Supreme Court dismisses appeal on contract interpretation, ruling lower court correctly applied clear terms without needing statutory gap-filling rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision in a contract dispute involving two companies. The appellants argued the lower court violated interpretation rules by ignoring gaps in the parties' declarations of intent. The court rejected this, finding the contract terms were explicit and clear, rendering the invocation of gap-filling statutes unnecessary.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; A violation of interpretation rules occurs only when a court applies them to fill gaps or clarify intent despite finding the contract complete and unambiguous, or fails to apply them when a gap exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Μ. του Π., 3) Γ. Δ. του Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3181/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/10/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 278/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 3181/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 176/2011).
Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι στερείται μείζονος προτάσεως ως προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως λεοντίου συμφωνίας και περί απαγορευμένης υποκαταστάσεως αναδόχου δημοσίου έργου, είναι απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004).
Με τους πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερο, τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτο, έκτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 και 764 του ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 229, 236 και 914 του ΑΚ με την εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες: 1) ότι τα από 17-6-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά είναι έγκυρα παρά το ότι με αυτά συμφωνήθηκε η λειτουργία της Κοινοπραξίας "Κοινοπραξία ...
Α.Τ.Ε. - ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." αποκλειστικά προς όφελος της εταιρείας των αναιρεσιβλήτων "... ΑΤΕ", συμφωνία που είναι άκυρη, 2) ότι με το από 25-8-2014 έγγραφό της προς την αναθέτουσα το έργο υπηρεσία η πρώτη αναιρεσείουσα ενέκρινε τα επίμαχα από 17-6-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, και 3) ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις άδικες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<... ... Η πρώτη ενάγουσα εταιρεία "... Α.Τ.Ε." είναι τεχνική εταιρεία, με εργοληπτικό πτυχίο 6ης τάξεως, με Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της, Διευθύνοντα Σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπό της τον δεύτερο ενάγοντα, Γ.
Π., η δε πρώτη εναγομένη εταιρεία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α,Τ.Ε.", τυγχάνει ομοίως τεχνική εταιρεία, με εργοληπτικό πτυχίο τάξεως, η οποία εκπροσωπείται από κοινού από τον δεύτερο εναγόμενο, Α. Μ. [Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής] και τον τρίτο εναγόμενο, Γ. Δ. [Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου], ο δε τέταρτος εναγόμενος είναι μέλος του τριμελούς Δ,Σ.
αυτής μαζί με τους ανωτέρω [20 και 3 0]. Δυνάμει του από 18-9-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι άνω τεχνικές εταιρείες, δια των νομίμων εκπροσώπων τους, αποφάσισαν να συστήσουν με συμβολαιογραφική πράξη κοινοπραξία, με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... Α.Τ.Ε. - ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Τ.Ε. με ποσοστό συμμετοχής εκάστης εταιρείας στην κοινοπραξία 50%, με σκοπό τη συμμετοχή των άνω εταιρειών ως κοινοπραξία στο διαγωνισμό για ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του δημοσίου έργου "Περιφερειακή οδός Κατερίνης", προϋπολογισμού 45.934.959,35 €, πλέον Φ,Π.Α., 56.500.000 €, που προκηρύχθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας [Π.Μ.Κ,].
Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε στις 25-9-2012 και η υπό σύσταση τότε κοινοπραξία υπέβαλε σχετικό φάκελο με την οικονομική προσφορά για την εκτέλεση του έργου, συμπεριλαμβανομένων και των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών συμμετοχής, ύψους 880.000 €, εκδοθείσες υπέρ της κοινοπραξίας από τις άνω κοινοπρακτούσες εταιρείες κατά το ποσοστό συμμετοχής [50%] εκάστης εταιρείας σε αυτήν.
Ακολούθως, με την υπ' αριθ. ...-2013 απόφαση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, η υπό σύσταση τότε κοινοπραξία αναδείχθηκε μειοδότης του διαγωνισμού και με την υπ' αριθ. .../2013 Πράξη [Ε' Κλιμάκιο] του Ελεγκτικού Συνεδρίου εγκρίθηκε η υπογραφή της εργολαβικής σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της άνω κοινοπραξίας, με συμβατικό αντικείμενο ύψους 33.261.109,52 €, πλέον ΦΠΑ ποσού 7.650.055,19 €, ήτοι συνολικά 40.911.164,71 €.
Εν συνεχεία, η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της ΠΜΚ, με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 έγγραφό της, κάλεσε την κοινοπραξία να υπογράψει μέχρι τις ...-2013 τη σύμβαση έργου, προσκομίζοντας συγχρόνως τις εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης του έργου, συνολικού ποσού 7.861.340 €. Με την ...-2013 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, Τ.
Μ. - Κ., συνεστήθη η κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ... Α.Τ.Ε. - ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Τ.Ε.", διαχειριστές της οποίας ανέλαβαν από κοινού ο Γ. Π. και ο Α. Μ., με αναπληρωτές τους τον Π. Π. και το Δ. Σ. αντίστοιχα, κοινός δε εκπρόσωπος αυτής έναντι του κυρίου του έργου για κάθε θέμα σχετιζόμενο με την εκτέλεσή του, ορίσθηκε ο ενάγων, Γ.
Π. , με αναπληρωτή του τον Α. Μ. [2ος εναγόμενος], ενώ αντίκλητος για την παραλαβή κάθε εγγράφου για λογαριασμό της κοινοπραξίας, ορίστηκε η πολιτικός μηχανικός, Ε. Ν. Η συμμετοχή εκάστης εταιρείας στο κεφάλαιο αλλά και στις κερδοζημίες της κοινοπραξίας ορίστηκε κατά 50%. Κατ' επέκταση, καθεμία των εταιρειών όφειλε να μεριμνήσει και να εξασφαλίσει την έκδοση των απαιτούμενων εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου κατά το ποσοστό συμμετοχής της στην κοινοπραξία.
Ωστόσο, ο Α. Μ., λίγες μέρες πριν την υπογραφή της εργολαβικής σύμβασης της κοινοπραξίας με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, δήλωσε αδυναμία συμμετοχής στη χρηματοδότηση του έργου καθώς και έκδοσης των εγγυητικών επιστολών που αναλογούσαν στην εταιρεία του [πρώτη εναγομένη] εκ της συμμετοχής της στην κοινοπραξία.
Προ του κινδύνου να φανεί ασυνεπής η ανάδοχος κοινοπραξία ως προς τις υποχρεώσεις της έναντι του κυρίου του έργου, με συνακόλουθη συνέπεια την κατάπτωση των κατατεθεισών εγγυητικών επιστολών συμμετοχής στον διαγωνισμό, ύψους 880.000 €, για τις οποίες ευθύνονταν έναντι του εκδότη αμφότερες οι κοινοπρακτούσες εταιρείες, οι τελευταίες ήρθαν σε διαπραγματεύσεις, καταλήγοντας στις κάτωθι συμφωνίες που αποτυπώθηκαν σε τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, που υπεγράφησαν την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 17-6-2013, μεταξύ της άνω κοινοπραξίας "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...
Α,Τ.Ε. - ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Τ.Ε," και των κοινοπρακτουσών εταιρειών [ενάγουσα και 1 η εναγομένη], όπου ρύθμισαν τις μεταξύ τους σχέσεις και συμφώνησαν τα εξής: α] η ενάγουσα "... Α.Τ.Ε." ανέλαβε την έκδοση του συνόλου των απαιτουμένων για την υπογραφή της σύμβασης έργου εγγυητικών επιστολών, συνολικού ποσού 7.861.340 €, από το ΤΣΜΕΔΕ, μέσω των μεριδίων της ...
ΑΤΕ, του ιδίου του Γ. Π. και των συνεργατών της, με την εγγύηση αμφοτέρων των κοινοπρακτουσών εταιρειών, προκειμένου να υπογραφεί η εργολαβική σύμβαση με το Ελληνικό Δημόσιο. Ένεκα δε του υψηλότερου κινδύνου που ανέλαβε η ενάγουσα και εξάντλησης του περιθωρίου πίστωσης που παρείχε σε αυτήν το ΤΣΜΕΔΕ και οι τράπεζες, με το από 17-6-2013 συμφωνητικό εισφοράς έργου, μεταξύ κοινοπραξίας και ...
ΑΤΕ, η ανάδοχος κοινοπραξία εισέφερε στην ... ΑΤΕ το ογδόντα τοις εκατό [80%] του συνόλου του έργου, με αναγραφόμενο προϋπολογισμό των ανατεθειμένων εργασιών ύψους 32.728.911,54 € και με το από 17-6-2013 συμφωνητικό εισφοράς έργου, μεταξύ κοινοπραξίας και ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, η ανάδοχος κοινοπραξία εισέφερε στην ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ το είκοσι τοις εκατό [20%] του συνόλου του έργου, με αναγραφόμενο προϋπολογισμό των ανατεθειμένων εργασιών ύψους 8.182.227,88 €, για την παρασχεθείσα εγγύησή της στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ, β] με το τρίτο, της αυτής ημερομηνίας, ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ κοινοπραξίας και κοινοπρακτουσών εταιρειών, συμφωνήθηκε ότι i) σε περίπτωση που η ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, εντός προθεσμίας έξι [6] μηνών - και υπό τον απαρέγκλιτο όρο ότι δεν θα έχει ξεκινήσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου - αντικαταστήσει το ήμισυ [1/2 ] των παραπάνω εγγυητικών επιστολών που εξέδωσε η ...
ΑΤΕ, με νέες εγγυητικές επιστολές που θα εκδώσει η ίδια η ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, τότε θα τροποποιηθούν τα άνω υπογραφέντα συμφωνητικά εισφοράς έργου και τα ποσοστά εισφοράς έργου θα μετατραπούν σε 50% προς την ... ΑΤΕ και 50% προς την ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, με την υπογραφή τροποποιητικών συμφωνητικών εισφοράς έργου και ίί) σε περίπτωση που η ...
ΑΤΕ, εντός προθεσμίας έξι [6] μηνών και υπό τον απαρέγκλιτο όρο ότι δεν θα έχει ξεκινήσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου αντικαταστήσει το σύνολο των παραπάνω εγγυητικών επιστολών, που εξέδωσε η ... ΑΤΕ από το ΤΣΜΕΔΕ, με νέες εγγυητικές επιστολές που θα εκδώσει η ίδια η ... ΑΤΕ από οποιαδήποτε τράπεζα, τότε και εκ του λόγου ότι πλέον δεν θα υφίσταται η εγγύηση της εταιρείας ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ προς το ΤΣΜΕΔΕ, τότε θα τροποποιηθούν τα άνω υπογραφέντα συμφωνητικά εισφοράς έργου και τα ποσοστά εισφοράς έργου θα μετατραπούν σε 100% προς την ...
ΑΤΕ και 0% προς την ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, με την υπογραφή τροποποιητικού συμφωνητικού εισφοράς έργου μεταξύ της κοινοπραξίας και της ... ΑΤΕ και λύση του συμφωνητικού εισφοράς έργου μεταξύ της κοινοπραξίας και της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ. Ειδικότερα, κατά τα διαλαμβανόμενα στα άνω διμερή ιδιωτικά συμφωνητικά, κατανεμήθηκε στα κοινοπρακτούντα μέλη το ποσοστό του έργου που όφειλε το καθένα να κατασκευάσει, για το οποίο θα λάμβανε το 100% του εργολαβικού ανταλλάγματος που αφορούσε στο τμήμα αυτό.
Η είσπραξη από την κάθε κοινοπρακτούσα εταιρεία του τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος που αναλογεί στο τμήμα του έργου που κατασκευάζει, συμφωνήθηκε ότι θα πραγματοποιείτο με την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος από την κοινοπραξία στο κοινοπρακτούν μέλος, κατόπιν έκδοσης σχετικού τιμολογίου προς την κοινοπραξία.
Με το τριμερές δε συμφωνητικό, επιβεβαιώθηκε το περιεχόμενο των δύο διμερών συμφωνητικών και, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προβλέφθηκε, τηρουμένων συγκεκριμένων προϋποθέσεων, η δυνατότητα αναπροσαρμογής του ποσοστού του έργου που κάθε κοινοπρακτούν μέλος θα εκτελούσε, για το οποίο και θα λάμβανε το αναλογούν εργολαβικό αντάλλαγμα.
Μετά τη σύναψη των άνω συμφωνητικών, κατόπιν αίτησης της ενάγουσας προς το ΤΣΜΕΔΕ, εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013 εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης του έργου, συνολικού ποσού 7.861.340 € [βλ. αρ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο του ΕΤΑΑ [πρώην ΤΣΜΕΔΕ], για τις οποίες παρασχέθηκε, κατά τα ανωτέρω, εγγύηση αμφοτέρων των κοινοπρακτουσών εταιρειών, παράλληλα δε οι τελευταίες απευθύνθηκαν στις τράπεζες, επιδιώκοντας καθεμία να εκδώσει νέες εγγυητικές επιστολές ώστε, κατά την κατάρτιση της σύμβασης να μην κατατεθούν οι εγγυητικές επιστολές του ΤΣΜΕΔΕ, οι οποίες ήταν ασύμφορες σε σχέση με τις τραπεζικές επιστολές.
Τελικά η ενάγουσα, στις 25-6-2013, πριν την σύναψη της εργολαβικής σύμβασης και προ της έναρξης εκτέλεσης των εργασιών του έργου, πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθ. ...-2013, ποσού 5.591.900 € και ...-2013, ποσού 2.269.440 € εγγυητικών επιστολών της Τράπεζας Αττικής Α.Ε., ήτοι συνολικού ποσού 7.861.340 €, αντικαθιστώντας έτσι το σύνολο των εγγυητικών επιστολών εκδόσεως του ΤΣΜΕΔΕ με άλλες δικές της εγγυητικές επιστολές, οι οποίες και κατατέθηκαν για λογαριασμό της κοινοπραξίας στον κύριο του έργου.
Την επομένη ημέρα, ...-2013, συνήφθη μεταξύ της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της αναδόχου κοινοπραξίας [εκπροσωπούμενη από τους διαχειριστές της, Γ. Π. και Α. Μ.] η εργολαβική σύμβαση για την εκτέλεση του έργου, όπου και μνημονεύονται οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές [βλ. τις προσκομιζόμενες εγγυητικές επιστολές και την από ...-2013 σύμβαση κατασκευής του έργου], οι δε εγγυητικές επιστολές του ΤΣΜΕΔΕ επιστράφηκαν στο εκδότη τους στις 27-6-2013.
Αντιθέτως, η εναγομένη εταιρεία, ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, δεν κατάφερε να αντικαταστήσει το 1/2 των εγγυητικών επιστολών που κατέθεσε η ενάγουσα ... ΑΤΕ, με άλλες δικές της, μέχρι την έναρξη των εργασιών, ώστε να συμμετάσχει στην εκτέλεση του έργου κατά ποσοστό 50%, κατά, τα συμφωνηθέντα στο τρίτο από 17-6-2013 συμφωνητικό, καθώς το έργο, η συνολική προθεσμία εκτέλεσης του οποίου ορίστηκε σε 1020 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης, ξεκίνησε άμεσα και συγκεκριμένα στις 12-7-2013, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο, θεωρημένο και υπογεγραμμένο από τον κύριο του έργου ημερολόγιο εργασιών και το υπ' αριθ.
πρωτ. ...-2013 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ/νσης Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, Α. Μ.
Μάλιστα, η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, με το υπ' αριθ. ...-2013 έγγραφό της προς την ανάδοχο κοινοπραξία, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο αναβολής της έναρξης εργασιών του έργου και κάλεσε τις κοινοπρακτούσες εταιρείες να ξεκινήσουν άμεσα τις εργασίες, με βάση την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων και το χρονοδιάγραμμα του έργου που είχε ήδη κατατεθεί.
Έτσι, κατά τα άνω συμφωνηθέντα στο τρίτο κατά σειρά από 17-6-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα θα εκτελούσε το 100% του έργου, η δε εναγομένη εταιρεία ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ δεν θα εκτελούσε καμία εργασία. Πράγματι, το έργο άρχισε να εκτελείται κανονικά και ομαλά επ' ονόματι της αναδόχου κοινοπραξίας από την ενάγουσα ...
ΑΤΕ, με μηχανήματα και προσωπικό δικό της, βάσει των άνω εγγυητικών επιστολών που κατατέθηκαν από αυτήν για λογαριασμό της κοινοπραξίας. Άλλωστε η ενάγουσα από την αρχή, με την από 19-7-2013 επιστολή της προς την εναγομένη εταιρεία, ενημέρωσε αυτήν για την έναρξη των εργασιών του έργου στις 12-7-2013 και ότι αυτό θα εκτελείτο πλέον αποκλειστικά από αυτήν, εφόσον η ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ δεν είχε αντικαταστήσει εγκαίρως το % των εγγυητικών επιστολών που κατέθεσε η ενάγουσα, με άλλες δικές της.
Η πρώτη εναγομένη, πετυχαίνοντας τελικά στις 2-9-2013, την έκδοση των υπ' αριθ. ... και ... εγγυητικών επιστολών της Τράπεζας "ALPHA ΒΑΝΚ", ποσών 1.134.720 € και 2.795.950 € αντιστοίχως, ήτοι συνολικού ποσού 3.930.670 €, υπέβαλε αυτές στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και ζήτησε την αντικατάσταση του 50% των ήδη κατατεθειμένων εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου με τις άνω δικές της, ώστε να εκτελέσει το 50% του έργου.
Το αίτημα αυτό για τροποποίηση των συμφωνιών της 17ης-6-2013 και αναβίωση του δικαιώματός της να αντικαταστήσει το 50% των εγγυητικών επιστολών για να συμμετέχει στο έργο, δεν έγινε δεκτό από την ενάγουσα, καθώς ήδη από διμήνου σχεδόν είχε αρχίσει η εκτέλεση του έργου που εκτελείτο πλέον κατά ποσοστό 100% από την ενάγουσα κατά τα συμφωνηθέντα.
Σημειωτέον ότι, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα εταιρεία ... ΑΤΕ αδυνατούσε να εκδώσει τις αναλογούσες σε αυτήν εγγυητικές επιστολές και όχι η ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, αποδεικνύεται αναληθής, καθώς, αν συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, δεν θα ήταν αναγκαία η έκδοση εγγυητικών επιστολών από το ΤΣΜΕΔΕ μέσω των μεριδίων, του ιδίου του Γ.
Π., της ... ΑΤΕ και των συνεργατών της, ούτε η αντικατάσταση αυτών στο σύνολό τους από εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας Αττικής, ως συμφερότερες, επιμελεία της ... ΑΤΕ, κατά τη σύναψη της σύμβασης κατασκευής του έργου. Επίσης, αν όντως ο Α. Μ., αγνοούσε την έκδοση των νέων εγγυητικών επιστολών και αιφνιδιάστηκε με την εμφάνιση των επιστολών της Τράπεζας Αττικής κατά τη σύναψη της σύμβασης, ως ισχυρίζεται, θα μπορούσε κάλλιστα τις αμέσως προσεχείς ημέρες να τις αντικαταστήσει με άλλες εγγυητικές επιστολές της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, κατά το μέρος που της αναλογούσε, ώστε εγκαίρως να κατατεθούν αυτές προ της έναρξης των εργασιών του έργου και να μην ενεργοποιηθούν τα συμφωνηθέντα στα από 17-6-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά.
Έτσι, μετά την άρνηση της ενάγουσας να αναβιώσει το δικαίωμα συμμετοχής της εναγομένης στο έργο με την εκπρόθεσμη αντικατάσταση του 50% ω εγγυητικών επιστολών, η εναγομένη εταιρεία στράφηκε κατά της ενάγουσας εταιρείας και του ενάγοντος Γ. Π., ως κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας έναντι του κυρίου του έργου και αθετώντας τα συμφωνηθέντα, αμφισβήτησε τα δικαιώματα της ...
ΑΤΕ επί του έργου, καθώς και του Γ. Π. ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας και σε σειρά εγγράφων προς την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, τη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία [Δ/νση Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ], την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλες υπηρεσίες [βλ. σχετ. τα από 20-9-2013 και 23-9-2013 έγγραφα της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ προς τη Δ/νση Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, το από 22-10-2013 έγγραφο της ιδίας προς την άνω και πάλι υπηρεσία, όπως και το από 1-11-2013 έγγραφο της εναγομένης προς την ΔΤΕ/ΠΚΜ, το από 20-11-2013 έγγραφο της ΔΤΕ/ΠΚΜ προς τη νομική υπηρεσία της ΠΚΜ, με αίτημα τη συνδρομή της στην απάντηση των από 18-10-2013, 22-10-2013 και 1-11-2013 καταγγελιών της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ, το από 20-11-2013 και το από 30-12-2013 έγγραφο της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ, απευθυνόμενο το τελευταίο προς το Γραφείο Περιφερειάρχη ΠΚΜ και του Γενικού Διευθυντή Περιφέρειας, με κοινοποίηση στη ΔΤΕ/ΠΚΜ, το υπ'αριθ.
πρωτ. ...-2014 έγγραφο του Εκτελεστικού Γραμματέα ΓΙΚΜ, με το οποίο διαβιβάστηκαν στην ΔΤΕ τα υπομνήματα διαμαρτυρίας της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ, με ημερομηνίες 10-2-2014, 10-2-2014 και 7-2-2014], ισχυριζόταν ότι α) ενώ το έργο ξεκίνησε στην πραγματικότητα πολύ αργότερα, η ενάγουσα, με έρεισμα τη βεβαίωση στο ημερολόγιο εργασιών του έργου, του επιβλέποντος μηχανικού του έργου, Μ.
Π., ότι οι εργασίες εκτέλεσης αυτού ξεκίνησαν στις 12-7-2013 και το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2013 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ/νσης Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, Α. Μ., που επιβεβαίωνε το ίδιο, απέκλεισε παράνομα αυτήν [ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ] από την εκτέλεσή του, με το πρόσχημα της, εκπρόθεσμης κατάθεσης, στις 3-9-2013, των εγγυητικών της επιστολών (προς αντικατάσταση του 50% των εγγυητικών επιστολών της ...
ΑΤΕ) κατά τα συμφωνηθέντα στο τρίτο από 17-6-2013 συμφωνητικό, β) ότι υπήρξε υποκατάσταση της αναδόχου κοινοπραξίας από τρίτον [από την ενάγουσα] κατά τις διατάξεις του άρθρου 65 Ν. 3669/2008 και ως εκ τούτου έπρεπε αυτή να κηρυχθεί έκπτωτη του έργου και οι σχετικώς εκδοθείσες τραπεζικές εγγυητικές επιστολές να καταπέσουν γ) ότι ο Γ.
Π. , ως κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας έναντι του κυρίου του έργου, δεν δικαιούταν να εισπράττει το εργολαβικό αντάλλαγμα και δ) ότι τα εισπραχθέντα εκ μέρους του ποσά είχαν υπεξαιρεθεί. Όμως, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της πρώτης εναγομένης κρίθηκαν αβάσιμοι και απορρίφθηκαν. Με σειρά εγγράφων της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας [Δ/ση Τεχνικών Έργων ΠΚΜ], όπως, μεταξύ άλλων, με το υπ' αριθ.
πρωτ. ...-2014 έγγραφο του Προϊσταμένου της εν λόγω Διεύθυνσης, Α. Μ., αλλά και με το υπ'αριθ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της Δ/νσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος και Υποδομών της ΠΚΜ, αποκρούστηκαν κατηγορηματικά όλες οι αιτιάσεις της εναγομένης εταιρείας περί της συμβάσεως εκτελέσεως του έργου, περί των συνθηκών καταρτίσεώς της, περί του χρόνου ενάρξεως των εργασιών του έργου, περί του τρόπου πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, περί των εγγυητικών επιστολών καλής εκτέλεσης του έργου, περί της αντικαταστάσεως της αντικλήτου της αναδόχου κοινοπραξίας, περί της ύπαρξης υποκατάστασης στο έργο, περί των συνθηκών εκτελέσεως του έργου κ.λ.π.
Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο του ίδιου ως άνω Γενικού Διευθυντή, υποβλήθηκε στον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας το πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης [ΕΔΕ], που διεξήχθη κατά των υπαλλήλων της Δ/νσης Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, Μ. Π. και Α. Μ., μετά από σχετικές καταγγελίες της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ, κατά το οποίο, οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν υπέπεσαν σε πειθαρχικώς διωκόμενα παραπτώματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης εταιρείας περί παράνομου αποκλεισμού της από την εκτέλεση του έργου, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με το Ημερολόγιο του Έργου, στις 12-7-2013 ξεκίνησαν οι Πρόδρομες Εργασίες τοπογραφικών αποτυπώσεων της κοίτης του ποταμού Πέλεκα, στη θέση όπου προοριζόταν να κατασκευαστεί το Τεχνικό ΤΕ2. Στο ημερολόγιο περιγράφονται αναλυτικά οι εργασίες, τα πρόσωπα που συμμετείχαν [ιδιότητες, αριθμός αυτών - I εργοδηγός, 2 βοηθοί, 1 τοπογράφος, 1 φορτωτής], καθώς και τα μηχανικά μέσα που έλαβαν μέρος στις εργασίες αυτές [1 εκσκαφέας και φορτηγό]. Όλες οι εργασίες, που χαρακτηρίζονται ως "πρόδρομες", συμπεριλαμβάνονται ρητά στις συμβατικές υποχρεώσεις της αναδόχου. Στο εγκεκριμένο δε χρονοδιάγραμμα που η ανάδοχος κοινοπραξία συνέταξε και υπέβαλε, η έναρξη των προεργασιών ορίζεται στις ...-2013.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης εταιρείας ότι οι ενάγοντες, προσχηματικά επικαλέστηκαν την έναρξη εργασιών του έργου στις 12-7-2013, προκειμένου να την αποκλείσουν από την εκτέλεση του έργου, λόγω εκπρόθεσμης κατάθεσης των εγγυητικών επιστολών που της αναλογούσαν κατά τα συμφωνηθέντα, αποδεικνύεται αβάσιμος.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης εταιρείας περί υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας από τρίτον κατά τις διατάξεις του άρθρου 65 Ν. 3669/2008, με συνέπεια να έπρεπε αυτή να κηρυχθεί έκπτωτη του έργου, αποδείχθηκαν τα εξής: α] Το Τεχνικό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων της ΓΙΚΜ, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα στοιχεία και υιοθετώντας την εισήγηση του νομικού συμβούλου της ΓΙΚΜ και μέλους του, Γ.
Γ., με την υπ' αριθ. ...-2014 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ομόφωνα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 65 του Ν.3669/2008 περί έκπτωσης λόγω υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας του έργου "Περιφερειακή Οδός Κατερίνης", με τις ειδικότερες σκέψεις ότι τα από 17-62013 συμφωνητικά μεταξύ των μελών της αναδόχου κοινοπραξίας, που υπογράφηκαν πριν την υπογραφή της σύμβασης εκτέλεσης του έργου, ρυθμίζουν τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας και ενδεχομένως τα δεσμεύουν στις εσωτερικές τους σχέσεις με την κοινοπραξία, αλλά δεν επηρεάζουν την από ...-2014 υπογραφείσα σύμβαση κατά την οποία η ανάδοχος κοινοπραξία εξακολουθεί να φέρει ευθύνη έναντι του κυρίου του έργου.
Μάλιστα, ο Γ. Γ., στην εισήγησή του ανέφερε ότι οι αιτιάσεις του ενός μέλους της κοινοπραξίας [ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ] περί βίαιου αποκλεισμού της από την εκτέλεση του έργου, θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή μόνο υπό το πρίσμα της έκπτωσης της αναδόχου λόγω μη ορθής εκτέλεσης του έργου. β] Κατόπιν της υπ'αριθ. πρωτ. ...-2014 εγγράφου καταγγελίας της εναγομένης εταιρείας ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, οι Επιθεωρητές Δημοσίων Έργων, Δ.
Π. και Ν. Μ., του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων [Σ.Ε.Δ.Ε.], συνέταξαν την από 12-11-2014 Έκθεση Ελέγχου Καταγγελίας, οι οποίοι, αφού έλεγξαν στο σύνολό τους τις καταγγελίες της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ και του νομίμου εκπροσώπου της, Α. Μ., τις οποίες και απέρριψαν, ειδικά, ως προς το θέμα της υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι "1.
Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 65 του Ν. 3669/2008, περί εκπτώσεως, λόγω υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας. 2. Από τα διατεθέντα στοιχεία, επιβεβαιώνονται οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των μελών της αναδόχου κοινοπραξίας, οι οποίες προέκυψαν από τα υπογραφέντα ιδιωτικά συμφωνητικά [17-6-2013].
Οι εν λόγω όμως διαφορές δεν αφορούν στον φορέα κατασκευής του έργου, ούτε αποτελούν αντικείμενο ελέγχου αρμοδιότητας του Σ.Ε.Δ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 177 [Επιθεώρηση των δημοσίων έργων] του v. 3669/2008 και τον επιθεωρήσεων δημοσίων έργων. Αρμοδιότητα δε για την επίλυση των ως άνω διαφορών μεταξύ των μελών της αναδόχου κοινοπραξίας, έχουν οι δικαστικές αρχές".
γ] Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο, ο Γενικός Διευθυντής της Δ/νσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Περιβάλλοντος και Υποδομών της ΠΚΜ, Α. Γ., απάντησε στις καταγγελίες της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ ότι το έργο εκτελείται σύννομα υπό την καθημερινή επίβλεψη των μηχανικών της υπηρεσίας του και ότι η ΠΚΜ δεν έχει αρμοδιότητα επί εσωτερικών ζητημάτων που αφορούν στις σχέσεις των κοινοπρακτούντων μελών της κοινοπραξίας.
δ] Η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών [Ε,Δ.ΕΛ.], αφού ήλεγξε τα δημοσιονομικά του έργου για την περίοδο από 1-7-2013 έως 30-6-2014, με την υπ'αριθ. πρωτ. ...-2014 Έκθεση Προσωρινών Αποτελεσμάτων Ελέγχου διαπίστωσε ότι το έργο εκτελείται σύννομα, χωρίς κανένα απολύτως σφάλμα [σφάλμα 0%]. Η δε πρόσφατη, από 11-2-2019 Έκθεση Οριστικών Αποτελεσμάτων Ελέγχου της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών [Ε.Δ.ΕΛ.], που έλαβε χώρα από 7-5-2018 έως 11-5-2018, στηριζόμενη στο από 23-7-2013 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Υπεργολαβίας μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας ...
ΑΤΕ και της εταιρείας "ΤΕΚΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα από 14-1-2014 και 20-11-2015 τροποποιητικά συμφωνητικά, με τα οποία ανατέθηκε στην υπεργολάβο εταιρεία η εκτέλεση ποσοστού 50% επί του συνόλου των εργασιών που είχαν ανατεθεί στην ανάδοχο κοινοπραξία, έκρινε ότι, η περαιτέρω ανάθεση και εκτέλεση ποσοστού του έργου από τρίτη εταιρεία [ΤΕΚΑΛ ΑΤΕΕ], μη μέλος της αναδόχου κοινοπραξίας, χωρίς προηγούμενη έγκριση του κυρίου του έργου, συνιστά περίπτωση έμμεσης υποκατάστασης κατά το άρθρο 65 του ν. 3669/2008.
Το Υπουργείο Οικονομικών, λαμβάνοντας υπόψη του την άνω έκθεση της Ε.Δ.ΕΛ., εξέδωσε την υπ' αριθ. ...-2019 απόφασή του περί επιβολής δημοσιονομικής διόρθωσης, ποσού 5.047.789,84 €2 σε βάρος της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ως φορέα του έργου. Ωστόσο, η άνω έκθεση της Ε.Δ.ΕΛ., διαβιβάστηκε στο κατά νόμο αρμόδιο Τεχνικό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων της ΠΚΜ, το οποίο, αποδεχόμενο τη σχετική από 14-6-2019 εισήγηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας [Δ/νση Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ], έκρινε με την από 21-6-2019 Γνωμοδότησή του ότι οι συμβάσεις υπεργολαβίας μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας ...
ΑΤΕ και ΤΕΚΑΛ ΑΤΕΕ δεν συνιστούν περίπτωση ανεπίτρεπτης υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας, καθόσον στην ΤΕΚΑΛ ΑΤΕΕ ανατέθηκαν συγκεκριμένες και ρητά προσδιοριζόμενες σε σχετικούς πίνακες εργασίες και όχι αορίστως ποσοστό του έργου, συνεπώς πρόκειται για σύμβαση υπεργολαβίας και όχι υποκατάστασης αυτής στο έργο, δεδομένου ότι στα εν λόγω συμφωνητικά ρητά ορίζεται ότι μόνος υπεύθυνος έναντι του εργοδότη για τις εκτελούμενες από την ΤΕΚΑΛ ΑΤΕΕ εργασίες παραμένει η ανάδοχος κοινοπραξία.
Κατόπιν δε των ανωτέρω, το Τεχνικό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων της ΠΚΜ, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 65 του v. 3669/2008 περί έκπτωσης, λόγω υποκατάστασης της αναδόχου κοινοπραξίας για το εν λόγω έργο.
Περαιτέρω, ως προς την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος και τη νομιμότητα είσπραξης αυτού από τον Γ. Π. , αποδείχθηκαν τα εξής: Η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, γινόταν αρχικά με την έκδοση από το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας της Ελλάδος σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας, οι οποίες παραδίδονταν στον ενάγοντα, Γ.
Π. , ως κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, ο οποίος ακολούθως τις μεταβίβαζε, με λευκή οπισθογράφηση, δηλαδή με μόνη την υπογραφή του στην οπίσθια όψη των τίτλων και κάτω από την επωνυμία της αναδόχου κοινοπραξίας, αρχικά στην εταιρεία ... ΑΤΕ και στη συνέχεια, με νέα λευκή οπισθογράφηση, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία και τις κατέθετε προς είσπραξη, σε ατομικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην εν λόγω τράπεζα.
Η τελευταία, εν συνεχεία, τις απέστελλε, δια του Γραφείου Συμψηφισμού, προς είσπραξη στην πληρώτρια Τράπεζα της Ελλάδος, από την οποία και πληρώνονταν κανονικά. Στις 12-2-2014, o Α. Μ., με την ιδιότητα του συνδιαχειριστή της κοινοπραξίας και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, επέδωσε στην Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
την από 10-2-2014 εξώδικη όχληση, με την οποία την κάλεσε να αρνηθεί την πληρωμή επιταγών που θα εκδίδονταν σε διαταγή της κοινοπραξίας και θα εμφανίζονταν προς πληρωμή, εάν η οπισθογράφησή τους από την κοινοπραξία σε οποιοδήποτε κομιστή έχει γίνει χωρίς τις υπογραφές και των δύο καταστατικών διαχειριστών της κοινοπραξίας.
Μετά δε την άνω εξώδικη όχληση, η Τράπεζα της Ελλάδος, για τις επόμενες επιταγές που εξέδωσε το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας, προς εξόφληση του 5ου λογαριασμού του έργου και επιχειρήθηκαν να εισπραχθούν με τον παραπάνω τρόπο από τον Γ. Π. , αρνήθηκε να τις πληρώσει και τις επέστρεψε απλήρωτες.
Μάλιστα, το Νομικό Συμβούλιο της Τράπεζας, με την από 4-3-2014 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι για να είναι νόμιμη η οπισθογράφηση των επιταγών προς την Εθνική Τράπεζα θα έπρεπε να φέρει τις υπογραφές των εκπροσώπων αμφοτέρων των εταιρειών - μελών της κοινοπραξίας, καθόσον η πράξη αυτή, ήτοι η οπισθογράφηση των επιταγών από την κοινοπραξία προς την Εθνική Τράπεζα, συνιστά πράξη διαχείρισης της περιουσίας της κοινοπραξίας που απαιτεί την σύμπραξη αμφοτέρων των διαχειριστών της κοινοπραξίας.
Προς επίλυση της διαφοράς, η οποία ανέκυψε από την άρνηση της Τράπεζας της Ελλάδος να πληρώνει τις εν λόγω επιταγές στον ενάγοντα Γ. Π. , ως κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, συνήφθη μεταξύ αυτής [τράπεζας] και του Γ. Π. , υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, η από 10-7-2014 συμφωνία περί διαιτησίας. Επί της διαιτητικής δίκης, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 20/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, αποτελούμενο από τον Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Επίτιμο Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε ως μόνος Διαιτητής, με την οποία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Γ.
Π., με την ιδιότητα του κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας, έχει το δικαίωμα να οπισθογραφεί, προς το σκοπό εισπράξεώς τους, τις επιταγές που εκδίδει το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας, κατ' εντολήν του φορέα του έργου, για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού η οπισθογράφηση αυτή, που αποβλέπει στην είσπραξη των επιταγών, εμπίπτει στην εκπροσωπευτική εξουσία του Γ.
Π., ως κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας και δεν ανάγεται στις σχέσεις της κοινοπραξίας με τους τρίτους, επιπλέον δε, κρίθηκε καταχρηστική η άρνηση της Τράπεζας της Ελλάδος να πληρώσει το εργολαβικό αντάλλαγμα σε αυτόν. Στο διατακτικό μάλιστα της άνω απόφασης, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος, ως πληρώτριας τράπεζας, να καταβάλει στον Γ.
Π., ως κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, τις αναφερόμενες στο διατακτικό επιταγές, καθώς και τις επιταγές που θα εκδοθούν μελλοντικά σε διαταγή της κοινοπραξίας για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του έργου.
Κατά της ανωτέρω διαιτητικής απόφασης, η πρώτη εναγομένη, ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ, άσκησε τις από 4-3-2015 αγωγές της α) περί αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας της εν λόγω διαιτητικής απόφασης και β) περί ακυρώσεως της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 3269/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού [Εφετείου Αθηνών], με την οποία απορρίφθηκαν οι άνω αγωγές, κατόπιν δε ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση με την 1679/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο.
Μετά δε την εκ νέου εκδίκαση των άνω αγωγών, το Εφετείο Αθηνών, με την 2496/2020 απόφασή του, απέρριψε αυτές. Επιπλέον, το σύννομο της πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος στον κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, επισήμανε και η καθ' ύλην αρμόδια Δ/νση Τεχνικών Έργων της ΠΚΜ, με τα υπ'αριθ. πρωτ. ...-2013, ...-2013 και ...-2014 έγγραφά της προς την Τράπεζα της Ελλάδος, με τα οποία ζητούσε την άμεση εξόφληση των επιταγών στον κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, Γ.
Π., ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών του έργου. Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό ότι τα εισπραχθέντα από τον Γ. Π. ποσά του εργολαβικού ανταλλάγματος, είχαν υπεξαιρεθεί, αποδείχθηκαν τα εξής: Κατόπιν των ανωτέρω, και ενώ απορρίφθηκαν με τα ως άνω έγγραφα και αποφάσεις, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί και αιτιάσεις της εναγομένης εταιρείας, αυτή, εμμένοντας στους αβάσιμους ισχυρισμούς της, υπέβαλε στις 7-4-2014, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 24-32014 μήνυσή της, κατόπιν της από 24-3-2014 ομόφωνης απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου, αποτελούμενο από τους 20, 3 0 και 40 των εναγομένων, οι οποίοι παμψηφεί ενέκριναν το περιεχόμενό της.
Εξουσιοδότησαν δε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, Α. Μ. [2ο εναγόμενο] να εκπροσωπήσει την εταιρεία ή να εξουσιοδοτήσει δικηγόρο της επιλογής του, για να κατατεθεί η μήνυση ενώπιον του αρμόδιου εισαγγελέα και να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής. Με τη μήνυση αυτή, η πρώτη εναγομένη, επαναλαμβάνοντας στο κείμενο αυτής τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, ζήτησε την ποινική δίωξη του Προϊσταμένου της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Π.Κ.Μ., Α.
Μ., του επιβλέποντος μηχανικού του έργου, Μ. Π., αλλά και του δεύτερου ενάγοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγόντων και ως κοινού ειστροσώπου της κοινοπραξίας, για τα αδικήματα: α] της απάτης από κοινού, με προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 € β] της υπεξαίρεσης, με προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 € γ] της απιστίας στην υπηρεσία, με αντικείμενο υπερβαίνον το ποσό των 120.000 € και δ] της ψευδούς βεβαίωσης στην υπηρεσία, με προξενηθείσα βλάβη υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 €.
Η άνω μήνυση της πρώτης εναγομένης, κατόπιν διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, απορρίφθηκε επί της ουσίας, κατ' άρθρο 47 παρ.2 Π.Κ., με την υπ' αριθ. 163/16-12-2015 εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία και υιοθετήθηκε, κατόπιν προσφυγής των εναγομένων, με την υπ' αριθ. 39/15-4-2016 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Οι άνω απορριπτικές διατάξεις, αναφερόμενες εκτενώς στα προαναφερόμενα έγγραφα των υπηρεσιών του κυρίου του έργου, έκριναν ότι δεν τελέστηκε καμία εκ των άνω πράξεων, μεταξύ των οποίων και της υπεξαίρεσης του εργολαβικού ανταλλάγματος από τον Γ. Π., υπό την ιδιότητά του ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, αναφερόμενη εκτενώς η άνω 39/15-4-2016 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στην προαναφερόμενη 20/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Έτσι, κρίθηκε αβάσιμος και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων ότι υπεξαιρέθηκαν από τον Γ. Π. τα εισπραχθέντα ως εργολαβικό αντάλλαγμα ποσά. Εντούτοις, παρότι με σωρεία εγγράφων των δημοσίων υπηρεσιών και αρχών, ως άνω αναφέρονται, αλλά και με τις άνω απορριπτικές εισαγγελικές διατάξεις, κρίθηκαν αβάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων, αυτοί συνέχισαν να εμμένουν στη διατύπωση των ίδιων καταγγελιών [βλ.
το υπ'αριθ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της ΠΚΜ, σε απάντηση των από 23-6-2016, 6-7-2016 και 22-7-2016 έγγραφων καταγγελιών της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ, καθώς και το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο ομοίως του Γενικού Διευθυντή της ΠΚΜ, σε απάντηση της από 31-10-2016 επιστολής της ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗΣ ΑΤΕ]. Σε νεότερη δε καταγγελία τους, βάσει των ίδιων ισχυρισμών, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, ο τελευταίος όχι μόνο την απέρριψε με την υπ' αριθ. ...-2016 διάταξή του, αλλά άσκησε αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη σε βάρος του Α.
Μ. , μεταξύ άλλων και για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση [βλ. σχετικά το από 14-10-2016 κατηγορητήριο που συνέταξε η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Κατερίνης], για τα οποία ως άνω αδικήματα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι [20] μηνών με τριετή αναστολή, με την υπ'αριθ. 515/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.
Αντίθετα δε με όσα καταγγέλλουν οι εναγόμενοι περί μη σύννομης εκτέλεσης του έργου, στο προσκομιζόμενο με αριθ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της ΙΙΚΜ, βεβαιώνεται ότι το έργο της "Περιφερειακής Οδού Κατερίνης", εκτελείται κανονικά, χωρίς καθυστερήσεις και μέχρι σήμερα [31-10-2016] έχει εκτελεστεί και πιστοποιηθεί ποσοστό 60% του έργου, η δε συνεργασία της ΠΚΜ και των υπηρεσιών αυτής με τον κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας "...
ΑΤΕ - ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ" κ. Γ. Π. , σχετικά με το εκτελούμενο έργο, είναι άψογη από πάσης πλευράς. Τα όσα δε η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται περί ακυρότητας ή εικονικότητας των από 17-6-2013 ιδιωτικών συμφωνητικών, διαψεύδονται από την ίδια με το από 25-8-2014 έγγραφό της προς την υπηρεσία της αναθέτουσας αρχής, όπου η εναγομένη, αναφερόμενη στα επίμαχα από 17-6-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα χαρακτηρίζει ως απολύτως νόμιμα.
Άλλωστε, ως προελέχθη, τα εν λόγω συμφωνητικά σκοπό είχαν να ρυθμίσουν τις μεταξύ των κοινοπρακτούντων εταιρειών σχέσεις, το δε περιεχόμενό τους δεν αφορούσε στον φορέα του έργου και στις αρμόδιες υπηρεσίες που επέβλεπαν τη σύννομη εκτέλεσή του, εφόσον γι' αυτές αντισυμβαλλόμενο μέρος ήταν η ανάδοχος κοινοπραξία και ο διορισμένος κοινός εκπρόσωπός της.
Οι όποιες δε διαφορές μεταξύ των κοινοπρακτούντων εταιρειών στην υλοποίηση των όσων με τα εν λόγω συμφωνητικά συμφωνήθηκαν, δεν θα μπορούσαν αρμοδίως να επιλυθούν ενώπιον των αρχών [δημόσιων υπηρεσιών ή εισαγγελικών αρχών] στις οποίες απευθύνθηκε η εναγομένη εταιρεία με τις προεκτιθέμενες καταγγελίες της, οι οποίες, όλες, αποδείχθηκαν ψευδείς και απορρίφθηκαν αβάσιμες στην ουσία τους.
Κατόπιν των ανωτέρω, οι εναγόμενοι, με την ανωτέρω μήνυσή τους σε βάρος του 2ου ενάγοντος Γ. Π. , που κατατέθηκε κατόπιν ομόφωνης απόφασης του Διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης, στο οποίο συμμετείχαν και οι 2ος και 3ος των εναγομένων, οι οποίοι και ενέκριναν το πλήρες περιεχόμενό της, διέπραξαν σε βάρος αυτού το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης, καθόσον οι πράξεις που του αποδόθηκαν ήταν ποινικά κολάσιμες και ψευδείς, οι δε εναγόμενοι γνώριζαν την αναλήθειά τους και απέβλεψαν με την ενέργειά τους αυτή να κινηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, ανεξαρτήτως αν τελικά η μήνυση αυτή απορρίφθηκε με τις ανωτέρω εισαγγελικές διατάξεις, αφού το αδίκημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρμόδια αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο ΙΙΙ. ii) νομική σκέψη.
Γνώριζαν δε οι εναγόμενοι εξαρχής την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκαν και δεν ενήργησαν αγνοώντας ανυπαίτια την αναλήθεια των σχετικών ισχυρισμών που περιέλαβαν σ' αυτή. Ο δόλος τους δε αυτός καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι, παρότι όλοι οι ισχυρισμοί τους απορρίφθηκαν τόσο με τα προαναφερόμενα έγγραφα των άνω υπηρεσιών του κυρίου του έργου όσο και με τις άνω εισαγγελικές διατάξεις, αυτοί συνέχισαν τη διατύπωση των ίδιων καταγγελιών με μεταγενέστερα έγγραφά τους ενώπιον των ίδιων υπηρεσιών αλλά και ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, κατά τα προαναφερόμενα.
Επιπλέον, τα όσα ως άνω ψευδή γεγονότα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι στην μήνυσή τους εν γνώσει του ψεύδους τους, σχετικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, Γ. Π. , ως νομίμου εκπροσώπου της και κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, που ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων και ιδίως των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που χειρίστηκαν την εν λόγω μήνυση, με αποτέλεσμα να τελέσουν σε βάρος του ενάγοντος Γ.
Π. και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, εφόσον με τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς, που περιέχουν ονειδισμό και αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, τον κατέστησαν ύποπτο στις αρχές, εμφανίζοντάς τον ως άτομο ανέντιμο στις συναλλαγές, που μετέρχεται ανέντιμες και δόλιες μεθόδους προς ικανοποίηση δικών του συμφερόντων.
Συνακόλουθα, στοιχειοθετουμένης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ, βάσει της οποίας οι εναγόμενοι επικαλούνται πως ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς διαφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων τους, εφόσον ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται στην περίπτωση της απλής και όχι της συκοφαντικής δυσφήμησης, απορριπτομένης εντεύθεν της σχετικώς προβληθείσας ένστασης ως αβάσιμης, την οποία παραδεκτά επανέφεραν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατ' αποδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης των εναγόντων, το Δικαστήριο τούτο, εφαρμόζοντας το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της επί της ουσίας αποφάσεώς του [βλ. ΟλΑΠ 1/2020, Κυρ. Οικονόμου, Η Έφεση, Κατ'άρθρο ερμηνεία του ΚΠολΔ, σελ. 326-329 με τις εκεί παραπομπές], κρίνει, ως προς την ενάγουσα εταιρεία, ...
ΑΤΕ, ότι δεν στοιχειοθετείται μεν το αδίκημα της δυσφήμησης ανωνύμου εταιρείας μετά την κατάργηση του άρθρου 364 Π.Κ. με την θέση σε ισχύ του Νέου Ποινικού Κώδικα [Ν. 4619/11-6-2019], ωστόσο, οι εμπεριεχόμενοι στη μήνυση ψευδείς ισχυρισμοί των εναγομένων εν γνώσει της αναλήθειάς τους, όπως και σε πλείστες καταγγελίες της πρώτης εναγομένης ενώπιον των υπηρεσιών του κυρίου του έργου, συνιστούν αδικοπρακτική κατ' άρθρα 914, 919 και 920 ΑΚ συμπεριφορά, παράνομη και υπαίτια, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη [288 ΑΚ] που διέπουν τις συναλλαγές.
οι ψευδείς αυτοί ισχυρισμοί, προσέβαλαν την υπόληψη - φήμη του νομικού προσώπου της ενάγουσας εταιρείας, κατ' άρθρα 57 και 59 ΑΚ, το οποίο, όπως και το φυσικό πρόσωπο, είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος που εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Ήτοι, έπληξαν την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον, καθόσον τα ισχυριζόμενα γεγονότα ήταν πρόσφορα να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις της και αφορούσαν στις δραστηριότητές της, στην οικονομική της κατάσταση, γενικά στις εργασίες της και στα πρόσωπα που την διοικούν και την διευθύνουν, έθεσαν δε αυτήν στον κίνδυνο να κηρυχθεί έκπτωτη η ανάδοχος κοινοπραξία από το εν λόγω έργο με συνεπακόλουθη συνέπεια να καταπέσουν σε βάρος της οι εκδοθείσες αποκλειστικά από αυτήν εγγυητικές επιστολές, να σταματήσει η κατασκευή του έργου και να αμφισβητηθεί η ικανότητά της να εκπληρώσει τον καταστατικό της σκοπό, εν προκειμένω την ανάληψη δημοσίων έργων, αλλά και των εν γένει συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της αντιδίκου της - πρώτης εναγομένης.
Από την, κατά τα ανωτέρω, άδικη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, ευθυνομένων κατ' άρθρο 71 ΑΚ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα των εναγόντων και υπέστησαν ηθική βλάβη, βλάβη της τιμής και της υπόληψής τους κατά τα ανωτέρω, προς αποκατάσταση της οποίας, το Δικαστήριο τούτο θεωρεί, ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση, με γνώμονα την ένταση της προσβολής [διττής για τον ενάγοντα, ήτοι από την συκοφαντική δυσφήμηση και την ψευδή καταμήνυση, κατά τα ακολουθούντα], το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, την ψυχική ταλαιπωρία και τη στεναχώρια που δοκίμασε ο δεύτερος των εναγόντων και τον κλονισμό της πίστης και εμπιστοσύνης των τρίτων προς την πρώτη των εναγόντων από τις ανωτέρω ενέργειες και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και όλες εν γένει τις συνθήκες, πρέπει να προσδιοριστεί στο εύλογο ποσό των 15.000 € για την πρώτη ενάγουσα και στο ενιαίο ποσό των 12.000 € για τον δεύτερο ενάγοντα.... ...>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 932 του ΑΚ, 229, 363 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179, 764, 229, 236 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.. Και τούτο διότι, σύμφωνα τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, επειδή ο δεύτερος αναιρεσείων δήλωσε αδυναμία συμμετοχής στην χρηματοδότηση του έργου και στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών που αναλογούσαν στην πρώτη αναιρεσείουσα από τη συμμετοχή της στην Κοινοπραξία, οι διάδικοι υπέγραψαν τα από 17-6-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη ανέλαβε την έκδοση του συνόλου των απαιτούμενων για την υπογραφή της συμβάσεως έργου εγγυητικών επιστολών, ποσού 7.861.340 ευρώ από το ΤΣΜΕΔΕ, ένεκα δε του υψηλότερου κινδύνου που ανέλαβε αυτή, η ανάδοχος κοινοπραξία εισέφερε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το 80% του συνόλου του έργου και στην πρώτη αναιρεσείουσα το 20% του συνόλου του έργου, σε περίπτωση δε που η πρώτη αναιρεσείουσα εντός 6 μηνών και υπό τον όρο ότι δεν θα έχει αρχίσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου αντικαταστήσει το 1/2 των εγγυητικών επιστολών που εξέδωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη με νέες εγγυητικές επιστολές που θα εκδώσει η ίδια, τότε θα τροποποιηθούν τα ως άνω συμφωνητικά και τα ποσοστά εισφοράς έργου θα μετατραπούν σε 50% προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και 50% προς την πρώτη αναιρεσείουσα και σε περίπτωση που η πρώτη αναιρεσίβλητη εντός 6 μηνών και υπό τον όρο ότι δεν θα έχει αρχίσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου αντικαταστήσει το σύνολο των παραπάνω εγγυητικών επιστολών που εξέδωσε από το ΤΣΜΕΔΕ με νέες εγγυητικές επιστολές που θα εκδώσει η ίδια από οποιαδήποτε τράπεζα, τότε εφόσον δεν θα υφίσταται η εγγύηση της πρώτης αναιρεσείουσας προς το ΤΣΜΕΔΕ, θα τροποποιηθούν τα ιδιωτικά συμφωνητικά και τα ποσοστά εισφοράς έργου θα μετατραπούν σε 100% προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και 0% προς την πρώτη αναιρεσείουσα.
Μετά τη σύναψη των ως άνω συμφωνητικών, κατόπιν αιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το ΤΣΜΕΔΕ, εκδόθηκαν εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως του έργου, τις οποίες τελικά η πρώτη αναιρεσίβλητη αντικατέστησε με εγγυητικές επιστολές της Τράπεζας Αττικής πριν τη σύναψη της εργολαβικής συμβάσεως και πριν την έναρξη της εκτελέσεως των εργασιών του έργου, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα δεν αντικατέστησε το 1/2 των εγγυητικών επιστολών που είχε καταθέσει η πρώτη αναιρεσίβλητη με άλλες δικές της, μέχρι την έναρξη των εργασιών, ώστε να συμμετάσχει και αυτή στην εκτέλεση του έργου κατά ποσοστό 50%, όπως είχε συμφωνηθεί με τα ως άνω συμφωνητικά, με αποτέλεσμα την άρνηση της πρώτης αναιρεσίβλητης να αναβιώσει το δικαίωμα συμμετοχής της πρώτης αναιρεσείουσας στο έργο μετά την εκπρόθεσμη, στις 2-9-2013, αντικατάσταση του 50% των εγγυητικών επιστολών.
Περαιτέρω, με την υποβολή της από 24-3-2014 μηνύσεώς της η πρώτη αναιρεσείουσα, κατόπιν ομόφωνης αποφάσεως του ΔΣ αυτής, αποτελούμενου από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, ζήτησε την ποινική δίωξη του προϊσταμένου της Δ/νσης Τ.Υ., του επιβλέποντος μηχανικού και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης από κοινού, της υπεξαιρέσεως, της απιστίας στην υπηρεσία και της ψευδούς βεβαιώσεως στην υπηρεσία, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με εισαγγελική διάταξη.
Οι αναιρεσείοντες με την υποβολή της ως άνω μηνύσεως τέλεσαν σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως, καθόσον γνώριζαν την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκαν και απέβλεψαν να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, καθώς και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθόσον τα ψευδή γεγονότα που ισχυρίστηκαν εν γνώσει του ψεύδους τους, ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του.
Και τούτο διότι, ενώ οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι τα ως συμφωνητικά ρύθμιζαν τις μεταξύ των κοινοπρακτούντων εταιρειών σχέσεις, το περιεχόμενό τους δεν αφορούσε στον φορέα του έργου και στις αρμόδιες υπηρεσίες που επέβλεπαν τη σύννομη εκτέλεσή του, και οι όποιες διαφορές μεταξύ των κοινοπρακτούντων εταιρειών στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων δεν θα μπορούσαν να επιλυθούν από τις δημόσιες υπηρεσίες και τις εισαγγελικές αρχές, εντούτοις αυτοί με την ως άνω μήνυση και τις καταγγελίες τους ενώπιον των δημοσίων υπηρεσιών προέβησαν στην ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και επιπλέον προσέβαλαν τη φήμη της πρώτης αναιρεσίβλητης, δηλαδή έπληξαν την εμπορική της πίστη, την επαγγελματική της υπόληψη και το εμπορικό της μέλλον, καθόσον τα γεγονότα που ισχυρίσθηκαν ήταν πρόσφορα να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και στις επιχειρήσεις και δραστηριότητές της.
Ο δόλος των αναιρεσειόντων καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι, ενώ οι ισχυρισμοί τους απορρίφθηκαν εγγράφως από τις υπηρεσίες του κυρίου του έργου και με τις εισαγγελικές διατάξεις, αυτοί συνέχισαν την διατύπωση των ίδιων καταγγελιών και με μεταγενέστερα έγγραφά τους ενώπιον των ίδιων υπηρεσιών και του Εισαγγελέα Πλημ/δικών Κατερίνης.
Εξάλλου, η περιεχόμενη στον πρώτο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 229 και 236 ΑΚ, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα με το από 25-8-2014 έγγραφό της ενέκρινε την μεταβίβαση του έργου κατά ποσοστό 100% στην αναιρεσίβλητη είναι αβάσιμη, διότι το δικαστήριο από το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου έκρινε ότι διαψεύδεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας ή εικονικότητας των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, στους οποίους δεν προσέφυγε, παρότι διαπίστωσε έμμεσα κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών στα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά, αλλά κατέφυγε σε εξωτερικά στοιχεία, ενώ αν προσέφευγε στους ως άνω κανόνες θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι η συμφωνία ήταν να κατατεθούν οι εγγυητικές επιστολές του ΤΣΜΕΔΕ και μόνον αυτές και η αλλαγή τους θα επερχόταν μετά την υπογραφή της συμβάσεως.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των κοινοπρακτουσών εταιρειών που συμβλήθηκαν στα τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, ούτε προέβη σε ερμηνεία αυτών, αλλά ανέφερε επακριβώς τα κείμενα των συμφωνητικών με τους περιεχόμενους σ' αυτά σαφείς όρους και συμφωνίες, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 278/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης