1879/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1879/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στην γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή (Α.Π. 559/2014, Α.Π. 1447/2013).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1879 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1879/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. - Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κρίθυμο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 842/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Τ. του Γ., κάτοικο ... και 2)Δ. Μ. του Θ. κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 14 Νοεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../15.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: α) η από 20 Ιουλίου 2015 και με αριθμό εκθέσεως ...20 Ιουλίου 2015 αίτηση-δήλωση του Ι.-Σ. Μ. του Γ. και Π., κατοίκου ... Αττικής, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Β. Κ. και β) οι από 14 Νοεμβρίου 2016 πρόσθετοι λόγοι του ιδίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 842/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της προδήλου μεταξύ αυτών συνάφειας (Α.Π. 1792/2016, Α.Π. 124/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α του Π.Κ. " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στην γνώση και την θέληση των στοιχείων της πράξεως.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως επί αποδοθέντος στον κατηγορούμενο εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση αξιοποίνου πράξεως, δεν είναι αρκετό να αναφέρεται στην απόφαση μόνον ότι ο ηθικός αυτουργός με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς επίσης και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ίδιος (ηθικός αυτουργός) πέτυχε τον σκοπό του, αλλά πρέπει ακόμη να περιγράφεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο η αξιόποινη πράξη την οποία με τις προτροπές κ.λ.π.
του ηθικού αυτουργού, διέπραξε ο αυτουργός, αφού προϋπόθεση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας είναι η τέλεση από τον αυτουργό του εγκλήματος στη διάπραξη του οποίου παρακινήθηκε (Α.Π. 1721/2016, Α.Π. 138/2015, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1380/2012). Κατά τις προβλέψεις δε της διατάξεως του άρθρου 224 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Νόμου 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στην γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή (Α.Π. 559/2014, Α.Π. 1447/2013).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση, δηλαδή την περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται ανεξαιρέτως σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους έχει αφεθεί στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Εκ τούτου έπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, η εν λόγω δε αιτιολογία συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση (Ολ.
Α.Π. 7/2005, Α.Π. 184/2014, Α.Π. 1014/2012, Α.Π. 1184/2010). Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της ψευδορκίας μάρτυρα ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.
Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 241/2015, Α.Π. 278/2014).
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.
Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 787/2014, Α.Π. 389/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.
Α.Π. 3/2008, Α.Π. 1315/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμέσως μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και τη νομιμοποίηση των συνηγόρων υπερασπίσεώς τους, καθώς και τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής των εγκαλούντων, ο συνήγορος υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε την αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως μέχρις εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως επί της υφισταμένης εκκρεμούς ποινικής δίκης, που ανοίχθηκε από την υποβληθείσα εκ μέρους του από 9 Φεβρουαρίου 2015 και με ΑΒΜ:...
εγκλήσεως κατά των πολιτικώς εναγόντων για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και β) της τετελεσμένης απάτης στο δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος και υπέβαλε τους, από τον ίδιο, αποκαλούμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και που αναφέρονται στις 4η έως και την 9η σελίδα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Στην συνέχεια, αμέσως μετά την απορριπτική του αιτήματος πρόταση της Εισαγγελέως και της τοποθετήσεως των συνηγόρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και της πολιτικής αγωγής, το Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος καθώς και των λοιπών κατηγορουμένων που δεν τυγχάνουν διάδικοι στην προκειμένη δίκη για αναβολή της εκδικαζόμενης υποθέσεως μέχρις εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως επί ασκηθείσας εφέσεως επί της από 9 Φεβρουαρίου 2015 εγκλήσεως των δύο πρώτων κατηγορουμένων κατά των πολιτικώς εναγόντων, για διάπραξη των, κακουργηματικού χαρακτήρα, αδικημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης στο δικαστήριο, κρίνεται απορριπτέο.
Τούτο διότι δεν μπορεί να χορηγηθεί αναβολή κατ’ άρθρο 61 του Κ.Π.Δ., αφού δεν έχει εισέτι ασκηθεί ποινική δίωξη επί της ως άνω εγκλήσεώς τους και επομένως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη που προβλέπει την αναβολή για προδικαστικά ποινικά ζητήματα στην ποινική δίκη. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού των κατηγορουμένων για την πλαστότητα των επακριβώς αναφερομένων εγγράφων, μόνον προς καθυστέρηση και παρέλκυση της δίκης εκτιμάται ότι υποβάλλεται το παρόν αίτημα.
Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι επικαλούνται πλαστότητα των επακριβώς αναγραφομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων που συνετάχθησαν από Ιούλιο 1999, Μάρτιο 2000 και Απρίλιο 2009 και τα οποία οι μεν δικαιοπάροχοί τους εμφάνισαν και έκαναν χρήση ενώπιον: α) της συμβολαιογράφου ... στις 24-4-2000, οπότε συνετάγη το αγοραπωλητήριο με αριθμό .../2000 συμβόλαιο, β) του πολεοδομικού γραφείου ...
για την έκδοση της ...2002 οικοδομικής άδειας, οι ίδιοι δε οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι προσκόμισαν, εμφάνισαν και έκαναν χρήση ενώπιον: α) σε δικάσιμο ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου ... στις 19-5-2009, β) σε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 18-12-2009, γ) στις 18-12-2012 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την συζήτηση αγωγής τους, δ) κατά την συζήτηση της εκκαλουμένης εν προκειμένω με αριθμό 33313/19-9-2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τέλος ε) στις 20-1-2015 στο Η’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ενώ επίσης οι κατηγορούμενοι εκθέτουν ότι η πλαστότητα των ανωτέρω εγγράφων προκύπτει από τη με αριθμό .../19-11-2013 απάντηση του Τ.Ε.Ε., από την από 13-3-2014 δήλωση του μηχανικού Σ.
Σ. Λ. και από την από 4-11-2014 έκθεση ένορκης εξέτασης του ως άνω μηχανικού. Επομένως, ευλόγως διερωτάται το Δικαστήριο, γιατί ενώ οι κατηγορούμενοι ήδη από την 19-11-2013, που έλαβαν την απάντηση από το Τ.Ε.Ε., δεν κατέθεσαν την σχετική έγκλησή τους, την οποίαν κατέθεσαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 11-2-2015, ήτοι δύο μόλις ημέρες πριν από την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, επιπροσθέτως δε γιατί δεν πρότειναν σχετικό περί πλαστότητας ισχυρισμό στις προαναφερόμενες δίκες, ούτε κατά την συζήτηση της εκκαλουμένης, οπότε είχαν ήδη λάβει την σχετική απάντηση από το Τ.Ε.Ε.
Ενόψει αυτών και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου τελέσεως των ενδίκων αδικημάτων και του επικειμένου κινδύνου παραγραφής τους, το Δικαστήριο κρίνει απορριπτέο το υποβληθέν περί αναβολής αίτημα των κατηγορουμένων για τον ανωτέρω λόγο". Το αίτημα αυτό ήταν μη νόμιμο, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μπορεί να αναβληθεί η ποινική δίκη, κατά το άρθρο 59 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και μόνον, όταν για την τελευταία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και όχι όταν υπάρχει κάποια καταγγελία ή μήνυση, επί της οποίας δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (Α.Π. 155/2015).
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο αίτημα αυτό, που ήταν μη νόμιμο και στους συνεχόμενους με αυτό αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν ήσαν αυτοτελείς, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας και υπερασπιστικό αυτού και των συγκατηγορουμένων του επιχείρημα, παρά ταύτα, το δικαστήριο διέλαβε, ως εκ περισσού, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποίαν απέρριψε το εν λόγω αίτημα, ενώ η παράθεση του άρθρου 61 του Κ.Π.Δ.
ως και η λέξη "έφεση" στην φράση " μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί ασκηθείσης εφέσεως επί της από 9-12-2015 εγκλήσεως", όπως προκύπτει από τη διατύπωση του σκεπτικού, ως προς το συγκεκριμένο σημείο, όπου παρατίθεται, κατά λέξη: "το αίτημα των κατηγορουμένων για αναβολή της εκδικαζομένης υποθέσεως μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως επί ασκηθείσης εφέσεως επί της από 9-12-2015 εγκλήσεως των δύο πρώτων κατηγορουμένων κατά των πολιτικώς εναγόντων, για διάπραξη των, κακουργηματικού χαρακτήρα, αδικημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης στο δικαστήριο, κρίνεται απορριπτέο.
Τούτο διότι δεν μπορεί να χορηγηθεί αναβολή, κατά το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ., αφού δεν έχει εισέτι ασκηθεί ποινική δίωξη επί της ανωτέρω εγκλήσεώς τους και επομένως δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη που προβλέπει την αναβολή για προδικαστικά ποινικά ζητήματα στην ποινική δίκη...", σαφώς συνάγεται ότι αναφέρεται στο άρθρο 59 του Κ.Π.Δ.
και στα οριζόμενα σε αυτό και τις συντρέχουσες προϋποθέσεις περί αναβολής ποινικής δίκης και ότι από πρόδηλη παραδρομή παρατέθηκε το άρθρο 61 του Κ.Π.Δ. και η λέξη έφεση. Ακολούθως, μετά την απόρριψη του προαναφερομένου αιτήματος αναβολής στην ουσία του και μετά την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τις αγορεύσεις της Εισαγγελέως και των παρισταμένων συνηγόρων υπερασπίσεως της πολιτικής αγωγής και των κατηγορουμένων, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, αφού διασκέφθηκε μυστικά στο προς τούτο προορισμένο δωμάτιο, κατήρτισε και δημοσίευσε την προσβαλλομένη απόφασή του, σύμφωνα με την οποία δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ’ είδος, προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανώμοτη κατάθεση των πολιτικώς εναγόντων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:
Όσον αφορά την ηθική αυτουργία που αποδίδεται, μεταξύ των άλλων και στον τέταρτο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Ι.-Σ. Μ., το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τελευταίος στις 18 Μαΐου 2009, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που ήταν αρμόδιος για την σύνταξη ενόρκων βεβαιώσεων, παρακίνησε τους λοιπούς δεύτερο, τρίτο και έκτο των κατηγορουμένων, Σ.
Κ. του Ε., Γ. Α. του Κ. και Δ. Σ. του Π., αντίστοιχα, που κρίνονται ένοχοι της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού αυτός είχε συμφέρον και ήθελε τη νίκη στα αστικά δικαστήρια και για τον λόγο αυτό με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις κατέπεισε τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του να ψευδορκήσουν". Μετά ταύτα το Δικαστήριο και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Ι.-Σ.
Μ. του Γ., κάτοικο ... Αττικής, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Συγκεκριμένα την 18 Μαΐου 2009 ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ειδικότερα δε, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής για τους ίδιους δικαστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ... που συζήτησε και εκδίκασε την υπό στοιχείο (Α) αναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, παρακινώντας το δεύτερο, τρίτο και έκτο κατηγορουμένους με φορτικότητα και παρακλήσεις προκάλεσε σ’ αυτούς την απόφαση να εκτελέσουν την περιγραφόμενη υπό στοιχεία (Β) και (Γ) στο διατακτικό άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτοί διέπραξαν δια των ψευδών κατά τα ανωτέρω καταθέσεών τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου ....
Αναγνωρίζει την συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού, στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 224 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 3327/2005 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 εδ. α, 51, 53, 79, 94 παρ. 1 και 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουδέ στέρησε αυτήν της νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται και προσδιορίζονται στην προσβαλλομένη απόφαση και αιτιολογούνται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής, κρίσιμες και αναγκαίες για την θεμελίωση καταδικαστικής κρίσεως ουσιαστικές και νομικές παραδοχές: 1) Συγκεκριμένα παρατίθεται ο τρόπος και τα μέσα της ηθικής αυτουργίας (με πειθώ, φορτικότητα και με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις) και δεν υφίσταται ανάγκη περαιτέρω εξειδικεύσεως. 2) Συνάμα, αιτιολογείται ειδικά η συνδρομή του δόλου για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα, αφού η γνώση από τον αναιρεσείοντα τεκμηριώνεται στην επιδιωκόμενη, για τον ίδιο, αίσια έκβαση της εκκρεμούσας, στα αστικά δικαστήρια, δίκης.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενοι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επιβάλλουν τα προαναφερόμενα άρθρα του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 και 3 του Κ.Π.Δ., όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει την συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο, ο οποίος έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από το νόμο.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίνεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπερασπίσεώς του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο (Α.Π. 172/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., ως λόγος για την αναίρεση της αποφάσεως, μπορεί να προβληθεί η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο (Α.Π. 321/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε τον λόγο κατά σειρά:
α) στην εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε, μεταξύ των άλλων, την ενοχή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα με την αναγνώριση, στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ., β) στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικής αγωγής, ο οποίος ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων και τελευταία γ) στον συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπιση του εντολέα του, ζήτησε την απαλλαγή του.
Επομένως ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Στην συνέχεια ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του αιτιάται ότι ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απάλλαξε τον κατηγορούμενο Ε.
Α. του Δ. από την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, τον ίδιο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην εν λόγω πράξη της ψευδορκίας αυτού και την σύζυγό του από όλες τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, εντούτοις, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία τον καταδίκασε ως ηθικό αυτουργό για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα των συγκατηγορουμένων του Κ.
Σ., Α. Γ. και Δ. Σ.. Σύμφωνα όμως με τις προαναφερόμενες σκέψεις ο επικαλούμενος, από τον αναιρεσείοντα, πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Περαιτέρω, η δικαιοδοσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσδιορίζεται αφενός μεν από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (άρθρο 502 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.) της εφέσεως, κατά το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι, από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου (άρθρο 470 του Κ.Π.Δ.).
Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων της εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαιά της, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της. Αν η έφεση είναι γενική το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση ως προς όλες τις πλευρές της και να πράξει κάθε τι που θα έπραττε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι δεν μπορεί να επιδεινώσει την θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου.
Στην περίπτωση αυτή εκδίδει δική του απόφαση και η πρωτόδικη απόφαση είναι ανίσχυρη και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει δεδικασμένο. Ειδικότερα όταν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως είναι καθολικό το εφετείο, μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας που έχει απαγγελθεί στον κατηγορούμενο που πρωτοδίκως καταδικάσθηκε και μέχρι το όριο που δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της, έχει την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση σε όλη την έκταση και ευρύτητά της και από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της ακροαματικής διαδικασίας να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ακόμη και στο ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει διαπράξει έγκλημα βαρύτερης μορφής από εκείνο για το οποίο καταδικάσθηκε, αλλά δεσμευόμενο από την αρχή, που θεσπίζει το άρθρο 470 του Κ.Π.Δ., που δεν επιτρέπει την χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, δεν έχει εξουσία ούτε να τον κηρύξει ένοχο για το βαρύτερης μορφής αυτό έγκλημα ούτε να του επιβάλει δυσμενέστερη ποινή.
Αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το εφετείο δεν έχει την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση σε όλη την έκταση και ευρύτητά της και να καταλήξει σε διαφορετική ακόμη κρίση, δεσμευόμενο βέβαια πάντοτε από την αρχή του άρθρου 470 του Κ.Π.Δ., και ότι οφείλει να αποφασίσει στα πλαίσια των όποιων (μεμονωμένων ή μη) παραδοχών της πρωτόδικης αποφάσεως, τότε αυτό θα ήταν δέσμιο της πρωτόδικης αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 εδ. α και β του Π.Κ. κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις που τιμωρούνται κατά νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη.
Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Επίσης, κατά το άρθρο 98 του ιδίου ως άνω Κώδικα, αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για δε την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την υπ’ αριθμ. 33313/2014 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στην ψευδορκία μάρτυρα των Ε.
Α., Σ. Κ., Γ. Α. και Δ. Σ. και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για την καθεμία από τις πράξεις αυτές και σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα έξη (36) μηνών αποτελουμένη από την ποινή βάσεως των δέκα οκτώ (18) μηνών επαυξημένη κατά έξη (6) μήνες από την καθεμία των λοιπών τριών (3) ομοειδών αξιοποίνων πράξεων και η οποία αναστάλθηκε για μία τριετία.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../19-9-2014 έφεση, με την οποίαν προσέβαλε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση και επομένως το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής (εφέσεως) ήταν καθολικό. Το Α’ Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, μέσα στα πλαίσια της κατηγορίας που είχε απαγγελθεί στον πρωτοδίκως καταδικασθέντα κατηγορούμενο και έχοντας την εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση σε όλη την έκταση και ευρύτητά της, κατέληξε στην κρίση, από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων της ακροαματικής διαδικασίας, ότι ο τελευταίος τυγχάνει μεν αθώος της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του μάρτυρα Ε.
Α., ένοχος δε των λοιπών αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας της ψευδορκίας των μαρτύρων Σ. Κ., Γ. Α. και Δ. Σ. και του επέβαλε μία ποινή φυλακίσεως των δέκα (10) μηνών και για τις τρεις πράξεις την οποίαν και ανέστειλε για μία τριετία. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ και Ε του Κ.Π.Δ. ισχυριζόμενος ότι η ποινή αυτή δεν αποτελεί έκφραση συνολικής ποινής, καθώς και ότι δεν του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Π.Κ., που παρατίθεται στην απόφαση αυτή. Ο λόγος αυτός του αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και τούτο διότι σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν αμέσως παραπάνω (άρθρο 470 του Κ.Π.Δ.) με την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως δεν είναι δυνατή η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου-εκκαλούντος (Α.Π. 1351/2015) και ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να ισχυρισθεί οτιδήποτε που θα έχει το προαναφερόμενο αποτέλεσμα.
Οι δε λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτες ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. Κατ’ ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως και προσθέτου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2015 και με αριθμό εκθέσεως ...20-7-2015 αίτηση (ορθώς δήλωση) του Ι.-Σ. Μ. του Γ. και Π., κατοίκου ... Αττικής, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Β. Κ., καθώς και τους από 14-11-2016 προσθέτους λόγους αυτού, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 842/2015 αποφάσεως του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ