Supreme Court dismisses appeal for non-exhausted evidence regarding a will's validity in Greek inheritance law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final court decision regarding the validity of a public will. The appellant argued that the appellate court ignored critical mobile phone messages proving the testator's true intent, but the court found this claim vague and unsupported. The court ruled that the lower court had properly considered all evidence and that its assessment of the messages' weight was a matter of fact review, not legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging ignored evidence must specify the content of the claim and the evidence's critical nature, otherwise it is inadmissible, and appellate courts' factual assessments are final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Δ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Αρτόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Γκούβα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Κ. χήρας Θ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-7-2019 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 22/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την τακτική δικαιοδοσία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 12-8-2015 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατά της ήδη αναιρεσείουσας (και άλλων τριών), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι καθώς και η Ε.
Κ. χήρα Θ. το γένος Ι. Κ., μητέρα τους, η οποία απεβίωσε την 7-10-2017 και στη θέση της υπεισήλθαν οι λοιποί ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ζήτησαν την ακύρωση της αναφερόμενης και νομίμως δημοσιευμένης δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος την ...-2015 Ν. Κ., τέκνου της πρώτης (ήδη αποβιωσάσης) και αδελφού των λοιπών, με την οποία διαθήκη εγκαθιστούσε κληρονόμο του την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σύζυγό του, ο μεταξύ των οποίων γάμος λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμ. 82/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την σε αυτήν (διαθήκη) αίρεση σε περίπτωση προαποβιώσεως της συζύγου του περιουσία του να περιέλθει στους λοιπούς εναγόμενους κατά τον αναφερόμενο τρόπο και κατά το αναφερόμενο μερίδιο σε καθένα εξ αυτών, και περαιτέρω την αναγνώρισή τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ανωτέρω κληρονομούμενου κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 4/2017 οριστική απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως προς τους συνεναγομένους της ήδη αναιρεσείουσας-εναγομένης ως παθητικά ανομιμοποίητη, λόγω μη πληρώσεως της ρηθείσας εκ της διαθήκης αίρεσης, ενώ δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η τελευταία, άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας την από 26-5-2017 έφεση της, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την εκδοθείσα, επίσης αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια διαδικασία, προαναφερθείσα (υπ' αριθμ. 22/2019) προσβαλλομένη απόφαση του.
Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και σε ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνεται η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, Α.Π. 16/2023, Α.Π. 1559/2022), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (Α.Π. 348/2023, ΑΠ 972/2022, ΑΠ 892/2019).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) Κ.Πολ.Δ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων-αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλαδή αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ Ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ Ολ. 28/1998).
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές-πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Δηλαδή η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ Ολ. 11/2017, ΑΠ Ολ. 1/2016, ΑΠ Ολ. 27/1998, ΑΠ 1559/2022).
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλαδή στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και όχι δικονομική διάταξη, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας (Α.Π. 16/2023, ΑΠ 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης του νόμου, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι διότι στο οικείο δικόγραφο δεν προσδιορίζονται από την αναιρεσείουσα, η διάταξη ή οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών.
Επίσης δεν διαλαμβάνονται έστω και συνοπτικά όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το ακυρώσιμο της ένδικης διαθήκης με τετιμημένη την αναιρεσείουσα, υπό τα οποία συντελέστηκε η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η καταγνωσθείσα νομική συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ούτε εξάλλου εξειδικεύεται ποίες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες που περιέχονται στην προσβαλλομένη απόφαση και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται σε αυτήν, σε τι συνίσταται η αντίφαση, επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 λόγων αναίρεσης.
Πέραν τούτου, υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης των λόγων αυτών αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως οι άνω λόγοι είναι απορριπτέοι.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 76/2016).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε κατ' ουσία ισχυρισμό, για τον οποίο, σύμφωνα με τον περί τούτου αναιρετικό λόγο, δεν είχαν προταθεί ή είχαν προταθεί ελλιπώς στις προτάσεις τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να διαλαμβάνονται τα περιστατικά που ο διάδικος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού (ΑΠ 256/2012).
Ακόμη πρέπει να αναφέρεται ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλαδή συνέβαλε η παραδοχή του στη διαμόρφωση του διατακτικού όπως και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ούτω προταθέντος ισχυρισμού, προκειμένου να κριθεί εάν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικός λόγος ή εάν αντιθέτως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, συνιστούν απλώς προσδιοριστικά στοιχεία παραδεκτώς προβληθέντος νομίμου ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019, 34/2015). Με τον δεύτερο λόγο τη αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους βάσιμους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αποδείκνυαν τη πραγματική βούληση του διαθέτη Ν. Κ. να είναι η αναιρεσείουσα (πρώην σύζυγός του) η μοναδική κληρονόμος του σε κάθε περίπτωση, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία θα γνώριζε την ακυρότητα του γάμου ή τη μέχρι του χρόνου του θανάτου του αμετάκλητη λύση του με διαζύγιο, οπότε η τεθείσα υπέρ της διάταξη θα ήταν έγκυρη.
Ο υπό κρίση λόγος έτσι διατυπωμένος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας καθόσον δεν καθορίζονται οι νομίμως προταθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας τους οποίους παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, παρεκτός του ότι είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα διηγηματικώς για τη θεμελίωση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας δεν αποτελούν "πράγματα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και συμπεράσματα που συνάγονται από την ίδια σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, και δεν θεμελιώνουν λόγους από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 961/2023, Α.Π. 1551/2022, ΑΠ 1782/2017).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 500/2019). Για την πληρότητα δε του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται:
α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε και το περιεχόμενο του ισχυρισμού ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Α.Π.1419/2023, Α.Π. 242/2023).
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη τις εκτυπώσεις εκ του κινητού της τηλεφώνου των μεταξύ της ιδίας και του διαθέτη ανταλλαγέντων μέχρι τον Απρίλιο 2015, λίγους μήνες προ του θανάτου του, φιλικών μηνυμάτων μέσω της κινητής τηλεφωνίας από τις οποίες αποδεικνύεται πλήρως ποια ήταν η πραγματική βούληση του διαθέτη σχετικά με την τεθείσα υπέρ της στην ένδικη διαθήκη διάταξη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθώς δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, αλλά ούτε το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού μέσου ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η κρισιμότητά του.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από την αναιρεσείουσα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.
Επομένως και ο ερευνώμενος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 22/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-7-2019 αίτηση για αναίρεση της 22/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ