Supreme Court dismisses retrial request for omitted appeal grounds as they were already fully examined in prior decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the applicants' request for a retrial of previously rejected appeal grounds. The court found that all alleged omissions had already been thoroughly examined and rejected in the prior decision of 1203/2017. Consequently, the court ruled that the retrial request was baseless and ordered the applicants to pay the costs of the civil party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 370 and 514 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may review omitted appeal grounds only if they are independent, admissible, and distinct from previously rejected arguments, without constituting a mere correction of errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1878/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αιτούντων: 1)Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο και 2)Κ. Γ. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Δημήτριο Κορμπάκη, ο οποίος ορίστηκε με την υπ'αριθμ.37/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για επανεξέταση παραλειφθέντων λόγων αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ.1203/2017 απόφαση του Ε'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. χήρα Ι. Α., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου.
Οι αιτούντες, ζητούν την επανεξέταση παραλειφθέντων λόγων αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ.1203/2017 απόφαση του Ε'Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14/12/2018 αίτηση επανεξέτασης παραλειφθέντων λόγων αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 39/18.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τα άρθρα 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ, κατά της απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναίρεσης αλλά, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναίρεσης, που σωρευτικώς διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο αναίρεσης, να επανέλθει και τον εξετάσει, χωρίς αυτό να αντιτίθεται στις παραπάνω διατάξεις, διότι, επί του μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου, δεν υπάρχει απόφαση.
Η δυνατότητα επανεξέτασης από τον Άρειο Πάγο αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους του αναιρετηρίου ή του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν με προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτά και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους αναίρεσης που απορρίφθηκαν και ακόμη να μην αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν.
Η απόρριψη των λόγων αναίρεσης , που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της απόφασης, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απόρριψης η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, διότι εκείνο που αποτελεί αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν είναι η ορθότητα ή μη της απορριπτικής κρίσης του Δικαστηρίου, αλλά αν δεν εξετάστηκε από παραδρομή κάποιος από τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου ή και εκείνου των πρόσθετων λόγων, και συνεπώς δεν υπήρξε απόφαση επ` αυτού οπότε, αν βασίμως παραπονείται ο αιτών την επανεξέταση αναίρεσης, το Δικαστήριο θα κάνει δεκτή την αίτηση και θα επανεξετάσει τον λόγο αναίρεσης, τον οποίο μπορεί να απορρίψει ή να τον κρίνει δεκτό και αναιρέσει στο σύνολο της ή εν μέρει την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση (ΑΠ 1039/2013, ΑΠ 1518/2010, ΑΠ 206/2010)
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της επανεξέτασης των κατωτέρω δύο από τους πέντε λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι με την υπ' αρ. 777/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών οι ήδη αιτούντες-αναιρεσείοντες, Β.
Γ. και Κ. Γ., κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν πρώτος υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση ο δε δεύτερος άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά της απόφασης αυτής, οι αιτούντες άσκησαν την από 28-4-2016 κοινή αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας, εκδόθηκε η 1203/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που την απέρριψε ως αβάσιμη .
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν : Α) τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 Ε' ΚΠΔ πρώτο λόγο αναίρεσης , περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 375 ΠΚ και των άρθρων 719, 212, 229 επ. του Α.Κ., για το λόγο ότι ο πρώτος εξ αυτών φέρεται να έχει καταρτίσει σύμβαση με την εταιρεία ... για το άνοιγμα χρηματιστηριακού κωδικού και εκείθεν για τη διενέργεια χρηματιστηριακών παραγγελιών, εν αγνοία της μηνύτριας και χωρίς στον κωδικό να εισέλθουν κατά το άνοιγμα του χρήματα αλλά ούτε και μετοχές, ότι όλες οι πράξεις του ανωτέρω κωδικού, πραγματοποιήθηκαν με "αέρα", εκτός από την επιγενόμενη κατάθεση 1000 μετοχών της εταιρείας ..., οι οποίες αποδεδειγμένα είχαν αγοραστεί από τον ίδιο, μέσω προσωπικού κωδικού του, και του ανήκαν, ότι πρόκειται για ψευδοαντιπροσώπευση και, από τη στιγμή που η μηνύτρια δεν ενέκρινε αλλά τον καταμήνυσε και για πλαστογραφία ως προς την κατάρτιση της σύμβασης, η τελευταία θεωρείται ότι καταρτίσθηκε επ' ονόματι του και δυνάμει αυτής κατέστη κύριος του καταλοίπου σε χρήματα και μετοχές, ότι το ίδιο θα ήταν το αποτέλεσμα ακόμη και αν κρινόταν ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων της και ότι συνεπώς η μηνύτρια ουδέποτε απέκτησε κυριότητα του καταλοίπου του ανωτέρω κωδικού είτε σε χρήματα είτε σε μετοχές, αφού κύριος αυτών ήταν αποκλειστικά ο ίδιος, οπότε ελλείπει η προϋπόθεση του "ξένου πράγματος" και δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, το δε Πενταμελές Εφετείο που έκρινε αντίθετα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 375 ΠΚ και 719, 212, 229 επ.
Α.Κ.
Β) τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ τρίτο λόγο, ότι το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε χωρίς καμία αιτιολογία τον επικουρικό ισχυρισμό του α) ότι, αν κριθεί ότι ενεργούσε ως εντολοδόχος και διαχειριστής της μηνύτριας, ο εντολοδόχος έχει μεν υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τι έλαβε ή ό,τι απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής, όχι όμως και ό,τι απέκτησε επ' ευκαιρία αυτής για δικό του λογαριασμό και χωρίς εσωτερική συνάφεια με την εντολή, όπως συνέβη εν προκειμένω, όπου το όποιο κέρδος προέκυψε αποκλειστικά από δικές του δεξιότητες για λογαριασμό του, χωρίς να σχετίζεται εσωτερικά με το χειρισμό της μετοχικής μερίδας της μηνύτριας στις εταιρείες ...
και ..., τις οποίες αφορούσε η εντολή της, χωρίς μετοχές ή χρήματα της μηνύτριας ,β) ότι εξάλλου ο εντολοδόχος ,που έχει κατ' άρθρο 325 ΑΚ ληξιπρόθεσμη αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του και τα έξοδα από τον εντολέα, δικαιούται να αρνηθεί στον εντολέα την απόδοση του ποσού που εισέπραξε κατά την εκτέλεση της εντολής, έως ότου ο εντολέας ικανοποιήσει την κατά τα άνω αξίωση του, ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, ότι εν προκειμένω η μηνύτρια ουδέποτε του κατέβαλε το ποσό των 5.173.388 δρχ.
που αντιστοιχεί στις νόμιμες προμήθειες του για την κίνηση του επίμαχου λογαριασμού και 5.218.785δρχ, που αντιστοιχεί σε χρεωστικούς τόκους των συναλλαγών αυτών, ότι νομίμως κατόπιν αυτού αρνείται να αποδώσει στη μηνύτρια οποιοδήποτε ποσό από την ανωτέρω αιτία και συνεπώς δεν συγκροτείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης ούτε υποκειμενικά ούτε αντικειμενικά .
Η ως άνω 1203/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου έκρινε ως εξής "...Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε επί μέρους πράξη αυτής, για τις οποίες καταδικάστηκαν, αντιστοίχως, οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα αναφορικά με τον πρώτο αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο( Β. Γ.), διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ιδιότητα που είχε αυτός, ως εντολοδόχος, (χρηματιστής) της μηνύτριας, προκειμένου να διαχειρίζεται για λογαριασμό της τις παραδοθείσες προς αυτόν αναφερόμενες μετοχές της ιδίας με επωφελείς αγοραπωλησίες και τοποθετήσεις στο χρηματιστήριο, καθώς και να της αποδίδει το τελικό προϊόν της σχετικής δραστηριότητας του (μετοχές, χρήματα), μνημονεύονται οι συγκεκριμένες μετοχές εταιρειών, συνολικής αξίας 59.721,29 ευρώ καθώς και το ποσό των 41.028,08 ευρώ, που ανήκαν στην μηνύτρια, ως προϊόντα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας της ανωτέρω δραστηριότητας και κατείχε αυτός κατά τη λήξη της συνεργασίας τους, εκτίθεται δε και η εκ μέρους του ιδιοποίηση των πραγμάτων αυτών, αφού δεν τα απέδωσε στη μηνύτρια εντολέα του, κατά τη λήξη της εν λόγω συνεργασίας.
Σε σχέση με τον δεύτερο αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, (Κ. Γ.), διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της ίδιας αποφάσεως η δράση του πρώτου κατηγορούμενου, πατέρα του και αυτουργού της ανωτέρω υπεξαιρέσεως , η γνώση του εγκληματικού του σχεδίου από τον ίδιο(δεύτερο αναιρεσείοντα) και η ηθελημένη συμβολή του κατά την τέλεση της περιγραφόμενης επί μέρους πράξεως του εγκλήματος τούτου με την ανάληψη από αυτόν συγκεκριμένων μετοχών για λογαριασμό της μηνύτριας από την αναφερόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία και την παράδοση τούτων στον πρώτο κατηγορούμενο που τις ιδιοποιήθηκε παράνομα, βοηθητικές αναγκαίες ενέργειες για τη διάπραξη της εν λόγω πράξεως από τον πρώτο.
Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, διότι: α) Πλήρως αιτιολογείται η κατά τα άνω ιδιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το μεν οι ιδιότητες του αυτές στηρίζονται στην αναφερόμενη σύμβαση εντολής για διαχείριση των μετοχών, που ανήκαν στη μηνύτρια, τα δε ως άνω υπεξαιρεθέντα ανήκαν σ' εκείνη, ως προϊόντα από την εκτέλεση της ανωτέρω εντολής και διαχειρίσεως, με την ειδικότερη παραδοχή, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, ως εντολοδόχος της μηνύτριας, ανέλαβε να διαχειρισθεί τις μνημονευόμενες, παραδοθείσες από την ίδια προς αυτόν, μετοχές της, προς το συμφέρον της και από την εκτέλεση της εν λόγω εντολής και διαχειρίσεως αυτός απέκτησε, από τις σχετικές χρηματιστηριακές συναλλαγές, τις επίσης μνημονευόμενες μετοχές συνολικής αξίας 59.721,200 ευρώ, ως και το ποσό των 41.028, 08 ευρώ, τα οποία, ενώ είχαν προέλθει από τίτλους και με χρήματα, που ανήκαν στα αναφερόμενα χαρτοφυλάκια αυτής, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, β) Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχουν εμφιλοχωρήσει λογικά κενά και αντιφάσεις , ως προς το αντικειμενικό στοιχείο του εγκλήματος, ότι τα άνω υπεξαιρεθέντα ήταν ξένα σε σχέση με τον πρώτο αναιρεσείοντα, ως ανήκοντα στη μηνύτρια, καθόσον, κατά τις παραδοχές της εν λόγω αποφάσεως, ναι μεν οι συναλλαγές γίνονταν με "αέρα", δηλαδή χωρίς την καταβολή μετρητών εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος, εντολοδόχου, με βάση την κρατούσα τότε χρηματιστηριακή πρακτική, πλην όμως, κατά τις επόμενες σαφείς παραδοχές της ίδιας αποφάσεως, που δεν συγκρούονται με τις προηγούμενες ούτε αντιφάσκουν προς αυτές, οι εν λόγω χρηματιστηριακές συναλλαγές και η απόκτηση από αυτόν των υπεξαιρεθέντων προϊόντων τους έγιναν με τίτλους της μηνύτριας και συνεπώς, τα αποκτηθέντα με τον τρόπο αυτό ανήκαν στην ίδια, ως προϊόντα της εντολής της και της εν συνεχεία διαχειρίσεως των μετοχών που δόθηκαν εκ μέρους της σ' αυτόν προς όφελος της.
γ) Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι από τον πρώτο αναιρεσείοντα ανοίχθηκε εν αγνοία της μηνύτριας και στο όνομα αυτής χρηματιστηριακή μερίδα με τον αναφερόμενο κωδικό, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή της ίδιας αποφάσεως, ότι εκείνος ενεργούσε ως εντολοδόχος και διαχειριστής της και ουδόλως αναιρείται η ιδιότητα του αυτή από την πρώτη των πιο πάνω παραδοχών, διότι πλήρως αιτιολογείται και συμπορεύεται με τις παραδοχές αυτές, ότι ο εν λόγω κωδικός χορηγήθηκε κατόπιν ενεργειών του, προκειμένου εκείνος να αποκρύψει και υπεξαιρέσει το ποσό των 41.028,08 ευρώ, το οποίο συνιστά προϊόν από την εκτέλεση της μεταξύ αυτού και της μηνύτριας εντολής, όπως ανελέγκτως έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, δ) Ο προβληθείς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας επικουρικός ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος περί ελλείψεως δόλου στο πρόσωπο του προς διάπραξη του επιδίκου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, καθόσον η άρνηση του να αποδώσει στη μηνύτρια το ποσό που εισέπραξε κατά την εκτέλεση της εντολής είναι νόμιμη, λόγω δικαιώματος επισχέσεως (εκ του άρθρου 325 ΑΚ) εξαιτίας ληξιπρόθεσμης αξιώσεως του εναντίον της για την πληρωμή της αμοιβής του (νόμιμων προμηθειών) με τους αναλογούντες χρεωστικούς τόκους από την κίνηση του επίμαχου κωδικού, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα από αυτόν, έτσι όπως προτάθηκε και περιλαμβάνεται στα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, με την έννοια που αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αλλά απλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, που ενεργεί ως επιχείρημα κατά του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου του άνω αναιρεσείοντος και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του, ενώ η εν λόγω αξιόποινη πράξη, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, προϋποθέτει κοινό δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περαστικών, που τη συγκροτούν αντικειμενικά και διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ε) Το Δικαστήριο της ουσίας με επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον προταθέντα επ' ακροατηρίου, δια του συνηγόρου του πρώτου αναιρεσείοντος, αυτοτελή ισχυρισμό περί ολικής, άλλως μερικής, εξαλείψεως του αξιοποίνου,... Κατ' ακολουθία τούτων, όλοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και ελλείψεως νόμιμης βάσεως (εκ πλαγίου παραβάσεως), από το αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος των αναιρεσειόντων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας".
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την 1203/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκαν οι προαναφερόμενοι πρώτος και τρίτος λόγοι, όπως και όλοι οι προβληθέντες λόγοι, και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση, με την οποία διώκεται η επανεξέταση των λόγων αυτών της αναίρεσης, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (176,183 ΚΠολΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/12/2015 αίτηση των Β. Γ. του Κ. και του Κ. Γ. του Β. για επανεξέταση της υπ' αρ. πρωτ. …09/2016 αίτησης για αναίρεση της 777/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει κάθε αιτούντα στα δικαστικά έξοδα ύψους διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ