Supreme Court dismisses appeal against civil court award for moral damages under Article 932 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a lower court's award of 20,000 euros for moral damages. The appellant argued the decision violated the principle of proportionality and failed to justify the amount, but the court held that Article 932 of the Civil Code grants judges discretionary power to determine reasonable compensation based on specific factors. Consequently, the court ruled that the lower court's decision does not violate the principle of proportionality and is not subject to direct review under the cited articles.
Legislator headnote
AI generatedArticle 932 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The principle of proportionality does not apply to the determination of moral damages under Article 932 of the Civil Code, as judges possess discretionary power to set reasonable compensation based on specific criteria without violating the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1879 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1879/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέα Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη, που δήλωσε ότι παραιτείται από τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ροδόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-1997 και 27-9-1999 αγωγές και με την από 26-4-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή-κλήση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6253/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7995/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ' του Α.Κ., που ορίζει ότι "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που υπέστη προσβολή της υγείας της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε της ελευθερίας του", προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους και της έκτασης της ζημίας και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών κ.λ.π.
και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον παθόντα ηθική βλάβη, συγχρόνως δε να καθορίσει και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του. Τα ως άνω προσδιοριστικά στοιχεία, και ειδικότερα η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, δεν λαμβάνονται αυτοτελώς υπόψη το καθένα για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό της χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος και, επομένως, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιων από αυτά ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται συναφώς κατά κρίση ελεύθερη, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο και κατά συνέπεια, δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είτε εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Όμως, η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογο περιορισμό του ατομικού δικαιώματος.
Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, στο πλαίσιο του άρθρου 932 ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προβαίνει σε ορθό καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, στο πλαίσιο που αυτά παρέχουν. Αλλά, όπως στην αρχή του παρόντος συλλογισμού εκτέθηκε, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ.(Ολ.ΑΠ 6/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή αυτού εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη συνεπεία τελεσθείσας εις βάρος του αδικοπραξίας από τους προστηθέντες υπαλλήλους της, αποδίδοντας στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι, με το να επιδικάσει σ' αυτόν το άνω ποσό χρηματικής ικανοποίησης, αντί του αιτουμένου μεγαλύτερου με την αγωγή του, υπέπεσε στις εξής αναιρετικές πλημμέλειες α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ, 27 και 28 ΠΚ (πρώτος λόγος), β) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε ευθέως, μη εφαρμόζοντας την από το άρθρο 25 του Συντάγματος θεσπιζόμενη αρχή της αναλογικότητας (2ος λόγος) και γ)από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες προσδιόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στο προαναφερόμενο ποσό των 20.000 ευρώ (3ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του παρόντος συλλογισμού.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας αυτής ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως προς τη διάταξή της για τη δικαστική δαπάνη και ακολούθως συνεψήφισε εξ ολοκλήρου τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Επομένως ο 4ος λόγος από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίοι ψέγεται το Εφετείο ότι διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές διατάξεις ως τα δικαστικά έξοδα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.01.2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7995/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ