Supreme Court remands appeal on supplementary grounds timeliness to Plenary Chamber due to split decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal request regarding the timeliness of supplementary grounds, ordering instead a remand to the Plenary Chamber. The appellant argued that the deadline for supplementary grounds should restart after the appellate court's decision was annulled, while the lower court rejected them as untimely. The Court found a split decision among its members on this specific legal point, necessitating a referral to the Plenary Chamber for a final ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579(1) and 581(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; When a majority of the Court of Appeal rejects supplementary grounds as untimely following an annulment, and the Supreme Court is divided on the validity of this rejection, the case must be remanded to the Plenary Chamber for decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1879 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1879/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταύρο Δελή και Θεοφάνη Σαξώνη.
Των αναιρεσιβλήτων: ....., οι οποίο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεροντίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-1995 και 7-1-1996 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/1996 μη οριστική, 20/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2002 του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία αναιρέθηκε με την 832/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείου. Το Εφετείο Ναυπλίου εξέδωσε την 371/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή του και τους από 27 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλίου ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως εξαφανίζεται αυτή και αναβιώνει η εκκρεμοδικία της αγωγής ή εφέσεως επί της οποίας εξεδόθη. Η αναιρεθείσα απόφαση αποβάλλει, κατά το αναιρεθέν μέρος της, κάθε ισχύ και θεωρείται ως άκυρη, με αποτέλεσμα να καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειές της, οι δε διάδικοι να επανέρχονται στην υφισταμένη προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση.
Εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήσαν πριν από τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεθείσα απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως προς τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια, καθώς και τα αναγκαίως προς αυτά συνεχόμενα, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της εφέσεως.
Η κατά το άρθρο τούτο τριακονθήμερη προθεσμία πρέπει να έχει παρέλθει κατά την ημέρα της πραγματικής συζητήσεως της εφέσεως, οποτεδήποτε γίνει αυτή και όχι κατά την ορισθείσα προς συζήτηση της εφέσεως αρχική δικάσιμο. Επομένως, αν δεν είχε παρέλθει η εν λόγω προθεσμία κατά την αρχική δικάσιμο, οπότε οι πρόσθετοι λόγοι δεν θα ήσαν παραδεκτοί, αν συνεζητείτο η έφεση, καθίστανται παραδεκτοί και πρέπει να ληφθούν υπόψη, εάν αυτή συζητηθεί αργότερα και δη κατά τη νέα δικάσιμο, που ορίζεται προς συζήτηση της εφέσεως, κατόπιν αναιρέσεως της εκδοθείσης επ' αυτής αποφάσεως του εφετείου και παραπομπή της υποθέσεως σ' αυτό, υπό τον όρο βεβαίως ότι οι πρόσθετοι λόγοι κείνται πέραν της εκ της αναιρετικής αποφάσεως δεσμεύσεως.
Η ανωτέρω λύση δεν αντίκειται στο γράμμα του νόμου, ο οποίος το μεν δεν συνδέει την τασσομένη προθεσμία επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τη δικάσιμο, αλλά με τη συζήτηση της εφέσεως, το δε ορίζει επάνοδο των διαδίκων στην προ της αναιρεθείσης αποφάσεως κατάσταση και ακύρωση της προ της αναιρεθείσης αποφάσεως διαδικασίας μόνον εφόσον αυτή στηρίζεται στην αναιρετικώς διαγνωσθείσα παράβαση, αλλά και υπαγορεύεται από τις τελολογικές αξιολογήσεις ότι α) δια των προαναφερθεισών διατάξεων διώκεται ο περιορισμός της δεσμεύσεως του δικαστηρίου της παραπομπής μόνον από τις διαγνώσεις της αναιρετικής αποφάσεως και β) η σκοπουμένη προετοιμασία προς άμυνα του εφεσιβλήτου καλύπτεται εκ του ακολουθούντος μακρού μέχρι την πραγματοποίηση της κατόπιν της αναιρετικής παραπομπής συζητήσεως της εφέσεως.
Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του δικαστηρίου τούτου, ήτοι των αρεοπαγιτών Γεωργίου Καλαμίδα και Χαράλαμπου Παπαηλιού, αν κατά τη συζήτηση της εφέσεως ενώπιον του Εφετείου οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, είναι εκπρόθεσμοι, δηλαδή δεν ασκήθηκαν εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, και η απόφαση που εκδόθηκε από το δικαστήριο μετά από αυτή τη συζήτηση αναιρέθηκε για λόγους που δεν έχουν σχέση με το παραδεκτό της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, το Εφετείο, επανερχομένων των διαδίκων στην αρχική τους θέση, ερευνά εκ νέου αν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα.
Για τους τελευταίους λόγους, ως συζήτηση λαμβάνεται υπόψη αυτή που έγινε αρχικά ενώπιον του Εφετείου και τους οποίους ο επισπεύδων διάδικος τους επαναφέρει προς συζήτηση με κλήση, και όχι αυτή που έγινε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου μετά από την αναίρεση της αρχικής αποφάσεως, διότι, αλλιώς, οι εκπρόθεσμοι αρχικά πρόσθετοι λόγοι, σε κάθε περίπτωση λόγω παρόδου ικανού χρόνου, θα καθίστανται εμπρόθεσμοι, και έτσι θα καταστρατηγείται η περί ασκήσεως των προσθέτων λόγων προθεσμία του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το Εφετείο Ναυπλίου εκδόθηκε η 57/2002 απόφαση, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση. Ο Άρειος Πάγος με την 832/2003 απόφασή του αναίρεσε την απόφαση αυτή του Εφετείου για λόγο που δεν έχει σχέση με το παραδεκτό της εφέσεως και των προσθέτων λόγων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιλαμβανόμενο της υποθέσεως μετά την αναίρεση, ερεύνησε εκ νέου το παραδεκτό της έφεσης και των προσθέτων λόγων.
Τους τελευταίους τους απέρριψε ως απαράδεκτους λόγω ασκήσεώς των εκπροθέσμως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχθηκε ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου στις 13.3.2001 και επιδόθηκε αυθημερόν στους αναιρεσίβλητους, προκειμένου να συνεκδικασθούν με την προσδιορισθείσα προς εκδίκαση στις 21.3.2001, ημέρα Τετάρτη, έφεση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία δικάσιμο και συζητήθηκαν.
Ότι μεταξύ της 13.3.2001 και 21.3.2001 δεν μεσολαβούσαν οκτώ ημέρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο που ασκήθηκαν οι πρόσθετοι λόγοι, και ότι, επομένως, οι ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι έπρεπε να απορριφθούν, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτοι.
Ο αναιρεσείων ήδη με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, τους πρόσθετους λόγους της εφέσεώς του, διότι έπρεπε να υπολογίσει την προθεσμία με σημείο αναφοράς την 21.4.2004, ήτοι την ημερομηνία της μετά την αναίρεση της αρχικής εφετειακής αποφάσεως νέα συζήτηση της υποθέσεως και όχι με ημερομηνία συζήτησης την 21.3.2001.
Επί του λόγου αυτού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τρία μέλη του δικαστηρίου έχουν τη γνώμη ότι έπρεπε αυτός να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ δύο μέλη έχουν τη γνώμη ότι έπρεπε να απορριφθεί.
Επειδή η απόφαση επί του λόγου αυτού της αναιρέσεως λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το δικαστήριο αυτό είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης, όσον αφορά το λόγο αυτό στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την εκδίκαση του στο σκεπτικό λόγου της από 6.9.2004 αιτήσεως αναιρέσεως του ..... κατά της 371/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ