Legislator Case Law & Legislation
1879/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on unjust enrichment claim, ruling procedural arguments inadmissible.

Case Number 1879/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding an unjust enrichment claim. The State argued the lower court erred in declaring a provisional execution order final and inapplicable, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; unjust enrichment requires a causal link between the enrichment and the detriment, and the State's appeal regarding the finality of the lower court's decision is inadmissible as it does not affect the substantive conditions for execution.

Keywords

AI generated
unjust enrichment civil liability provisional execution finality of judgment legal costs administrative appeal causal link

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 908 of the Civil Code
Article 19 of Law 1715/1951
Article 559, Section 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 62, Section 3, Item 10 of Law 4387/2016
Article 22, Section 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1879/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από του Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και με τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... ..." και με τον διακριτικό τίτλο ... ΑΕ".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 739/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 7397/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Επίσης, κατά το άρθρο 908 εδ.α' ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη. Ειδικότερα, από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, αναγκαία προϋπόθεση για την έγερση αγωγής προς απόδοση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι και το ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μια από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες, στην ανωτέρω διάταξη, μορφές έλλειψης της νομιμότητάς της.

Συγκεκριμένα, στην περίπτωση μη νόμιμης αιτίας, εκείνος που έκανε την παροχή για την αιτία αυτή, δικαιούται να αναζητήσει την ωφέλεια από τον λήπτη, με βάση την ανωτέρω διάταξη, εφόσον ισχυρισθεί και αποδείξει τα αναγκαία, κατά νόμο, στοιχεία, ήτοι: α) την περιουσιακή μετακίνηση από τη μία περιουσία στην άλλη, β) τη συγκεκριμένη αιτία της μετακίνησης αυτής και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα αυτής, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 342/2015).

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994). Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.

Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 Α.Κ. δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.

Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.

Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια (ΟλΑΠ 4/2021).

Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στην χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ ΑΠ 218/1977, ΑΠ 1330/2021, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 1537/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της νομιμότητας στη δράση της διοίκησης στο χώρο των συμβάσεων του δημοσίου, με την έννοια ότι η διοίκηση μπορεί να συνάπτει συμβάσεις, ανεξάρτητα του δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα τους, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται σε διατάξεις του νόμου και συνάπτονται προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 9 τουν.2328/1995 και 2 του π.δ. 261/1995 "για τη διαφάνεια στη διαφημιστική προβολή του δημοσίου και του ευρύτερου τομέα από τα έντυπα και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης", συνάγεται ότι από πλευράς δημοσίου επιτρέπεται η διαφήμιση αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες και ότι δεν αποτελεί επιτρεπτή διαφήμιση, η προώθηση κυβερνητικών θέσεων και απόψεων, αφού έτσι δεν καλύπτεται ο σκοπός της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, καθισταμένης άκυρης της καταρτιζόμενης για το λόγο αυτό σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 επ. ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες ( ΑΠ 1330/2021, ΑΠ 831/2020, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 14/2015, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία αρχικά είχε ασκήσει την από 20.1.2010, όμοιου περιεχομένου, προσφυγή- αγωγή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 2092/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, αφού η εισαγόμενη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, εξέθεσε με την από 5.12.2013 αγωγή της τα εξής:

Ότι με την 11784/19/20.9.2008 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών της ανατέθηκε απευθείας η καταχώρηση ολοσέλιδου τετράχρωμου ενημερωτικού κειμένου σχετικά με την ανάγκη αποκρατικοποίησης της ... ΑΕ", στην πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδα της ... προκειμένου να ενημερωθεί το κοινό για την ανάγκη υλοποίησης βραχυπρόθεσμου επικοινωνιακού προγράμματος για τους λόγους που επιβάλλουν την αποκρατικοποίηση της ..., που θα οδηγήσει στην περιστολή των δημόσιων δαπανών.

Ότι στο πλαίσιο της τηρητέας διαδικασίας, συνήψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την από 26.9.2008 έγγραφη σύμβαση παροχής υπηρεσιών και ακολούθως προέβη στην επίμαχη καταχώρηση στην ανωτέρω εφημερίδα, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής των 8.568 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, για την οποία εξέδωσε και το αντίστοιχο τιμολόγιο, όπως οριζόταν στη σύμβαση.

Ότι παρόλα αυτά το εναγόμενο που παρέλαβε το εκδοθέν τιμολόγιο, αρνείται να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, επικαλούμενο τη μη έγκριση της σχετικής δαπάνης από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες του. Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό η αναιρεσίβλητη ζήτησε, με βάση τη σύμβαση, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση, να υποχρεωθεί να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το παραπάνω ποσό το οποίο εξοικονόμησε σε βάρος της περιουσίας της, ως δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν για την ίδια αιτία με έγκυρη σύμβαση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 739/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, κρίνοντας αρχικά ότι έχει δικαιοδοσία, λόγω του ότι η ένδικη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η σύμβαση τυγχάνει άκυρη, διότι η δημοσίευση στην οποία προέβη η ενάγουσα αφορά στην προώθηση κυβερνητικών θέσεων και απόψεων και δεν συνιστά επιτρεπτή κατά την έννοια των άρθρων 9 ν.2328/1995 και 2 π.δ. 261/1995, κατά τις οποίες από πλευράς δημοσίου επιτρέπεται μόνο η διαφήμιση αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες, ακολούθως δε, ερευνώντας τη κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευθείσα βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχτηκε αυτή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.568 ευρώ και τέλος κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 14.4.2015 έφεσή του, παραπονούμενο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, όσον αφορά τις παραδοχές της πρωτόδικης με τις οποίες δέχτηκε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κήρυξε προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη 7387/2019 απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε ότι συντρέχει στην ένδικη περίπτωση αδικαιολόγητος πλουτισμός του, αφού η δημοσίευση, στην οποία προέβη η ενάγουσα στην εφημερίδα της, βάσει της επικαλούμενης σύμβασης, την οποία δεν αμφισβητεί, αποτελούσε απλή διατύπωση των πολιτικών θέσεων της Κυβέρνησης και δεν εξυπηρετούσε κανένα δημόσιο σκοπό, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι το εκκαλούν έχει περισώσει ισόποσης έκτασης δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν έναντι τρίτου, στον οποίο θα ανέθετε με έγκυρη σύμβαση την ίδια καταχώρηση υπό τις ίδιες συνθήκες.

Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθώς από τον συνδυασμό των δια τάξεων των αρθ. 158, 159 παρ.1, 174, 180 και 904 ΑΚ προκύπτει, ότι επί παροχής μη νομίμου, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβασης έργου, αυτός που παρέσχε τις υπηρεσίες του, δικαιούται να ζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από τον λήπτη της παροχής την ωφέλεια που ο τελευταίος αποκόμισε, συνισταμένη στο αντάλλαγμα που θα κατέβαλλε για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση....

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 2328/1995 "Νομικό Καθεστώς της Ιδιωτικής Τηλεόρασης και τοπικής ραδιοφωνίας-ρύθμιση θεμάτων ραδιοτηλεοπτικής αγοράς και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 159 Α), που εκδόθηκε στα πλαίσια διαφάνειας των συμβάσεων που συνάπτει το δημόσιο με διάφορες επιχειρήσεις και αφορούν στην "προμήθεια" αγαθών και παροχή "υπηρεσιών" προς το δημόσιο (ενώ εκδόθηκαν αντίστοιχοι νόμοι και για τα ΝΠΔΔ) ορίζεται ότι με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Εμπορίου και τύπου και ΜΜΕ ρυθμίζονται τα σχετικά με τις διαφημίσεις και άλλες συναφείς δραστηριότητες του Ελληνικού Δημοσίου, των κρατικών ΝΠΔΔ και Επιχειρήσεων και Οργανισμών του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και ιδίως :

α) η διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής των αναδοχών διαφημιστικών εταιρειών, β) η κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ώστε να ενισχύονται τα έντυπα και περιφερειακά μέσα, καθώς και σε άλλα μέσα διαφήμισης. Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε το ΠΔ 261/1997 "Για τη διαφάνεια στις διαφημίσεις προβολής του Δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης" (ΦΕΚ 186Α), αντικείμενο του οποίου είναι ο καθορισμός των όρων και της διαδικασίας ανάθεσης από δημόσιους φορείς διαφημιστικών υπηρεσιών σε ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς.

Περαιτέρω, στο εν λόγω π.δ. ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι έννοιες της αναθέτουσας αρχής, στις οποίες περιλαμβάνεται το Δημόσιο, των διαφημιστικών και συναφών δραστηριοτήτων του Δημοσίου, ως αντικείμενο των οποίων ορίζεται ότι μπορεί να είναι η οργάνωση, προπαρασκευή και η καθ' οιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ανακοίνωση προς το κοινό των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχουν οι αναθέτουσες αρχές, καθώς και η προβολή των εν γένει δραστηριοτήτων τους, διαμέσου, μεταξύ άλλων, μηνυμάτων και γ) των αναδοχών διαφημιστικών υπηρεσιών που αναφέρεται στις εταιρίες που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες υπό τις προϋποθέσεις που θέτει το ίδιο το π.δ. (άρθρο 2).

Επίσης, ρυθμίζεται η υποχρέωση του Δημοσίου για ενιαύσιο προγραμματισμό της διαφημιστικής προβολής του, η τήρηση του οποίου (προγραμματισμού) συνιστά προϋπόθεση του κύρους των συμβάσεων ανάθεσης διαφημιστικών υπηρεσιών (άρθρο 4) καθώς και η διαδικασία ανάθεσης διαφημιστικών υπηρεσιών στις επιχειρήσεις που διαθέτουν τα σχετικά προϊόντα (άρθρο 5).

Τέλος, ορίζεται ότι για την ανάθεση καταχώρησης διαφημιστικών ή άλλων συναφών μηνυμάτων του Δημοσίου (άρθρο 7), αναλογικά εφαρμοστέες είναι και οι διατάξεις του άρ. 6 του ίδιου π.δ. που αφορούν μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων μέσω τηλεοπτικών ή ραδιοφωνικών επιχειρήσεων, στις οποίες ρυθμίζεται μεταξύ άλλων, ο τρόπος επιλογής του συγκεκριμένου μέσου, στο οποίο ανατίθεται η καταχώρηση, κατόπιν συνεκτίμησης του κόστους αυτής και της απήχησης του μέσου στο ευρύ κοινό (άρ. 6 παρ. 2).

Από τις άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι αντικείμενο των διαφημιστικών δραστηριοτήτων Δημόσιου φορέα μπορεί να είναι οι ενημερωτικού χαρακτήρα ανακοινώσεις σε σχέση με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που ο οικείος δημόσιος φορέας παρέχει προς το κοινό καθώς και η προβολή των εν γένει· συναφών δραστηριοτήτων του.

Στην υπό κρίση περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής απ' τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την αιτιολογία ότι αυτή αντιβαίνει στις διατάξεις του άρ. 79 Ν. 2362/1995 του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της νομιμότητας στη δράση της διοίκησης στον χώρο των συμβάσεων του δημοσίου, καθώς αφορά (η σύμβαση) σε δημοσίευμα που δεν αποτελεί επιτρεπτή διαφήμιση κατά την έννοια του άρ. 9 Ν. 2328/1995 και 2 ΠΔ 261/1995, αλλά προώθηση κυβερνητικών θέσεων και απόψεων.

Δεχθέν δε ότι η συναφθείσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών τυγχάνει για τον λόγο αυτό άκυρη, προχώρησε στην έρευνα της επικουρικά σωρευόμενης βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη, καθώς η ενάγουσα επικαλείται για την θεμελίωσή της ειδικά την περίπτωση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω αναφορά του λόγου ακυρότητας.

Το πρωτόδικο δικαστήριο που δέχθηκε τα ανωτέρω, ορθά τον νόμο εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Επιπλέον, κατά τα άρθρα 907 και 908 ΚΠολΔ την προσωρινή εκτέλεση απόφασης διατάζει το δικαστήριο, αν το ζητήσει ο διάδικος που νίκησε και εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι ή η καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία.

Κατά δε το άρθρο 909 περ. α του ίδιου Κώδικα προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί κατά του Δημοσίου. Ο λόγος όμως της έφεσης που αναφέρεται σε σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης σχετικά με την περί προσωρινής εκτέλεσης διάταξή της είναι απαράδεκτος, αφού με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εκκαλουμένη γίνεται τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή.....

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν προβάλλει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα κήρυξε την εκκαλουμένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή σε βάρος του θεωρώντας καταργηθείσα τη διάταξη του άρ. 909 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά την επικουρική της βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να της καταβάλει το ποσό των 8.568 ευρώ.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 9 του ν.2328/1995 και 2 του π.δ.261/1995, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως αυτή αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης περί ευθύνης του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι α) η παρασχεθείσα υπηρεσία της αναιρεσίβλητης προς καταχώρηση του ζητηθέντος δημοσιεύματος στην εφημερίδα της, την πραγματοποίηση της οποίας ουδόλως αμφισβητεί το αναιρεσείον, όπως επίσης δεν αμφισβητεί και το ύψος δαπάνης για την πραγματοποίησή της και την οποία αποδέχθηκε το τελευταίο (αναιρεσείον), έγινε στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας και β) το αντισυμβαλλόμενο της παρέχουσας την υπηρεσία, αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που δέχτηκε την υπηρεσία, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, αφού είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοσης της παροχής, στη χρηματική αποτίμηση της παρασχεθείσας υπηρεσίας, ανερχόμενης στο ποσό των 8.568 ευρώ, που αποτελεί δαπάνη που εξοικονόμησε και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση της ίδιας υπηρεσίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατά την νοηματική του εκτίμηση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο ότι ευθύνεται αυτό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν και δέχτηκε ότι με την επίμαχη δημοσίευση δεν εξυπηρετείτο ο σκοπός της ρητά προσδιοριζόμενης στο νόμο διαφημιστικής δραστηριότητας του Δημοσίου, άρα δεν συντρέχει το στοιχείο της ωφέλειας και συνακόλουθα του πλουτισμού του, καθώς και ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αν και δέχεται ότι με το επίμαχο δημοσίευμα εξυπηρετήθηκαν σκοποί τρίτου και όχι του Δημοσίου, ακολούθως δέχτηκε ευθύνη του τελευταίου με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι απαράδεκτες ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η παραδοχή του Εφετείου ότι η επίμαχη δημοσίευση δεν συνήφθη προς εκπλήρωση του σκοπού του Δημοσίου για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, αφορά την κρίση του περί της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης, που συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, και δεν αποτελεί στοιχείο περί μη συνδρομής της προϋπόθεσης του πλουτισμού, όπως εσφαλμένα διατείνεται το αναιρεσείον, επιπλέον δε η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με το επίμαχο δημοσίευμα εξυπηρετήθηκαν σκοποί τρίτου και όχι του Δημοσίου είναι εσφαλμένη αφού, εν προκειμένω, την ωφέλεια από την παρασχεθείσα υπηρεσία αποκόμισε το αναιρεσείον Δημόσιο, όπως αυτό εκπροσωπούταν κατά τον επίμαχο χρόνο.

Σύμφωνα με τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, ενώ προέβαλε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα κάνοντας δεκτή την επιστηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής, που προϋποθέτει τον πλουτισμό του Δημοσίου, αν και είχε απορρίψει την κυρία βάση της αγωγής, που στηριζόταν στην ύπαρξη αξίωσης από την εκτέλεση έγκυρης σύμβασης, με το σκεπτικό ότι δεν εξυπηρετήθηκε με την επίμαχη σύμβαση δημόσιος σκοπός, ώστε να υπάρχει ωφέλεια και άρα πλουτισμός του Δημοσίου, παρ' όλα αυτά το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, με τους οποίους πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι παραπονέθηκε για εσφαλμένη κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί της συνδρομής, στην προκειμένη περίπτωση, των προϋποθέσεων παραδεκτής έρευνας του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ωστόσο, ο ανωτέρω προβληθείς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν αρνητικός της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την νοηματική εκτίμηση αυτού, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο το δεύτερο λόγο της έφεσής του, κατά τον οποίο εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο κήρυξε προσωρινά εκτελεστή την απόφασή του, θεωρώντας καταργηθείσα τη διάταξη του άρθρου 909 παρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτιολογία ότι με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η εκκαλούμενη γίνεται τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 19 του α.ν.1715/1951, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 41 παρ.11 του ν.2065/1992 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά το οποίο η ασκηθείσα υπό του Δημοσίου αίτηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης, αναστέλλει την κατά του νομικού αυτού προσώπου εκτέλεση της απόφασης και κατά τις περιπτώσεις που αυτή θα επιτρεπόταν.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, διότι, εφόσον δεν ευδοκίμησε κάποιος από τους ως άνω αναιρετικούς λόγους και συνεπώς, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται αμετάκλητη και δύναται να εκτελεσθεί. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 19 του α.ν.1715/1951, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης τελεσίδικης απόφασης σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναίρεσης από το Δημόσιο και ουδόλως αφορά ζητήματα περί προσωρινής εκτελεστότητας οριστικής απόφασης και περί του παραδεκτού ή μη σχετικού λόγου έφεσης, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειούμενης, όμως, κατά το άρθρο 62 παρ.3 περ.θ' ν.4387/2016 και 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ.19 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.12 ν.1738/1987 και αριθ.2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20.1.1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7397/2019 απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ