Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding failure to consider medical certificate evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a medical malpractice claim. The appellant argued the court failed to consider a hospital certificate proving a facial scar, but the court found the certificate was implicitly reviewed based on the court's explicit statement that it considered all documents. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11g of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to explicitly mention every piece of evidence considered if the decision states it reviewed all documents and the content of the judgment confirms the evidence was taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1878/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-4-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του Β. Γ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα, έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει (ΑΠ 332/2014). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάγνωση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το από αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1994, 1/1999, ΑΠ 168/2015). Κατά την έννοια του άρθρου 932 Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932) (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια, ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 315/2015 απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-11-2011 και περί ώρα 21:13’ ο πρώτος ενάγων οδηγώντας τη με αριθ.
κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος, εργοστασίου κατασκευής HONDA MOTOR, τύπου varadero, 996 κ.ε. έβαινε στο 2ο χλμ. της εθνικής οδού ..., με κατεύθυνση από την Ξάνθη προς το ..., προκειμένου να εισέλθει σε παρακείμενο πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στην παραπάνω χιλιομετρική θέση στην κατεύθυνση προς το ....
Την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, τύπου 307, ασφαλισμένο για τις προς τρίτους προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της ιδίας οδού με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από το ...
προς την Ξάνθη. Η Ε.Ο. ... είναι διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος κάθε ρεύματος πορείας έχει πλάτος 4,3 μέτρα και στο συγκεκριμένο σημείο τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Στο 2ο χλμ. της ως άνω οδού στην κατεύθυνση από την πόλη της Ξάνθης προς το ...
βρίσκεται πρατήριο υγρών καυσίμων, στη δεύτερη είσοδο του οποίου για τον οδηγό που κινείται από το ... προς την Ξάνθη υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα Ρ-7, απαγορεύει την είσοδο στο πρατήριο από το συγκεκριμένο σημείο, το ανώτατο όριο ταχύτητας στην Ε.Ο. ορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 σε 70χλμ./ώρα, η οδός είναι οριζόντια ευθεία και κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ξηρά, παρά το ότι επικρατούσε παγωνιά, ήταν νύχτα με τεχνητό φωτισμό μόνο στο ρεύμα πορείας προς Ξάνθη και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια.
Ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας την πρόθεση να εισέλθει στο συγκεκριμένο πρατήριο υγρών καυσίμων, παρά το γεγονός ότι αυτό βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στο σημείο εκείνο δεν επιτρεπόταν ούτε η υπέρβαση της διπλής διαχωριστικής διαγράμμισης ούτε η είσοδος στο πρατήριο από τη συγκεκριμένη είσοδο, οδηγώντας αμελώς, δηλαδή χωρίς σύνεση και προσοχή στην οδήγηση την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και χωρίς να ασκεί έλεγχο του οχήματός του, έτσι ώστε να μη δημιουργήσει με τις ενέργειές του κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της οδού, υπερέβη τη διπλή διαχωριστική γραμμή, επιχείρησε ανέλεγκτα διέλευση επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας και προσπάθησε να εισέλθει στην είσοδο του πρατηρίου καυσίμων, παρά το ότι στο αντίθετο ρεύμα πορείας και αντιθέτως με την αρχική πορεία του οχήματός του κινούνταν η μοτοσικλέτα με οδηγό τον πρώτο ενάγοντα, το φως της οποίας ήταν ορατό για τον προσεκτικό οδηγό, αφού η ορατότητα επί της οδού δεν περιοριζόταν, έτσι ώστε ανέκοψε αιφνίδια την πορεία της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα το εμπρόσθιο μέρος της, παρά την επί μήκος 6 μέτρων τροχοπέδηση του μοτοσικλετιστή, να επιπέσει στο πλάγιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου στο ύψος του εμπρόσθιου τροχού - καθρέπτη, ο οποίος αποκόπηκε και εκτινάχθηκε κατά τη σύγκρουση.
Το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται εντός του ρεύματος πορείας προς το ... και σε απόσταση 1,7 μ. από τον άξονα της οδού, ενώ κατά τη σύγκρουση ο οδηγός της μοτοσικλέτας εκτινάχθηκε σε απόσταση 13,5 μέτρων αριστερά και διαγώνια από το σημείο της σύγκρουσης, πραγματοποιώντας κυβιστήσεις, η μοτοσικλέτα αφού εκτέλεσε πλάγια ολίσθηση μήκους 4,7 μέτρων και στη συνέχεια κινήθηκε κυκλικά, ακινητοποιήθηκε κοντά στο σημείο της σύγκρουσης, ενώ το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε δεξιά από το σημείο σύγκρουσης, έτσι ώστε το οπίσθιο τμήμα του να βρίσκεται σε απόσταση 2,6 μέτρων τελικώς από αυτό.
Αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου - πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ενήργησε κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8, 16 παρ. 4, 12 παρ. 1, 4 παρ. 3, 11, 17 παρ. 7 και 21 παρ. 1-3 του ΚΟΚ, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς με την επίδικη σύγκρουση. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου ότι δεν είδε τίποτα ούτε αντιλήφθηκε την επίδικη σύγκρουση, παρά μόνο άκουσε ένα θόρυβο.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την επίδικη σύγκρουση, αφού κινούνταν με επιτρεπόμενη ταχύτητα 60 χλμ./ώρα και διέκρινε μεν ότι το αυτοκίνητο είχε ακινητοποιηθεί επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής της οδού και είχε ενεργοποιήσει τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, σε καμία όμως περίπτωση όση σύνεση και προσοχή κι αν επεδείκνυε δεν μπορούσε να προβλέψει την απότομη και παράνομη κίνηση του οχήματος του πρώτου εναγομένου που παρεμβλήθηκε στη νόμιμη πορεία του εξαιρετικά αιφνίδια και σε απόσταση 15 μόλις μέτρων από τη μοτοσικλέτα του, προκειμένου να ενεργήσει τον παράνομο προς τα αριστερά ελιγμό του, αφού κάθε συνετός και επιμελής οδηγός θα ανέμενε να στρίψει προς τα αριστερά το αυτοκίνητο, όταν ελευθερωθεί η οδός από τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, ενώ τέλος ενήργησε τροχοπέδηση για την αποφυγή της σύγκρουσης.
Εξάλλου, η μη κατοχή κατά το χρόνο της σύγκρουσης άδειας οδήγησης μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού από τον πρώτο εναγόμενο, την οποία πάντως σε ελάχιστο χρονικό διάστημα απέκτησε (15-12-2011), ενώ κατείχε άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με την επίδικη σύγκρουση, αφού καμία παράνομη ή επικίνδυνη ενέργεια δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε ο πρώτος ενάγων.
Συνεπώς, είναι απορριπτέα η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων είναι συνυπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης κατά ποσοστό 30% έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, απορριπτομένων των αντίθετων της διά των προτάσεων αντέφεσης των εφεσιβλήτων-αντεκκαλούντων-εναγομένων ισχυρισμών.
Ο πρώτος ενάγων εξαιτίας της επίδικης σύγκρουσης υπέστη κάταγμα της διάφυσης περόνης της δεξιάς κνήμης, κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα πώγωνος, θλαστικό τραύμα δεξιάς υπόφρυας χώρας, θλαστικό τραύμα δεξιάς υπερκλείδιας χώρας. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο πρώτος ενάγων κατά την ώρα της σύγκρουσης φορούσε μεν κράνος, πλην όμως είχε ανασηκωμένη την καλύπτρα στο εμπρόσθιο μέρος αυτού, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με τον ως άνω τραυματισμό του στο πρόσωπο εξαιτίας της επίδικης σύγκρουσης.
Είναι, συνεπώς, συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% στα παρακάτω αναφερόμενα τραύματά του στην κεφαλή και το πρόσωπο, γενομένης δεκτής εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης περί συνυπαιτιότητάς του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με μερικώς διάφορη αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης.
Ο πρώτος ενάγων μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Ξάνθης, όπου νοσηλεύθηκε από τις 25-11-2011 μέχρι τις 6-12-2012, χειρουργήθηκε στις 26-11-2011 για την τοποθέτηση εξωτερικής οστεοσύνθεσης στη δεξιά κνήμη του. Τα θλαστικά τραύματα πώγωνος, δεξιάς υπόφρυας χώρας και δεξιάς υπερκλείδιας χώρας αντιμετωπίστηκαν με συρραφή.
Στις 13-2-2012 εισήχθη εκ νέου στο Νοσοκομείο Ξάνθης για αλλαγή του σώματος της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και δυναμοποίησή της, ενώ στις 16-3-2012 εισήχθη εκ νέου στο ως άνω νοσοκομείο για αφαίρεση της οστεοσύνθεσης και τοποθέτηση πλαστικού νάρθηκα "τύπου Sormiento". Ο πρώτος ενάγων, ηλικίας 20 ετών κατά το χρόνο της επίδικης σύγκρουσης, ήταν πρωταθλητής του τζούντο, μέλος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Τζούντο και του Αθλητικού Συλλόγου Τζούντο "....
Κατά τα έτη 2009
και 2010 ήταν μέλος της εθνικής ομάδας τζούντο Ανδρών με πλήθος ελληνικών και διεθνών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων του δεύτερου πανελληνιονίκη Ανδρών το 2009, και το 2010 στη κατηγορία των 73 κιλών. Λίγες ημέρες πριν από τον τραυματισμό του στην επίδικη σύγκρουση είχε αναδειχθεί πρώτος στο διεθνές πρωτάθλημα τζούντο στη Ρωσία στην κατηγορία των 66 κιλών και προετοιμαζόταν για την συμμετοχή του στην εθνική ομάδα τζούντο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το ερχόμενο καλοκαίρι του έτους 2012, πλην όμως ο επίδικος τραυματισμός του στέρησε αυτή τη δυνατότητα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας κατά την ένδικη σύγκρουση των οχημάτων, την ηλικία του πρώτου εκκαλούντος, την άριστη κατάσταση της υγείας του πριν από το ατύχημα και τις συνέπειες που προκάλεσε ο τραυματισμός του, τη βαρύτητα του πταίσματος του πρώτου εναγομένου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, το βαθμό της ταλαιπωρίας και του άλγους που ο εκκαλών υπέστη, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 179/2014 Ε7 2014/1002), κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 15.000,00 ευρώ.
Συνεπώς, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την επικαλούμενη απόφασή του καθόρισε μικρότερο ποσό για την ως άνω αξίωση του πρώτου ενάγοντος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του τρίτου λόγου της έφεσης και απορριπτομένου ως αβάσιμου του τέταρτου λόγου της διά των προτάσεων αντέφεσης...
Ακόμη, ο πρώτος ενάγων, με την κρινόμενη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι εξαιτίας του τραυματισμού του, κατά το επίδικο ατύχημα αλλοιώθηκε ανεπανόρθωτα η εξωτερική του εμφάνιση, καθώς παρουσιάζει μετατραυματική δυσμορφία προσώπου με ψηλαφητές οστικές παρεκτοπίσεις της κάτω γνάθου, που συνοδεύεται με διαταραχή της οδοντικής σύγκλησης, ουλές στο δεξί φρύδι, στο δεξιό μέρος της σιαγόνας, στο δεξί πόδι και κάτω από τις μασχάλες, οι οποίες συνεπάγονται δυσμενή επίδραση στην προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική του ζωή, ώστε δικαιούται αποζημίωσης κατ’ άρθρο 931 ΑΚ ποσού 50.000,00 ευρώ.
Όμως ο πρώτος ενάγων αιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή του και κονδύλια τόσο για απαραίτητες οδοντιατρικές επεμβάσεις όσο και για μέλλουσα πλαστική επέμβαση για την αποκατάσταση του σημαντικότερου μέρους των ως άνω παραμορφώσεων και δυσμορφιών, ώστε το αίτημα περί αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ είναι αντιφατικό και ως εκ τούτου απορριπτέο, ενώ ουλή στο φρύδι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται και η ουλή στο πόδι από την τοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης δεν αποτελεί παραμόρφωση για την οποία πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ για την επιδίκασή της.
Επομένως, το προαναφερόμενο κονδύλιο της υπό κρίση αγωγής είναι συνολικά απορριπτέο. Η πρωτοβάθμια απόφαση που ομοίως έκρινε δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο έκτος λόγος της υπό κρίση έφεσης". Και με τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί μικρότερο ποσό για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του και δίκασε κατ’ ουσίαν την αγωγή, επιδίκασε στον πρώτο ενάγοντα, για τον ως άνω λόγο, το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ απέρριψε το αίτημα της επιδικάσεως παροχής εκ του άρθρου 931 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την επιδίκαση του ποσού των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό, τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσείων - ενάγων υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις σωματικής βλάβης υπέρ του ανυπαιτίου για την πρόκληση του ατυχήματος παθόντος.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τμήμα του, για την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, στην προκείμενη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 931, 932 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί αρκούντως το αποδεικτικό της πόρισμα.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους: πρώτο, κατά το δεύτερο τμήμα του και δεύτερο, κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγους της αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επισημαίνεται ότι το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 20 αυτής) ότι "όμως ο πρώτος ενάγων αιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή του και κονδύλια τόσο για τις απαραίτητες οδοντιατρικές επεμβάσεις, όσο και για μέλλουσα πλαστική επέμβαση για την αποκατάσταση του σημαντικότερου μέρους των ως άνω παραμορφώσεων και δυσμορφιών, ώστε το αίτημα περί αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ είναι αντιφατικό", δεν αναιρεί την ως άνω κρίση της, διότι συμπληρώνεται στη συνέχεια το σκεπτικό της με τις παραδοχές ότι "ουλή στο φρύδι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται και η ουλή στο πόδι από την τοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης δεν αποτελεί παραμόρφωση για την οποία πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ για την επιδίκασή της".
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 168/2014).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος (ΑΠ 168/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο της αναιρέσεως κατά το τρίτο τμήμα του, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το δικαστήριο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11γ’ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του το .../1-12-2011 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Ξάνθης, στο οποίο βεβαιώνεται ρητώς ότι ο αναιρεσείων υποβλήθηκε σε συρραφή υπόφρυας χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την κοινή λογική και τα διδάγματα της πείρας, τη δημιουργία ουλής στην περιοχή του φρυδιού.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τη ρητή βεβαίωση του δικαστηρίου στην απόφαση, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, εκτός από τα ξενόγλωσσα και μη μεταφρασμένα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, στην οποία διαλαμβάνεται παραδοχή ότι "τα θλαστικά πώγωνος, δεξιάς υπόφρυας χώρας και δεξιάς υπερκλείδιας χώρας αντιμετωπίστηκαν με συρραφή", προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2016 με αρ. κατάθεση …2016 αίτηση για αναίρεσή της υπ’ αριθμ. 315/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ