Legislator Case Law & Legislation
1878/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding lack of public trust impact on a family company.

Case Number 1878/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs and a company against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellants argued that facts regarding a private family agreement between siblings harmed the company's public reputation and caused moral damage. The court held that these facts concerned only private family relations and did not affect the company's business activities or public trust, rendering the claim for moral damages inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 176 of the Code of Civil Procedure; Facts concerning private family relations between shareholders do not constitute an appealable error if they do not impact the company's public reputation or business activities.

Keywords

AI generated
appealable error moral damages public trust family company private agreement heirs liability dismissal appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1878 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Γ. Δ. του Δ. κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμος του Δ. Δ. 2. Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 3. Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους γονείς του Χ. Τ. και Α. Δ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού, 4. Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους γονείς του Χ. Τ. και Α. Δ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος Δ. Δ. και 5. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. Δ. ΑΒΕΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Γ. Δ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ζυγούρη .

Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση:1.Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Γ. Δ. του Χ.ς, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Καλυψώ Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ'αριθ. καταθ. αγωγές 36748/1999, 18099/2000 και 44500/1999, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19151/2001 μη οριστική, 19337/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1066/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι καλούντες-αναιρεσείοντες με την από 13-7-2009 αίτηση τους που μετά από ματαίωση επανήλθε προς συζήτηση με την από 29-11-2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-2-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Γ. Δ. κατά παραδοχή του πρώτου λόγου μέρος πρώτο, της αίτησης, να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση καθώς και η από 7-7-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ. Δ. και Γ. Δ. του Χ.. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν τρείς αγωγές: α) η με αρ.κατ. 36748/13.10.1999 αγωγή, στην οποία ο εκ των αναιρεσειόντων Δ. Δ. εστράφη κατά του Χ. Γ. Δ. και Γ. Χαρ. Δ. και αξίωσε τα σ'αυτή αναφερόμενα ποσά από την μεταξύ τούτου και του πρώτου εναγόμενου - αναιρεσίβλητου σύμβαση (μεταβίβαση μεριδίου της τρίτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, πληρωμή φόρων, τόκων, προστίμων κοκ), την τήρηση δε των παραπάνω όρων εγγυήθηκε ο δεύτερος των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων β) η με αρ.

κατ. 44500/6.12.1999 αγωγή, στην οποία οι ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στρεφόμενοι κατά των ήδη αναιρεσειόντων, επικαλούμενοι, ωσαύτως, την ανωτέρω σύμβαση, ζήτησαν να ακυρωθούν οι ειδικότερες μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίες, διότι η δήλωση βούλησης του πρώτου ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου, είναι προϊόν απάτης, άλλως διότι είναι αισχροκερδείς (άρθρ. 179 ΑΚ), ενώ, επιπρόσθετα, ζητήθηκε αποζημίωση από τον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο λόγω της προβαλλόμενης, ως τελεσθείσας, από τον ήδη αναιρεσείοντα αδικοπραξίας γ) η με αρ.

κατ.18099/16.5.2000 αγωγή, όπου οι ενάγοντες Δ. Δ., Γ. Δ. του Δ. και η εταιρεία με την επωνυμία "Αφοι Δ. ΑΒΕ"(εκεί ενάγουσα), εστράφησαν κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και αφού πρόβαλαν, ότι τα μνημονευόμενα στην με αρ. κατ. 44500/6.12.1999 αγωγή είναι συκοφαντικά και ψευδή, ζήτησαν, σύμφωνα με όσα αναλυτικά στην αγωγή αυτή αναφέρονται, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν.

Συναφώς εκδόθηκαν: Α) οι 19151/2001, κατά ένα μέρος, οριστική και 19337/2007 οριστική αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες δέχτηκαν, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις με αρ. κατ. 36748/1999 και 18099/2000 αγωγές και απέρριψαν την 44500/1999 αγωγή. Β) Μετά από άσκηση εφέσεων από τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία τις απέρριψε. 'Ηδη, οι προαναφερθέντες αναιρεσείοντες, με την ένδικη αναίρεσή τους, ζητούν την εξαφάνιση της πληττόμενης απόφασης.

Εδώ πρέπει να διευκρινισθεί, ότι διαρκούσης της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, απεβίωσε ο από τους αρχικώς αναιρεσείοντες Δ. Δ. του Γ., και ήδη την δίκη συνεχίζουν νομίμως, υπεισερχόμενοι στη θέση του, οι ήδη παριστάμενοι κληρονόμοι του Κ. Σ. και οι Γ. Τ. και Α. Τ., νομίμως εκπροσωπούμενοι από τους γονείς τους Χ.

και Α. Τ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, ο όρκος του διαδίκου και τα δικαστικά τεκμήρια. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα, γνωμοδοτήσεις προσώπων, που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα τα οποία αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ'αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ'αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 779/2005, ΑΠ 621/2000). Δεν αποτελεί όμως τέτοιο νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάλιστα ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ανώμοτη μαρτυρία τρίτου, όπως η επιστολή τρίτου προσώπου, που συντάχθηκε κατ' εντολήν του διαδίκου, ο οποίος την προσκομίζει για να χρησιμοποιηθεί σε εκκρεμή δίκη.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ρητή αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες από 19.9.2008 "επιστολή ελέγχου του ορκωτού λογιστή Ε. Π.", που συντάχθηκε κατ'εντολήν των αναιρεσειόντων, εν όψει της εκδίκασης της έφεσής τους και με το σκοπό να χρησιμεύσει σ'αυτήν, ως αποδεικτικό μέσο και η οποία (επιστολή), κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ως ανώμοτη μαρτυρία τρίτου και εντεύθεν, ως μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με αυτή του την κρίση το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ., της μη λήψης, δηλαδή, υπόψη αποδεικτικού μέσου, που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση και ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος αναίρεσης, που αφορά τον πρώτο από τους αναιρεσείοντες Δ. Δ. είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ) Από το άρθρο 57 § 1 και 59 ΑΚ, προκύπτει, ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα και υπαίτια στην προσωπικότητά του, δικαιούται να ζητήσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η ως άνω αξίωση προϋποθέτει υπαίτια και παράνομη πράξη, η οποία επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, αποκλείεται δε η αξίωση χρηματικής ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τις διατάξεις αυτές πλην άλλων και όταν η πράξη δεν επάγεται προσβολή της προσωπικότητας, αν και είναι, τυχόν, παράνομη (ΑΠ 1459/2006). Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή όταν προβάλλεται παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απερρίφθη, ως μη νόμιμη, ή, αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ολ ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1459/2006).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε σχετικά με τον δεύτερο αναιρεσείοντα Γ. Δ. του Δ., δεύτερο ενάγοντα στην με αρ. κατ. 18099/2000 αγωγή για επιδίκαση ηθικής βλάβης, ότι δεν ήταν συκοφαντικά και προσβλητικά τα αναφερόμενα σ'αυτόν από τους αναιρεσίβλητους Χ.

Δ. και Γ. Δ. του Χ., στην κατά των αναιρεσειόντων υπ'αριθμ. κατ. 44500/1999 αγωγή τους, που απορρίφθηκε. Δηλαδή, ότι τα μνημονευόμενα στην απορριφθείσα αγωγή εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος στην με αρ. κατ. 44500/1999 αγωγή Χ. Δ., ως προς τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας τους με την επωνυμία "Αφοί Δ.

ΑΒΕΕ", συνεπεία των οποίων ο τελευταίος παρασύρθηκε στην υπογραφή του από 24.2.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, από το οποίο απέρρεαν οι ένδικες υποχρεώσεις του, έγινε(η απάτη) "και με γνώση και σύμφωνη γνώμη και του δευτέρου (ήδη αναιρεσείοντος Γ. Δ. του Δ.), ο οποίος γνώριζε τα αληθινά οικονομικά στοιχεία της εταιρείας.

Με βάση δε την παραδοχή αυτή απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, συναφώς το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα "... από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της υπ'αριθ. 18099/2000 αγωγής των παραπάνω εκκαλούντων προέκυπτε ότι από τα εκεί κατά λέξη παρατεθέντα, ως χαρακτηριζόμενα "29 ψεύδη" που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους περιελάμβανε η ασκηθείσα εναντίον τους υπ' αριθ. 44500/1999 αγωγή των αντιδίκων τους, Χ.

Δ. και Γ. Δ. του Χ., μόνο στο χαρακτηριζόμενο ως "εικοστό έκτο ψέμα" αναφερόταν, ως προς τον δεύτερο αυτών (εκκαλούντων) (όλα τα υπόλοιπα αναφέρονταν στην εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος αυτής εξαπάτηση του πρώτου των αντιδίκων τους), ότι "στην 44500/1999 αγωγή εκτίθεται ότι: "Επειδή κατ' άρθρο 914 ΑΚ η απάτη αυτή έγινε, με σκοπό και πράγματι προκάλεσε σε εμένα το φόβο και την ανάγκη για υπογραφή του από 24/2/1994 συμφωνητικού και την αποχώρησή μου από την εταιρία, όχι μόνο χωρίς αντάλλαγμα αλλά και με επιβάρυνσή μου, με υποχρεώσεις δραχμών 80.000.000 και πλέον και τη δέσμευσή μου με πλείστες όσες δυσμενείς υποχρεώσεις υπέρ αυτού, αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια σε βάρος μου συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, και τη γνώση και σύμφωνη γνώμη και του δευτέρου, ο οποίος γνώριζε τα αληθινά οικονομικά στοιχεία της εταιρίας και τη δική μου άγνοια σε αυτά, υπέβαλε σε εμένα πρώτο ενάγοντα ψευδή στοιχεία, τα οποία με οδήγησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας και έχει συνεπώς υποχρέωση να με αποζημιώσει".

Μόνο όμως η απόδοση με την αγωγή στον ανωτέρω του γεγονότος της γνώσης της απάτης του πατέρα του και της σύμφωνης γνώμης του, δεν συνιστά ούτε διάπραξη απάτης εκ μέρους του ιδίου, ούτε συνέργεια στην απάτη του πατέρα του και συνεπώς η επίκληση του γεγονότος αυτού στην αγωγή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επίκληση τέτοιων γεγονότων και συνακόλουθα, ως ισχυρισμός προσβλητικός για την προσωπικότητά του και συκοφαντικός. 'Αλλωστε οι ίδιοι εκκαλούντες αναφέρουν στην αγωγή τους, ότι ο ανωτέρω υπέγραψε το συμφωνητικό ως εγγυητής, υπερ του πατέρα του και δεν ήταν αντισυμβαλλόμενος στις κύριες συμφωνίες, που αυτό περιείχε.

Συνεπώς η άνω αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από τον δεύτερο των εκκαλούντων της έφεσης αυτής, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη ...".

Όπως προκύπτει δε από την επισκόπηση της ως άνω αγωγής, αναφέρεται πλήν άλλων, ότι "...ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ ΨΕΥΔΟΣ 26). Επειδή κατ'άρθρ. 914 ΑΚ η απάτη αυτή που έγινε, με σκοπό και πράγματι προκάλεσε σε εμένα το φόβο και την ανάγκη για υπογραφή του από 24.2.1994 συμφωνητικού και την αποχώρησή μου από την εταιρία, όχι μόνο χωρίς αντάλλαγμα, αλλά με την επιβάρυνσή μου, με υποχρεώσεις δραχμών 80.000.000 και πλέον, και τη δέσμευσή μου με πλείονες όσες δυσμενείς υποχρεώσεις υπερ αυτού, αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια εις βάρος μου συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου και τη γνώση και σύμφωνη γνώμη και του δεύτερου, ο οποίος εγνώριζε τα αληθινά στοιχεία της εταιρίας και τη δική μου άγνοια σ' αυτά, υπέβαλλε σε εμένα πρώτο ενάγοντα ψευδή στοιχεία, τα οποία με οδήγησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας και επομένως έχει υποχρέωση να με αποζημιώσει κατ' άρθρο 919 επ ΑΚ και να μου καταβάλλει επιπλέον από την αδικοπραξία κατ' άρθρο 938 ΑΚ το περιελθόν σε αυτόν αχρεωστήτως και παρανόμως το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα ...".

Σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορθά έκρινε και υπήγαγε τα παραπάνω στους φερόμενους ως παραβιασθέντες κανόνες των άρθρ. 57, 59, 914, 919 και 932 Α.Κ. Το δικαστήριο της ουσίας, άλλωστε, δεν εισέρχεται, εν προκειμένω, σε θέματα ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης, ως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ο οποίος αναφέρεται στην αξία του αντικειμένου της σύμβασης, σε ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε "αποσιώπηση κακουργήματος", (ουδόλως τούτο εξάγεται από τις κρίσεις του Εφετείου), σε μη εκπλήρωση υποχρεώσεων έναντι συγγενών του και σε περιγραφή του από την αγωγή, ως ανέντιμου προσώπου.

Εξ άλλου, το Εφετείο, διαφοροποιεί τον ως άνω διάδικο, αναφέροντας ρητά, πως δεν ήταν αντισυμβαλλόμενος στις κύριες συμφωνίες, πράγμα που ενισχύει και στηρίζει ακριβώς την σχετική κρίση του. Σημειώνεται δε, πώς στο αναιρετήριο και στα πλαίσια του συγκεκριμένου αναιρετικού παραπόνου, ουδέν μνημονεύεται για "...

το περιελθόν... αχρεωστήτως ..." στον αντίδικό του.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης του εκ των αναιρεσειόντων Γ. Δ., κατά το πρώτο σκέλος του, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται η αιτίαση, πως το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και ως προς την τρίτη εναγομένη στην με αρ. κατ. 44500/1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με την οποία έκρινε ομοίως, ότι τα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα από τους αναιρεσίβλητους, τα οποία αφορούν τη διάδικο αυτή (εταιρία με την επωνυμία "Αφοι Δ.

ΑΒΕΕ), δεν αναφέρονταν στις επιχειρήσεις της ή την οικονομική της κατάσταση ή τις εργασίες της και δεν ήταν πρόσφορα να βλάψουν την πίστη και την εμπιστοσύνη του κοινού στην εν λόγω εταιρεία και με βάση την παραδοχή αυτή απέρριψε (το Εφετείο), τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε, επίσης, απορριφθεί η σχετική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως προς την ανωτέρω ενάγουσα εταιρεία.

Τα ως άνω γεγονότα, που αναφέρονται στην με αριθμ. 44500/1990 αγωγή των αναιρεσίβλητων, συνίσταντο, ειδικότερα, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας εταιρείας, στο ότι η εταιρεία αυτή "δήθεν καρπώθηκε τα αποτελέσματα της δήθεν απάτης δια της απαλλαγής της από φόρους, υπερ Δημοσίου, τους οποίους, σύμφωνα με το από 24.2.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε υποχρέωση να καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος (Δ.

Δ.), ότι δήθεν αδικαιολόγητα και άνευ μισθώματος ή αποζημίωσης υπέρ του πρώτου εναγομένου έκανε και κάνει χρήση του οικοπέδου επι του οποίου βρίσκεται το εργοστάσιό της (το οποίο ανήκει, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, στον πρώτο αναιρεσίβλητο), ότι δήθεν πρέπει να τους αποδώσει τη νομή και τη χρήση του οικοπέδου, που χρησιμοποιεί και ότι δήθεν πρέπει να τους καταβάλει το ποσό των 1.000.000 δραχμών, ως δήθεν αποζημίωση χρήσης".

Τα γεγονότα, όμως, αυτά αφορούν τις μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αδελφού του, σχέσεις και υποχρεώσεις, που απέρρεαν από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, σχετικά με τη συμμετοχή τους στην αναιρεσείουσα εταιρεία, που ήταν αμιγώς οικογενειακή και δεν αφορούσαν την ίδια την εταιρεία, δηλαδή τις οικονομικές της δραστηριότητες, την οικονομική της κατάσταση ή τις εργασίες της. 'Ετσι, δεν ήταν πρόσφορα να βλάψουν τη φήμη της και την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτήν, σχετικά με την ικανότητά της να συναλλάσσεται νόμιμα και με εντιμότητα.

Επομένως, δεν γεννάται αξίωση της αναιρεσείουσας εταιρείας για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το Εφετείο, που απέρριψε, με την επικύρωση της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, τη σχετική αγωγή, ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2009 αίτηση των Δ. Δ. του Γ. (ήδη συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του), Γ. Δ. του Δ. και της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία (Αφοί Γ. Δ. ΑΒΕΕ" προς αναίρεση της 1066/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ