Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly applied the law at the time of the original judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the appellate court ignored specific evidence like a parental support contract and Google Earth photos to prove the respondent rented out buildings exceeding the initial residence size. The court found the appellate court had explicitly considered all submitted documents and witness testimonies to form its conviction, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 533(2) of the Code of Civil Procedure and Article 2 of the Civil Code; The appellate court must apply the law valid at the time of the first-instance judgment unless a new law with retroactive effect explicitly governs the case, and the appeal's legality review is based on the law applicable to the substantive trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1878/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Τ. του Αντωνίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-10-2017 και 20-3-2018 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4329/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1454/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 7 και 8/1991, ΑΠ 306/2017).
Έτσι, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου που ορίζουν οι παραπάνω διατάξεις, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).
Με το ν. 4800/2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, μετά την διακοπή της συμβίωσης των γονέων τους ή το διαζύγιο ή την ακύρωση του γάμου τους, με σκοπό, όπως αναφέρεται και στη σχετική εισηγητική έκθεση, την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου με βάση την αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματα τους έναντι του τέκνου και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του.
Έτσι, στο άρθρο 1 του παραπάνω νόμου, που προσδιορίζει τον σκοπό και το αντικείμενο του, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου διά της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού.
Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με τον ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με τον ν. 4531/2018 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές".
Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510 παρ. 1, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 8 και 10 του ν. 4800/2021, και οι οποίες δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζονται τα εξής:
Στο άρθρο 1510 παρ.1 ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του", στο άρθρο 1511 ΑΚ ότι "1.
Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της.
Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3.
Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4.
Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του", στο άρθρο 1512 ΑΚ ότι "Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο", στο άρθρο 1513 ΑΚ ότι: "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα....", στο άρθρο 1514 ΑΚ ότι "1.
Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα.
Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή.
Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για στην άσκηση της γονικής μέριμνας", και στο άρθρο 1518 ΑΚ ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.
Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις.
Γι` αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει".
Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, ορίζεται πλέον ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και "εξίσου" (άρθρο 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (άρθρο 1513), ότι κατά παρέκκλιση της διάταξης αυτής του άρθρου 1513, που ορίζει την από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας, ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις ρύθμισης με διαφορετικό τρόπο της γονικής μέριμνας με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας των γονέων, με προσφυγή από τον ένα γονέα στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εάν δεν καταστεί δυνατή τέτοια συμφωνία και, τελικά, με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση:
να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ` ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, για την λήψη της οποίας απόφασης ρητά ορίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς για την άσκηση της γονικής μέριμνας (άρθρο 1514).
Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου (άρθρο 1511 ΑΚ) όπως και οι προϊσχύσασες, πλην όμως, σε αντίθεση με αυτές, οι οποίες προέκριναν την αποκλειστική επιμέλεια, οι νέες διατάξεις ορίζουν πλέον την συνεπιμέλεια των γονέων επί των ανηλίκων τέκνων τους, και μόνο όταν αυτή δεν είναι δυνατή και ιδίως αν πρόκειται να αποβεί σε βάρος του συμφέροντος του ανηλίκου, το δικαστήριο μπορεί, κατά παρέκκλιση, όπως αναφέρεται στον τίτλο του άρθρου 1514 ΑΚ, να κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί η επιμέλεια στον ένα γονέα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ, συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου, που αποτελεί δικαίωμα και καθήκον των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού και εξ ίσου, περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος και δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, αυτοί εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα, ακόμα και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή δικαστική απόφαση.
Επομένως, καθιερώνεται η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά το χωρισμό των γονέων, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια του γάμου, ώστε αυτοί να μην είναι υποχρεωμένοι πλέον να καταφύγουν στο δικαστήριο προκειμένου να ρυθμίσουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας. Το σύστημα αυτό, δηλαδή, είναι υποχρεωτικό, με την έννοια ότι εφαρμόζεται αυτομάτως και εκ του νόμου, ακόμη κι όταν δεν συμφωνεί ο ένας γονέας ή δεν υπάρχει δικαστική απόφαση.
Καταδεικνύεται έτσι η αναγκαιότητα αδιατάραχτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του, καθόσον η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων, δεν πρέπει να μεταβάλλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας αυτού, η οποία επιβάλλεται να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, αφού κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της, είναι το "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανήλικου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Η προβλεπόμενη ως άνω από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί μόνο με συμφωνία των γονέων ή με απόφαση του Δικαστηρίου στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο κάθε γονέας, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 ΑΚ. Είναι προφανές ότι ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του ως άνω άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του "συμφέροντος" του τέκνου.
Ωστόσο, πέραν από την επιβαλλόμενη, με την παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου, υποχρέωση του δικαστηρίου να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων κλπ,, για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, παρέχονται για πρώτη φορά, με την παράγραφο 2 του νέου άρθρου, εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, όπως η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, η συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και η συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1518 ΑΚ, που αφορά στην επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει την σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του και την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει. Ωστόσο, τα παραπάνω κριτήρια, τα οποία δεν παύουν να είναι ενδεικτικά, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους στο σύνολό τους, αφού δεν αποκλείεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να οδηγούν σε λύσεις αντίθετες προς το συμφέρον του τέκνου, το οποίο προσδιορίζεται εξατομικευμένα, με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει, και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητάς του, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού.
Επίσης, το ανήλικο εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται και οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Σύμφωνα με τη μέχρι σήμερα νομολογία και τη θεωρία, η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη, ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στην μητέρα τους, λόγω του ότι αυτά έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής καθώς και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση εξακολουθεί να καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.
Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.
Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.
Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του (ΑΠ 157/2022, ΑΠ 1473/2021).
Εξάλλου, εφόσον το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1218/2006), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015,ΑΠ 537/2012).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 535/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, σχετικά με την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι διάδικοι Μ. Π. και Λ. Τ. τέλεσαν νόμιμο γάμο στη Θεσσαλονίκη στις 6-5-2006 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα τέκνο την ..., που γεννήθηκε στις 25-3-2008.
Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά το Μάρτιο του 2009, ο δε γάμος τους λύθηκε συναινετικά κατόπιν κοινής αίτησής τους με την υπ' αριθμό 1156/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητη. Με την παραπάνω απόφαση που απήγγειλε τη λύση του γάμου τους επικυρώθηκε και η από 27-4-2009 έγγραφη συμφωνία τους, με την οποία η επιμέλεια της ανήλικης ...ς ανατέθηκε λόγω της ηλικίας της στη μητέρα της και ρυθμίστηκε η επικοινωνία του πατέρα με το παραπάνω τέκνο του, η οποία συμφωνήθηκε να λαμβάνει χώρα: 1] κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από το απόγευμα της Παρασκευής έως το πρωί της Δευτέρας, 2] την Πέμπτη πριν από το πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από το απόγευμα της ημέρας αυτής έως το πρωί της Παρασκευής που ακολουθεί και τη Δευτέρα μετά το πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από το απόγευμα της ημέρας αυτής έως το πρωί της Τρίτης που ακολουθεί, 3] μία εβδομάδα κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, 4] μία εβδομάδα κατά τις εορτές του Πάσχα και 5] 30 ημέρες το Καλοκαίρι.
Με το ίδιο συμφωνητικό Λ. Τ. ανέλαβε την υποχρέωσε να καταβάλει για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του ανήλικου τέκνου του το ποσό των 300 ευρώ το μήνα καθώς και το σύνολο των εξόδων για την ιατρική και φαρμακευτική του περίθαλψη έως την ηλικία των 2 1/2 ετών και την εγγραφή του στον παιδικό σταθμό, ενώ μετά την εγγραφή της ανήλικης στον παιδικό σταθμό η Μ.
Π. δήλωσε ότι θα επιδιώξει να εργαστεί ώστε να συμμετέχει ανάλογα στις διατροφικές ανάγκες του τέκνου τους. Έκτοτε την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης την ασκεί στα πλαίσια των συμφωνηθέντων η μητέρα της, ενώ ο πατέρας της ανήλικης επικοινωνεί ανελλιπώς με αυτή στα πλαίσια της ορισθείσας επικοινωνίας.
Μετά την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού και τη λύση του γάμου τους οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η μεν Μ. Π. τη με αριθμό κατάθεσης 20773/2010 αγωγή με την οποία, επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών ζήτησε να περιοριστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του Λ. Τ. με το ανήλικο τέκνο τους, ο δε Λ.
Τ. τη με αριθμό κατάθεσης 5931/2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτόν η επιμέλεια του παραπάνω τέκνου τους. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό 10554/2012 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε στην ουσία τους αμφότερες τις αγωγές, δεχόμενη μεταξύ άλλων ότι η μητέρα της ανήλικης ασκεί επαρκώς τα εκ της επιμέλειας καθήκοντά της και ότι οι αναφερόμενοι στη με αριθμό κατάθεσης 5931/2011 αγωγή του Α.
Τ. μικροτραυματισμοί της ανήλικης που συνέβησαν στις 13-10-2009, στις 20-11-2009 και στις 3-12-2009 είναι συνηθισμένοι για παιδιά της ηλικίας της που αρχίζουν να κάνουν τα πρώτα τους σταθερά βήματα και δεν στοιχειοθετούν κακή άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της από μέρους της μητέρας της. Ο ενάγων πατέρας της ανήλικης στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής του ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 10554/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συνέβησαν νέα πραγματικά περιστατικά που καταδεικνύουν ότι η εναγομένη δεν είναι κατάλληλη να ασκεί την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης και ειδικότερα:
α] περιστατικό τραυματισμού της ανήλικης στις 11-8-2014, ενόσω ήταν με τη μητέρα της, με αποτέλεσμα να της γίνουν ράμματα στο πηγούνι και β] περιστατικό τραυματισμού της ανήλικης την άνοιξη του έτους 2016, κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής στην οποία τη συνόδευε η εναγομένη μητέρα της, χωρίς κατά τους ισχυρισμούς του να την επιτηρεί προσηκόντως, με αποτέλεσμα να τη χτυπήσει ένα ξύλο στη μύτη ενόσω έπαιζε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά.
Τα περιστατικά ωστόσο αυτά δεν στοιχειοθετούν κακή άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης, καθόσον πρόκειται για τυχαίους μικροτραυματισμούς κατά το παιχνίδι, που είναι συνηθισμένοι σε παιδιά αυτής της ηλικίας, πολλώ δε μάλλον τη στιγμή που το δεύτερο από τα αναφερόμενα περιστατικά [για το πρώτο δεν αποδείχθηκαν οι συνθήκες τραυματισμού] έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της σχολικής εκδρομής κατά την οποία τα παιδιά ήταν υπό την επιπλέον επίβλεψη και των δασκάλων τους.
Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν οι λοιποί ισχυρισμοί του ενάγοντος και δη ότι η εναγομένη μητέρα της ανήλικης πραγματοποίησε μία φορά, η οποία δεν προσδιορίζεται χρονικά, νυχτερινή έξοδο αφήνοντας μόνη την ανήλικη το σπίτι, ότι δεν αφιερώνει επαρκή χρόνο για το τέκνο της παρόλο που έχει τη δυνατότητα προς τούτο και ότι αποτελεί κακό πρότυπο ζωής γι' αυτό, καθόσον αναλώνει το χρόνο της σε κομμωτήρια, κέντρα αισθητικής και νυχτερινά μαγαζιά.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είναι φιλόστοργη και υπεύθυνη μητέρα και ότι κατά τις ημέρες που η ανήλικη βρίσκεται υπό την εποπτεία της [όταν ο ενάγων δεν ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο του] αναλώνει τον ελεύθερο χρόνο της στην εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την επιμέλεια του προσώπου της επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για τη σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη της ανήλικης, τη διαπαιδαγώγηση και την πρόοδό της, καλύπτοντας με επάρκεια όλες τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητάς της.
Η ανήλικη ...- όπως κατέστη σαφές κατά την επικοινωνία της Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου με αυτή, είναι ένα χαρούμενο και ισορροπημένο παιδί, που εισπράττει αγάπη και από τους δύο γονείς της και μεγαλώνει σε ένα ασφαλές και προστατευτικό περιβάλλον, αν και νιώθει έντονα τον ανταγωνισμό που επικρατεί στις σχέσεις των γονέων της.
Η ανήλικη δεν εξέφρασε κανένα παράπονο για τη μητέρα της, η οποία- όπως αυθόρμητα δήλωσε- την προσέχει και την αγαπά, ενώ περαιτέρω έδειξε να απολαμβάνει ιδιαίτερα την επικοινωνία με τον πατέρα της, με τον οποίο έχει αναπτύξει μία στενή σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης. Από κανένα, επομένως, στοιχείο δεν προέκυψε μεταβολή των συνθηκών, οι οποίες να δικαιολογούν την αφαίρεση της επιμέλειας από τη μητέρα της ανήλικης και την ανάθεση αυτής στον πατέρα της, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι το συμφέρον της ανήλικης επιβάλλει να μη διαταραχθεί η καθημερινότητά της, όπως αυτή έχει ήδη διαμορφωθεί και να συνεχίσει η επιμέλεια να ασκείται από τη μητέρα της και ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη με αριθμό κατάθεσης 6515/4957/2018 αγωγή του ενάγοντας και ήδη εκκαλούντος Λ.
Τ. ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων στην ουσία τους όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εκκαλών με την έφεσή του κατά το μέρος που προσβάλλεται με αυτή το κεφάλαιο της απόφασης που απέρριψε την ασκηθείσα ως άνω αγωγή του..,,". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4329/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που είχε απορρίψει την από 20.3.2018 αγωγή του περί μεταρρύθμισης της 10554/20212 απόφασης του ίδιου ανωτέρω δικαστηρίου και ανάθεσης της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων αποκλειστικά στον ίδιο (αναιρεσείοντα).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512,-1514, 1518 και 1536 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου, δεδομένου ότι ορθώς υπήγαγε σε αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και παραμέτρους και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι το (βέλτιστο) αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει την ανάθεσή της επιμέλειας του προσώπου αυτού αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη μητέρα του και ότι δεν συντρέχει λόγος μεταρρύθμισης της προηγούμενης 10554/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου στον αναιρεσείοντα πατέρα του ή και στους δύο διαδίκους γονείς του, με χρονική μεταξύ αυτών κατανομή της άσκησής της, όπως προβλέπεται πλέον μετά τον Ν.4800/2021, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ακόλουθες παραδοχές, ήτοι:
α) ότι η ανήλικη διαμένει με την μητέρα της από τότε που διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των γονέων της και λύθηκε ο γάμος τους συναινετικά με την 1156/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη και με την οποία επικυρώθηκε και η από 27.4.2009 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων περί ανάθεσης της επιμέλειας της ανήλικης στην μητέρα της, σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, β) ότι, ακολούθως, με την 10554/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος περί μεταρρύθμισης του ανωτέρω συμφωνητικού ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου στη μητέρα, δεχόμενη η ανωτέρω απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) ασκεί επαρκώς τα εκ της επιμέλειας καθήκοντά της και οι επικαλούμενοι από τον αναιρεσείοντα μικροτραυματισμοί που συνέβησαν στις 13.10.2009, 20.11.2009 και 3.12.2009 είναι συνηθισμένοι για παιδιά της ηλικίας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων που κάνουν τα πρώτα σταθερά βήματα και δεν στοιχειοθετούν κακή άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του από την μητέρα, γ) ότι η αναιρεσίβλητη τυγχάνει φιλόστοργη και υπεύθυνη μητέρα, αναλώνει τον ελεύθερο χρόνο της στην εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για τη σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη της ανήλικης, τη διαπαιδαγώγηση και την πρόοδό της, καλύπτοντας με επάρκεια όλες τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητάς της, ενώ οι επικαλούμενοι μικροτραυματισμοί στις 11.8.2014 και την άνοιξη του έτους 2016, κατά τη διάρκεια σχολικής εκδρομής, δεν στοιχειοθετούν κακή άσκηση της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης, καθόσον πρόκειται για τυχαίους τραυματισμούς κατά το παιχνίδι, χωρίς, περαιτέρω, να αποδειχθούν οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και δη ότι η αναιρεσίβλητη μητέρα της ανήλικης πραγματοποίησε νυχτερινή έξοδο, που δεν προσδιορίζεται χρονικά, αφήνοντας μόνη την ανήλικη στο σπίτι, ότι δεν αφιερώνει επαρκή χρόνο για το τέκνο της και ότι αποτελεί κακό πρότυπο ζωής, καθόσον αναλώνει το χρόνο σε κομμωτήρια, κέντρα αισθητικής και νυχτερινά μαγαζιά και δ) ότι η ανήλικη, όπως κατέστη σαφές κατά την επικοινωνία της δικαστή του Εφετείου με αυτή, είναι ένα ισορροπημένο και χαρούμενο παιδί, που μεγαλώνει σε ένα ασφαλές περιβάλλον, εισπράττει αγάπη και από τους δύο γονείς της και δεν εξέφρασε κανένα παράπονο για τη μητέρα της, η οποία, όπως αυθόρμητα δήλωσε, την προσέχει και την αγαπά.
Επομένως, ο σχετικός, κατά τα οικεία του σκέλη, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι ως άνω λόγοι, με τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ως προς το, κατά τις απόψεις του, συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για την ανάθεση της επιμέλειας αυτού αποκλειστικά σ' εκείνον είναι απαράδεκτοι, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 1400/2018, ΑΠ 1598/2014, ΑΠ 559/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του: (α) ότι η αναιρεσίβλητη προσπαθεί να επιβάλει λάθος πρότυπα εμφάνισης και συμπεριφοράς στην ανήλικη θυγατέρα τους, με αποτέλεσμα να της δημιουργεί συναισθήματα μειονεξίας και κατωτερότητας, αναφέροντάς της ότι είναι υπέρβαρη και ότι υφίσταται θέμα αισθητικό με τα δόντια της, (β) ότι από τα πρώτα χρόνια του χωρισμού του με την αναιρεσίβλητη, η τελευταία τον προσβάλλει στα μάτια της ανήλικης, χρησιμοποιώντας απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και ειρωνικά σχόλια, προσπαθώντας έτσι να τον αποξενώσει από την ανήλικη, (γ) ότι σε περίπτωση που ανατίθετο η επιμέλεια της κόρης του στον αναιρεσείοντα δεν θα επέρχονταν ανατροπή του τρόπου ζωής και της καθημερινότητάς της και συνεπώς δεν θα προκαλούνταν καμία διαταραχή και δυσχέρεια προσαρμογής, δεδομένου ότι το κατ' εξοχήν οικείο περιβάλλον της κόρης του αποτελούσε η οικία του, στην οποία διέμεναν οικογενειακώς μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, δεν θα άλλαζε σχολικό περιβάλλον και η κόρη του απολαμβάνει ιδιαίτερα την επικοινωνία μαζί του, έχοντας αναπτυχθεί μεταξύ τους στενή σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης, (δ) ότι διαθέτει άφθονο χρόνο για την ανατροφή της ανήλικης, λόγω της ευελιξίας ως προς τον καθορισμό του χρόνου εργασίας του, σε αντίθεση με τη μητέρα που εργάζεται σε βάρδιες με τελείως ανελαστικό πρόγραμμα και (ε) ότι αυτός ως ο πατέρας της ανήλικης δεν θεωρείται λιγότερο ή περισσότερο κατάλληλος, αλλά μπορεί να καταστεί το πρόσωπο που είναι κατ' εξοχήν κατάλληλο για την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη της ανήλικης.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν είχαν αυτοτέλεια αλλά αποτελούσαν μέρος των πιο πάνω αγωγικών ισχυρισμών, οι οποίοι ερευνήθηκαν κατά τα ανωτέρω και απορρίφθηκαν, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο αναφέρεται ότι αφενός δεν αποδείχθηκαν οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για έλλειψη επαρκούς χρόνου φροντίδας του ανήλικου τέκνου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αποτελούσας κακό πρότυπο ζωής για την ανήλικη, αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη είναι φιλόστοργη και υπεύθυνη μητέρα και επιδεικνύει ενδιαφέρον για τη σωστή ψυχοσωματική ανάπτυξη, τη διαπαιδαγώγηση και την πρόοδο της ανήλικης, η οποία είναι ένα ισορροπημένο παιδί που εισπράττει αγάπη και από τους δύο γονείς και μεγαλώνει σε ένα ασφαλές περιβάλλον και δεν εξέφρασε παράπονο για την μητέρα που την προσέχει και την αγαπά, ενώ περαιτέρω έδειξε να απολαμβάνει ιδιαίτερα την επικοινωνία με τον πατέρα της, με τον οποίο έχει αναπτύξει μία στενή σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 και 1494 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας, όμως, τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του, η δε δικαιούμενη (ανάλογη) διατροφή του περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη συντήρηση, ανατροφή και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης, εκπαίδευσης και την κατάσταση υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου.
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ` αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του. Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος.
Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου. Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κλπ, καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1048/2015, ΑΠ 120/2013).
Επιπλέον, με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ καθιερώνεται μια γενική, αφηρημένη και διηνεκής υποχρέωση καλόπιστης συναλλακτικής συμπεριφοράς, που αποτελεί βασική δικαιοηθική αρχή, η οποία καλύπτει όλο το πεδίο του αστικού δικαίου. Ως καλή πίστη νοείται η εντιμότητα και ευθύτητα, που επιβάλλουν οι συναλλαγές σε ένα χρηστό και έμφρονα άνθρωπο.
Η κατά το ως άνω άρθρο καλή πίστη διέπει όχι μόνο τις ενοχές υπό ευρεία έννοια, αλλά και κάθε έννομη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, που πηγάζει από το νόμο, ήτοι από μη ενοχικά δικαιώματα, όπως και τα οικογενειακά. Έτσι, διέπει και την από τις ως άνω διατάξεις υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, τα προσδιοριστικά στοιχεία της οποίας επηρεάζονται τόσο από την προσωπική-επαγγελματική εργασία του υποχρέου, όσο και από την κατά τους νόμους της αγοράς εκμετάλλευση της περιουσίας του.
Στις περιπτώσεις αυτές το εισόδημα που εναντίον της καλής πίστης απέφυγε να αποκτήσει ο γονέας συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό της διατροφής του ανηλίκου τέκνου του, διότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1489 εδάφ. β` του ΑΚ, στις δυνάμεις (οικονομικές) του γονέα, κατ` αναλογία των οποίων αυτός υποχρεούται σε διατροφή του τέκνου του, περιλαμβάνονται και τα εισοδήματα που απέφυγε να αποκτήσει για τους προαναφερόμενους λόγους (ΑΠ 1507/2001.
ΑΠ 1016/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, σχετικά με την διατροφή του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκπροσωπούμενη από την ενάγουσα ανήλικη ηλικίας 10 ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διαμένει με τη μητέρα της σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας της τελευταίας και συνεπώς δεν βαρύνεται με δαπάνες ενοικίου.
Η ίδια είναι μαθήτρια δημόσιου δημοτικού σχολείου, ενώ παράλληλα παρακολουθεί κατ' οίκον μαθήματα αγγλικής γλώσσας με δαπάνη, η οποία επιμεριζόμενη σε εύρος 12 μηνών ανέρχεται στο ποσό των 45 ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένου και του κόστους των απαιτούμενων βιβλίων. Περαιτέρω συμμετέχει σε προπονήσεις βόλλεϋ, δραστηριότητα για την οποία απαιτείται το ποσό των 300 ευρώ ετησίως, ήτοι το ποσό των 25 ευρώ μηνιαίως.
Κατά τα λοιπά η ανήλικη έχει τις συνήθεις δαπάνες συντήρησης, ένδυσης και ψυχαγωγίας των παιδιών της ηλικίας της που ζουν υπό παρόμοιες συνθήκες. Η ανήλικη δεν μπορεί να εξασφαλίσει με τις δικές της δυνάμεις την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, καθόσον δεν διαθέτει εισοδήματα από περιουσία και λόγω της ανηλικότητάς της δεν μπορεί να εργαστεί.
Έχει, επομένως, νόμιμη αξίωση διατροφής έναντι των γονέων της, οι οποίοι ενέχονται ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις. Ο εναγόμενος πατέρας της ανήλικης είναι ομόρρυθμος εταίρος μαζί με τον αδελφό του Α. Τ. στην εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία έχει ως αντικείμενο οικοδομικές δραστηριότητες.
Η εταιρία αυτή, η οποία μετά το έτος 2006 δεν έχει προβεί στην κατασκευή οποιουδήποτε έργου, διαθέτει στο όνομά της οκτώ ακίνητα που βρίσκονται σε οικοδομές που έχει ανεγείρει, και δεν μπόρεσε να εκποιήσει, από την εκμίσθωση των οποίων εισπράττει ετησίως το ποσό των 22.000 ευρώ περίπου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το έτος 2015 συνέστησε μαζί με τον αδελφό του Α.
Τ. την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ... ΟΕ" η οποία είχε ως αντικείμενο την εκμετάλλευση της καφετερίας με το διακριτικό τίτλο ..., που βρίσκεται στην περιοχή Χαριλάου Θεσσαλονίκης, επί της ... αρ. 24, από την οποία απεχώρησε τον Οκτώβριο του έτους 2018 λόγω της ζημιογόνου λειτουργίας της καφετέριας, με αποτέλεσμα τη λύση της εταιρίας.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας- εκκαλούσας ότι η λειτουργία της επιχείρησης είναι κερδοφόρα και ότι ο εναγόμενος- εφεσίβλητος και εκκαλών εξακολουθεί ως αφανής εταίρος να λαμβάνει το 50% των κερδών από την εκμετάλλευση της καφετέριας, η οποία λειτουργεί πλέον ως ατομική επιχείρηση του αδελφού του, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Ο εναγόμενος δεν βαρύνεται με δαπάνη ενοικίου διότι διαμένει σε ιδιόκτητο διαμέρισμα εμβαδού 114 τμ που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της οικοδομής που είναι κτισμένη επί της οδού ... και ανεγέρθηκε από την προαναφερθείσα εργολαβική εταιρία του ίδιου και του αδελφού του. Περαιτέρω είναι κύριος ενός ακόμη διαμερίσματος εμβαδού 93,65 τμ που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της ίδιας οικοδομής, το οποίο εκμισθώνει και εισπράττει μίσθωμα ύψους 480 ευρώ μηνιαίως και συγκύριος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου [το υπόλοιπο 50% ανήκει στον αδελφό του] ενός καταστήματος εμβαδού 127 τμ επί της ...
αρ. 26, το οποίο εκμίσθωναν έως το Μάιο του 2017 και εισέπρατταν μίσθωμα ύψους 600 ευρώ μηνιαίως. Επίσης έχει το 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του καταστήματος όπου στεγάζεται η καφετέρια ... εμβαδού 117 τμ το οποίο ανήκει κατά το δικαίωμα της επικαρπίας στους γονείς του ... ... κατά ποσοστό 80% και Α. Τ. κατά ποσοστό 20%.
Τέλος, είναι κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ... 1329 κ.ε., έτους κυκλοφορίας 2009, το οποίο χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της μετακίνησής του. Άλλη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εναγόμενος, τα εισοδήματα του οποίου από την εκμετάλλευση των ανωτέρω ακινήτων ιδιοκτησίας του ίδιου και της εταιρίας "...
ΟΕ" ανήλθαν το έτος 2016 σε 14.630,22 ευρώ, το έτος 2017 σε 11.314,46 ευρώ και το έτος 2018 σε 10.882,71 ευρώ. Η ενάγουσα μητέρα της ανήλικης εργάζεται με εξάωρη πενθήμερη απασχόληση στην αλυσίδα super market με την επωνυμία ... ΑΕ" με ετήσιες αποδοχές ύψους 9.486,81 ευρώ το έτος 2016, 9.665,63 ευρώ το έτος 2017 και 10.474,10 ευρώ το έτος 2018. Η ίδια διαμένει μαζί με την ανήλικη ...
σε ιδιόκτητο διαμέρισμα εμβαδού 86 τμ που βρίσκεται επί της οδού ... και συνεπώς δεν βαρύνεται με την καταβολή ενοικίου. Το ακίνητό αυτό η ενάγουσα το αγόρασε με δάνειο που έλαβε από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ύψους 75.000 ευρώ για την εξόφληση του οποίου, καταβάλει μηνιαία δόση ύψους 200 ευρώ, ποσό το οποίο δεν αφαιρείται από τα εισοδήματα της, λαμβάνεται όμως υπόψη κατά τον καθορισμό των βιοτικών της αναγκών και της αξίας της περιουσίας της.
Περαιτέρω είναι κυρία μίας εξοχικής κατοικίας εμβαδού 70 τμ που βρίσκεται στην περιοχή Λαγκαδίκια Θεσσαλονίκης, έξι αγροτεμαχίων μικρής οικονομικής αξίας, στην ίδια περιοχή [δύο εκ των οποίων της ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα και τα λοιπά κατά διάφορα ποσοστά συγκυριότητας] τα οποία όμως δεν της αποφέρουν εισόδημα, ούτε αποδείχθηκε ότι μπορούν να της αποφέρουν εισόδημα, και ποσοστού 2,6% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου 4.875 τμ στο δ.δ.
Θερμαϊκού- Ν. Επιβατών, το οποίο είναι επίσης, απρόσοδο. Τέλος είναι κυρία ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου τύπου ... το οποίο χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις της, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της ανήλικης, το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη συντήρηση, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση και ψυχαγωγία της ανήλικης και είναι ανάλογο με τις συνθήκες της ζωής της και τους όρους διαβίωσής της, με μέτρο τις συνθήκες ζωής και τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων της ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ μηνιαίως.
Στο ποσό δε αυτό συνυπολογίζονται και οι αποτιμώμενες σε χρήμα συναφείς με τη φροντίδα του προσώπου της ανήλικης υπηρεσίες, που είναι αναγκαίες για την ανατροφή της, καθώς και οι δαπάνες που της αναλογούν στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της κατοικίας όπου διαμένει μαζί με αυτή. Στην παραπάνω δαπάνη διατροφής ο εναγόμενος πατέρας της ανήλικης υποχρεούται να συμμετέχει με βάση τις προαναφερθείσες οικονομικές του δυνατότητες, συσχετιζόμενες με τις προαναφερθείσες οικονομικές δυνατότητες της μητέρας αυτής με το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό βαρύνεται την ενάγουσα μητέρα της, που έχει ανάλογη των οικονομικών της δυνατοτήτων υποχρέωση διατροφής της.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα της με αριθμό κατάθεσης ... αγωγής ως συνεισφορά στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους ...ς και για λογαριασμό της τελευταίας το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την από 10.7.2019 έφεση της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε την από 4.6.2019 έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 4329/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο της από 6.10.2017 αγωγής της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση διατροφής για το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχτηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την πρώτη ημέρα κάθε μήνα και για διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής ως συνεισφορά στη διατροφή του εκπροσωπούμενου από αυτήν τέκνου τους ...ς και για λογαριασμό του τελευταίου το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης και έως την εξόφληση.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ.2, 1487, 1489 εδ. β`, 1493, 1494 και 288 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και στη συνέχεια καθόρισε το ποσό της οφειλόμενης διατροφής από τον αναιρεσείοντα για το ανήλικο τέκνο τους στο ως άνω ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως ανάλογα με τις δυνάμεις των διαδίκων γονέων, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη το σύνολο των ως άνω αναφερόμενων οικονομικών δυνάμεων, δυνατοτήτων, υποχρεώσεων και λοιπών συνθηκών διαβιώσεως και βιοτικών αναγκών των διαδίκων, συνεκτιμώντας και την ύπαρξη εξοχικής κατοικίας της αναιρεσίβλητης, κειμένης στα Λαγκαδίκια Θεσσαλονίκης, για την οποία, όμως, δέχθηκε ότι δεν αποφέρει ούτε και θα μπορούσε να αποφέρει σ' αυτή κάποιο εισόδημα.
Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, α) το ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Παναγιώτας Καλτσά, β) τις φωτογραφίες και εκτυπώσεις από το google earth του οικοπέδου με τα επίμαχα κτίσματα που υφίστανται σ' αυτό και γ) το έντυπο Ε2 αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων οικονομικού έτους 2011, το έντυπο Ε1 δήλωση φορολογίας εισοδήματος του ίδιου έτους και το Εκκαθαριστικό για το ίδιο έτος της αναιρεσίβλητης, από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτή εκμίσθωνε, με μίσθωμα 200 ευρώ μηνιαίως, δύο από τα κτίσματα (διώροφες μεζονέτες) που έχουν ανεγερθεί, πέραν της αρχικής κατοικίας των 75 τμ, στο οικόπεδο που βρίσκεται στα Λαγκαδίκια Θεσσαλονίκης.
Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμούς ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκαν με επιμέλεια του Λ.
Τ. ύστερα από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του........ την υπ' αριθμ.... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε με επιμέλεια του Λ. Τ. ύστερα από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου του......... και λαμβάνεται υπόψη μόνο για την αντίκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν από αυτή το πρώτο με τις προτάσεις της της παρούσας συζήτησης, και το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν..", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και τα ανωτέρω έγγραφα και δεν τα αγνόησε.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.11.2020 αίτηση του Λ. Τ. για αναίρεση της 1454/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ