Legislator Case Law & Legislation
1878/2016 AI generated

1878/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1878/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1878/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως καλή συμπεριφορά δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2ε Π.Κ., δεν νοείται η παθητικά καλή συμπεριφορά και διαγωγή ή μόνον η απουσία παραβατικότητας ή το συνήθως συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο (ΑΠ 21/2014)." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 Σ.

Keywords

AI generated
medical needs of child medical expenses inadequate psychiatric report cost-effectiveness of treatment insurance coverage of psychotherapy medical treatment
AI generated
787/2024
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
1330/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
1543/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
733/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
1552/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1878 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1878/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Δ. του Δ., ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Θεοδώρου Μιχαλόπουλου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2055/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Τ. που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Μαργέλλου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ...2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο ακροατήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας.

Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή.

Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτιών, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αρ. 2055/2015 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, προκύπτουν συναφώς με το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης τα εξής: Το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, κατά τη συνεδρίαση της 27ης.3.2015, αντιμετώπισε στην αρχή της διαδικασίας αίτημα που υποβλήθηκε από τον εμφανισθέντα δικηγόρο Αθηνών Θεόδωρο Μιχαλόπουλο, ο οποίος δήλωσε προς το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγω ασθενείας του, και ζήτησε την αναβολή της δίκης, προσκόμισε δε και την σχετική από 23.3.2015 ιατρική γνωμάτευση, η οποία και αναγνώσθηκε.

Ακολούθως, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας για διακοπή της δίκης, το Δικαστήριο, ως άλλωστε ήταν υποχρεωμένο, ερεύνησε τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και έκρινε ότι ο λόγος αναβολής μπορούσε να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης γι’ αυτό και διέταξε την διακοπή της για τη συνεδρίαση του για τις 22.4.2015, ήμερα Τετάρτη και ώρα 09:00 στο ίδιο ακροατήριο.

Ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, είναι αβάσιμος, καθότι το Δικαστήριο, πριν διατάξει την αναβολή ή μη της υπόθεσης, εφάρμοσε νομίμως και παραδεκτώς, ως άλλωστε είχε υποχρέωση, τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ., όπου, όπως προεκτέθηκε, ρητώς αναφέρεται "το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη διακοπή της δίκης", και επομένως ουδόλως μετέβη στο επόμενο στάδιο της απόρριψης ή μη του αιτήματος της αναβολής.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 του Π.Κ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.3666/2008 "Κύρωση σύμβασης ΟΗΕ κατά διαφθοράς και τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα" και ίσχυσε από 8.6.2008, καταλαμβάνει δε την επίδικη πράξη, ως εκ του χρόνου τελέσεώς της (10.6.2009) "Υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, α) Η ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α’ και 263 Α του ΠΚ., β) Η από μέρους αυτού του ιδίου ή δια μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, (Ολ.

ΑΠ 6/1998, Ολ. ΑΠ 1778/1993), ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι προπαρασκευαστικές ή βοηθητικές άλλης πράξεως ή αποφάσεως που τελικώς θα ενεργήσει ή θα λάβει άλλος υπάλληλος της υπηρεσίας του, αυτές συνιστούν δωροδοκία (ΑΠ 1337/2016, 498/2013, 1195/1994, 1149/1988). Μετά τη νέα αντικατάσταση του άρθρ. 235 ΠΚ δια του ν. 3666/2008, τα δώρα μπορεί να αποβλέπουν τόσο σε μελλοντική όσο και σε τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη.

Κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως. γ) Δόλος του δράστη, δηλαδή, γνώση του υπαλλήλου ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο, αρκούντος και του ενδεχομένου δόλου, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 2055/2015 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, της ανωμοτί καταθέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, της πρωτοδίκου αποφάσεως μετά των πρακτικών της και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που αναγνώσθηκαν καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Περί τις 15.5.2009, η θυγατέρα του πολιτικώς ενάγοντος, Δ.

Τ., ηλικίας, μόλις, 19 μηνών, εμφάνισε χωλότητα και αστάθεια βάδισης. Οι γονείς της τη μετέφεραν στο Νοσοκομείο ..., πλην όμως, κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας της, η κατάστασή της υγείας της παρουσίασε επιδείνωση, με καταβολή, νωθρότητα και υπνηλία και τελικά, στις 22.5.2009, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο ...", όπου και διαπιστώθηκε μάζα οπισθίου βόθρου και λόγω της γενικής κατάστασης.

Τέθηκε, αμέσως, υπό φαρμακευτική αγωγή και υποβλήθηκε σε διαγνωστικές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και MRI εγκεφάλου. Από την εξέταση αυτή διαπιστώθηκε χωροκατακτητική βλάβη, διαστάσεων 2 cm x 1,7 x l,9 cm, χωρίς όμως να διαγνωστεί η φύση της. Έγινε νευρολογική εκτίμηση από τον αρμόδιο ιατρό και διαπιστώθηκε υπολειπόμενη κινητικότητα αριστερού κάτω άκρου.

Στη συνέχεια, κλήθηκε ο ογκολόγος και ο κατηγορούμενος, ιατρός νευρολόγος, επιστημονικός υπεύθυνος και προϊστάμενος του Νευροχειρουργικού Τμήματος του ως άνω νοσοκομείου από το 1990, ο οποίος, ως εκ τούτου, φέρει την ιδιότητα του υπαλλήλου. Ο τελευταίος δήλωσε στον πατέρα του βρέφους, πολιτικώς ενάγοντα, ότι αδυνατούσε να επέμβει χειρουργικώς για αφαίρεση της μάζας, καθόσον υπήρχε περίπτωση υδροκεφαλισμού, εξαιτίας του οιδήματος.

Στη συνέχεια, τη διενέργεια διαγνωστικών εξετάσεων και τη θεραπευτική αγωγή του παιδιού ανέλαβαν οι ιατροί της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, όπου παρέμενε τούτο νοσηλευόμενο, ενώ, έκτοτε, ο κατηγορούμενος ουδεμία επαφή είχε ή οποιαδήποτε ενημέρωση για την πορεία της υγείας του. Μάλιστα λίγες ημέρες αργότερα, αναχώρησε με άδεια, εκτός Αθηνών και επέστρεψε στις 9.6.2009.

Το ανήλικο τέκνο του πολιτικώς ενάγοντος συνέχισε να νοσηλεύεται στη ΜΕΘ και να υποβάλλεται σε διαγνωστικές εξετάσεις και θεραπευτική αγωγή. Παρά το γεγονός δε ότι η κλινική εικόνα του βελτιώθηκε, δεν κατέστη δυνατό να διαγνωστεί η φύση της μάζας του εγκεφάλου. Για το λόγο αυτό, οι θεράποντες ιατροί συνέστησαν στους γονείς του τη διακομιδή του σε εξειδικευμένη κλινική του εξωτερικού, έγινε δε αποδεκτό από το ...

της Ρώμης, του οποίου προΐστατο ο καθηγητής C. D. R., ο οποίος ανέλαβε την άμεση χειρουργική αφαίρεση της μάζας. Όπως αποδεικνύεται από το .../2009 ενημερωτικό σημείωμα, το ανήλικο εξήλθε της ΜΕΘ στις 9.6.2009 και μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του ίδιου Νοσοκομείου, της οποίας, όπως προαναφέρεται, προΐστατο ο κατηγορούμενος.

Ο τελευταίος, λοιπόν, είχε, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του, την αρμοδιότητα να βεβαιώσει, εγγράφως, την αναγκαιότητα της μετάβασης της ασθενούς στο ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα της Ιταλίας, προκειμένου να δικαιολογηθούν τα έξοδα της μεταβάσεως και της νοσηλείας από το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον, βεβαίως, αυτός είχε την προς τούτο επιστημονική άποψη.

Έτσι, τις πρωινές ώρες της 10ης.6.2009, ο πολιτικώς ενάγων επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, προκειμένου να του ζητήσει τη σχετική βεβαίωση. Ο τελευταίος, ο οποίος, μόλις είχε επιστρέψει από την άδειά του και δεν είχε ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας της ανήλικης, ζήτησε το φάκελο της, τον οποίο και του προσκόμισε αμέσως ο πολιτικώς ενάγων.

Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την κατάσταση της υγείας του βρέφους καθώς και για την επιστημονική άποψη των συναδέλφων του της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, οι οποίοι είχαν δηλώσει αδυναμία να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα υγείας του, καθώς και για τις επαφές που είχαν λάβει χώρα μεταξύ αυτών του ως άνω εξειδικευμένου νοσοκομείου, αρνήθηκε κατηγορηματικά να χορηγήσει την ως άνω βεβαίωση, επικαλούμενος, καταρχήν, αντίθετη επιστημονική άποψη.

Μετά από τις εκκλήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, δήλωσε ανενδοίαστα ότι για τη βεβαίωση αυτή παίρνει αμοιβή 3.000 Ευρώ. Υπό το κράτος της ψυχολογικής πίεσης και του φόβου για την υγεία της θυγατέρας του, ο πολιτικώς ενάγων του πρόσφερε άμεσα το ποσό των 1.000 Ευρώ, που κατάφερε να συγκεντρώσει και υποσχέθηκε ότι θα του καταβάλει το υπόλοιπο της αμέσως επόμενες ημέρες.

Μετά ταύτα και χωρίς ενδοιασμό, ο κατηγορούμενος χορήγησε τη 1...10.6.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε, μεταξύ άλλων, ότι "πρέπει να γίνει διερεύνηση με στερεοτακτική βιοψία κάτω από διεγχειρητικό νευροφυσιολογικό έλεγχο και ενδεχόμενη θεραπεία. Αυτό δεν γίνεται στην Ελλάδα και πρέπει να μεταγεί στο εξωτερικό (Ευρώπη)".

Καταδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο κατηγορούμενος πρόβαλε αντιρρήσεις για τη χορήγηση της βεβαίωσης, η οποία αναγόταν στα καθήκοντά του και την οποία όφειλε να χορηγήσει χωρίς αμοιβή, όχι, λόγω αντίθετης της επιστημονικής άποψής του, αλλά, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό να πιέσει τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος τελούσε σε καθεστώς έντονης ψυχολογικής έντασης, αγωνίας και άγχους για την άμεση αντιμετώπιση της υγείας του τέκνου του, να εξουδετερώσει τις όποιες αντιρρήσεις του, ώστε να του καταβάλει αμέσως το παραπάνω ποσό Στις 12.9.2009, όμως, ο πολιτικώς ενάγων, συνειδητοποιώντας τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, προέβη σε προφορική καταγγελία στη Διοικήτρια του ως άνω νοσοκομείου και, στη συνέχεια, στις 26.6.2009, κατέθεσε έγγραφη κατάθεση.

Ο κατηγορούμενος, επιχειρώντας να αποσείσει τις σοβαρές ποινικές του ευθύνες, καταρχήν αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν επιστημονικά αντίθετος με τη μετάβαση και νοσηλεία του παιδιού στο εξωτερικό, για το λόγο ότι η πάθησή του θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επιτυχία στο νοσοκομείο.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, αυτός, λόγω της επί μακρόν απουσίας του από το νοσοκομείο, αγνοούσε την πορεία και την κατάσταση της υγείας της θυγατέρας του πολιτικώς ενάγοντος, περί της οποίας ενημερώθηκε μόλις την ίδια ημέρα και μόνον από το σχετικό ιατρικό φάκελο, ενώ δεν είχε συζητήσει με τους συναδέλφους του, οι οποίοι είχαν ήδη αποφανθεί ότι αδυνατούσαν να διαγνώσουν τη φύση του προβλήματος και να το αντιμετωπίσουν χειρουργικά.

Ακόμη, όμως, και αν ήθελε κριθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει, έστω και μέσα σε λίγα λεπτά, την ως άνω επιστημονική άποψη, τότε, αυτός όφειλε να αρνηθεί να χορηγήσει τη βεβαίωση, στην οποία μάλιστα διατυπώνει αντίθετη άποψη. Ο ισχυρισμός του ότι, τελικά, ενέδωσε, φοβούμενος μήπως η κατάσταση της υγείας του παιδιού υποτροπιάσει και θεωρηθεί υπεύθυνος, κρίνεται πρωτίστως ιατρικά και ηθικά αντιδεοντολογική.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός προέβαλε τις όποιες αντιρρήσεις του προς τον ψυχολογικά ευάλωτο πατέρα του βρέφους, προκειμένου να κάμψει, ευχερώς, τις όποιες αντιρρήσεις του σχετικά με την καταβολή αμοιβής. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τη σαφή κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, που επιβεβαιώνεται από το λοιπό αποδεικτικό υλικό.

Εξάλλου, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και μάλιστα, κατά τρόπο ασαφή και αντιφατικό, ότι ο πολιτικώς ενάγων υποσχέθηκε να του καταβάλει το ποσό των 2.000 Ευρώ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, γεγονός, μάλιστα, το οποίο γνωστοποίησε στους συναδέλφους του, χαριεντιζόμενος. Ένας δε εξ αυτών και συγκεκριμένα ο Γ. Μ., νευροχειρούργος του εν λόγω νοσοκομείου, ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας στην πρωτοβάθμια δίκη, κατέθεσε επί λέξει "Είπε ότι θέλει να μου δώσει λεφτά ο πατέρας του παιδιού για τη βεβαίωση.

Εγώ του είπα "στο γαμπρό και στο γιατρό ό,τι δώσεις, δώστο μπρος". Στην ενέργεια αυτή προέβη ο κατηγορούμενος, προκειμένου να κατοχυρωθεί, ενόψει και του ποσού των 2.000 Ευρώ, το οποίο ανέμενε να εισπράξει τις επόμενες ημέρες από τον πολιτικώς ενάγοντα. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος παθητικής δωροδοκίας, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα, δεδομένου ότι αυτός ζήτησε ως αμοιβή το ποσό των 3.000 Ευρώ, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια, που αναγόταν στα καθήκοντά του." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, της αξιόποινης πράξης της παθητικής δωροδοκίας, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα (1) έτος, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι:

στην Αθήνα, στις 10.6.2009, αν και υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 α’ Π.Κ., κατά παράβαση των καθηκόντων του ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης και δέχθηκε υπόσχεση τούτων, για ενέργεια του μελλοντική, που ανάγεται στα καθήκοντα του. Ειδικότερα, ως Αναπληρωτής Διευθυντής και Επιστημονικός Υπεύθυνος - Προϊστάμενος του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Ν.Π.Δ.Δ.

Γενικό Νοσοκομείο ...", ζήτησε από τον Ν. Τ. του Α. το ποσό των 3.000 ευρώ για να εκδώσει βεβαίωση περί του αληθούς γεγονότος ότι η ανήλικη θυγατέρα του Δ. Τ., 19 μηνών, εισήλθε στο ανωτέρω Νοσοκομείο, στις 22.5.2009, με κλίμακα Γλασκώβης 14, αδυναμία κίνησης αριστερού κάτω άκρου, αστάθεια βάδισης και δύσκολη λήψη τροφής, ότι από τη CT εγκεφάλου διαπιστώθηκε χωροκατακτιτική επεξεργασία στην περιοχή του στελέχους, ότι από τη MRI επιβεβαιώθηκε η διάγνωση της χωροκατακτικής επεξεργασίας χωρίς όμως να γίνει γνωστή η φύση της, ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει διερεύνηση με στερεοτακτική βιοψία κάτω από διεγχειρητικό νευροφυσιολογικό έλεγχο και ενδεχόμενη θεραπεία, που δεν γίνεται στην Ελλάδα και πρέπει να μεταβεί στο εξωτερικό (Ευρώπη).

Πλέον ειδικότερα, πριν εκδώσει την αριθ. ...10.6.2009 βεβαίωση με το ως άνω περιεχόμενο, ζήτησε από τον Ν. Τ. του Α. το ποσό των 3.000 ευρώ και έλαβε άμεσα από αυτόν το ποσό των 1.000 ευρώ, ενώ δέχθηκε την υπόσχεση του ότι θα καταβάλλει το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ την επόμενη ή μεθεπόμενη ημέρα, παρότι είχε καθήκον να εκδώσει, ως καθ’ ύλην αρμόδιος, την εν λόγω βεβαίωση, με βάση τις εξετάσεις του ιατρικού φακέλου της ανήλικης Δ.

Τ., η οποία ήταν αναγκαία για να εξασφαλισθεί η ασφαλιστική κάλυψη αυτής, για τη μεταφορά, εγχείριση και νοσηλεία της σε κατάλληλο παιδονευροχειρουργικό νοσοκομείο του εξωτερικού." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης τελειωτικής αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της δωροληψίας (παθητικής δωροδοκίας), για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 235 παρ.1 Π.Κ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της άνω αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, πρακτικά, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του αιτιολογικού της.

Επίσης, διαλαμβάνεται: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως δημοσίου υπαλλήλου και συγκεκριμένα, ως Αναπληρωτή Διευθυντή και Επιστημονικού Υπευθύνου - Προϊσταμένου του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Ν.Π.Δ.Δ. Γενικού Νοσοκομείου ...", β) Τα καθήκοντά του που ήσαν, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του, και η αρμοδιότητα να βεβαιώνει εγγράφως την αναγκαιότητα ή μη της μετάβασης ασθενούς σε νοσηλευτικό ίδρυμα εκτός Ελλάδος, προκειμένου να δικαιολογηθούν τα έξοδα της μεταβάσεως και της νοσηλείας από το Ελληνικό Δημόσιο, γ) Η από μέρους του αναιρεσείοντα απαίτηση μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, ωφελημάτων που δεν δικαιούνταν, δηλαδή, το ποσό των 3.000 ευρώ από τον παθόντα Ν.

Τ., από τον οποίο έλαβε άμεσα το ποσόν των 1.000 ευρώ, ενώ δέχθηκε την υπόσχεση ότι θα του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 2.000 ευρώ την επομένη ή μεθεπόμενη ημέρα, προκειμένου να εκδώσει βεβαίωση περί του αληθούς γεγονότος, ότι: "η ανήλικη θυγατέρα του Δ. Τ., 19 μηνών, εισήλθε στο ανωτέρω Νοσοκομείο, στις 22.5.2009, με κλίμακα Γλασκώβης 14, αδυναμία κίνησης αριστερού κάτω άκρου, αστάθεια βάδισης και δύσκολη λήψη τροφής, ότι από τη CT εγκεφάλου διαπιστώθηκε χωροκατακτική επεξεργασία στην περιοχή του στελέχους, ότι από τη MRI επιβεβαιώθηκε η διάγνωση της χωροτακτικής επεξεργασίας χωρίς όμως να γίνει γνωστή η φύση της, ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει διερεύνηση με στερεοτακτική βιοψία κάτω από διεγχειρητικό νευροφυσιολογικό έλεγχο και ενδεχόμενη θεραπεία, που δε γίνεται στην Ελλάδα και πρέπει να μεταβεί στο εξωτερικό" και δ) Ο δόλος του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου που συνίσταται στη γνώση του ως εξ της ιδιότητάς του ότι ασκώντας δημόσια υπηρεσία είναι αμειβόμενος με μισθό και δεν δικαιούτο αμοιβής πλέον του μισθού του για να προβεί σε ενέργεια που αναγόταν στα καθήκοντά του.

Οι διαλαμβανόμενες ειδικότερες αιτιάσεις (αναιρετικοί λόγοι έκτος, έβδομος και όγδοος) ότι: α) ελλείπει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, β) έχουν εμφιλοχωρήσει, τόσο, στο αιτιολογικό, όσο και μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ασάφειες και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, στερώντας την απόφαση νομίμου βάσεως και γ] δεν παρατίθεται η διάταξη του άρθρου, με την οποία καταδικάσθηκε, είναι αβάσιμες, αφού παρατίθενται, όπως προεκτέθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα θεμελιωτικά για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας στοιχεία, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων.

Τέλος, παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις από τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται η ως άνω αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, για την οποία καταδιάσθηκε ο αναιρεσείων. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγοι του αναιρεσείοντα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Περαιτέρω οι λοιπές αιτιάσεις (αναιρετικοί λόγοι τέταρτος και πέμπτος), ότι το Δικαστήριο προέβη σε εκτίμηση και αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων, παραλείποντας την αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, δοθέντος ότι το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τούτων ούτε εκ του ότι εξαίρονται ορισμένα συνάγεται ότι αποκλείστηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, εφόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, οι περαιτέρω δε αιτιάσεις, ότι αγνόησε ή εσφαλμένα αξιολόγησε ορισμένα από αυτά είναι επίσης απαράδεκτες, καθόσον, με την κατ’ επίφαση επίκληση, ως αναιρετικών λόγων, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Πλέον ειδικότερα, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα, προκύπτει, ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και: α) με αυξ.α. 3 "η ...18.5.2010 βεβαίωση του Π. Δ.", ως και β) με ... "το ...16.7.2009 πόρισμα του Γ.Ν. … Αθηνών "...", τα οποία δεν είναι ταυτόσημα, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, καθώς και γ) με αυξ.α. 1 "η από 26.6.2009 αναφορά του μηνυτή Ν.

Τ. προς τη διοίκηση του Νοσοκομείου, τα οποία (έγγραφα) παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν, γίνεται αναφορά και των εγγράφων της δικογραφίας που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, στα οποία συγκαταλέγονται και τα εν λόγω έγγραφα, το δε γεγονός, ότι αυτά δεν μνημονεύονται με ειδικότερο τρόπο στο αιτιολογικό της πληττόμενης αποφάσεως δεν σημαίνει, ότι το δικαστήριο δεν τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων με βεβαιότητα συνάγεται ότι τα έλαβε υπόψη του, αφού δεν τα εξαιρεί από εκείνα, ενώ, από προφανή παραδρομή αναφέρεται, ως αναγνωσθέν έγγραφο η από 26.6.2009 αναφορά του Ν.

Τ. προς τη Διοίκηση του Γ.Ν. ... "..." δύο φορές, υπό στοιχ. και 9. Οι οποιεσδήποτε λοιπές αιτιάσεις που διατυπώνονται στους λόγους αναιρέσεως, συνιστούν εκ μέρους του αναιρεσείοντα διαφορετική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, που εκτενώς αναφέρει στην κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου και υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττουν την αναιρετικώς περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κωδικός, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ.611/1977, προκύπτει, ότι ο υπαγόμενος στις διατάξεις αυτού δημόσιος υπάλληλος δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλείψεις που οφείλονται σε δόλο ή βαριά αμέλεια και έγιναν κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτόν δημόσιας εξουσίας, αλλά υπέχει ευθύνη μόνο το Δημόσιο για την αποζημίωση, την οποία, κατά το άρθρο 105 εδ.

α’ του Eισ. Ν.Α.Κ., υποχρεούται να καταβάλει στον αμέσως από το αδίκημα παθόντα για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο νομιμοποιούμενος, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικος, σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου.

Όμως, η προς υποστήριξη και μόνο της κατηγορίας παράσταση, αναγκαία έχει προϋπόθεση ο παριστάμενος να είναι αμέσως παθών από την αξιόποινη πράξη. Επί της δωροδοκίας (άρθρο 235 ΠΚ), ειδικώς, ναι με το έγκλημα αυτό κατατάσσεται στα εγκλήματα τα σχετικά με την υπηρεσία (άρθρα 235-261 ΠΚ), η τέλεση των οποίων προσβάλλει το γενικοτέρου ενδιαφέροντος έννομο αγαθό της καθαρότητος, του εννόμου και του ακεραίου της διεξαγωγής της δημοσίας υπηρεσίας και δεν προστατεύεται ο τρίτος από τον οποίο ζητούνται τα δώρα, εκ τούτου όμως δεν αποκλείεται η εξ αυτού επαγωγή συγκεκριμένης ζημίας και σε βάρος τρίτου, όταν πλήττεται ταυτοχρόνως με το δημόσιο και το ιδιωτικό έννομο συμφέρον αυτού, οπότε η παράσταση του τρίτου ως πολιτικώς ενάγοντος είναι δυνατή, ασκουμένη όμως από τις οριζόμενες υπό του νόμου διατυπώσεις, όταν κατηγορούμενος στην ποινική διαδικασία είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέσθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσιακής του δραστηριότητος, οπότε αστικώς υπεύθυνο είναι το Δημόσιο, και ο τρίτος ο δίδων το δώρο ή το αντάλλαγμα έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής μόνον όμως προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 1286/2003).

Επίσης, επί παθητικής δωροδοκίας, νομιμοποιείται σε άσκηση πολιτικής αγωγής εκείνος, από τον οποίο ο υπάλληλος αξίωσε το δώρο, ακόμα και αν τελικά δεν έδωσε το δώρο, μόνον όμως προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 748/2015, 1445/2007). Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο, πλήττει την ως άνω απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον εσφαλμένα δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής του παθόντος.

Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την ως άνω παράσταση του παθόντος μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας της παθητικής δωροδοκίας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά παράβαση του άρθρου 171 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 εδ. 2 και 3 Κ.Ποιν.Δ. "... Εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν στο ακροατήριο, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο και αν ακόμη τα ονόματά τους δεν γνωστοποιήθηκαν, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως.

Σε κάθε περίπτωση, διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ’ αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την μη ανάγνωση της.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της απόφασης προκύπτει ότι, αμέσως μετά την εκφώνηση των μαρτύρων, εκ των οποίων βρέθηκαν απόντες οι μάρτυρες Γ. Κ. και Α. Γ. και παρούσα η μάρτυρας Φ. Β., το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία των απολιπομένων μαρτύρων και συγκεκριμένα, αφού εξέτασε ανομωτί τον πολιτικώς ενάγοντος και την παρούσα μάρτυρα κατηγορίας, ανέγνωσε η Πρόεδρος, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τους παράγοντες της δίκης, την εκκαλούμενη απόφαση μετά των πρακτικών αυτής, στα οποία (πρακτικά) περιλαμβανόταν και η κατάθεση των απολειπομένων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως άνω μαρτύρων.

Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κατά παράβαση του νόμου αναγνώστηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων κατά την πρωτόδικη δίκη, χωρίς να ερευνηθεί αν είχαν κληθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και χωρίς να ερωτηθούν οι διάδικοι για το κατά πόσο έχουν αντίρρηση, κρίνεται αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αφενός η ανάγνωση των καταθέσεων που περιείχοντο στα πρακτικά είναι υποχρεωτική και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να βεβαιώσει το ανέφικτο της εμφανίσεώς τους ενώπιον του, και αφετέρου, ως προελέχθη, ουδεμία αντίρρηση είχε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων για την πρόοδο της δίκης χωρίς του απολιπόμενους μάρτυρες.

Ως εκ τούτου ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Η επιβαλλομένη, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη ενός τέτοιου μη νόμιμου και αόριστου ισχυρισμού. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, ώστε να μπορούν να αξιολογούνται, και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ με τα στοιχεία α’ και ε’ , ήτοι το ότι "ο υπαίτιος έζησε μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", και "συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη", αντιστοίχως, αφού η παραδοχή κάποιας εξ αυτών οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα.

Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά θετικής για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στο στοιχείο α’ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ενώ δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, που βεβαίως συνεκτιμάται με τις λοιπές συνθήκες διαβίωσης του κατηγορουμένου (βλ.

ΑΠ 125,364,725,951/2013). Για δε τη στοιχειοθέτηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε’ ελαφρυντικής περίστασης, πρέπει αφενός η συμπεριφορά του δράστη να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη του και αφετέρου να συνδράμουν και άλλα περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη.

Δηλαδή πρέπει να εκτίθενται για τη θεμελίωση του, θετικά στοιχεία μετά την πράξη του, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του. Ως καλή συμπεριφορά δε δεν εννοείται η παθητικά καλή διαγωγή, ή μόνον η απουσία παραβατικότητας ή το σύνηθες συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά απαιτείται, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα μετά την πράξη, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεικτική όχι μόνο ελλείψεως παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παραπάνω δραστηριότητας του θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζεί όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του ποινικού κώδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντα, μετά την απόφαση επί της ποινής, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωριστούν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα ελαφρυντικά:

α) του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 εδ.α’ ΠΚ) και β) της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε’ ΠΚ). Για τη θεμελίωσή τους δε επικαλέσθηκε, επί λέξει τα εξής: "...η συνδρομή ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. - διότι ο κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, εξαιρετικό βιογραφικό, 14 χρόνια στο εξωτερικό, Ιταλία, Αγγλία, Αμερική, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης ο κατηγορούμενος δε χρηματίζεται και η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας παρουσίασε το ήθος, την εντιμότητα, την επιστημονική κατάρτιση και τη γενικότερη εικόνα του κατηγορουμένου - όπως επίσης και του άρθρου 84 παρ. 2ε Π.Κ. - διότι έχουν περάσει 6 χρόνια και ο κατηγορούμενος δεν έχει ξαναπασχολήσει τις Αρχές." Το Δικαστήριο της ουσίας τους αυτοτελείς αυτούς ισχυρισμούς, απέρριψε τον μεν πρώτο ως αβάσιμο τον δε δεύτερο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα με την εξής αιτιολογία:

"...Ο πρώτος των ως άνω ισχυρισμών πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, η απουσία επίμεμπτης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, η επιστημονική του κατάρτιση και η επιτυχής άσκηση του επαγγέλματος του, με συνέπεια την οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική του άνοδο και καταξίωση, δεν αρκούν από μόνα τους, χωρίς την επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών ακραιφνώς θετικής και επωφελούς δράσης και συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους ανθρώπινης τοιαύτης - που διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες διαβίωσης εκάστου και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του- ώστε ο καταδικασμένος να δικαιούται, κατ’ εξαίρεση, το ευεργέτημα της μείωσης της ποινής, κατ’ άρθρο 83 Π.Κ.

Η επίκληση, εξάλλου, ότι αυτός δεν χρηματίζεται, με βάση τη μαρτυρία της μάρτυρος υπεράσπισης αποτελεί άρνηση της κατηγορίας, περί της οποίας ήδη αποφάνθηκε το Δικαστήριο τούτο. Περαιτέρω, καθόσον αφορά στο δεύτερο των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται για τη θεμελίωσή του θετικά στοιχεία, τα οποία, μάλιστα, να εκτείνονται επί σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, δηλωτικά της αρμονικής συμβιώσεως, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του.

Ως καλή συμπεριφορά δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 84§2ε Π.Κ., δεν νοείται η παθητικά καλή συμπεριφορά και διαγωγή ή μόνον η απουσία παραβατικότητας ή το συνήθως συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο (ΑΠ 21/2014)." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (93 παρ. 3 Σ.

και 139 Κ.Ποιν.Δ.) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (καίτοι στον δεύτερο εξ αυτών αυτοτελή ισχυρισμό δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και να αιτιολογήσει λόγω της αοριστίας αυτού) και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 α’ και ε’ ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με ευθύ ή με πλάγιο τρόπο.

Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ 1 στ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι τον κήρυξε ένοχο χωρίς να αιτιολογήσει ορθώς την καταδικαστική, άνευ ελαφρυντικού, κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ’ αυτά και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ (άρθρ. 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. πρωτ. 1172 από 25.6.2015 δήλωση του Π. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2055/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται, σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ