Legislator Case Law & Legislation
1879/2017 AI generated

1879/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1879/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1879/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 119 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, κατ’ άρθρο 1 άρθρ. ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015, από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρ. πρώτο παρ.2 του ίδιου νόμου, το δικόγραφο (και) της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου (εφεξής ΑΦΜ) του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο.

Keywords

AI generated
parental liability paternity allowance survivors' insurance insurer liability invalidity insurance parents' pension
AI generated
1547/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
218/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
72/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
870/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
944/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1879/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Δ. του Π., 2) Ρ. Θ. του Π., 3) Ε. Θ. του Ρ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της, Β. Δ., 4) Α. - Κ. Θ. του Ρ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της, Β. Δ., 5) Ε. - Μ. Θ. του Ρ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της, Β. Δ., 6) Π. Θ. του Ρ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού μητέρα του, Β. Δ., 7) Μ. - Σ. Θ. του Ρ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της, Β. Δ., κατοίκων ..., 8) Π. Δ. του Β., 9) Α. συζ. Π. Δ., το γένος Δ. Σ., κατοίκων ... και 10) Ε. χας Π. Θ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παρηγόρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-9-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 7-11-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10076/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1128/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από με αρ. εκθ. καταθ. ...-8-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες .../5-1-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Π. Ζ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-8-2016, αίτησης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22-9-2017), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Β. Χ. Σ. Κατά συνέπεια, αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 119 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, κατ’ άρθρο 1 άρθρ. ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015, από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρ. πρώτο παρ.2 του ίδιου νόμου, το δικόγραφο (και) της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου (εφεξής ΑΦΜ) του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο.

Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η ακριβής και επαρκής ταυτοποίηση των διαδίκων και γενικά των μερών που συμμετέχουν στη δικονομική διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η τυπικότητα της διαδικασίας και να διευκολύνεται η πραγμάτωση της αξίωσης του ενάγοντος και γενικότερα η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενώ η αναγραφή του ΑΦΜ διευκολύνει σημαντικά και την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου.

Ωστόσο, η παράλειψη αναγραφής του ΑΦΜ δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, δεδομένου ότι τα πιο πάνω άρθρα δεν προβλέπουν τέτοια δικονομική κύρωση, ενώ η έλλειψη αυτή μπορεί να συμπληρωθεί εκ των υστέρων. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες παρέλειψαν να αναγράψουν τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους (όσοι τουλάχιστον από τους ενηλίκους έχουν).

Όμως, η παράλειψη αυτή δεν καθιστά άκυρο και απαράδεκτο το δικόγραφο, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, από το ίδιο δικόγραφο προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα και η διαδικαστική θέση καθενός από τους διαδίκους αυτούς και, συνακόλουθα, η εν λόγω παράλειψη είναι νομικά αδιάφορη.

Κατόπιν αυτών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός ισχυρισμός - ένσταση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τον οποίο υπέβαλε με τις από 1-9-2017 προτάσεις της που κατέθεσε στις 31-8-2017, ήτοι είκοσι (20) ημέρες πριν από τη δικάσιμο της 22-9-2017 που συζητήθηκε η υπόθεση (άρθρ. 570 παρ.1 ΚΠολΔ) και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Η προσβαλλόμενη 1128/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: Με την από 9-9-2013 αγωγή οι ενάγοντες (η πρώτη από αυτούς ατομικά και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, ήτοι των τρίτης έως και έβδομης, των οποίων ασκεί τη γονική μέριμνα), ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι, να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση (στην πρώτη, ατομικά) και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (σε όλους), εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού της ανήλικης, αβάπτιστης συγγενούς τους, που προκλήθηκε κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, υπαίτιος του οποίου ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του ...

ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη από αυτούς ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Παράλληλα, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, την από 7-11-2013 (παρεμπίπτουσα) αγωγή, εναντίον των πρώτης και δεύτερου των εναγόντων - αναιρεσειόντων (γονέων του θύματος) της κύριας αγωγής, και ζήτησαν, επικαλούμενοι ότι οι τελευταίοι είναι συνυπαίτιοι (κατά ποσοστό 95%) στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του ανήλικου τέκνου τους, επειδή παραμέλησαν να ασκήσουν τη δέουσα εποπτεία, να αναγνωριστεί ότι είναι υπόχρεοι, καθένας εις ολόκληρο, να τους καταβάλουν το 95% κάθε ποσού που θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στους τρίτη έως και δεκάτη των (κυρίως) εναγόντων - αναιρεσειόντων.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 10.076/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάσιμου τραυματισμού της ανήλικης ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου πρώτος των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, έγινε, εν μέρει, δεκτή η πρώτη (κύρια), αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες (με τη διπλή ιδιότητα που η πρώτη τους ενήγαγε) τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση (στην πρώτη) και ως χρηματική ικανοποίηση (σε όλους), ενώ η παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά από εφέσεις που ασκήθηκαν από τους (κυρίως) ενάγοντες (από 4-9-2014) και τους (κυρίως) εναγομένους - παρεμπιπτόντως ενάγοντες (από 3-7-2014), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η, ήδη πληττόμενη, 1128/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφενός μεν, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η πρώτη έφεση (των κυρίως εναγόντων), αφετέρου δε, έγινε δεκτή η δεύτερη έφεση, αφού κρίθηκε ότι η πρώτη (κυρίως) ενάγουσα και (παρεμπιπτόντως) εναγομένη είναι συνυπαίτια, κατά ποσοστό 30%, για τον θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης θυγατέρας της, εξαιτίας του ότι, ως μητέρα της που ασκούσε, αποκλειστικά, τη γονική μέριμνά της, παρέλειψε να ασκήσει την προσήκουσα εποπτεία αυτής.

Κατόπιν τούτου, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο μέρος της, η υπόθεση κρατήθηκε και δικάστηκε κατ’ ουσίαν, ως προς το μέρος της αυτό και, τελικά, έγιναν δεκτές, εν μέρει, α) η αγωγή των (κυρίως) εναγόντων - αναιρεσειόντων και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, να τους καταβάλουν (στην πρώτη, με τη διπλή ιδιότητα που παρίσταται), ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, τα αναγραφόμενα στην απόφαση ποσά και β) η παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς την πρώτη εναγομένη - αναιρεσείουσα (ατομικά) και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους ποσοστό 30% των επιμέρους χρηματικών ποσών που οι τελευταίοι θα υποχρεωθούν να καταβάλουν στους δεύτερο έως και δεκάτη των κυρίως εναγόντων - αναιρεσειόντων.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνονται οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και, ειδικότερα, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, τόσο κατά του κεφαλαίου της κύριας αγωγής όσο και κατά του κεφαλαίου της παρεμπίπτουσας αγωγής, αφού οι αναιρετικές αιτιάσεις αναφέρονται, προεχόντως, στην έλλειψη συνυπαιτιότητας της μητέρας - πρώτης αναιρεσείουσας, στην οποία (υπαιτιότητά της) στηρίχθηκαν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την ευδοκίμηση της παρεμπίπτουσας αγωγής, χωρίς νομική δυνατότητα καταλογισμού συνυπαιτιότητας στη θανούσα, ηλικίας τριών (3) ετών, ανήλικη, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια.

Με τη διάταξη του άρθρου 923 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 21 του ν. 2447/1996, ορίζεται ότι όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτον, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.

Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση. Εποπτεία είναι η επίβλεψη, η επιτήρηση και η προφύλαξη του εποπτευομένου από κινδύνους που υπερβαίνουν τις δυνάμεις του, ανάλογα με τις περιστάσεις, η επισήμανση τέτοιων κινδύνων με σκοπό την αποφυγή τους και γενικά η καθοδήγηση του εποπτευομένου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς.

Αν πρόκειται για ανήλικο, η εποπτεία ασκείται, κατ’ αρχήν, από τους γονείς του που έχουν τη γονική του μέριμνα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 ΑΚ και, ειδικότερα, την επιμέλεια του προσώπου του (άρθρ. 1518 ίδιου Κώδικα), ενώ, αν πρόκειται για τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, από τη μητέρα του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1515 ΑΚ, και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματά τους αλλά και στις υποχρεώσεις τους.

Το μέτρο της εποπτείας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και από την κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας του εποπτεύοντος και του εποπτευομένου, καθώς και από τη δυνατότητα πρόβλεψης ή την επικινδυνότητα της ζημιογόνου ενέργειας ή από άλλες παρόμοιες περιστάσεις.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη πταίσματος του εποπτεύοντος, αναφορικά με την άσκηση ζημιογόνου εποπτείας, που θεωρείται έτσι ως πλημμελής και μη προσήκουσα, αλλά και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραμέλησης της εποπτείας κατά την έννοια αυτή και της ζημίας που προκλήθηκε, με συνέπεια, αν ο εποπτεύων δεν ανατρέψει το τεκμήριο, ισχυριζόμενος, κατ’ ένσταση, και αποδεικνύοντας (άρθρ.338 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η παραμέλησή της δεν οφείλεται σε πταίσμα του ή, τέλος, ότι η ζημία του τρίτου, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί, να δημιουργείται σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης του τρίτου για τις υλικές ζημίες και την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη.

Δημιουργείται, συνεπώς, και προσωπική ευθύνη του εποπτευομένου εις ολόκληρο με τον εποπτεύοντα, κατά τα άρθρ. 914, 926 και 932 ΑΚ, εκτός αν αυτός είναι ανίκανος για καταλογισμό κατά τα άρθρ. 915-917 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 476/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται αναιρετικά, ελέγχεται όμως η κρίση του ότι η εποπτεία που ασκήθηκε είναι ή δεν είναι η προσήκουσα με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά.

Δηλαδή ελέγχεται η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της προσήκουσας εποπτείας (ΑΠ 476/2013, ΑΠ 1328/2007). Όμως, σκοπός της παραπάνω διάταξης, όπως προκύπτει από αυτή, είναι η προστασία των τρίτων, έναντι των ανηλίκων ή των προσώπων που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση (τα οποία συνήθως είναι αφερέγγυα ή ανίκανα προς καταλογισμό) και όχι του ίδιου του εποπτευομένου, για ζημίες που υφίστανται εξαιτίας της παραμέλησης της εποπτείας τους.

‘ Ετσι, αν από την παραμέληση της εποπτείας του, υπέστη ζημία ο ίδιος ο εποπτευόμενος, από αδικοπραξία τρίτου, η ευθύνη του εποπτεύοντος έναντι του εποπτευομένου θα στηριχθεί όχι στη διάταξη αυτή (του άρθρου 923 ΑΚ) αλλά είτε στις διατάξεις που διέπουν την ιδιαίτερη σχέση (νομική ή συμβατική) από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας είτε ενδεχομένως στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, εξαιτίας της παράβασης του καθήκοντος επίβλεψης (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 532/2012, ΑΠ 239/2010).

Για τη βλάβη του ίδιου του εποπτευομένου υπάρχει εις ολόκληρο ευθύνη μεταξύ του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 του ΑΚ (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 239/2010). Πάντως, το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στην πρόκληση της ζημίας του εποπτευομένου δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο κατά της αγωγής αποζημιώσεως του εποπτευομένου, εφόσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ίδιου του εποπτευομένου.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, για συνυπαιτιότητα των γονέων του παθόντος ανηλίκου (ενάγοντος), κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, δεν είναι νόμιμος. Είναι, όμως, νόμιμος, όταν ο εποπτεύων γονέας (ενάγων) ζητεί αποζημίωση από τον τρίτο για δική του ζημία (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 532/2012). Ειδικά, σε περίπτωση θανάτωσης ανηλίκου κάτω των δέκα (10) ετών, που δεν έχει ικανότητα καταλογισμού, άρα υπαιτιότητα, κατ’ άρθρ. 916 ΑΚ (ΑΠ 495/2012, ΑΠ 1446/2009), είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου για το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης γονέα του ανηλίκου, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο ανήλικο τέκνο του που θανατώθηκε, κατ’ άρθρ. 923 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 218/2014).

Περαιτέρω, αν ο ευθυνόμενος τρίτος αποζημιώσει τον ανήλικο ή, σε περίπτωση θανάτου του, τους συγγενείς του, εφόσον το ατύχημα οφείλεται στην παραμέληση εποπτείας του από τον νόμιμο αντιπρόσωπό του - γονέα, μπορεί να στραφεί αναγωγικά, κατ’ άρθρ. 927 ΑΚ, κατά του εποπτεύοντος γονέα για να απαιτήσει όσα κατέβαλε, ισχυριζόμενος και αποδεικνύοντας ότι ο τραυματισμός ή ο θάνατος του ανηλίκου οφείλεται σε παράβαση του καθήκοντος εποπτείας εκ μέρους του (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 218/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ.β’ ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα η ανήλικη συγγενής των αναιρεσειόντων: [Η πρώτη ενάγουσα Β.

Δ. του Π., η οποία γεννήθηκε στις 13-12-1979, συζεί επί σειράν ετών. με τον, γεννηθέντα στις 12-11-1982, δεύτερον των εναγόντων Ρ. Θ. του Π. και από τις ερωτικές σχέσεις τους απέκτησαν, αφ’ ενός μεν, την τρίτη ενάγουσα Ε. Θ. του Ρ. Θ., η οποία γεννήθηκε στις 8-4-1999, αφ’ ετέρου δε, την τετάρτη ενάγουσα Α. - Κ. Θ. του Ρ. Θ., η οποία γεννήθηκε στις 7-10-1999, αλλά και την πέμπτη ενάγουσα Ε. - Μ.

Θ. του Ρ. Θ., η οποία γεννήθηκε στις 24-4-2002, όπως και τον έκτον των εναγόντων Π. Θ. του Ρ. Θ., ο οποίος γεννήθηκε στις 19-9-2003 αλλά και την εβδόμη ενάγουσα Μ. - Σ. Θ. του Ρ. Θ., η οποία γεννήθηκε στις 19-9-2003 καθώς επίσης και μία ακόμη αβάπτιστη θυγατέρα που γεννήθηκε στις 22-2-2010. Στο σχετικό .../21-2-2013 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως που αφορά όλους τους προαναφερθέντες και συντάχθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου Λαρισαίων προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων που σημειωτέον ανήκουν στην φυλή των Ρομά, δεν, έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο και ότι, εκτός από την τελευταία προαναφερθείσα αβάπτιστη θυγατέρα τους, ο δεύτερος των εναγόντων Ρ.

Θ. είχε αναγνωρίσει εκουσίως τα ως άνω ανήλικα τέκνα του με σχετική προς τούτο δήλωσή του.

Η πρώτη λοιπόν ενάγουσα Β. Δ., λόγω του ότι δεν είχε τελεσθεί γάμος με τον προαναφερθέντα δεύτερον των εναγόντων ασκούσε μόνη της την γονική μέριμνα επί της προαναφερθείσης αβάπτιστης ανηλίκου θυγατέρας της που γεννήθηκε στις 22-2010. Οι δύο πρώτοι των εναγόντων μαζί με όλα τα προαναφερθέντα ανήλικα τέκνα τους κατοικούνε επί της οδού ...

του οικισμού Ρομά που βρίσκεται στην περιοχή "... και είναι πυκνοκατοικημένη, αφού εκεί ζουν περίπου 4.000 άνθρωποι, ενώ οι περισσότερες είναι πολύτεκνες. Στις 11-2-2013, ημέρα Δευτέρα και περί ώραν 12.30, ο γεννηθείς στις 17-1-1984, πρώτος των εναγομένων Β. Σ. του Χ., ο οποίος επίσης ανήκει στην φυλή των Ρομά και κατοικεί στον αυτόν ως άνω οικισμό, οδηγούσε το ...

IX πετρελαιοκίνητο κοινό μη ανατρεπόμενο κλειστό φορτηγό του, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου HIAGE HI - ACE, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην δευτέρα των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο επί της προαναφερθείσης οδού ..., κατευθυνόμενος προς την οδό ..., με την οποίαν διασταυρώνεται σε σχήμα "Τ".

Η ως άνω οδός ... είναι ασφαλτοστρωμένη, τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, δίπλα ακριβώς από τα οποία υπάρχουν ερείσματα πλάτους 0,90 και 1,60 μέτρων εκάστου εξ αυτών, ενώ το συνολικό πλάτο ανέρχεται 6,70 μέτρα. Κατά τό παραπάνω χρονικό σημείο οδόστρωμα της εν λόγω οδού ήταν στεγνό και η ορατότητα ήταν πολύ καλή, αφού επικρατούσε καλοκαιρία και η παραπάνω οδός ήταν.

ευθεία σε μεγάλη απόσταση ... Κατά την στιγμή λοιπόν κατά την οποίαν ο πρώτος των εναγομένων εκινείτο στο υπ’ ... οικοδομικό ύψος της ως άνω οδού ... με το όχημά του παρέσυρε την προαναφερθείσα ανήλικη αβάπτιστη θυγατέρα των δύο πρώτων εναγόντων... Από τις παραπάνω καταθέσεις σε συνδυασμό με το ότι το σημείο στο οποίο τραυματίσθηκε η προαναφερθείσα ανήλικη αβάπτιστη θυγατέρα των δύο πρώτων εναγόντων εντοπίσθηκε στην παραπάνω έκθεση αυτοψίας σε μικρή απόσταση από το πλάτους 0,90 μέτρων έρεισμα που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το ρεύμα πορείας που οδηγεί προς την οδό ..., σ’ αυτό δηλαδή που εκινείτο ο πρώτος των εναγομένων και επιπλέον κοντά στο σημείο που βρίσκεται η κατοικία των δύο πρώτων των εναγόντων και των προαναφερθέντων ανηλίκων τέκνων τους, προκύπτει ότι η εν λόγω ανήλικη ευρισκόμενη στο ρεύμα πορείας της οδού ...

που οδηγεί προς την οδό ..., επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα ώστε να μεταβεί στην οικία της και λίγο πριν ολοκληρώσει την κίνηση της αυτή παρεσύρθη από τον πρώτον των εναγομένων, ο οποίος επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση - του παραπάνω οχήματος του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ως άνω ιδιότητος του ως οδηγού, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την προαναφερθείσα ανήλικη αβάπτιστη θυγατέρα των δύο πρώτων των ν εναγόντων, η οποία εκείνη την στιγμή βρισκόταν επί του οδοστρώματος της ιδίας οδού και επεχείρησε να διασχίσει αυτήν καθέτως κινούμενη από τα αριστερά προς τα δεξιά εν σχέσει προς την πορεία του πρώτου των εναγομένων και αυτός με το όχημα που οδηγούσε, επέπεσε επ’ αυτής και της προκάλεσε βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αιτίας των οποίων επήλθε ακαριαίως ο θάνατος της...

Εξάλλου, επειδή η θανούσα ήταν μικρόσωμη δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς το σημείο του ως άνω οχήματος που ήλθε σε επαφή με αυτήν... Το παραπάνω λοιπόν περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν θανάσιμος - τραυματισμός της ως άνω ανήλικης θυγατέρας των δύο πρώτων των εναγόντων οφείλεται στην συνυπαιτιότητα’ και μάλιστα κατά ποσοστόν 70% του πρώτου των εναγομένων, καθόσον αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του παραπάνω οχήματος του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητός του ως οδηγού (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 § 1 και 19 του Ν. 2696/1999) και για τους λόγους αυτούς δεν αντελήφθη εγκαίρως την ως άνω αβάπτιστη ανήλικη θυγατέρα των δύο πρώτων των εναγόντων, η οποία επεχείρησε να διασχίσει την παραπάνω οδό ...

και με το παραπάνω όχημα που οδηγούσε, επέπεσε επ’ αυτής και της προκάλεσε βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος της. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρώτη ενάγουσα Β. Δ. δεν έχει τελέσει γάμο με τον δεύτερον των εναγόντων Ρ. Θ., ο οποίος σημειωτέον ανεγνώρισε ως δικό του τέκνο την ως άνω θανούσα ανήλικη μετά τον θάνατο της...

και, ως εκ τούτου, η πρώτη ενάγουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητα της, ως μητέρα δηλαδή της εν λόγω ανήλικης αβάπτιστης θυγατέρας της, ασκούσε επ’ αυτής μόνη της την γονική μέριμνα και, παρότι όφειλε να την επιτηρεί, να την επιβλέπει, να την προστατεύσει και να την προσέχει και κυρίως να φροντίζει να μην απομακρύνεται μόνη της από το σπίτι χωρίς την δική της απαραίτητη συνοδεία ώστε να την προφυλάσσει από κινδύνους, εν τούτοις παραμέλησε να ασκήσει επ’ αυτής την προσήκουσα εποπτεία και τον επιβεβλημένο έλεγχο, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει, δεδομένου ότι η εν λόγω ανήλικη θυγατέρα της βρέθηκε στο οδόστρωμα της ως άνω οδού εντελώς απροστάτευτη και χωρίς συνοδεία και συνεπώς τυγχάνει και αυτή συνυπαίτια κατά ποσοστόν 30% για τον θανατηφόρο τραυματισμό της εν λόγω ανήλικης θυγατέρας της...].

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (αδικοπραξιών και οικογενειακού δικαίου) που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης, καθώς και εκείνες των άρθρων 297, 298 εδάφ. α’ , 330 εδάφ. β’ , 1531 ΑΚ, 5, 9 και 10 ν.

ΓΠΝ/1911, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη και, ειδικά, σε σχέση με την παραμέληση της εποπτείας στο πλαίσιο της άσκησης της γονικής μέριμνας από την πρώτη των αναιρεσειόντων, μητέρα της ανήλικης, που συνδέεται, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, με την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ορθά υπήγαγε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό στις νομικές έννοιες της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκου, της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας.

Η παραμέληση εποπτείας από την πρώτη αναιρεσείουσα, μητέρα της ανήλικης, αιτιολογείται ειδικά, αφού, κατά λέξη, αναφέρεται στην απόφαση πως "...παρότι όφειλε...κυρίως να φροντίζει να μην απομακρύνεται από το σπίτι χωρίς τη δική της απαραίτητη συνοδεία ώστε να την προφυλάσσει από κινδύνους, εν τούτοις παραμέλησε να ασκήσει επ’ αυτής τη δέουσα εποπτεία και τον επιβεβλημένο έλεγχο...", με αποτέλεσμα να βρεθεί η ανήλικη, μόνη της, "εντελώς απροστάτευτη και χωρίς συνοδεία" στο οδόστρωμα της οδού ...

και να το διασχίζει κάθετα. Με τον τρόπο αυτόν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα στοιχεία της αμέλειας της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή στην επιτήρηση της ανήλικης θυγατέρας της, προκειμένου να μην εκτεθεί σε κίνδυνο η τελευταία, αν και όφειλε να ελέγχει τις κινήσεις της κάθε στιγμή, αν ληφθούν υπόψη και η πολύ μικρή ηλικία της (μόλις τριών ετών) και το γεγονός ότι στην περιοχή (που βρισκόταν η ανήλικη) υπήρχε κίνηση οχημάτων επί της πιο πάνω οδού ...

που είναι μάλιστα διπλής κατεύθυνσης. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν πάση περιπτώσει, είναι αβάσιμος ο επίμαχος ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο δεν βαρύνεται με συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος και, συνακόλουθα, τον θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης θυγατέρας της, δεδομένου ότι, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής τους (των Ρομά), τις συνθήκες της ζωής τους και το βιοτικό και μορφωτικό της επίπεδο (ως αναλφάβητης), ασκούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, την προσήκουσα εποπτεία της ανήλικης, όπως αυτή εντάσσεται μέσα στα όρια της συνήθους συμπεριφοράς του μέσου γονέα της φυλής των Ρομά, αφού, ελλείψει ειδικά διαμορφωμένων χώρων, συνηθίζεται, κατά πιστή αντιγραφή της σχετικής περικοπής του αναιρετηρίου, "όλα τα παιδιά να παίζουν είτε στα πεζοδρόμια είτε και μέσα ακόμη στους δρόμους, γεγονός που είναι γνωστό σε όλους τους κατοίκους του συνοικισμού και γι’ αυτό οι διερχόμενοι οδηγοί, λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη την ιδιαιτερότητα αυτή, είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, όταν διέρχονται από την περιοχή...".

Και τούτο, διότι, με βάση τα επικαλούμενα, θεμελιωτικά του ισχυρισμού τούτου, περιστατικά, δεν δικαιολογείται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της κοινωνικής ηθικής, η άσκηση, από την πρώτη αναιρεσείουσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, της προσήκουσας εποπτείας της ανήλικης θυγατέρας της, έτσι ώστε να μη θεμελιώνεται, αντίστοιχα, η ύπαρξη ευθύνης της για το επιζήμιο αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιστάσεις, υπό τις οποίες τελούσαν η πρώτη αναιρεσείουσα και η ανήλικη θυγατέρα της, κατά το χρόνο εκείνον, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, επέβαλαν η ενδεδειγμένη εποπτεία να ασκείται με τον τρόπο που διαλαμβάνεται στην πληττόμενη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το συντρέχον πταίσμα (άρθρ.300 ΑΚ) του θύματος, που συνεκτιμάται με τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία, εφόσον προβληθούν και αποδειχθούν από τον εναγόμενο τα περιστατικά που το συγκροτούν. Όπως έχει προαναφερθεί, σε περίπτωση θανάτωσης ανηλίκου κάτω των δέκα (10) ετών, που δεν έχει ικανότητα καταλογισμού, λαμβάνεται υπόψη το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης γονέα του, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο ανήλικο τέκνο του που θανατώθηκε.

Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων, όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 861/2012, ΑΠ 1676/2006). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, αναφορικά με το κεφάλαιο της ψυχικής οδύνης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: [ Αποδείχθηκε ακόμη ότι η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων, αλλά και η τρίτη, η τετάρτη, η πέμπτη, ο έκτος και εβδόμη των εναγόντων, όπως και ο όγδοος και η ενάτη των εναγόντων Π. Δ. και Α. - Δ. (παππούς και γιαγιά, αντιστοίχως, της ως άνω ανήλικης θανούσης από την μητρική γραμμή) που γεννήθηκαν στις 15-9-1951 και στις 16-8-1952, αντιστοίχως, καθώς επίσης και η δεκάτη ενάγουσα Ε.

Θ., η οποία ετύγχανε γιαγιά της ιδίας θανούσης ανηλίκου από την πατρική γραμμή και γεννήθηκε στις 21-2-1964 ... ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους και αποτελούσαν μια στενά συνδεδεμένη οικογένεια, στους κόλπους της οποίας επικρατούσε η αγάπη και η ομόνοια και οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν αρμονικές και για τον λόγον αυτόν, μετά τον απροσδόκητο θάνατο της άνω ανηλίκου αβάπτιστης συγγενούς τους, όλοι οι προαναφερθέντες (ενάγοντες) ένιωσαν έντονο ψυχικό πόνο και θλίψη και, ως εκ τούτου, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποίαν τα ως άνω πρόσωπα υπέστησαν και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση δικαιούνται ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως ...

Ενόψει των συνθηκών του ως άνω περιγραφομένου ατυχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητος του πρώτου των εναγομένων αλλά και της πρώτης ενάγουσας για την πρόκληση του θανάτου της ως άνω θανούσης ανηλίκου, του πόνου και της θλίψεως που δοκίμασε έκαστος των εναγόντων και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των προαναφερθέντων διαδίκων φυσικών προσώπων (εκ των οποίων η πρώτη ενάγουσα ασχολείται με τα οικιακά, ο δεύτερος των εναγόντων τυγχάνει ελεύθερος επαγγελματίας, όπως ακριβώς και ο πρώτος των εναγομένων, αφού η ευθύνη της δευτέρας των εναγομένων, ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική όπως προαναφέρθηκε), πρέπει να επιδικασθεί για τον παραπάνω λόγον στην πρώτη ενάγουσα (Β.

Δ.) χρηματικό ποσόν 20.000.00Ευρώ, στον δεύτερον των εναγόντων (Ρ. Θ.) ποσόν 15.000Ευρώ στην Τρίτη ενάγουσα (Ε. Θ.), στην Τετάρτη ενάγουσα (Α. - Κ. Θ.), στην Πέμπτη ενάγουσα (Ε. - Μ.), στον έκτον των εναγόντων (Π. Θ.) και στην έβδομη ενάγουσα (Μ. - Σ. Θ.), όπως αυτοί νομίμως εκπροσωπούνται από τους προαναφερθέντες γονείς τους, που από κοινού ασκούν επ’ αυτών την γονική μέριμνα, χρηματικό ποσόν 10.000,00 Ευρώ εις έκαστον εξ αυτών και στον όγδοον των εναγόντων (Π.

Δ.), στην ενάτη ενάγουσα (Α. συζ. Π. Δ.) και στην δέκατη ενάγουσα (Ε. χήρα Π. Θ.) των εναγόντων χρηματικό ποσόν 5.000,00 ευρώ εις έκαστον εξ αυτών. Τα προαναφερθέντα επιμέρους χρηματικά ποσά κρίνονται ως απολύτως εύλογα κατ’ εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητος που βρίσκει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος και επιβάλλει στα δικαιοδοτικά όργανα, κατά την στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκομένου εκάστοτε σκοπού και ειδικά στην περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως επιβάλλεται να μην υποβαθμίζεται η απαξία της πράξεως αλλά συγχρόνως να μην επέρχεται εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχος υπέρμετρος πλουτισμός του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο σκοπό που είναι η αποκατάσταση της τρωθείσης δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης...].

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 4-9-2014 έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά το κεφάλαιο αυτό, την από 3-7-2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της πρωτόδικης 10.076/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε επιδικάσει, για την παραπάνω αιτία, μεγαλύτερα ποσά (80.000 ευρώ σε καθέναν από τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων - γονείς της ανήλικης, 25.000 ευρώ σε καθέναν από τους τρίτη έως και έβδομη - ανήλικους αδελφούς της, όπως εκπροσωπούνται νόμιμα και 15.000 ευρώ σε καθέναν από τους όγδοο έως και δεκάτη - παππού και γιαγιάδες) και, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, τελικά, την κύρια αγωγή (καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς την πρώτη εναγομένη - αναιρεσείουσα, κατά το ανάλογο ποσοστό 30%) για τα ποσά αυτά των 20.000 ευρώ (για τη μητέρα), 15.000 ευρώ (για τον πατέρα), 10.000 ευρώ (για καθέναν από τους αδελφούς) και 5.000 ευρώ (για τον παππού και κάθε γιαγιά).

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε, κατά την άποψη που επικράτησε, την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής μεταξύ των οποίων και συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30% της πρώτης ενάγουσας.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1, 25 παρ.1 (εδάφ.

δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, επιδίκασε σε αυτούς, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό της ανήλικης συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι δυσαναλόγως μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Κατά την άποψη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου, του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής που παρατίθενται στην απόφαση.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί (ως τον πρώτο λόγο της, κατά πλειοψηφία) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, καθόσον αυτός δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα, αφού ερημοδίκησε, ούτε, βέβαια, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-8-2016 αίτηση των Β. Δ. του Π. κ.λπ. για αναίρεση της 1128/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και, ειδικά, ως προς τον πρώτο λόγο της, κατά πλειοψηφία.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ