Legislator Case Law & Legislation
1879/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague procedural error claim lacking specific facts under Article 559.14 of Civil Procedure Code.

Case Number 1879/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final court decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred by rejecting claims as inadmissible rather than dismissing them, citing Article 559.14 of the Civil Procedure Code. The court rejected this claim because the appeal petition failed to specify the exact facts constituting the alleged procedural error or define the nature of the violation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559.14, 577.1 of the Civil Procedure Code: An appeal petition alleging a violation of Article 559.14 must explicitly state the facts creating the error and define the specific procedural defect; vague assertions without these details are inadmissible.

Keywords

AI generated
Article 559.14 Civil Procedure Code vague appeal petition procedural error claim inadmissible appeal property dispute Greek Supreme Court specific facts requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559.14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 863/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1879/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις εκπρόθεσμα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ.Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ν.Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ι.Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις, 5) Ε.Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία 2, 4, 5 αναιρεσιβλήτων και ήδη υπο στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλητος απεβίωσε στις 4-11-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 215/1/… ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, ως μοναδικοί κληρονόμοι αυτού, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2550/2014 μη οριστική, 3904/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 31-10-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 350/2020, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 3904/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Ολ.Α.Π. 27/1987), οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 31/2009).

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 25/2017).

Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τους λοιπούς διαδίκους και προκύπτει από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 350/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (11-05-2020), απεβίωσε, στις 04-11-2020, ο εκ των διαδίκων τρίτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος Ν.Κ.

του Γ., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, γονείς και αμφιθαλή αδέλφια του. Το γεγονός του θανάτου του και της εκούσιας συνέχισης της βίαια διακοπείσας δίκης γνωστοποιήθηκε νόμιμα από τους κληρονόμους του ανωτέρω, με δήλωση από τον εκπροσωπήσαντα αυτούς στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, πληρεξούσιο δικηγόρο τους και πρώτο αναιρεσίβλητο, Γ.Κ.

του Ν., κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε γνώση του θανάτου του ανωτέρω από το αναιρεσείον νομίμως συνεχίζεται η δίκη αυτή από τους πιο πάνω καθολικούς διαδόχους του τρίτου των αναιρεσιβλήτων. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 26-09-2010 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά, του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου (αγροτεμαχίου), εκτάσεως 290 τ.μ.

κειμένου στη θέση … … και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ..., όπου το επίδικο με αριθμό ΚΑΕΚ 051313614007/0/0, φέρεται, εσφαλμένα, ιδιοκτησίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 2550/2014 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη ως προς τη βάση του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας και ως μη νόμιμη ως προς τη βάση κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία, κρίθηκε δε ορισμένη και νόμιμη ως προς τη βάση κτήσης κυριότητας πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία.

Στη συνέχεια δε διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου: α) να προσκομιστούν με επιμέλεια των εναγόντων τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα και β) να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη. Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3904/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία δέχθηκε την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής για το επίδικο.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 11-10-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 350/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν 2 παρ. 20 πανδ.(41.4), ν 6 παρ. 1 πανδ. (44.3)// ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4.

του αν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 148/2016).

Πλην όμως προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μια συνεχή εικοσαετία. Από δε τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία το σωματικό (CORPUS) και το πνευματικό (ANIMUS DOMINI).

Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Πράξεις νομής είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση, η περίφραξη κ.ά χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).

Η επιδεκτικότητα δε του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-09-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) ή παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά, κληρονομική διαδοχή κλπ) κτήσης κυριότητας αυτού και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει να αποδείξει (ο ενάγων) και την κυριότητα αυτών μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) (Α.Π 1935/2022, Α.Π 894/2020, Α.Π 1182/2018).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 987/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν κληρονομικής διαδοχής του Ν.Κ. του Γ. και Β., ο οποίος απεβίωσε στις 6-10-1995, καταλείποντας τη με αριθμ. …/29.9.1995, συνταχθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...

Ό.Μ.-Π., δημόσια διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσας με τα με αριθμ. 1528/1996 Πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. …./1999 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ... Ό.Μ.-Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 388 και με α.α. 422 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, οι ενάγοντες εγκαταστάθηκαν στη νομή, κατά ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, ενός γεωτεμαχίου (αγρού), που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού οριοθετημένου, κατά την έννοια του από 24-4-1985 Π.Δ. (ΦΕΚ Δ` 181/3-5-1985) (βλ.

το με αριθμ. πρωτ. 17616/2014 έγγραφο του Δήμου …) ή προϋφισταμένου του έτους 1923, στην ειδικότερη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Aττικής (βλ. σχετ. την από 30-12-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, κατά τα προεκτιθέμενα, διορισθέντος με τη με αριθμ. …/2016 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Ν.Α.

του Γ., Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού), εμβαδού, κατά μεν την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, 280 τ.μ. περίπου, κατά δε το από Ιανουάριου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της "...", όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α, 295,50 τ.μ., ενώ, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 290 τ.μ., το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ 051313614007/0/0 και συνορεύει, σύμφωνα με την ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, βόρεια με το (αναφερόμενο ως) υπ' αριθμ. 4 αγροτεμάχιο αγνώστου ιδιοκτήτη, ανατολικά με οδό, νότια με το (αναφερόμενο ως) υπ' αριθμ. 8 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Ι.Κ.

και δυτικά με το (αναφερόμενο ως) υπ' αριθμ. 5 αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Α.Δ.. Το εν λόγω ακίνητο, μολονότι φέρεται ότι εμπίπτει εντός των ορίων του καταγεγραμμένου ΑΒΚ 61 Δημοσίου Κτήματος (βλ. την προαναφερόμενη από 30-12-… έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη με αριθμ. 1546/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου … πραγματογνώμονα Ν.Α.

του Γ. Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού), δεν αποδείχθηκε, ως κάτωθι ειδικότερα αναφέρεται, ότι ανήκε, καθ' οιονδήποτε χρόνο, στην ακίνητη περιουσία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ότι περιήλθε σε αυτό με τις οικείες, κατ' επικουρική σώρευση παρατιθέμενες από το τελευταίο, αιτίες κτήσης. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία και ως εκ της εκ μέρους τους, από το έτος 1995, οπότε εγκαταστάθηκαν στη νομή αυτού, κατόπιν του ως άνω επελθόντος θανάτου του Ν.

Κ. του Γ., πατέρα, πεθερού και παππού τους, αντίστοιχα και εντεύθεν αδιάλειπτης και αδιακώλυτης άσκησης επ' αυτού, διανοία κυρίων, σε ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, συνεπώς και κατά το χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου στη … (13.1.2006) (βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ 449/2019), χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο ή από οποιονδήποτε τρίτο, όλων των προσιδιάζουσων στη φύση και στον προορισμό του διακατοχικών πράξεων, συνυπολογιζομένου στο δικό τους χρόνο χρησιδεσποτείας και του χρόνου χρησιδεσποτείας του προαναφερόμενου δικαιοπαρόχου τους, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στη νομή του εν λόγω ακινήτου το έτος 1970, κατόπιν αγοράς του από την Ε.συζ.

Ι.Κ., το γένος Γ.Μ. (δυνάμει του με αριθμ. …./1970 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου … Σ.Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 158 και με α.α. 389 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….), ασκώντας συνεχώς έκτοτε επ' αυτού και μέχρι το θάνατό του, με διάνοια κυρίου και χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιονδήποτε τρίτο, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.

Συγκεκριμένα, για συνολικό χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, τόσο οι ενάγοντες, όσο και πριν από αυτούς, μέχρι το θάνατό του, ο κληρονομούμενος (από τους ενάγοντες) Ν.Κ. του Γ., προέβαιναν συνεχώς, με διάνοια δικαιούχων εμπράγματου δικαιώματος, στη χρησιμοποίηση του επίδικου ακινήτου πρωτίστως ως θερινή κατοικία, διενεργώντας, επιπλέον, συστηματικά την εν γένει επίβλεψή του (επίδικου ακινήτου), χωρίς να ενοχληθούν από οποιονδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένου και του Ελληνικού Δημοσίου.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η προπεριγραφόμενη εδαφική έκταση ανήκε καθ' οιονδήποτε χρόνο στην ακίνητη περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, έχουσα δε περιέλθει σε αυτό: α) δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ως έκταση, που ανήκε, προ της Επανάστασης του 1821, σε Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλείψει την επί θέματι εδαφική έκταση και αναχώρησαν από την εν λόγω περιοχή της Αττικής, χωρίς το επίδικο γεωτεμάχιο να καταλειφθεί από οποιονδήποτε τρίτο πέραν του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου), άλλως, β) βάσει των διατάξεων του β.δ.

της 17-11-1836, ως αποτελούσα από το έτος 1820 δημόσια δασική έκταση, άλλως, γ) βάσει των διατάξεων του β.δ. της 3/15-12-1833, ως από το έτος 1820 λιβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου κανείς δεν έχει παρουσιάσει έγγραφο (ταπί), άλλως, δ) με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, άλλως, ε) βάσει της διάταξης του άρθρου 16 του από 21-6/10-7-1837 Νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, 972 ΑΚ, ως αδέσποτη έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Συγκεκριμένα, ο ως άνω υπό εδώ στοιχ. α` ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος προβλήθηκε πρωτόδικα και επαναφέρεται παραδεκτώς με σχετικό λόγο έφεσης, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, πρωτίστως, ουδείς συγκεκριμένος Οθωμανός υπήκοος εισφέρθηκε ανταποδεικτικά ως πριν την Επανάσταση του 1821 ιδιοκτήτης του επίδικου γεωτεμαχίου και με οποιοδήποτε νόμιμο τίτλο, το οποίο, εν συνεχεία και κατά το χρόνο υπογραφής των ανωτέρω πρωτοκόλλων εγκαταλείφθηκε από αυτόν.

Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου, που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ως τμήματος του με αριθμ. ΑΒΚ 61 Δημοσίου Κτήματος, συνολικής έκτασης 288.190 τ.μ., "δικαιώματι πολέμου", διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμος, διότι, κατά τ' αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η Αττική και η νήσος Σαλαμίνα δεν κατακτήθηκε διά των όπλων, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (βλ.

σχετ. ΑΠ 1182/2018 ό.π., καθώς και με αριθμ. ΜονΕφΠειρ 506/2019 ό.π. και ΜονΕφΠειρ 549/2018 ό.π. αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν επί ετέρων τμημάτων του ιδίου με αριθμ. ΑΒΚ 61 Δημοσίου Κτήματος της … …). Επίσης, οι υπό εδώ στοιχ. β` και γ` ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού δεν αποδείχθηκε, σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης, ο από του έτους 1820 (δημόσιος) δασικός ή λιβαδικός πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833, αντίστοιχα, χαρακτήρας του επίδικου γεωτεμαχίου και ότι κατ' ακολουθίαν τεκμαίρεται ότι το ίδιο είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου (βλ.

σχετ. ΑΠ 148/2016 ό.π.), με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας" (πρβλ. ΑΠ 1182/2018 ό.π., ΜονΕφΠειρ 506/2019 ό.π., ΜονΕφΠειρ 549/2018 ό.π.). Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ.

της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ιδιότητα, όμως, που δεν απέδειξε το ενιστάμενο εκκαλούν - εναγόμενο (βλ. ΑΠ 148/2016 ό.π.). Ειδικότερα, το ΑΒΚ 61 Δημόσιο Κτήμα, μέρος του οποίου αποτελεί, ως προαναφέρθηκε, και το επίδικο ακίνητο, καταγράφηκε το πρώτον ως δημόσια έκταση, συνολικού εμβαδού 288 στρεμμάτων και 180 τ.μ.

περί τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δασικό χαρακτήρα αυτού, τουναντίον δε, υπό την επιγραφόμενη ως "Είδος Κτήματος" περιθωριακή στήλη του οικείου Γενικού βιβλίου καταγραφής, το επί θέματι ΑΒΚ 61 Δημόσιο Κτήμα αναφέρεται ως "Τεμάχιον Γαιών". Επισημαίνεται δε με την εκκαλουμένη ότι, άλλωστε, με το με αριθμ.

πρωτ. 2786/27-3-1845 έγγραφο του επί των Οικονομικών Υπουργείου, είχε αναγνωριστεί ότι τα δάση της … …, εξαιρουμένων δε μόνο των ανήκοντων στη διαλυθείσα Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, αποτελούν ιδιωτικές (δασικές) εκτάσεις (βλ. το ακριβές φωτοαντίγραφο του …/13-6-1845 συμβολαιογραφικού εγγράφου του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη … Γ.Κ.) και συνεπώς, κατά τον οικείο χρόνο, δεν θα μπορούσε να καταγραφεί οποιαδήποτε δασική έκταση, παρεκτός των ανηκουσών στην διαλυθείσα Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου -στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδικο γεωτεμάχιο (βλ.

το με αριθμ. πρωτοκ. 44355/2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιώς)-, ως δημόσια τοιαύτη. ..............Τέλος, και οι ως άνω υπό στοιχ. δ` και ε` ισχυρισμοί του εκκαλούντος - εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι επαναφέρονται με σχετικό λόγο έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν - εναγόμενο, ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επί της επίδικης εδαφικής έκτασης, για χρονικό διάστημα ικανό ώστε να θεμελιωθεί κατά νόμο η εκ μέρους του κτήση κυριότητας επ' αυτής με βάση τον οικείο πρωτότυπο τρόπο. ............Σημειώνεται ότι ο υπό στοιχ.

ε' ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου, ο οποίος προεβλήθη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται παραδεκτά με σχετικό λόγο έφεσης, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητας πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά, καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ` ευθείας ή δια εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη (βλ.

σχετ. ΑΠ 1182/2018 ό.π., ΜονΕφΠειρ 506/2019, ΜονΕφΠειρ 549/2018). Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο.............

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των οικείων (εκ των μη καθ' ολοκληρίαν απορριφθέντων με την ανωτέρω με αριθμ. 2550/2014 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), κατ' επικουρική σώρευση ισχυρισμών του εναγομένου, περί υφισταμένου εμπράγματου δικαιώματός του και συγκεκριμένα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο............μη απαιτούμενης, συνακόλουθα, προς κατάλυσή της, της απόδειξης χρησιδεσποτείας στο επίδικο ακίνητο επί χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ετών και μέχρι τις 11-9-1915 (βλ.

ΑΠ 987/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 946/2017 Δημ. Νόμος), όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, οπότε δεν ήταν αναγκαίο οι ενάγοντες να επικαλεσθούν και να αποδείξουν για την απόκτηση της κυριότητάς τους από αυτούς τριακονταετή νομή των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους επ' αυτού, η οποία να είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο (πρβλ.

ΑΠ 34/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 946/2017 ό.π.). Σημειώνεται ότι, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Επίσης, κατά το άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν ο νόμος προβλέπει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος ή κατάστασης, ο διάδικος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί το τεκμήριο αρκεί να επικαλεσθεί τα πραγματικά γεγονότα, που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου), και, εφόσον ο αντίδικός του τα αρνείται, να τ' αποδείξει.

Αν ο αντίδικος επικαλείται το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης και οφείλει να αποδείξει, κατά κυρία απόδειξη, το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγομένου, καθόσον η ανατροπή του τεκμαιρόμενου γεγονότος αποτελεί κύρια απόδειξη και όχι ανταπόδειξη (ΟλΑΠ 21/1998, ΑΠ 826/2018 Δημ.

Νόμος). Περαιτέρω, το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, που φέρει τον κίνδυνο, στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης (ΑΠ 749/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 826/2018 ό.π., ΑΠ 1182/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 148/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2305/2009).

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, έχει την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου.

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα (ΑΠ 749/2019 ό.π., ΑΠ 1182/2018 ό.π., ΑΠ 148/2016 ό.π.). Εξ ετέρου, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου επί κάθε έκτασης που αποτελεί, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (29.11.1836).

Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής.

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.

Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016 Δημ. Νόμος, ΑΠ 368/2015, ΑΠ 847/2013, ΜονΕφΠειρ 506/2019, ΜονΕφΠειρ 549/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 Α.Κ, προκύπτει ότι, ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 826/2018 ό.π., ΑΠ 1125/2018 Δημ.

Νόμος, ΑΠ 1443/2015 ό.π., ΑΠ 977/2007), που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντα στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Τούτο συμβαίνει και όταν εναγόμενο είναι το Δημόσιο, το οποίο, επίσης, πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ως δημόσιο κτήμα, διότι περιήλθε σ' αυτό με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένστασή του, καθώς δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής και πρέπει η ένσταση αυτή να αποδειχθεί από το Δημόσιο (ΑΠ 826/2018 ό.π., ΑΠ 1125/2018 ό.π., ΑΠ 1443/2015 ό.π., ΑΠ 112/2013 ό.π.).

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω απόκτησης κυριότητας από τον ίδιο, την οποία προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει το Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο (ΑΠ 826/2018 ό.π.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, ως προς τους προταθέντες πρωτοδίκως από το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς περί αποκτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου, διότι υπέλαβε εσφαλμένα αυτούς ως ενστάσεις.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν έκρινε ότι οι επίμαχοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις, αφετέρου τους έκρινε αβάσιμους, για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλομένη λόγους. `Ετσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες της μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο - εκκαλούν και όχι οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες (βλ.

σχετ. ΑΠ 1182/2018 ό.π., ΑΠ 148/2016 ό.π., ΑΠ 1443/2015 ό.π.). Οι στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), έπρεπε να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής των τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι οι ενάγοντες (ΑΠ 1182/2018 ό.π., ΑΠ 946/2017 ό.π., ΑΠ 148/2016 ό.π., ΑΠ 112/2013 ό.π.).

Η παρά δε τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος έφεσης, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προεκτέθηκαν, ήτοι αυτών της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των νόμων και διαταγμάτων περί διακρίσεων των δημοσίων κτημάτων, περί δικαιοστασίου, διοικητικής αποβολής, περί ιδιωτικών δασών (Βδ της 17./11/1-12-1836), λιβαδιών, βοσκοτόπων, και αναφορικά με την καλή πίστη των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αφού, κατά την άποψη του εκκαλούντος επρόκειτο "περί δημόσιας δασικής έκτασης", είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν έγινε δεκτό ότι περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως δημόσιο κτήμα και δασική έκταση (ομοίως δημόσιο κτήμα), με βάση την άνω Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου και ότι υπήρξε δημόσιο κτήμα (βλ.

σχετ. ΑΠ 279/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 946/2017 ό.π.), αλλά ότι κατεχόταν από τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων και εν συνεχεία από τους τελευταίους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα ετών, ούτε ότι ήταν δάσος το 1836, λιβάδι ή βοσκότοπος, απορρίπτοντας τις προαναφερόμενες ενστάσεις του εναγομένου. Ομοίως, και μετά την έκδοση του β.δ.

της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών Ν. δασών", δεν υπήρχε υποχρέωση των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων επί του επιδίκου να τηρήσουν την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομίσουν στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας του ή νόμιμης εξουσιάσεως στο κτήμα τους, αφού δεν αποτελούσε δάσος, ώστε συνεπεία της παράλειψης αυτής, δεν δημιουργήθηκε τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού ως δασοκτήματος, ούτε δε ανάλογο τεκμήριο δημιουργήθηκε από τις 30.11.1837, αφού δεν αποτελούσε ούτε λιβάδι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - εναγόμενο (βλ.

σχετ. ΑΠ 987/2017 Δημ. Νόμος). Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων καθίσταται σαφές ότι η, στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …. καταχώριση του προπεριγραφόμενου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 051313614007/0/0, ως ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, είναι εσφαλμένη και συνακόλουθα, ως εκ της ανακρίβειάς της, προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων και η ανωτέρω αρχική εγγραφή πρέπει να διορθωθεί.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε όμοια και απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, με τις ορθές και νόμιμες αιτιολογίες, που συμπληρώθηκαν, κατά τα προαναφερόμενα, και στη συνέχεια έκανε δεκτή την υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος, που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες, κατά την έναρξη του κτηματολογίου στο Δήμο ..., είναι πλήρεις και αποκλειστικοί κύριοι, σε ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, του ειδικότερα περιγραφόμενου στο σκεπτικό της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, ευρισκόμενου δε εκτός σχεδίου πόλης και στην ειδικότερη θέση "..." … Αττικής γεωτεμαχίου, εμβαδού, κατά μεν το από Ιανουάριου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της ""..."", 295,50 τ.μ., ενώ, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 290 τ.μ., το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ 051313614007/0/0 και ότι περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα των εναγόντων, κατά το οικείο ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, με έκτακτη χρησικτησία, διατάχθηκε δε η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …, ως προς το ειδικότερα περιγραφόμενο στο σκεπτικό της απόφασης γεωτεμάχιο, το οποίο έχει λάβει στα ανωτέρω βιβλία ΚΑΕΚ 051313614007/0/0 και φέρεται σ' αυτά εσφαλμένα, ως ιδιοκτησίας Ελληνικού Δημοσίου, ώστε στο οικείο κτηματολογικά φύλλο του εν λόγω γεωτεμαχίου να αναγραφούν ως πλήρεις και αποκλειστικοί κύριοι οι ενάγοντες, σε ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, διαγραφομένου του Ελληνικού Δημοσίου από το αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο και καταδικάστηκε το εναγόμενο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, τα οποία όρισε στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ, δεν παραβίασε τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του Αστικού Κώδικα (1045, 974, 980 ΑΚ), αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, ούτε απαίτησε περισσότερα στοιχεία, ούτε αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, αλλά ούτε και προσέδωσε σ' αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής των θεμελιωτικών του αγωγικού αιτήματος πραγματικών περιστατικών (προϋποθέσεων). ..............Ορθά δε, κατ' αποτέλεσμα, η εκκαλουμένη εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, για το λόγο δε αυτό πρέπει, μετά τη συμπλήρωση και αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλουμένης με τις παρούσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ)....

ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα από το εναγόμενο.......". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, μετά από συμπλήρωση των αιτιολογιών της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρ. 534 ΚΠολΔικ.), επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αποτελούσα αντικείμενο της αναίρεσης αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής, στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου …, απέρριψε δε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική ή λιβάδι ή βοσκότοπος ή αδέσποτο ή ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια και δεν επανήλθαν αλλά διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ή ότι καταλήφθηκε απ' αυτό με δικαίωμα πολέμου ή ότι χρησιδέσποσε αυτό.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι αυτοί έχουν καταστεί συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ που προαναφέρθηκαν, καθόσον από το έτος 1970, που ο δικαιοπάροχος τους απέκτησε λόγω αγοράς τη νομή του επιδίκου, το νεμήθηκαν (με την προσμέτρηση της νομής του δικαιοπαρόχου τους) για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, απορρίπτοντας ως αναπόδεικτους τους ισχυρισμούς του ανιρεσείοντος περί δικής του κυριότητας, δεν παραβίασε τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ που προεκτέθηκαν (1045 και 974 ΑΚ), δεδομένου ότι υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Οι επικαλούμενες παραβιάσεις των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας απόφασης διατάξεων του ΒΡΔ για κτήση κυριότητας με χρησικτησία, περί δικαιοστασίου, περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, περί διοικητικής αποβολής, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε δεκτό ότι το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος με ένα από τους τρόπους που επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και ότι το ακίνητο, ήταν δημόσιο κτήμα και δεκτικό χρησικτησίας μέχρι τις 11-09-1915, ενώ κατά τα ανελέγκτως γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά το ένδικο ακίνητο δεν ήταν δημόσιο κτήμα.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, η επικαλούμενη παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης καθίσταται σαφές ότι δεν εφαρμόσθηκε η ως άνω διάταξη.

Β. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναίρεσης και να προσδιορίζεται σε αυτό (αναιρετήριο) το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 863/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο (σελ. 16 υπό στοιχείο Β4): "...Από τις προπαρατεθείσεις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κριθείσας έφεσης, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτούς ως ενστάσεις, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι οι ως άνω λόγοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να καταστήσει αναιρετέα την απόφαση κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ....".

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν αναγράφονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν το λόγο αναίρεσης ούτε αναγράφεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και δη, πρωτίστως, αν αυτή αφορά σε παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Υπό την εκδοχή δε ότι με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή κήρυξε το απαράδεκτο των αναφερόμενων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί γιατί οι σ' αυτόν αναφερόμενοι ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν ενστάσεις, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και όχι άρνηση της ένδικης αγωγής εκ μέρους του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκαν από την προσβαλλομένη ως ουσιαστικά αβάσιμοι, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από την αμέσως πιο πάνω διάταξη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η από 31-10-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 350/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-10-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 350/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ