Legislator Case Law & Legislation
1879/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling awarding damages for premature contract termination without valid cause.

Case Number 1879/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs and a guarantor against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court ruled that the gas station terminated its supply contract prematurely without a significant reason, forcing it to pay the supplier €68,791.43 in lost profits. The Supreme Court found the lower court's reasoning sufficient and rejected the claim that the termination was unjustified.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sufficient and consistent reasoning regarding the premature termination of a contract without a significant cause and the resulting damages.

Keywords

AI generated
premature contract termination significant reason requirement lost profits damages contractual breach liability appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 no. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1879 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1879 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Κ., χήρας Α. Γ., που ενεργεί ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού της Γ. Γ. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος Α. Γ. και 2. Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ... . Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Εμμανουηλίδη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Αλευρομύτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 569/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5038/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-2-2012 αίτησή τους και τους από 26-9-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 15-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 5038/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 4-11-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 569/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 14-11-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας για καταβολή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας "συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας". Η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε μερικώς και υποχρέωσε τους εναγομένους - αναιρεσείοντες να της καταβάλουν, η μεν πρώτη ως κληρονόμος του αρχικά πρώτου εναγομένου Α. Γ. Γ., ο δε δεύτερος ως εγγυητής, το ποσόν των 68.791,43 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.

Με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).

Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 371 ΑΚ: "Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε ένα από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο". Υφίσταται δε αοριστία παροχής όταν δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση τι οφείλει ο οφειλέτης, είτε πώς θα εκπληρώσει την παροχή, είτε πότε ή πού θα την εκπληρώσει και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.

Κατά δε το άρθρο 372 ΑΚ: "Σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους είναι άκυρη". Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη η συμφωνία περί αορίστου παροχής όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στον ένα των συμβαλλομένων, ο οποίος μπορεί να προβεί σ' αυτόν κατά τρόπο αυθαίρετο, μη υποκείμενο στον έλεγχο του αντισυμβαλλομένου ή του δικαστηρίου, σε τρόπο ώστε η δέσμευση του άλλου από τη συμφωνία αυτή να είναι υπέρμετρη και αλόγιστη.

Αντίθετα, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε από τους συμβαλλομένους, απλώς σ' έναν απ' αυτούς, ο τελευταίος υποχρεούται έναντι του άλλου να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση. Και αν η κρίση του ενός συμβαλλομένου μέρους θεωρηθεί εκ μέρους του άλλου δίκαιη, γεννιέται η αξίωση για την παροχή, όταν όμως θεωρηθεί μη δίκαιη, κάθε ένα μέρος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή τον προσδιορισμό από το Δικαστήριο. "Δίκαιη κρίση" ή "κρίση αγαθού ανδρός" θεωρείται η κρίση του ελευθέρως δικάζοντος εντός του σκοπού της ενοχής, και μάλιστα της συμβάσεως και εντός των συγκεκριμένων μεταξύ των μερών περιστάσεων.

Για τοΝ σχηματισμό δε της δίκαιης κρίσης πρέπει από τη σύμβαση να προκύπτει κάποια βάση ή αφετηρία για τέτοια κρίση ως λ.χ. ο διά της συμβάσεως επιδιωκόμενος σκοπός των μερών ή η συνομολογηθείσα αντιπαροχή. Έτσι, σε μια σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας μεταξύ εμπόρων ενυπάρχει ο σκοπός του εμπορικού κέρδους που επιδιώκει το κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

Η πώληση δε κατ' άρθρο 513 ΑΚ είναι έγκυρη, όταν το τίμημα είναι ορισμένο ή τουλάχιστον οριστό, όπως όταν ο προσδιορισμός του τιμήματος ανατέθηκε να γίνεται από τον ένα των συμβαλλομένων με δίκαιη κρίση. Αν όμως από τη σύμβαση δεν προκύπτει καμιά βάση ή αφετηρία για δίκαιη κρίση, η αόριστη αυτή ανάθεση είναι άκυρη (ΑΠ 336/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 18-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό και τα τρία παραρτήματα του καταρτίστηκε εγγράφως σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ του (αρχικού) πρώτου εναγομένου Α. Γ. και της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (εφεξής ενάγουσα), ως καθολική διάδοχος, μετά την από 1-12-2000 συγχώνευση με απορρόφηση της ως άνω εταιρείας (ΦΕΚ 11048/1-12-2000 τευχ.

ΑΕ και ΕΠΕ). Σύμφωνα με την εν λόγω σύμβαση, που ήταν διάρκειας δέκα ετών, η ανωτέρω εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει τον ανωτέρω εναγόμενο, για το χρονικό διάστημα από 18-6-1999 έως 18-6-2009, καύσιμα και λιπαντικά, προκειμένου να λειτουργεί αυτός, υπό το σήμα και αποκλειστικά με τα προϊόντα της εταιρείας, το πρατήριο του υγρών καυσίμων που βρίσκεται στο Βόλο και δη στο τέρμα της οδού ... .

Ας σημειωθεί εδώ ότι η επίδικη σύμβαση, η οποία περιέχει ρήτρα μη ανταγωνισμού (αποκλειστικής πώλησης προϊόντων), παρά την ορισθείσα δεκαετή διάρκεια της, ίσχυε μόνο μέχρι 31-12-2006, σύμφωνα με τον υπ' αριθ. 2790/1999 Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τιμές πωλήσεως των προϊόντων δεν προσδιορίστηκαν μεν ακριβώς με την ως άνω σύμβαση, αφού κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει, μια και οι τιμές μεταβάλλονται κάθε εβδομάδα από τα κρατικά διυλιστήρια, πλην όμως ορίστηκε ότι αυτές (τις τιμές) θα καθόριζε η προμηθεύτρια εταιρεία, κατά τον όρο 7 περ.β της κύριας σύμβασης, με τον οποίο ορίζονται, κατά λέξη, τα εξής: "ρητώς συμφωνείται και γίνεται αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ισχύει καθορισμός ανωτάτης τιμής πωλήσεως των καυσίμων κατά νόμο, τιμή πωλήσεως των υγρών καυσίμων στον πρατηριούχο θα είναι η τιμή που θα γνωστοποιεί η "Μ." στον πρατηριούχο για το πρατήριο του και μέχρι την τροποποίηση της.

Η "Μ." θα προσδιορίζει την εκάστοτε τιμή πωλήσεως κατά την καλή πίστη, λαμβάνοντας υπ' όψη τις οικονομικές και λοιπές συναλλακτικές συνθήκες κατά περίπτωση". Αντίθετα από τους ισχυρισμούς των εναγομένων και όσα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τον ως άνω όρο σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως προκύπτει σαφώς ότι ο προσδιορισμός των τιμών των πωλούμενων προϊόντων δεν αφέθηκε στην απόλυτη κρίση της προμηθεύτριας εταιρείας, αλλά συμφωνήθηκε ότι θα γίνεται κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη οι οικονομικές και λοιπές συναλλακτικές συνθήκες.

Τέτοιες συνθήκες αποτελούν η τιμή κτήσεως από τα κρατικά διυλιστήρια, οι δαπάνες μεταφοράς, οι επιβαλλόμενοι από το Δημόσιο φόροι και τέλη, ένα λογικό ποσοστό κέρδους, τυχόν ανωτάτη ενδεικτική λιανική τιμή κλπ. Κατά την κρίση λοιπόν του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε βάση και αφετηρία για δίκαιη κρίση της προμηθεύτριας εταιρείας στον προσδιορισμό των τιμών.

Έτσι ευχερώς μπορούσε να γίνει και από το Δικαστήριο ο προσδιορισμός της παροχής κατά δίκαιη κρίση, σύμφωνα με το άρθρο 371 του ΑΚ, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και συνθηκών που συνόδευσαν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος εναγόμενος, επί έξι και πλέον χρόνια που λειτούργησε η σύμβαση δεν κατέφυγε στο δικαστήριο για προσδιορισμό των τιμών των πωλουμένων καυσίμων καταδεικνύει ότι αυτός αποδέχτηκε ότι ο προσδιορισμός των τιμών γινόταν από την ενάγουσα εταιρεία κατά δίκαιη κρίση.

Η εν λόγω λοιπόν σύμβαση είναι έγκυρη, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 371 και 372 ΑΚ, που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι στην ως άνω από 18-6-1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας δεν προσδιορίσθηκε μεν ακριβώς η τιμή πωλήσεως των διαφόρων πετρελαιοειδών που θα αγόραζε ο αρχικός ενάγων Α.

Γ. από την ανώνυμη εταιρεία πετρελαιοειδών "Γ. Μ. & ΣΙΑ", αφού κάτι τέτοιο από τη φύση του πράγματος δεν ήταν εφικτό, λόγω της συνεχούς μεταβολής των τιμών των διυλιστηρίων, πλην όμως με σχετικό όρο ορίσθηκε ότι τις τιμές αυτές θα καθόριζε η προμηθεύτρια εταιρεία "κατά την καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές και λοιπές συναλλακτικές συνθήκες κατά περίπτωση".

Η προσθήκη των περιορισμών αυτών ως κατευθυντηριών αρχών στην προμηθεύτρια εταιρεία για τον καθορισμό των τιμών αναιρεί την έννοια της απόλυτης κρίσεως, που θα καθιστούσε τη σύμβαση άκυρη, κατ' άρθρο 372 ΑΚ, εφόσον υποχρεώνει τον συμβαλλόμενο, στον οποίο ανατέθηκε ο προσδιορισμός της παροχής, να λάβει υπόψη του την καλή πίστη, τις οικονομικές και τις λοιπές συναλλακτικές συνθήκες κατά περίπτωση, να ενεργήσει δηλαδή κατά δίκαιη κρίση.

Το ότι δεν εξειδικεύονται οι αόριστες αυτές νομικές έννοιες, δεν καθιστά την παροχή αόριστη, αφού καθορίζονται οι αρχές με βάση τις οποίες θα έπρεπε να ορισθεί η παροχή, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να κρίνει, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αν ο συμβαλλόμενος, που είχε το σχετικό δικαίωμα, εφάρμοσε τις αρχές αυτές και άσκησε το δικαίωμά του με δίκαιη κρίση και κατά την καλή πίστη.

Στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν υφίσταται σύμβαση με παροχή που έχει ανατεθεί στην απόλυτη κρίση ενός των συμβαλλομένων, ερμήνευσε έμμεσα τον σχετικό συμβατικό όρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και εξειδίκευσε τις οικονομικές και λοιπές συναλλακτικές συνθήκες, που όφειλε να θέσει ως βάση η προμηθεύτρια εταιρεία για τον καθορισμό του τιμήματος, αναφέροντας ως τέτοιες την τιμή κτήσεως των καυσίμων από τα κρατικά διυλιστήρια, τις δαπάνες μεταφοράς, τους επιβαλλόμενους από το Δημόσιο φόρους και τέλη, ένα λογικό ποσοστό κέρδους και την τυχόν ανώτατη λιανική τιμή πωλήσεως κ.λ.π., χωρίς ο προσδιορισμός αυτός να σημαίνει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην αγωγή είχε γίνει επίκληση ότι ο προσδιορισμός της παροχής έγινε με βάση την καλή πίστη και τις οικονομικές και λοιπές συναλλακτικές συνθήκες. Κατόπιν τούτου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και οι πρώτος (κατ' αμφότερα τα σκέλη), δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, ενώ κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, που προκύπτει και από το συνδυασμό τους προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά διά των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 9/2000, 14/2005, 23/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι ο αρχικός εναγόμενος Α. Γ. Γ. κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο τη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και ότι συνακόλουθα δικαιούται η τελευταία να αξιώσει αποζημίωση για πρόωρη λύση της συμβάσεως, έλαβε μεν υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα "που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του", όχι όμως και τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν για να αντικρούσουν την αγωγή οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, η πρώτη των οποίων ενεργεί πλέον ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Γεωργίου ως καθολική διάδοχος του Α.

Γ., επικαλέσθηκε δε το Εφετείο για την κρίση του αυτή το γεγονός ότι δεν υπήρξε νόμιμη επίκληση των εγγράφων και των ένορκων βεβαιώσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 11-5-2011 προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση εκ μέρους τους των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, εφόσον στις προτάσεις αυτές, στις οποίες ενσωματώνονται κατ' αντιγραφή και οι προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών φράση "επειδή προσάγουμε και επικαλούμεθα ...

τις πρωτόδικες προτάσεις μας και την προσθήκη αντίκρουσή μας, καθώς και την αξιολόγηση των μαρτυρικών αποδείξεων και όλα τα σχετικά έγγραφα που είχαμε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο".

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη αποδείξεων, των οποίων έγινε νόμιμη προσκόμιση και επίκληση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως τυγχάνουν αβάσιμα.

Με το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποσοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται με την εν λόγω διάταξη, ενώ η νομική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο αρκείται για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από τα οριζόμενα στο νόμο, ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται αντίστοιχα: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετικής ζημίας) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας από πρατηριούχο υγρών καυσίμων χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, δημιουργεί την υποχρέωσή του σε αποζημίωση της προμηθεύτριας εταιρίας για τα διαφυγόντα κέρδη της, η απώλεια των οποίων οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητά του.

Εκ τούτων συνάγεται ότι, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους λόγω άκαιρης καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, πρέπει, πλην της καταγγελίας και της ελλείψεως σπουδαίου λόγου, να εκτίθενται στην αγωγή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και τις ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα.

Δεν αρκεί δηλαδή ή αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 Α.Κ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί δικαστικώς ο σχετικός ισχυρισμός και να αμυνθεί κατ' αυτού ο εναγόμενος.(πρβλ Ολ.ΑΠ 20/1999, ΑΠ 258/2008, 1379/2010).

Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1385/2012, 1306/2003, 549/2002).

Ελέγχεται όμως αναιρετικώς η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξιώσεως, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 14-11-2006 αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι η τελευταία εξέθετε στην αγωγή της: Ότι στις 18-6-1999 η δικαιοπάροχός της εταιρεία με την επωνυμία Ανώνυμη Εταιρεία Πετρελαιοειδών "Γ. Μ. & ΣΙΑ", της οποίας έχει καταστεί καθολική διάδοχος με συγχώνευση και απορρόφηση, υποκαθιστώντας την στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, κατάρτισε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τον Α.

Γ. (αρχικό πρώτο εναγόμενο) για τη λειτουργία πρατηρίου πωλήσεως πετρελαιοειδών στο Βόλο, στην οδό τέρμα ..., με βάση τους λεπτομερώς αναφερόμενους στην αγωγή όρους αυτής. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος, αδελφός του πρώτου, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος στη σύμβαση, εγγυήθηκε την πιστή τήρηση όλων των όρων της, ευθυνόμενος εις ολόκληρο με τον πρώτο, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως καθώς και των λοιπών οριζόμενων δικαιωμάτων του.

Ότι η διάρκεια της συμβάσεως ορίσθηκε δεκαετής με έναρξη την 18-6-1999 και λήξη την 31-10-2009, στα πλαίσια της οποίας ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να έχει σε λειτουργία το πρατήριο, και να προμηθεύεται καύσιμα, λιπαντικά και άλλα προϊόντα αποκλειστικά από αυτήν με ελάχιστη μηνιαία κατά τρίμηνο κατανάλωση 13.000 λίτρων για τους διαφόρους τύπους βενζίνης και 127.500 λίτρων για τα είδη πετρελαίου.

Ότι η δικαιοπάροχός της χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο εμπορευματική πίστωση ... Ότι ρητώς συμφωνήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι ... τιμή πωλήσεως των υγρών καυσίμων θα ήταν η τιμή που θα γνωστοποιούσε η δικαιοπάροχός της ... Ότι η δικαιοπάροχός της ... παραχώρησε στον πρώτο εναγόμενο το δικαίωμα να αναρτήσει στο πρατήριο το εμπορικό της σήμα ...

Ότι αν και κατά την εκτέλεση της συμβάσεως εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ο πρώτος εναγόμενος, συμπεριφερόμενος αντισυμβατικά, αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από αποκλειστική του υπαιτιότητα, με την από 14-7-2005 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, που της επιδόθηκε στις 27-7-2005, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, κατάγγειλε τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και διέκοψε τον εφοδιασμό του πρατηρίου του με τα προϊόντα αυτής, επικαλούμενος παραβίαση των διαλαμβανόμενων στην αγωγή όρων της συμβάσεως, η ίδια δε, αμφισβητώντας τη βασιμότητα των καταγγελιών του, απάντησε στην εξώδικη δήλωση με αντίστοιχη δική της, αντικρούοντας τους αναληθείς ισχυρισμούς του.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα, θεωρώντας ότι ο πρώτος εναγόμενος κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας χωρίς σπουδαίο λόγο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, να της καταβάλουν ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη τα ποσά που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2005, δηλαδή από τον πρώτο μετά την καταγγελία της συμβάσεως μήνα, μέχρι την 31-12-2006, οπότε και θα έληγε η ισχύς της συμβάσεως, σύμφωνα με Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ότι για τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών της η ενάγουσα έλαβε υπόψη: α) τις μικρότερες τιμές κέρδους που θα πραγματοποιούσε ανά είδος καυσίμου κατά το ως άνω διάστημα, με παράθεση του τελικού κέρδους αυτής καθημερινώς για όλα τα είδη καυσίμων, β) τις ποσότητες καυσίμων που προμηθεύτηκε ο πρώτος εναγόμενος κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν την καταγγελία, και συγκεκριμένα από 1-1-2004 έως 31-8-2005, ως το πλέον αντιπροσωπευτικό κατά τη λειτουργία του πρατηρίου, γ) τις αντίστοιχες ποσότητες καυσίμων που θα προμηθευόταν αυτός κατά το απομένον διάστημα μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, λαμβάνοντας υπόψη και τις ελάχιστες μηνιαίες ποσότητες βενζίνης και πετρελαίου, που όφειλε να καταναλώνει με βάση τη σύμβαση.

Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας τους, να της καταβάλουν για διαφυγόντα κέρδη από 1-8-2005 έως 31-12-2006 το ποσόν των 82.919,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματος αποζημιώσεως για τα διαφυγόντα κέρδη από την εκ μέρους του αρχικού πρώτου εναγομένου καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, και ειδικότερα τα στοιχεία της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, την καταγγελία αυτής, χωρίς να είναι απαραίτητο ο προσδιορισμός του είδους της υπαιτιότητας, καθώς και την εξειδικευμένη και λεπτομερή μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, τέλος δε και την κατόπιν συμβάσεως εγγυήσεως εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου ανάληψη ευθύνης για την πιστή τήρηση των όρων της κυρίας συμβάσεως.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος πρόσθετος λόγος, και ως προς τα δύο σκέλη, και έκτος πρόσθετος λόγος, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Α. Γ. ήταν έγκυρη και ότι η προμηθεύτρια εταιρεία εκπλήρωσε από την πλευρά της όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δέχθηκε ως προς το ζήτημα της εκ μέρους του πρατηριούχου καταγγελίας της συμβάσεως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο (αρχικός) πρώτος εναγόμενος με την από 14-7-2005 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 27-7-2005, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση πρόωρα, ήτοι πριν τη λήξη της, χωρίς να συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος.

Βέβαια, ο ως άνω εναγόμενος στην καταγγελία του επικαλείται ορισμένους λόγους, οι οποίοι όμως κρίνονται προσχηματικοί. Ειδικότερα, αυτός ισχυρίστηκε αορίστως ότι η αντίδικος του καθυστέρησε, μετά την απορρόφηση της εταιρείας "Μ. Α.Ε", να αντικαταστήσει τα σήματα και γενικά τον εξοπλισμό του πρατηρίου, ότι οι τιμές που πωλούσε η ενάγουσα προς αυτόν ήταν υψηλές, ότι αργούσε η τελευταία να εκδώσει τα εκπτωτικά σημειώματα και ότι δεν του παρέσχε τη δυνατότητα συναλλαγής με κάρτα ΕΚΟ ή PUMA CART.

Επί των λόγων αυτών της καταγγελίας, την οποία, ας σημειωθεί, η ενάγουσα αντέκρουσε με την από 16-8-2005 εξώδικη δήλωση της, που επιδόθηκε στον καταγγείλαντα στις 6-9-2005, λεκτέα τα πιο κάτω: Η αλλαγή των σημάτων και του εξοπλισμού του πρατηρίου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2002, η δε καθυστέρηση αυτή δεν αποδείχτηκε ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, αλλά αντίθετα αποδείχτηκε ότι οφείλεται στον πρατηριούχο, ο οποίος καθυστέρησε να δώσει την συναίνεση του προς τούτο.

Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι, πριν την επίδικη καταγγελία, ο πρατηριούχος διαμαρτυρήθηκε στην αντίδικο του για την επικαλούμενη καθυστέρηση στην ανακαίνιση του πρατηρίου, η οποία (ανακαίνιση), άλλωστε, ολοκληρώθηκε τρία περίπου χρόνια πριν την γενόμενη καταγγελία. Όσον αφορά τις χονδρικές τιμές των πωλούμενων προϊόντων αποδείχτηκε ότι αυτές δεν ήταν υψηλές, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο πρατηριούχος, αλλά ανταγωνιστικές, γίνονταν δε από την προμηθεύτρια εταιρεία, κατά δίκαιη κρίση, γι' αυτό άλλωστε, όπως αναφέρεται και παραπάνω, δεν κατέφυγε ποτέ ο πρατηριούχος στο Δικαστήριο, για καθορισμό των τιμών.

Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι οι παρεχόμενες εκ μέρους της προμηθεύτριας εταιρείας εκπτώσεις καθυστερούσαν και τέλος όσον αφορά την κάρτα ΕΚΟ ή PUMA CART, πέραν του ότι δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο για καταγγελία της επίδικης σύμβασης, αποδείχτηκε ότι, όταν έγινε αυτή (η καταγγελία), τα μέρη βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την παροχή της εν λόγω κάρτας.

Κρίνεται δε από το Δικαστήριο ότι η εν λόγω καταγγελία οφείλεται στο ότι ο πρατηριούχος, σταθμίζοντας το οικονομικό συμφέρον του και επιδιώκοντας την αύξηση των κερδών του, ήλθε σε συμφωνία με άλλη εταιρεία πετρελαιοειδών και δη την "DRACOIL Α.Ε." προς σύναψη νέας συμφωνίας εμπορικής συνεργασίας. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω και δεδομένου ότι ο πρατηριούχος κατήγγειλε πρόωρα την επίδικη σύμβαση, χωρίς να συντρέχει προς τούτο κανένας σπουδαίος λόγος, αυτός υποχρεούται σε αποζημίωση της ενάγουσας εταιρείας και ειδικότερα για τα διαφυγόντα κέρδη της που προσδοκούσε να λάβει μέχρι του χρόνου λήξης της σύμβασης (31-12-2006).

Για την εύρεση των διαφυγόντων κερδών της ενάγουσας, ήτοι εκείνων που θα πραγματοποιούσε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν η επίδικη σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-8-2005 έως 31-12-2006) θα ληφθούν υπόψη α) οι κατά μέσο όρο ποσότητες βενζίνης και πετρελαίου που θα προμηθευόταν ο πρατηριούχος ...

β) το χαμηλότερο κέρδος ανά είδος καυσίμου που πραγματοποίησε η ενάγουσα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και γ) η αναφερόμενη πιο πάνω ελάχιστη μηνιαία κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την εκ μέρους του αρχικού πρώτου εναγομένου σκόπιμη και πρόωρη καταγγελία της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, καθώς και περί της ζημίας την οποία υπέστη η αναιρεσίβλητη εξαιτίας της καταγγελίας αυτής. Κατόπιν αυτού, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την έννοια ότι στερείται αιτιολογιών για τα ως άνω ζητήματα, τυγχάνει αβάσιμος.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2012 αίτηση και τους από 26-9-2012 πρόσθετους λόγους της Μ. Κ., χήρας Α. Γ., και του Μ. Γ. για αναίρεση της 5038/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ