Legislator Case Law & Legislation
1879/2023 AI generated

1879/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1879/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1879/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι τρία έτη, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1879/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Δ. Μ. του Ζ., κατοίκου ..., 3) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10908/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/4/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 527/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Κ., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμό δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2-10-2023) και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στους αναιρεσίβλητους.

Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης σ' αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους. Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη.

Η ίδια διάταξη πριν την άνω τροποποίησή της όριζε ότι, αν δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της έφεσης είναι τρία έτη, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου με τίτλο, ''μεταβατικές και άλλες διατάξεις'', περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, ''κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016''.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 111/2019).

Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι τρία έτη, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015, τρία έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτή, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) έτη, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα έτη αυτά αναίρεση και συνολικά έξι έτη (ΑΠ 728/2021, ΑΠ 810/2018, ΑΠ 793/2014).

Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα κατά το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013).

Με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 12/2010, ΑΠ 254/2022, AΠ 1185/2021, AΠ 363/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση.

Αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνο η εφετειακή απόφαση, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη, η οποία μάλιστα, αν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 995/2020) και επομένως υπόκειται σε αναίρεση με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής έφεσης, που έχει, όμως, ως αφετηρία όχι την επίδοση ή τη δημοσίευση της εφετειακής απορριπτικής απόφασης, αλλά την επίδοση ή αναλόγως τη δημοσίευση της ίδιας της πρωτόδικης απόφασης, αφού διαφορετικά, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1, 554 και 564 ΚΠολΔ, καταστρατηγούνται οι προθεσμίες για την άσκηση αναίρεσης με τη δυνατότητα άσκησης, οποτεδήποτε, εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 760/2021, ΑΠ 997/2020, ΑΠ 1467/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 14-4-2022 αίτηση αναίρεσης, που έχει κατατεθεί, τόσο στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσο και στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 15-4-2022, προσβάλλονται, α) η με αριθμό 325/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, κατά της με αριθμό 10908/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και β) η άνω με αριθμό 10908/2013, οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 325/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι αυτό απέρριψε την από 28-4-2016 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 10908/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύτηκε στις 27-5-2013, με την ακόλουθη αιτιολογία: ''Η υπό κρίση υπό στοιχ.

Β έφεση της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) την οποία στρέφει και κατά των τριών εναγομένων έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, αφού όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει επιδοθεί και από τη δημοσίευση αυτής, που έγινε στις 13-5-2013, μέχρι την κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έγινε στις 16-5-2016, παρήλθε χρονικό διάστημα, πλέον των δύο ετών (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του ως άνω άρθρου είχε αντικ.

με το ν. 4335/2015, που ίσχυε κατά την κατάθεση της έφεσης), σε κάθε δε περίπτωση, είχε περάσει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο και των τριών ετών.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 2, 151 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες η παρέλευση της προθεσμίας, νόμιμης ή δικαστικής, συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα να επιχειρηθεί η πράξη (άρθρο 151 ΚΠολΔ), και ότι η προθεσμία της έφεσης είναι δύο ετών για εκείνον που μένει στην Ελλάδα, αρχίζει δε, αν δεν έχει γίνει επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, από τη δημοσίευση αυτής, η ως άνω έφεση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ)''.

Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο και απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, με την ως άνω επάλληλη αιτιολογία, παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης, για τις οριστικές αποφάσεις, που έχουν δημοσιευθεί πριν την 1-1-2016, όπως η εκκαλούμενη, είναι τριετής και όχι διετής.

Η τριετής δε αυτή προθεσμία, με αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε πράγματι στις 27-5-2013 (και όχι στις 13-5-2013, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση), δεν είχε παρέλθει μέχρι την άσκηση της έφεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 16-5-2016.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της έφεσης, με την εσφαλμένη κρίση ότι είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την από 28-4-2016 έφεση της αναιρεσείουσας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 10908/2013 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, προεχόντως ως εκπρόθεσμη, διότι, με δεδομένο ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης αρχίζει όχι από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, το δε δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 15-4-2022, αυτή ασκήθηκε μετά και την πάροδο της καταχρηστικής τριετούς προθεσμίας αναίρεσης, η οποία άρχισε την επομένη της εκπνοής της τριετούς προθεσμίας άσκησης έφεσης, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι μετά την πάροδο συνολικά έξι ετών από τη δημοσίευση στις 27-5-2013, της απόφασης του τελευταίου δικαστηρίου, που δεν επιδόθηκε, αλλά και διότι με το δικόγραφό της δεν προσάπτεται αυτοτελώς καμία πλημμέλεια αναιρετική από εκείνες που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ στην πρωτόδικη απόφαση, ούτε εκτίθενται πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά την αναιρεσείουσα στοιχειοθετούν σφάλμα της (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 290/2017).

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον έγινε δεκτή η αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης με αριθμό 325/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την απορριπτική της έφεσης της αναιρεσείουσας διάταξή της, η με αριθμό 10908/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν είναι πλέον τελεσίδικη, διότι αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης και, συνεπώς, δεν προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 968/2015).

Τέλος, πρέπεινα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 10908/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί την 325/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που απέρριψε την από 28-4-2016 έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας, "...".

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος των αναιρεσίβλητων, τα οποία καθορίζει στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ