς τις συνεταιριστικές Τράπεζες, μεταξύ των οποίων και προς την εναγομένη, με θέμα, ''προϋποθέσεις αναγνώρισης συνεταιριστικών μερίδων στα εποπτικά ιδία κεφάλαια'', με την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του υπολογισμού των απαιτούμενων εποπτικών κεφαλαίων, υπογράμμιζε ότι οι συνεταιριστικές μερίδες, πρέπει να πληρούν τους όρους του Κανονισμού ΕΕ 575/2013, προκειμένου να δύναται να χαρακτηρισθούν ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών (της κατηγορίας 1).

Επεσήμαινε δε, ότι σε περίπτωση που οι συνεταιριστικές μερίδες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης στα εποπτικά ίδια κεφάλαια, δεν θα συνυπολογίζονται στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της ''κατηγορίας 1'' από 01.01.2014. Ως εκ τούτου, κατέστη εναργές στον εναγόμενο ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος ''χρυσή επένδυση'', από 01.01.2014 δεν θα προσμετρούνταν στο εποπτικό κεφάλαιο, ενώ, ταυτόχρονα οι συμβατικές του υποχρεώσεις αναφορικά με τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και την απόδοση την ονομαστικής αξίας όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων παρέμεναν ενεργείς.

Πρόδηλο είναι από τα ως άνω, ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει σε αύξηση του συνεταιριστικού του κεφαλαίου, καθόσον η επίτευξη κερδών και η δι' αυτών ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν, λόγω της τότε σοβούσας οικονομικής κρίσης, διόλου πιθανή. Αντ' αυτού προέβη άμεσα σε τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού του που ρύθμιζαν την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων και συγκεκριμένα με την από 30.6.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής των μελών του, που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 1455/2013 Πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, όρισε (άρθρο 10 παρ. 4α), ότι εφεξής η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γινόταν κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του.

Για το ζήτημα αυτό προβλεπόταν ήδη, με την παράγραφο 5 του άρθρου 27 του προαναφερθέντος, περί πιστωτικών ιδρυμάτων ν. 3601/2007, που προστέθηκε με το άρθρο 169 παρ. 3 του ν. 4099/2012 (ΦΕΚ Α' 250), ότι, "Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ........ συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος".

Ωστόσο, οι ανωτέρω εκ του καταστατικού και του νόμου περιορισμοί στην εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων δεν καθιστούσαν τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" μερίδες ίδια κεφάλαια, αφού οι τελευταίες δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, ασύμβατες με τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού μόνο ως προς την εξόφλησή τους, αλλά και ως προς τις διανομές και, συνεπώς δεν μπορούσαν και εξ αυτού του λόγου να θεωρηθούν ίδια κεφάλαια, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής επ' αυτών οι εν λόγω περιορισμοί.

Τελικά ο εναγόμενος, προκειμένου να αποκτήσει επαρκή κεφαλαιακή βάση, επέλεξε, αντί της ως άνω επιβεβλημένης από τις περιστάσεις αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να διατηρήσει μεν τις ενταγμένες στη "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" συνεταιριστικές μερίδες, αλλά να εξαλείψει από τις οικείες συμβάσεις όλους τους όρους που καθιστούσαν τις μερίδες μη αποδεκτές ως ίδια κεφάλαια, δηλαδή, τους όρους περί εξόφλησης των μερίδων στην ονομαστική τους αξία και περί εγγυημένης απόδοσης.

Επειδή, όμως, οι όροι αυτοί αποτελούσαν, κατά τα προεκτεθέντα, τα θεμέλια της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και συγχρόνως συνιστούσαν τα πλεονεκτήματα και τους μοναδικούς λόγους για τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοί του, όπως η ενάγουσα, την είχαν επιλέξει, ο εναγόμενος γνώριζε ότι μια τέτοια τροποποίηση του προγράμματος δεν θα γινόταν αποδεκτή από τους τελευταίους και θα οδηγούσε σε ρευστοποίηση των μερίδων και μαζική εκροή κεφαλαίων με τα μη επιθυμητά αποτέλεσμα της κεφαλαιακής του ανεπάρκειας.

Αντ' αυτού αποφάσισε να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό του υφαρπάζοντας προς τούτο τη συναίνεση των επενδυτών - καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" και, έτσι, επινόησε και δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα, που το ονόμασε "ΑΠΟΔΙΔΩ", το οποίο ήταν απαλλαγμένο από τους προαναφερόμενους δυσμενείς για τον ίδιο και προνομιακούς για τους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" όρους και δια των προστηθέντων υπαλλήλων του προώθησε τούτο στους τελευταίους (επενδυτές) ως μια "τυπική" και άνευ σημασίας αντικατάσταση του ονόματος του καταθετικού λογαριασμού του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", αποσιωπώντας εκτός του ότι με αυτό καταργούνταν τα προνόμια του προγράμματος αυτού που αφορούσαν τις συνεταιριστικές μερίδες, και τους εκ της οικονομικής του κατάστασης νόμιμους περιορισμούς στην άμεση και εντελή ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων.

Στις 20-11-2013, ο εναγόμενος, κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει στο κατάστημά του, όπου της παρουσίασε δια των υπαλλήλων του, Σ. Ν. και Γ. Ι. το νεοδημιουργηθέν πρόγραμμα ''ΑΠΟΔΙΔΩ'', ως συνέχεια του μέχρι τότε προϊόντος ''χρυσή επένδυση'', το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς των υπαλλήλων του εναγομένου, απλά άλλαζε όνομα και την έπεισε να προβεί την ίδια ημέρα (20.11.2013) στην λύση αμφοτέρων των συμβάσεων, ''χρυσή επένδυση'', υπογράφοντας σχετικό συμφωνητικό ''διακοπής του επενδυτικού προγράμματος- χρυσή επένδυση'' και στην σύναψη νέας σύμβασης του ειδικού λογαριασμού ''αποδίδω''.

Αναφορικά δε με την διακοπή του προγράμματος, Χρυσή Επένδυση - Λύση Σύμβασης, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τα εξής: Με την από 05-01-2011 σύμβαση είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, η συμμετοχή του συνεταίρου, στο εκεί προβλεπόμενο επενδυτικό πρόγραμμα της τράπεζας, με τους εκεί προβλεπόμενους όρους και συμφωνίες.

Ήδη, τα μέρη σύμφωνα με τον οικείο όρο της εν λόγω σύμβασης συμφωνούν ότι λύεται κοινή συναινέσει, η σύμβαση αυτή στο πλαίσιο κλεισίματος του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος και ότι το ποσό της κατάθεσης μετά των αναλογούντων δεδουλευμένων τόκων αυτής μεταφέρεται στο λογαριασμό που έχει υποδείξει ο συνεταίρος στην τράπεζα, κλεισμένου οριστικά του ειδικού λογαριασμού αυτής.

Κατά συνέπεια, μετά την ως άνω μεταφορά, το υπόλοιπο του λογαριασμού από το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα είναι μηδενικό, δεδομένου δε ότι έχουν καταβληθεί στο συνεταίρο, όλες οι συμφωνημένες αποδόσεις του πράγματος, ουδεμία απαίτηση υφίσταται μεταξύ των μερών από τη σχετική σύμβαση, που λύεται με το παρόν κοινή συναινέσει...".

Την ίδια ημέρα ορίσθηκε ποσό 6.419,66 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην καταβλητέα διαφορά απόδοσης. Από το ίδιο το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, που συνυπέγραψαν οι διάδικοι, καθίσταται σαφές ότι με την ως άνω διακοπή του επενδυτικού προγράμματος και το κλείσιμό του έπαυσαν να ισχύουν όλοι οι όροι της υπογραφείσας σύμβασης, ήτοι κατ' αμφότερα σκέλη, τόσο αυτού ως προς την απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων και την εγγυημένη απόδοση μερισμάτων και υπεραξίας που είχε αναλάβει ο εναγόμενος, όσο και αυτού που αφορούσε τον καταθετικό λογαριασμό "χρυσή κατάθεση".

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας - εκκαλούσας ότι λύθηκε η σύμβαση, μόνο ως προς το τελευταίο αυτό σκέλος, παραμένοντος σε ισχύ του επενδυτικού σκέλους αυτής, παρίσταται ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ομοίως κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής ερειδόμενης στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, λόγω παραβίασης της συμβατικής υποχρέωσης ρευστοποίησης του προγράμματος ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Αναφορικά δε με την σύναψη της σύμβασης του προνομιακού καταθετικού λογαριασμού με την ονομασία "ΑΠΟΔΙΔΩ", το οποίο ήταν προϊόν που απευθυνόταν μόνο σε συνεταίρους της τράπεζας, η ενάγουσα υπέβαλε την με αριθμό ...-2013 και την με αριθ. ...-2013 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων "αποδίδω" και ανοίχθηκαν αυθημερόν ο ...

και ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός, στους οποίους η ενάγουσα κατέθεσε στον πρώτο ποσό ίσο με το 10% αυτής της αξίας, ήτοι 7.140 ευρώ και στον δεύτερο αντίστοιχα ποσό ίσο με το 10% αυτή της αξίας, ήτοι 1.375,50 ευρώ. Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή (κατά το εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος της), οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τα εξής: 2.

Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "αποδίδω" αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3.

Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες ..... 3.

Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία πραγματοποίησης της κατάθεσης, όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας. Η αξία αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης στον ή στους Λογαριασμούς Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" [...] 4.

Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την τράπεζα, επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον τύπο ή και την ιστοσελίδα της "...", όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία ανοίγματος εκάστου ειδικού λογαριασμού "αποδίδω" και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτού.

Το κατ' αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές... 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" οποτεδήποτε χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζομένου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.

Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτήν, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού, επιθυμεί.

Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "Αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο -θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα".

Η σύμβαση αυτή και οι αντίστοιχοι λογαριασμοί λειτούργησαν κανονικά, η δε ενάγουσα εισέπραξε τόκους, οπότε και έκλεισε το εν λόγω πρόγραμμα μετά από την ενάσκηση του χορηγουμένου σε αυτήν, δικαιώματος κλεισίματος του ως άνω λογαριασμού, σύμφωνα με το αρ. 8 της τελευταίας σύμβασης, την 30-11-2015, ως αναφέρεται κατωτέρω.

Ωστόσο, η ενάγουσα προέβη στην ένταξη του συνολικού κεφαλαίου της στο νέο πρόγραμμα "Αποδίδω" χωρίς να αντιληφθεί τον κίνδυνο απώλειάς του, που αναλάμβανε, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω, αφού δεν μετεβλήθη το γνωστικό της επίπεδο, καθώς επίσης η αντίληψη και κατανόηση των ανωτέρω προϋπέθετε εξειδικευμένες γνώσεις οικονομικής επιστήμης και λειτουργίας του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού και τους κανόνες του τραπεζικού συστήματος, τις οποίες η ίδια δεν διέθετε.

Τούτο διότι από τους προαναφερόμενους όρους του προγράμματος "ΑΠΟΔΙΔΩ" προκύπτει ότι αυτό ήταν τεχνηέντως διαμορφωμένο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά όπως ακριβώς και το πρόγραμμα "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ", ώστε να μη δύναται ευχερώς ο μέσος καταθέτης - επενδυτής, όπως η ενάγουσα να αντιληφθεί ότι πρόκειται για διαφορετικό προϊόν και να παραπλανηθεί έτσι ως προς την ισχύ του προγράμματος της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ".

Ειδικότερα, το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" προϋπέθετε και αυτό την υποχρεωτική κατανομή του όλου κεφαλαίου της κατάθεσης κατά ποσοστό 90% σε συνεταιριστικές μερίδες και κατά ποσοστό 10% σε κατάθεση, όπως ακριβώς και η "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και η απόδοσή του ισούτο με το εκάστοτε προσφερόμενο από τον εναγόμενο επιτόκιο για προθεσμιακή κατάθεση, ανάλογου της όλης κατάθεσης ποσού (βλ.

όρο 4 περί επιτοκίου δεκαπλάσιου ποσού), προσαυξανόμενο μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς ειδικούς συντελεστές επιβράβευσης της διάρκειας του προγράμματος, κατά πιστή αντιγραφή της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ". Από το πρόγραμμα, όμως, αυτό παραλείπονταν οι προεκτεθέντες όροι της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" που εξασφάλιζαν στην ενάγουσα την εν μέρει ή εν όλω ρευστοποίηση και απόδοση των συνεταιριστικών μερίδων στην ονομαστική τους αξία, οποτεδήποτε και έτσι αυτές εντασσόμενες στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", είχαν εφεξής τη μεταχείριση των κοινών συνεταιριστικών μερίδων, ήτοι μπορούσε να μειωθεί ή και να μηδενισθεί η αξία τους και η δυνατότητα ρευστοποίησής τους ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη βούληση της διοίκησης του εναγομένου, την οικονομική του κατάσταση και την έγκριση της τράπεζας της Ελλάδος, όπως οριζόταν στο καταστατικό του.

Οι δε υπάλληλοι του εναγόμενου (Σ. Ν. και Γ. Ι.), προστηθέντες αυτού, κατά παράβαση των υποχρεώσεών τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, για ακριβή και πλήρη ενημέρωση της ενάγουσας, εκμεταλλευόμενοι τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον καιρό αναπτυχθεί, δεν της κατέστησαν σαφές, ούτε την διαφώτισαν, ως όφειλαν, ότι το νέο τραπεζικό προϊόν διέφερε ουσιωδώς, κατά τα προαναφερόμενα σημεία του, από το προηγούμενο, και δη ότι δεν προέβλεπε ελάχιστη εγγυημένη απόδοση, ούτε δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ενώ παράλληλα δεν της εξέθεσαν τους κινδύνους που επαγόταν η συμμετοχή της στο πρόγραμμα "αποδίδω" σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που κατείχε και την σημασία της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγομένου, ούτε επίσης, την ενημέρωσαν για τον πραγματικό λόγο της αιφνίδιας και εσπευσμένης κατάργησης του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", ότι δηλαδή έγινε προκειμένου να διασφαλίσει ο εναγόμενος ότι οι συνεταιριστικές μερίδες που αφορούσε το ως άνω πρόγραμμα θα μπορούσαν να προσμετρηθούν στα εποπτικά ίδια κεφάλαιά του, σύμφωνα με τις επιταγές του ως άνω Κανονισμού και τις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος, έτσι ώστε να έχουν τεθεί υπόψη της ενάγουσας όλα τα δεδομένα και να είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αξιολογήσει την ανάληψη του κινδύνου που συνεπαγόταν η συμμετοχή της στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ".

Ούτε όμως στο ενημερωτικό φυλλάδιο που χορηγούσε ο εναγόμενος για την προώθηση του προγράμματος "Αποδίδω", το οποίο κατά τη σύμβαση διείπε και αυτό τους όρους λειτουργίας, δεν γίνονταν οποιαδήποτε πρόβλεψη αναφορικά με τη διαδικασία ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, και ως εκ τούτου η ενάγουσα ουδόλως πληροφορήθηκε ότι η διαδικασία ρευστοποίησης τελούσε υπό διαφορετικό καθεστώς από αυτό που γνώριζε ότι εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προϊσχύσαντος προγράμματος "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και που μέχρι τότε (και κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου μέχρι και το 2015) γινόταν στην πράξη από τον εναγόμενο, κατά την διακριτική του ευχέρεια και παρά τα ισχύοντα στο καταστατικού του και στο νόμο 1667/1986, ήτοι σε πρώτη ζήτηση του επενδυτή ρευστοποίηση στην τιμή κτήσης εκάστης μερίδας.

Απεναντίας, από το περιεχόμενο του εν λόγω ενημερωτικού φυλλαδίου εμπεδώνεται στη συνείδηση των πελατών του εναγομένου η αλληλένδετη σχέση της επένδυσης του κεφαλαίου τους μεταξύ της σύμβασης απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων και του ειδικού καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", καθόσον σε αυτό αναφέρεται ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για ρευστοποίηση μερίδων, αναπροσαρμόζεται αυθημερόν, α) το ποσό της κατάθεσης, έτσι ώστε αυτό να μην υπερβαίνει το 1:10 της αξίας των μερίδων του συνεταίρου που απομένουν, μη υπολογιζόμενων των μερίδων για τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση ρευστοποίησης, όπως η αξία αυτή υπολογίστηκε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και β) η κλίμακα του επιτοκίου βάσει του εναπομένοντος ποσού.

Σημειωτέον ότι, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου της 30ης.6.2013 τροποποιήθηκε το άρθρο 10 αριθμ. 4.α. του καταστατικού του, το οποίο όριζε πλέον ότι η ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (Δ.Σ.

και Γ.Σ.) και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα του άρθρου 28 Ν. 4141/2013, και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μη θίγονται οι υποχρεώσεις του συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ίδιων κεφαλαίων του βάσει των κανόνων εποπτείας που ισχύουν.

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο σύναψης της από 20.11.2013 σύμβασης και απόκτησης του συνόλου των ως άνω συνεταιριστικών μερίδων από την ενάγουσα, αυτή είχε πληροφορηθεί τις τροποποιήσεις που είχαν εμφιλοχωρήσει στο καταστατικό του εναγομένου, δυνάμει των οποίων τέθηκαν περιορισμοί στη δυνατότητα ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να έχει και πράγματι δεν είχε γνώση των ως άνω κινδύνων ενισχύεται και από το ότι στην ιστοσελίδα του εναγομένου, στο ενημερωτικό κείμενο που αφορούσε στις συνεταιριστικές μερίδες, περιλαμβανόταν έως το έτος 2015 απάντηση στην ερώτηση εάν μπορεί να γίνει ρευστοποίηση μερίδων, ότι οι προαιρετικές μερίδες ρευστοποιούνται άμεσα, με συμπλήρωση της αντίστοιχης αίτησης διαγραφής μερίδων στο κατάστημα εξυπηρέτησης του πελάτη, η οποία (απάντηση) έπειτα απαλείφθηκε.

Άλλωστε, η πρακτική του εναγομένου, να παρουσιάζει το νέο πρόγραμμα "Αποδίδω", ως συνέχεια του προηγούμενου "Χρυσή Επένδυση", χωρίς να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για τις συνέπειες της ένταξης σε αυτό, προκύπτει και από το κείμενο των ενημερωτικών επιστολών που απέστειλε στους επενδυτές του επενδυτικού προγράμματος "Χρυσή Επένδυση" κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2013, στο οποίο αναφέρεται ότι η τράπεζα έκρινε σκόπιμο και αναγκαίο, ενόψει της επικείμενης ισχύος του υπ' αριθμόν 575/2013 Κανονισμού (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και αποφάσισε να διακόψει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και να το αντικαταστήσει με το καταθετικό προϊόν "Αποδίδω" και ότι καλεί τους επενδυτές να συμμετάσχουν στο τελευταίο.

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση δεν είχε τη μορφή της εκτέλεσης εκ μέρους του εναγομένου της επενδυτικής επιλογής της ενάγουσας, στην οποία είχε η ίδια καταλήξει, αλλά μέσω των υπαλλήλων του εναγομένου η ενάγουσα διαμόρφωσε την επιλογή της αυτή, χωρίς να της παρασχεθούν κατά τρόπο κατανοητό όσες πληροφορίες της ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη επένδυση κεφαλαίου.

Όπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο εναγόμενος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι την ως άνω παραπλανητική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, έπεισε και άλλους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" να ενταχθούν στο πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ", λόγος για τον οποίο έχουν ασκηθεί εναντίον του για την αιτία αυτή αντίστοιχες αγωγές, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους δικαστικές αποφάσεις.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" παρουσιάσθηκε από τον εναγόμενο το πρώτον το μήνα Νοέμβριο του 2013, ήτοι κατά το χρόνο που ο ν. 4141/2013 με την με αριθ. 28 διάταξή του τροποποίησε την διάταξη του αρ. 6 παρ. 2 του ν. 1667/1986 και έθετε όρια στους συνεταίρους αναφορικά με την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων και την αποχώρηση από τον συνεταιρισμό, ο τελευταίος αναζητούσε λύση για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων του, και προωθήθηκε μόνο στους επενδυτές-καταθέτες της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ" ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου για το δόλο παραπλάνησης του εναγόμενου, και όχι για αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων του, αφού δεν είναι λογικό όλοι οι υπάλληλοι του εναγόμενου που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα "ΑΠΟΔΙΔΩ" να επέδειξαν την ίδια αμελή συμπεριφορά χωρίς σχετικές οδηγίες του εναγόμενου.

Με τη σύναψη δε της σύμβασης "ΑΠΟΔΙΔΩ", ο εναγόμενος πέτυχε τον ανωτέρω σκοπό του, αφού με αυτήν, σε συνδυασμό με τον με αριθμό 10 όρο του καταστατικού του, που του παρείχε τη δυνατότητα να μην εξοφλεί τις συνεταιριστικές μερίδες και άρα αποκτούσε δικαίωμα ελέγχου αυτών, οι συνεταιριστικές μερίδες της ενάγουσας, αλλά και άλλων επενδυτών-καταθετών της "ΧΡΥΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΣΗΣ", πληρούσαν πλέον τις απαιτήσεις των άρθρων 28 και 29 του Κανονισμού 575/2013 και ο εναγόμενος μπορούσε να ταξινομεί λογιστικά αυτές ως ίδια κεφάλαια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, θορυβούμενη από την οικονομική κρίση που είχε ενσκήψει στη Χώρα, που μεταξύ άλλων, είχε προκαλέσει ανασφάλεια στους καταθέτες για τη βιωσιμότητα των τραπεζών και την τύχη των κεφαλαίων τους, την άνοιξη του έτους 2015 επισκέπτονταν επανειλημμένα το ως άνω υποκατάστημα του εναγομένου, προκειμένου να αποσύρει τις αποταμιεύσεις της, ώστε να διασφαλίσει την απαιτούμενη ρευστότητα για τη διαβίωσή της, πλην, όμως, οι υπάλληλοι του εναγομένου την καθησύχαζαν λέγοντάς της ότι το σύνολο του κεφαλαίου της ήταν εξασφαλισμένο από το ΤΕΚΕ και πέτυχαν έτσι να την αποτρέψουν από την υποβολή αίτησης για τη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων που κατείχε. Κατόπιν, λόγω της, επακόλουθης των δυσμενών οικονομικών συγκυριών στη Χώρα, επιβολής των capital controls με την από 28.6.2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, ο εναγόμενος, δυνάμει σχετικής απόφασης του Δ.Σ. του κατά τη συνεδρίαση της 27ης.6.2015, προέβη στην προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων του, ώστε να αποτραπεί η ανέλεγκτη εκροή ίδιων κεφαλαίων και να μην υπάρξει κίνδυνος σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκειά του.

Εξάλλου, με το άρθρο 149 του Ν. 4261/2014 ορίζεται ότι, για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων που συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ίδιων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει χορηγήσει τέτοια στον εναγόμενο (σχετ.

η υπ' αριθμ. πρωτ. ....2016 επιστολή της Τράπεζας της Ελλάδος). Έτσι, ο εναγόμενος, επικαλούμενος την ως άνω νομοθετική μεταβολή στη διαδικασία ρευστοποίησης και την αδυναμία ρευστοποίησης εξαιτίας της απουσίας σχετικής έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρνείται έως σήμερα να αποδώσει στην ενάγουσα το κεφάλαιό της, που αντιστοιχεί στη συνολική αξία των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει αυτή συνεπεία της συμμετοχής της στα ως άνω προγράμματά του, δηλαδή το ποσό των 85.155 ευρώ (2.433 συνεταιριστικές μερίδες χ 35 ευρώ).

Επιπλέον, με απόφαση της έκτακτης Γ.Σ. των μελών του εναγομένου της 24ης.11.2015, στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης, προκειμένου αυτός να συγκεντρώσει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για την αποκατάσταση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς του στο 8% και με σκοπό την επιτυχή ολοκλήρωση της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου του, αναπροσαρμόστηκε η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, ενώ ως καταληκτική ημερομηνία για τη συμμετοχή φυσικών και νομικών προσώπων στην ως άνω αύξηση τάχθηκε η 10η.12.2015.

Μάλιστα, για την επιτυχή αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αποφασίστηκε η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας να κυμανθεί με ενιαίο τρόπο τόσο για τους παλαιούς όσο και για τους νέους συνεταίρους, μεταξύ 3 και 6 ευρώ. Η ενάγουσα, αφού ενημερώθηκε για την προαναφερόμενη μείωση της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας, η οποία απομείωνε σημαντικά το κεφάλαιο που είχε επενδύσει στα προγράμματα "Χρυσή επένδυση" και "Αποδίδω", αποφάσισε κατόπιν συμβουλών των υπαλλήλων του εναγομένου να συμμετάσχει στην αύξηση του κεφαλαίου του εναγόμενου, προκειμένου να συνδράμει στην κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος της τράπεζας, με την ελπίδα να ανακτήσει το κεφάλαιό της, το οποίο αρνιόταν ο εναγόμενος να της αποδώσει.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμόν ...-2015 αίτηση συμμετοχής της στην αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου, απέκτησε επιπλέον 3.472 συνεταιριστικές μερίδες, συνολικής αξίας 17.360 ευρώ, δηλαδή αξίας εκάστης 5 ευρώ. Την ίδια ημέρα (30-11-2015) έκλεισε και ο λογαριασμός "αποδίδω" της ενάγουσας. Συγκεκριμένα έκλεισαν οι λογαριασμοί με αριθ. ...

και ... και το ποσό αυτών 7.140 ευρώ του πρώτου και 1.375,5 ευρώ του δεύτερου αντίστοιχα καθώς και ποσό 6.794,19 ευρώ τόκων δύο ετών μεταφέρθηκε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου της. Ακόμη από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, στις 2.3.2016, ο εναγόμενος προέβη σε κατάργηση του προγράμματος αποδίδω, την οποία κοινοποίησε σε όλους τους καταθέτες και στην ενάγουσα και εν συνεχεία, το Δ.Σ.

του εναγόμενου με την υπ' αριθμόν ...-2016 απόφασή του καθόρισε τη συνολική τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας από 35 σε 14 ευρώ, τιμή που διατηρήθηκε και με την υπ' αριθμόν ...-2016 απόφασή του, και έπειτα, με την υπ' αριθμόν ...-2017 απόφαση του ίδιου οργάνου του εναγομένου καθορίστηκε η πραγματική αξία και η τιμή διάθεσης της συνεταιριστικής μερίδας σε 14,30 ευρώ με ισχύ από την 21.8.2017.

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο εναγόμενος, αν και είχε την υποχρέωση να ενημερώσει, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων του, την ενάγουσα διεξοδικά για τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση αρχικά στο επενδυτικό πρόγραμμα, "Χρυσή Επένδυση" και στη συνέχεια στον ειδικό λογαριασμό "Αποδίδω", στα οποία της πρότεινε να ενταχθεί, εντούτοις, κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής εκ προθέσεως, και με σκοπό να καλύψει την ανεπάρκεια των ιδίων κεφαλαίων του, ουδεμία ειδική πληροφόρηση της παρείχε, ιδίως ως προς το ενδεχόμενο της, λόγω της οικονομικής κατάστασής του, απομείωσης της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, καθώς επίσης και της αδυναμίας ρευστοποίησης των τελευταίων, οι οποίοι (κίνδυνοι) μάλιστα επήλθαν κατά τα προεκτεθέντα, με συνέπεια η ενάγουσα να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου της εξ ευρώ 85.155 ευρώ που είχε επενδύσει στο πρόγραμμα Χρυσή Κατάθεση και εν συνεχεία ΑΠΟΔΙΔΩ , το οποίο έκτοτε δέσμευσε ο εναγόμενος ως ίδιο κεφάλαιο αυτού και αρνείται να της αποδώσει, με συνέπεια η ενάγουσα να υποστεί αιτιωδώς συνδεόμενη ισόποση υλική ζημία.

Η υποχρέωση ενημέρωσης του εναγομένου παρότι προβλέπεται στο νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύει να θεωρείται (και να είναι) συμβατική, με συνέπεια, η παράβασή της να συνιστά εκ μέρους του εναγομένου πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας.

Λόγω δε της πλεονεκτικότερης κατά πολύ θέσης του εναγομένου πιστωτικού συνεταιρισμού από αυτή της ενάγουσας πελάτη του, ο εναγόμενος, παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του, είχε αυξημένη υποχρέωση προστασίας των συμφερόντων της τελευταίας, έτσι ώστε έναντι αυτής όφειλε να μην προτάξει τα ατομικά του συμφέροντα αποκρύπτοντας στις διαπραγματεύσεις τους πριν την σύναψη αλλά και μετέπειτα κατά την διάρκεια και τη λύση της σύμβασης, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, τα ιδιαίτερα στοιχεία του ένδικου προϊόντος της ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ και ΑΠΟΔΙΔΩ, εκμεταλλευόμενος την υπερέχουσα θέση του έναντι του πελάτη του (ενάγουσας) και μάλιστα με την χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενων στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, αλλά να την ενημερώσει και διαφωτίσει σχετικά με τα μειονεκτήματα της επένδυσης του μεγαλύτερου μέρους του κεφαλαίου της στις συνεταιριστικές μερίδες του, λαμβάνοντας υπόψιν το επίπεδο γνώσεων της ενάγουσας - πελάτη του, που εν προκειμένω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι υπερβαίνει αυτό της στοιχειώδους εκπαίδευσης, την έλλειψη εμπειρίας της στις επενδύσεις, και στα συνεταιριστικά και την οικονομική και περιουσιακή της κατάσταση, εν προκειμένω δε της ενάγουσας ως συνταξιούχου μικροκαταθέτη.

Η ως άνω πληροφόρηση με τον τρόπο που έγινε, εκτός από ανεπαρκής είναι και παραπλανητική, καθώς παραλείφθηκαν πληροφορίες τόσο ουσιώδεις, που αν ήταν γνωστές, θα είχαν οδηγήσει την ενάγουσα σε διαφορετική απόφαση. Ο εναγόμενος δηλαδή οδήγησε με πρόθεση την ενάγουσα στη λήψη μιας απόφασης, εστιάζοντας στα σημεία που μπορούσε να καταλάβει η τελευταία (υψηλή απόδοση, ασφάλεια, εγγύηση) και παραλείποντας τις πληροφορίες εκείνες (υποχρεώσεις συνεταίρου, δυνατότητα ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων, ονομαστική και πραγματική αξία αυτών, κίνδυνοι), η γνώση των οποίων θα την είχε αποτρέψει από τη λήψη της απόφασης αυτής, ενώ ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι η ενάγουσα θα λάμβανε την ίδια απόφαση, ακόμη και εάν δεν είχε παραβεί την υποχρέωσή της για παροχή των απαραίτητων συμβουλών, καθώς μέσω του εν λόγω προγράμματος, αύξανε την κεφαλαιακή του επάρκεια, ισχυροποιούσε την θέση του δια της βελτίωσης των οικονομικών του δεικτών και εξασφάλιζε την υγιή μελλοντική του λειτουργία.

Η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας πελάτη του και καταναλωτή στα πλαίσια της παροχής σε αυτήν των υπηρεσιών του και των προσφερόμενων από αυτόν επενδυτικών προϊόντων, συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία της ενάγουσας, διότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του, παρείχε εσφαλμένες, ελλιπείς και ακατάλληλες συμβουλές και πληροφορίες σε σχέση με τα ως άνω προϊόντα (ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ και ΑΠΟΔΙΔΩ) εκδόσεώς του, δημιουργώντας πεπλανημένες εντυπώσεις, που συντήρησε και επέτεινε καθόλη τη διάρκεια της κρίσιμης επένδυσης παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις του, ήτοι το καθήκον διαφύλαξης των συμφερόντων της ενάγουσας και το καθήκον βέλτιστης εκτέλεσης κατά τη συναλλακτική του διάσταση, και θεμελιώνει δικαίωμα της ενάγουσας για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 330, 281, 288, 914, 922 ΑΚ.

και 8 του ν. 2251/1994 (του οποίου ο εναγόμενος δεν ανέτρεψε το τεκμήριο, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας) σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη. Σημειωτέον ότι κατά την άποψη που υιοθετεί το παρόν δικαστήριο η ενάγουσα εν προκειμένω έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, εφόσον ενεργούσε εκτός της επαγγελματικής της δραστηριότητας, δεν διέθετε εμπειρία και εξειδίκευση σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ενώ σκοπός της ήταν κυρίως η κάλυψη της ανάγκης ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου της, πρόκειται δηλαδή για μικροκαταθέτη, τα δε τραπεζικά προϊόντα που προωθούσε ο εναγόμενος ήταν σύνθετα, με επενδυτικό και καταθετικό σκέλος, ενώ η ίδια δεν αποσκοπούσε στην απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου του εναγόμενου αλλά στην ασφαλή τοποθέτηση του κεφαλαίου της.

Μεταξύ δε αυτής της συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας υφίσταται αιτιώδης, υπό την έννοια της πρόσφορης αιτιότητας, σύνδεσμος, αφού η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του εναγομένου, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και επέφερε, η οποία (ζημία) δεν θα επερχόταν, αν οι προστηθέντες αυτού υπάλληλοι δεν είχαν ενεργήσει κατά τον προαναφερόμενο παράνομο τρόπο.

Σημειωτέον ότι το επελθόν αποτέλεσμα της ζημίας δεν επηρεάσθηκε ως προς την επέλευσή του από τον, μεταγενέστερο, περιορισμό που επιβλήθηκε στον εναγόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014 και του καταστατικού του, που τον εμποδίζουν να προβεί σε ρευστοποίηση των μερίδων, χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς αποτελεί γεγονός αδιάφορο για το κρίσιμο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, ως μεταγενέστερο του χρόνου επέλευσης της ζημίας.

Η αγορά των ένδικων συνεταιριστικών μερίδων αποφασίσθηκε ως αποτέλεσμα της παράβασης του εναγομένου η οποία εμφιλοχώρησε κατά το στάδιο πριν από την αγορά τους, ως συνέπεια της πλημμελούς πληροφόρησης και συνεπώς η ζημία της συνίσταται τελικά στα ίδια τα ποσά που επενδύθηκαν στις συνεταιριστικές μερίδες.

Επομένως, κατ' εφαρμογή της θεωρίας της διαφοράς (σύγκριση υποθετικής με υπάρχουσα περιουσιακή κατάσταση), η αποκαταστατέα ζημία, που συνδέεται αιτιωδώς με τις γενόμενες δεκτές ως παράνομες πράξεις του εναγομένου, ταυτοποιείται στο ύψος των χρηματικών ποσών που η ενάγουσα τοποθέτησε στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία) και αποκαθίσταται μέσω της απόδοσής τους σε αυτήν.

Απορριπτέος εξάλλου ως ουσιαστικά αβάσιμος τυγχάνει ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι η πραγματική ζημία της ενάγουσας ανέρχεται σε μικρότερο του αιτούμενου ποσού συνυπολογιζόμενης της πραγματικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο ποσό των 14,30 ευρώ, το οποίο πρέπει να συνυπολογιστεί και να αφαιρεθεί από το επιδικασθέν ποσό της αποζημίωσης, αφού η ενάγουσα διακρατά τα μερίδια της.

Τούτο διότι, εφόσον οι συνεταιριστικές μερίδες της εναγομένης δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες, δεν δύναται στον παρόντα κρίσιμο χρόνο του υπολογισμού του ύψους της αιτούμενης αποζημίωσης, να εξευρεθεί με αντικειμενικά στοιχεία η πραγματική αξία των αναγκαστικά διακρατηθέντων από την ενάγουσα συνεταιριστικών μερίδων, καθώς η αξία τους δεν παρίσταται βέβαιη, αλλά εξαρτάται από τα μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα τόσο της ρευστοποίησής τους, όσο και της οικονομικής κατάστασης του εναγομένου κατά τον χρόνο αυτό, με αποτέλεσμα, η παρούσα αξία τους να μην αντανακλά και στο ύψος της ζημίας της.

Αντιθέτως σε σχέση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, που επαναλαμβάνονται στην υπό κρίση έφεση, η διάθεση των εν λόγω προϊόντων ("ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και "ΑΠΟΔΙΔΩ") από τον εναγόμενο στην ενάγουσα δεν συνιστά επενδυτική υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3606/2007, αφού το αντικείμενο των συμβάσεων και των συναλλαγών που ρυθμίζονται από τον εν λόγω νόμο είναι μόνο τα αναφερόμενα στα άρθρα 4 και 5 αυτού χρηματοπιστωτικά μέσα, και τέτοια δεν αποτελούν οι συνεταιριστικές μερίδες που απέκτησε η ενάγουσα με τις επίδικες συμβάσεις, ούτε οι τελευταίες συνιστούν συναλλαγές που αφορούν κινητές αξίες, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα - εκκαλούσα.

Περί τούτου σαφές είναι και το με αριθμό πρωτ. ....2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007", ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες" για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν είναι εισηγμένος σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου και ως εκ τούτου "η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του ν. 3606/2007".

Ομοίως κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, η ένσταση που προέβαλε με τις προτάσεις του στην πρωτοβάθμια δίκη ο εναγόμενος και επαναφέρει με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τούτου, περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση της ζημίας της κατ` άρθρο 300, 330 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η τελευταία ήταν σε θέση, λόγω της προηγηθείσας από το έτος 1999 εμπειρίας της στις συναλλαγές της με τον εναγόμενο, και της ηλικίας της, να κατανοήσει τους όρους των συμβάσεων που υπέγραψε, δεν αποδείχθηκε βάσιμη, αφού η ενάγουσα, η οποία διήγε κατά τον επίμαχο χρόνο σύναψης των συμβάσεων το 69ο έτος της ηλικίας της, ήταν συνταξιούχος εργάτρια, απόφοιτος Δημοτικού, στερείτο εμπειρίας περί τα χρηματοοικονομικά, αφού κατά το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είχε επιλέξει ως μέσο για την αξιοποίηση των αποταμιεύσεών της μόνο την προθεσμιακή κατάθεση και προσομοιαζόντων με αυτήν συμβάσεων, ομοειδών με τις επίμαχες, και δεν πληρούσε επομένως τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά (κυρίως μακροχρόνια επένδυση σημαντικού κεφαλαίου σε σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα) που κατ` αντικειμενική κρίση, είναι ικανά να προσδώσουν στην τελευταία την εξειδικευμένη γνώση που απαιτείται για την κατανόηση σύνθετων τραπεζικών προϊόντων, όπως τα επίμαχα.

Εξάλλου, η ενάγουσα, λόγω της μέχρι το έτος 2013 ομαλής λήξης των από το έτος 1999 και ανά διετία συναφθέντων καταθετικών - επενδυτικών συμβάσεων με τον εναγόμενο, κυρίως όσον αφορά την άμεση εξαγορά των συνεταιριστικών μερίδων της, αλλά και των απατηλών διαβεβαιώσεων που της παρείχαν οι υπάλληλοι του εναγόμενου και στις δυο συμβάσεις "ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ" και "ΑΠΟΔΙΔΩ", ως προεξετέθη, δεν είχε λόγο να αμφιβάλει για τις προθέσεις των τελευταίων και τις διαβεβαιώσεις τους ότι επρόκειτο για ακριβώς την ίδια σύμβαση αλλά με άλλη ονομασία.

Η δε πεπλανημένη πεποίθησή της, συνεπεία της ως άνω περιγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, ότι τα χρήματά της ήταν εξασφαλισμένα σε προϊόν τύπου προθεσμιακής κατάθεσης, διήρκεσε τουλάχιστον μέχρι το σημείο της συμβατικής λήξης του προγράμματος ΑΠΟΔΙΔΩ (30-11-2015), ήτοι το χρονικό σημείο κατά το οποίο επίσης απέκτησε νέες συνεταιριστικές μερίδες στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης του εναγομένου.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα συμμετείχε στην αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου του εναγομένου, για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω, δεν συνεπάγεται γνώση της για τους κινδύνους από τα παραπάνω επενδυτικά προϊόντα ούτε συνιστά πράξη που υποδηλώνει κατανόηση και αποδοχή της προεκτεθείσας συμπεριφοράς των υπαλλήλων του εναγομένου, αλλά έγινε προς το σκοπό ενίσχυσης του τελευταίου, ώστε να αποσοβηθεί ο κίνδυνος οικονομικής κατάρρευσής του, που θα επέφερε οριστική απώλεια της δυνατότητας λήψης έστω μέρους του κεφαλαίου του.

Αντιθέτως, η συμμετοχή της στην αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου, με την αγορά μεριδίων, παρασυρόμενη από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων ότι με αυτό τον τρόπο θα ελάμβανε τα χρήματά της, καταδεικνύει την έλλειψη των ειδικών γνώσεων που έπρεπε να διαθέτει για να κατανοήσει το τι πραγματικά είχε συμβεί, ενώ συνηγορεί υπέρ του ότι εξακολουθούσε να τελεί σε πλάνη, εξαιτίας της απάτης.

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος απέστειλε στους πελάτες του, που είχαν καταρτίσει την σύμβαση ''Αποδίδω'', την κάτωθι περιεχομένου επιστολή, με κοινό αριθμό πρωτοκόλλου ....2016: Η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων ολοκλήρωσε επιτυχώς την ανακεφαλαιοποίησή της τον περασμένο Δεκέμβριο, αντλώντας από την αγορά και τους συνεταίρους της, 21.516.362 Ευρώ.

Έχοντας υπερκαλύψει τις κεφαλαιακές της ανάγκες, ενδυναμωμένη και με επαρκή ίδια κεφάλαια μπορεί λοιπόν να ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον. Όμως οι δραματικές εξελίξεις στο παγκόσμιο και ελληνικό τραπεζικό περιβάλλον τα τελευταία έτη και η παρατεταμένη ύφεση της οικονομίας της χώρας μας δεν ήταν δυνατό να αφήσουν ανέγγιχτη και την τράπεζά μας, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά δεδομένα και την καθαρή της θέση, αναγκάστηκε, ενόψει και της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου, να μειώσει την ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας, και θα πρέπει να αναπροσαρμόσει στα νέα δεδομένα και την πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας.

Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν, έστω και έμμεσα, την επιτοκιακή της πολιτική και τα καταθετικά της προϊόντα. Για το λόγο αυτό, η Τράπεζα μας σύντομα θα πρέπει να αποσύρει τον Ειδικό Λογαριασμό Κατάθεσης ''Αποδίδω''. Ως γνωστόν, έχετε καταρτίσει με την τράπεζά μας τη Σύμβαση Ειδικού Λογαριασμού Κατάθεσης ''Αποδίδω'' (εφεξής:

η ''Σύμβαση''). Στο πλαίσιο αυτό έχει ανοιχτεί ο υπ' αρ. X Ειδικός Λογαριασμός σας ''Αποδίδω'', με συνδικαιούχους τους -, το σημερινό υπόλοιπο του οποίου σήμερα είναι X Ευρώ, κατά τον όρο 8 της μεταξύ μας Σύμβασης η διάρκεια της, καθώς και των οικείων λογαριασμών που τηρούνται σύμφωνα με αυτή, είναι αορίστου χρόνου και η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων ''Αποδίδω'' κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης της 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών.

Κάνοντας χρήση του όρου αυτού, σας ενημερώνουμε ότι ο παραπάνω ειδικός λογαριασμός κατάθεση ''Αποδίδω'' θα κλείσει εντός 30 ημερών από την παραλαβή της παρούσας και κατά συνέπεια θα λυθεί η μεταξύ μας υφιστάμενη Σύμβαση. Η τράπεζα μας, ως ανταμοιβή σας για την εμπιστοσύνη σας σε αυτήν, σας παρέχει τη δυνατότητα, εφόσον επιθυμείτε, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία κλεισίματος του λογαριασμού και λύσης της Σύμβασης, να προσέλθετε στο κατάστημα της τράπεζάς μας στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός σας και να συμφωνήσετε με την τράπεζα μας, αντί του κλεισίματος τη μετατροπή του εν λόγω λογαριασμού ως μηνιαίου - με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης - ειδικού προθεσμιακού λογαριασμού, σύμφωνα με τους όρους τήρησης προθεσμιακών λογαριασμών της τραπέζης μας, με προνομιακό επιτόκιο σε σχέση με τα επιτόκια των λοιπών προθεσμιακών λογαριασμών της Τραπέζης μας.

Το ύψος του επιτοκίου της πρώτης περιόδου θα ανέρχεται σε 5% και θα ισχύει για μηνιαίες ανανεώσεις μέχρι την 31.12.2016. Αν δεν προσέλθετε μέχρι την παραπάνω ημερομηνία στο κατάστημα μέσω του οποίου εξυπηρετείται ο λογαριασμός σας και συμφωνήσετε εγγράφως τη μετατροπή του λογαριασμού σας σε ειδικό προθεσμιακό λογαριασμό, το υπόλοιπο του Ειδικού Λογαριασμού σας ''Αποδίδω'' θα μεταφερθεί, όπως προβλέπεται στη μεταξύ μας Σύμβαση -(όρος 8)-, στο λογαριασμό που έχετε δηλώσει και ελλείψει τέτοιας δήλωσης, σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρείτε στην τράπεζά μας.''.

Σημειώνεται δε ότι με νομοθετική πρόβλεψη επιβλήθηκε περιορισμός της ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μεριδίων ήδη σε χρόνο προγενέστερο της διενεργηθείσας ανακεφαλαιοποίησης, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να λάβουν οι συνεταίροι από την τράπεζα το κεφάλαιό τους, ρευστοποιώντας τα εταιρικά μερίδια, για τα οποία η ως άνω μείωση, εξαιτίας της ανακεφαλαιοποίησης ήταν μονόδρομος.

Δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2015 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων της τράπεζας και ανάκλησης των μέχρι σήμερα εγκρίσεων των οργάνων της τράπεζας, ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων που δεν έχουν υλοποιηθεί ολικά ή μερικά μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία.

Εξάλλου, η εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων εξακολουθεί να μην είναι εφικτή, καθώς, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, αυτό θα είχε σαν συνέπεια τη διαμόρφωση των δεικτών Κεφαλαιακής Επάρκειας της Τράπεζας κάτω από το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο σύμφωνα με το άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Το συντονισμένο εγχείρημα της τράπεζας να αποφύγει την κατάρρευση, λόγω των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με το πρόγραμμα ''χρυσή επένδυση'', ως προεκτέθηκε, με την απόσυρση του προγράμματος αυτού και την ταυτόχρονη προώθηση στους δικαιούχους του εν λόγω προγράμματος, του προγράμματος ''αποδίδω'', δημιουργώντας σκόπιμα την εντύπωση ότι πρόκειται για ίδιας φύσης προϊον, έτσι ώστε να χρησιμοποιήσει το συγκεντρωθέν κεφάλαιο για ανακεφαλαιοποίηση, δεδομένου ότι το τραπεζικό προϊόν ''αποδίδω'' δεν προέβλεπε τις ίδιες εγγυήσεις και προνόμια με το προγενέστερο, αποδεικνύεται και από τον επιλεγέντα από τον εναγόμενο χρόνο απόσυρσης του προϊόντος του ''αποδίδω'' που συνέπεσε όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα επιστολή, με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησής του.

Κατά τα ανωτέρω, η ενάγουσα για τις ως άνω αιτίες κατέχει (1840 + 341 + 252 + 3.472=) 5.905 συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων 2.433 ενταγμένες στα ως άνω προϊόντα που είχε αγοράσει με τιμή 35 € έκαστη και 3.472 που αγόρασε στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησής με τιμή 5 € έκαστη. Συνολικά δαπάνησε για την ως άνω αιτία το ποσό των (2.433 X 35 € + 3.472 X 5 €= 85.155 € +17.360 €=) 102.515 €.

Με την από 08.10.2017 αίτηση που υπέβαλε στον εναγόμενο η ενάγουσα αιτήθηκε την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων της, παρά ταύτα η εν λόγω αίτηση δεν έγινε δεκτή.

Συνεπώς, ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός ενήργησε αντίθετα με την καλή πίστη, μη ανταποκρινόμενος στην ιδιαιτερότητα της σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (πελάτη -πιστωτικού συνεταιρισμού), σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική προηγηθείσα νομική σκέψη, προσβάλλοντας τα οικονομικά συμφέροντα της ενάγουσας και διαψεύδοντας την εμπιστοσύνη που η τελευταία επέδειξε σε αυτή, επιλέγοντάς τον για την τοποθέτηση των χρημάτων της.

Οι προεκτεθείσες ενέργειες εκ μέρους του εναγομένου, δια των αρμοδίων υπαλλήλων του με τους οποίους τελεί σε σχέση πρόστησης, στοιχειοθετούν απάτη σε βάρος της ενάγουσας, καθώς από πρόθεση, παρήγαγαν και στη συνέχεια διατήρησαν πεπλανημενη αντίληψη και εντύπωση αναφορικά αφενός με το χαρακτήρα του προγράμματος ''χρυσή επένδυση'' ως αμιγούς καταθετικού προϊόντος και με τα χαρακτηριστικά του τραπεζικού προιοντος ''αποδίδω'', ως παραπάνω αναλυτικά εκτίθεται, αλλά και για την συμμετοχή της ενάγουσας στην αύξηση του μετοχικού του κεφαλαίου το έτος 2015, μέσω παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών και αποσιώπησης των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στην αντισυμβαλλόμενη που τα αγνοούσε, ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη και από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους, η συμπεριφορά δε αυτή του εναγομένου αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης εκ μέρους της ενάγουσας, προκειμένου ο εναγόμενος να συγκεντρώσει κεφάλαια με συνεταιριστικές μερίδες που δεν έχουν προνομιακή αντιμετώπιση, δυνάμενες να χαρακτηριστούν ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, η οποία δήλωση βούλησης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απάτη, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η συμπεριφορά του εναγομένου αντίκειται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης και παραβαίνει τη γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι διαγράφεται ως παράνομη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη και υπαίτια, με αποτέλεσμα την πρόκληση περιουσιακής ζημίας και εντεύθεν ηθικής βλάβης στην ενάγουσα, που επήλθε ήδη από το χρονικό σημείο τη σύναψης της σύμβασης "αποδίδω" στις 20-11-2013, και έγινε γνωστή στην ενάγουσα σε μεταγενέστερο χρόνο περί το έτος 2016, όταν ο εναγόμενος αρνήθηκε να ρευστοποιήσει τις μερίδες της, όσο και την 30.11.2015 όταν την έπεισε να συμμετάσχει, στη διαδικασία αύξησης του κεφαλαίου του, οπότε και δεν επιτρεπόταν η ρευστοποίηση εταιρικών μεριδίων, έτσι ώστε η ενάγουσα να μην τυγχάνει συνυπαίτια της πρόκλησης και έκτασης της ζημίας της, όπως ουσιαστικά αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. .......

Εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, η ενάγουσα υπέστη περιουσιακή ζημία ισόποση του ποσού που τοποθέτησε για την απόκτηση του συνόλου των συνεταιριστικών μερίδων της, ήτοι 102.515 €, ποσό το οποίο δεν θα κατέβαλε για την ανωτέρω αιτία και θα το διατηρούσε στην περιουσία της, αν δεν είχε πλανηθεί από την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του εναγομένου .....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει, κατά πλειψηφία την ένδικη αγωγή και στη συνέχεια κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή κατά τη βάση της από αδικοπραξία, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος κατά τη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων και την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια αυτής στην πρόκληση της ζημίας, που δέχθηκε ότι υπέστη η αναιρεσίβλητη και η οποία έγκειται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απώλεια του ποσού που κατέθεσε για την απόκτηση των συνεταιριστικών του μερίδων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, α) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, ήδη από το έτος 1999, κατέστη συνεταίρος του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού (Συνεταιριστικής Τράπεζας), μετά την υποβολή από την ίδια, της αναφερόμενης αίτησής της, για την εγγραφή της ως συνεταίρου, που έγινε δεκτή από το ΔΣ του Συνεταιρισμού, ότι αυτή ήδη από το έτος 1999, απέκτησε 101 (σημερινή αντιστοιχία 1010) συνεταιριστικές μερίδες, εκ των οποίων η μια υποχρεωτική και οι λοιπές προαιρετικές, συνολικής αξίας στο χρονικό εκείνο σημείο 5.565.000 δρχ και ότι έκτοτε διαδοχικά μέχρι και το έτος 2011 απέκτησε συνολικά 1.675 συνεταιριστικές μερίδες, συμμετέχοντας στις αυξήσεις συνεταιριστικού κεφαλαίου της Τράπεζας και ότι τις μερίδες αυτές ενέταξε το έτος 2011, στο νέο πρόγραμμα, ''ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ'', ακολούθως δέχθηκε αντιφατικά προς τα παραπάνω ότι, μεταγενέστερα και συγκεκριμένα κατά τα έτη 2011 και 2013, χρόνους κατάρτισης των συμβάσεων ''ΧΡΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ'' και μέχρι το τέλος της συμβατικής λήξης του προγράμματος ''ΑΠΟΔΙΔΩ'', δημιουργήθηκε σ' αυτή (από τους προστηθέντες του εναγομένου) πεπλανημένη εντύπωση, ότι επένδυε τα χρήματά της σε ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιθυμίες της για ασφάλεια των χρημάτων της και αύξηση του κεφαλαίου της, δεδομένης της οικονομικής αστάθειας που επικρατούσε από ετών ήδη στην χώρα, και της ένεκα αυτής αβεβαιότητας για την ασφάλεια των καταθέσεων των ιδιωτών στις τράπεζες της ημεδαπής, μη δυνάμενη να αντιληφθεί, ότι στην πραγματικότητα με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, εκτός από τη συμμετοχή της στο σύνθετο προϊόν που αυτή εκλάμβανε ως καταθετικό, γινόταν ουσιαστικά και συνεταίρος του εναγομένου, αν και σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, η ίδια είχε υποβάλει την άνω αίτηση για την εγγραφή της ως συνεταίρου και επιπλέον κατά την κατάρτιση της σύμβασης χρυσή επένδυση, ενέταξε σ' αυτή συνεταιριστικές μερίδες και όχι χρηματικό ποσό, έτσι ώστε να δικαιολογείται η πεποίθησή της περί προθεσμιακής κατάθεσης.

β) Ενώ δέχεται ότι, με τον όρο 3 της σύμβασης, ''Χρυσή Επένδυση'' οριζόταν ότι, "κατά το κλείσιμο του προγράμματος, ο συνεταίρος θα εισπράξει, α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ...... τα ακόλουθα κονδύλια, (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων, (ii) την τρέχουσα υπεραξία αυτών ......iii ....

και β) το ποσό της άνω χρυσής κατάθεσης μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής ....... Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11)", στη συνέχεια αντιφατικά προς τα παραπάνω δέχθηκε, ότι η ονομαστική αξία αυτής (μερίδας) που συμφωνήθηκε ότι θα εισπραχθεί από αυτήν είναι η αξία του τίτλου κατά την έκδοση (αξία κτήσεως) συγχέοντας την ονομαστική αξία των μερίδων με αυτή της τιμής κτήσης τους, και ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 10 και 11 του καταστατικού του εναγομένου διαδικασία ρευστοποίησης υπό όρους, επιβαλλόταν να τηρηθεί μόνο στις περιπτώσεις ρευστοποίησης της υποχρεωτικής μερίδας, όπως και των μερίδων που τυχόν δεν είχαν ρευστοποιηθεί κατά τη λήξη του προγράμματος.

Επιπλέον δε, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι ο όρος ονομαστική αξία που περιέχεται στη σύμβαση έχει το περιεχόμενο που δίδεται με το άρθρο 10 του καταστατικού, με το επιχείρημα ότι αν ο εναγόμενος είχε τη βούληση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος όχι την καταβληθείσα από την τελευταία αξία κτήσης των συνεταιριστικών της μερίδων, αλλά την τρέχουσα αξία αυτών, τότε για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αξίας, ευχερώς θα έθετε στον προδιατυπωμένο από αυτόν ως άνω όρο τη φράση "πραγματική αξία" ή "τρέχουσα αξία", όπως έπραξε για τον προσδιορισμό της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, στη δεύτερη σύμβαση που κατήρτισε, ενώ όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού όρου της δεύτερης αυτής σύμβασης, ήτοι της σύμβασης ''αποδίδω'', όπως αυτός παρατίθεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η αναφορά σε τρέχουσα ή πραγματική αξία, γινόταν στο πλαίσιο του προσδιορισμού της αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, που χρησιμοποιούνταν ως βάση υπολογισμού της κατάθεσης και όχι σε σχέση με την ρευστοποίηση.

γ) Δέχεται την εκδήλωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της Τράπεζας, δια των προστηθέντων της, κατά την κατάρτιση των συμβάσεων ''Χρυσή Επένδυση'', ήδη από το έτος 2011, παράλληλα, όμως, δέχεται ότι ουδείς συνεταίρος ζημιώθηκε με τη σύναψη των συμβάσεων, ''Χρυσή επένδυση'', έως και τη λύση τους το έτος 2013. δ) Επιπλέον, όσον αφορά τη συνδεόμενη με τις 2.433 συνεταιριστικές μερίδες, που είχε η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης ''αποδίδω'', περιουσιακή ζημία, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ενέταξε στα επίμαχα προγράμματα, τις μερίδες αυτές, (μεταξύ των οποίων, 1.675 συνεταιριστικές μερίδες που είχε αποκτήσει μέχρι το έτος 2011, με διαφορετική κατά περίπτωση τιμή κτήσης) και ότι σύμφωνα με τον άνω όρο 3, κατά το κλείσιμο του προγράμματος αυτή θα δικαιούταν να εισπράξει την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων μερίδων της, ακολούθως δέχεται αντιφατικά αφενός ότι η ονομαστική αξία της συνεταιριστικής μερίδας της ενάγουσας ορίστηκε στο ποσό των 35 ευρώ ενιαία για όλες τις άνω μερίδες, ανεξάρτητα πότε αποκτήθηκαν και αφετέρου ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τη λήξη του προγράμματος το ποσό που αυτή κατέβαλε για τη κτήση των μερίδων, για το λόγο ότι στο καταστατικό του εναγομένου δεν γίνεται καμιά αναφορά για τον προσδιορισμό της ονομαστικής αξίας τους.

ε) Ενώ δέχεται ελλιπή ενημέρωση της ενάγουσας κατά την κατάρτιση των συμβάσεων ''χρυσή επένδυση'' ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους που εμπεριείχαν οι συμβάσεις αυτές και κυρίως ότι με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων η αναιρεσίβλητη γινόταν συνεταίρος του αναιρεσείοντος μέχρι το επενδεδυμένο στις μερίδες κεφάλαιό της, ότι υπήρχαν περιορισμοί στη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και ότι η πραγματική αξία των μερίδων που αυτή κατείχε κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της επένδυσής της μπορούσε να μειωθεί ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ενάγουσα παραπλανήθηκε κατά τη λύση των συμβάσεων ''χρυσή επένδυση'' και την κατάρτιση της σύμβασης ''αποδίδω'', όταν απώλεσε σημαντικά δικαιώματα που εξασφάλιζαν το κεφάλαιο που είχε επενδύσει, που της παρείχε η σύμβαση ''χρυσή επένδυση'', με την απώλεια του δικαιώματος ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων που είχε αποκτήσει στην τιμή κτήσης τους, που συνδέεται αιτιωδώς με την περιουσιακή ζημία που υπέστη.

στ) Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι η ζημία, συνολικού ποσού 102.515 ευρώ (85.155 ευρώ, από τις 2.433 συνεταιριστικές μερίδες, που είχε η ενάγουσα κατά την κατάρτιση της σύμβασης ''αποδίδω'' και 17.360 ευρώ, από τις 3.472 συνεταιριστικές μερίδες, που απέκτησε κατά την ανακεφαλαιοποίηση του εναγομένου, στις 30-11-2015), η οποία προκλήθηκε στην ενάγουσα από το γεγονός ότι παραπλανηθείσα από τους προστηθέντες υπαλλήλους του εναγομένου, συμβλήθηκε αρχικά, το έτος 2011 στις επίμαχες συμβάσεις "Χρυσή Επένδυση", και στη συνέχεια το έτος 2013, στην επίμαχη σύμβαση, ''Αποδίδω'', συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων του εναγομένου, αν και στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, (που άρχισε να ισχύει από 1-1-2014, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης ''αποδίδω''), στην από 30-6-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου, κατά την οποία αποφασίστηκε ότι η εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων θα γίνεται κατόπιν έγκρισης των καταστατικών του οργάνων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις αναφορικά με τα ίδια κεφάλαιά του και στο άρθρο 169 παρ. 3 ν. 4099/2012, που ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, έτσι ώστε να μην αιτιολογείται επαρκώς η μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ως άνω εκ του νόμου περιορισμών στην ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων της ενάγουσας και της προκληθείσας σ' αυτής ζημίας.

Επομένως, ο άνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του άνω λόγου της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέβαλε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 27/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αναίρεσης, στον καταθέσαντα αυτό.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης