Legislator Case Law & Legislation
1878/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on joint liability allocation, remanding case for new trial on fault distribution.

Case Number 1878/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a building collapse. The appellants argued the court incorrectly rejected their claim of contributory negligence based on objective liability, while the respondents contended the lower court properly dismissed the argument. The court ruled that the lower court erred in its reasoning regarding the burden of proof and the application of joint liability principles, necessitating a remand for a new trial on the specific issue of fault distribution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300 and 925 of the Civil Code; The court must apply the principle of equity when allocating liability between parties, ensuring the injured party does not bear a disproportionate burden of proof regarding the other party's objective liability.

Keywords

AI generated
joint liability contributory negligence objective liability burden of proof building collapse remand for retrial Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 300 of the Civil Code
Article 925 of the Civil Code
Article 559 No. 8 (a) of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1878 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DIA HELLAS Ανώνυμη εταιρεία γενικών πωλήσεων, εμπορικών υπηρεσιών και ίδρυσης και οργάνωσης εμπορικών καταστημάτων, 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην με την επωνυμία ...", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της "..." λόγω απορρόφησής από την εταιρεία "...", 3. Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... 4.Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ... και 5. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανεκάλεσε την από 12-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε στο ακροατήριο την αλλαγή της επωνυμίας της πρώτης αναιρεσείουσας σε "EXPRESS Μ Ανώνυμη Εμπορική εταιρεία" και με τον διακριτικό τίτλο "EXPRESS M AE", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα καθώς και την αλλαγή της επωνυμίας της δεύτερης αναιρεσείουσας στη νέα "..." και το διακριτικό τίτλο "...".

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Γ. του Π., κατοίκου ... και 2. Ά. συζ. Γ. Γ. το γένος Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιος δικηγόρους Σταμάτιο Γρύλλη και Λάουρα Κονβερτίνι.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-2002 και 3-9-2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1223/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 457/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου κατά το μέρος αυτού από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 457/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο συνεκδίκασε την από 29-6-2009 έφεση των αναιρεσειόντων και την από 16-7-2009 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 1223/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί επί της από 26-9-2002 αγωγής αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων και της από 3-9-2004 αγωγής της δεύτερης τούτων με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για ψυχική οδύνη λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων. Το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις ως προς την πρώτη αγωγή, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως προς τη δεύτερη αγωγή, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί των δύο αγωγών τις απέρριψε ως προς τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη Λ. Α. και δέχθηκε αυτές μερικώς ως προς τους αναιρεσείοντες, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση τούτων για καταβολή στους αναιρεσίβλητους αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).

Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό ("πράγμα") που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία ισχυρισμό, με την παραδοχή ότι αποδείχθηκαν γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 178/2011).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς, δηλαδή συμπεριφοράς που βρίσκεται σε αντίθεση με απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, επιβάλλεται ως κύρωση η υποχρέωση αποζημιώσεως, σε περίπτωση δε ολοσχερούς καταστροφής του πράγματος, η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του και το διαφυγόν κέρδος, ενώ ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κάτι που ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το σεισμό της 7-9-1999 ... κατέρρευσε σημαντικό τμήμα, το οποίο αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ήμισυ της κατόψεως πολυώροφης οικοδομής, ... Συγκεκριμένα, κατέρρευσε το ένα από τα δύο σκέλη της ... το ευρισκόμενο παράλληλα με την οδό …Το τμήμα αυτό αποτμήθηκε από την υπόλοιπη κατασκευή ...

στην περιοχή της εισέχουσας γωνίας του L ... Από την κατάρρευση της οικοδομής και εξαιτίας της καταπλάκωσής τους από τα ερείπια αυτής έχασαν τη ζωή τους επτά άτομα, μεταξύ των οποίων οι δύο θυγατέρες των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, καθώς επίσης και οι γονείς της ενάγουσας - δεύτερης αναιρεσίβλητης, ενώ τραυματίσθηκε σοβαρά και η ίδια ...

Η όλη κατασκευή ήταν πενταώροφη, με μορφή σε κάτοψη σχήματος L ... και με δομικό σύστημα από οπλισμένο σκυρόδεμα. Η αρχική άδεια είχε εκδοθεί ... το έτος 1977 ... Στο ισόγειο ... υπήρχε κατάστημα αποτελούμενο από υπόγειο, εμβαδού 208 τ.μ., ισόγειο, εμβαδού 260 τ.μ. και πατάρι, εμβαδού 60 τ.μ. ... Oι ιδιοκτήτες του το εκμίσθωσαν δυνάμει του από 27-10-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως στην εταιρεία "....", εκπροσωπούμενη από τους Δ.

Μ. (τρίτο αναιρεσείοντα) και τον J...R..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως σούπερ μάρκετ ... Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια μπορούσε να προβεί χωρίς την ... έγκριση των εκμισθωτών σε οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση του μισθίου ... υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρούσαν τις σχετικές πολεοδομικές προϋποθέσεις ...

και σε καμιά περίπτωση δεν θα έθιγαν τη στατική ικανότητα των κτιριακών εγκαταστάσεων. Επίσης με τον όρο 19 ... συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια ... θα έχει λάβει από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο αναθεώρηση της ήδη υφιστάμενης άδειας οικοδομής για τις εργασίες που πρέπει να εκτελεσθούν, ... Η μισθώτρια εταιρεία και η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι θυγατρικές του γαλλικού ομίλου "PROMMODES". ...

Ήδη στη θέση της εταιρείας "...." έχει υπεισέλθει λόγω απορροφήσεως η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) ... Διευθυντικό στέλεχος της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο Δ. Μ., τοπογράφος - μηχανικός. Ειδικότερα, αυτός ήταν Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Δικτύου της εν λόγω εταιρείας ... και Προϊστάμενος του Τμήματος Ανάπτυξης της εταιρείας, που ανήκε στην άνω Διεύθυνση, το οποίο ήταν υπεύθυνο για την ανεύρεση και αξιολόγηση καταστημάτων.

Στην άνω Διεύθυνση υπαγόταν και το τμήμα Κατασκευών, στο οποίο ... προΐστατο ο εκ των εναγομένων Π. Γ. (πέμπτος αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, ο οποίος ήταν υπεύθυνος με την ανωτέρω ιδιότητα του για την επίβλεψη από πλευράς της εταιρίας των διαφόρων κατασκευαστικών εργασιών που απαιτούνταν να εκτελεσθούν κάθε φορά που η εταιρία επέλεγε κάποιο ακίνητο για να λειτουργήσει σ' αυτό νέο κατάστημα της.

Ακολούθως, η μισθώτρια εταιρία, ανέθεσε στον εκ των εναγομένων Δ. Δ. (τέταρτο αναιρεσείοντα), αρχιτέκτονα- μηχανικό, την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης, προκειμένου να εκδοθεί άδεια από την Πολεοδομία για την εκτέλεση στο μίσθιο εσωτερικών εργασιών, ώστε να καταστεί αυτό κατάλληλο για τη λειτουργία του ως σούπερ μάρκετ.

Ο τελευταίος, σε εκτέλεση της εντολής, που έλαβε προέβη στην εκπόνηση των σχεδίων της αρχιτεκτονικής μελέτης, τα οποία υπέβαλε στην Πολεοδομία. Η μελέτη αυτή έγινε με βάση το σχεδιάγραμμα χωροθέτησης των εγκαταστάσεων και εξοπλισμού του καταστήματος (Layout)... ώστε ...να καταστεί λειτουργικό για τις ανάγκες της επιχείρησης που επρόκειτο να εγκατασταθεί...Από το σχεδιάγραμμα αυτό προέκυπτε αναμφίβολα η εγκατάσταση ασανσέρ εμπορευμάτων που καθιστούσε αναγκαία τη διάνοιξη οπής στην πλάκα δαπέδου του παταριού και οροφής του υπογείου.

Την 14-11-1997 εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Αθηνών ...άδεια οικοδομής για εσωτερικές εργασίες υπογείου, ισογείου καταστήματος και παταριού. Οι εργασίες ξεκίνησαν την 17-11-1997 και διήρκησαν για τρεις περίπου μήνες.Κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας εσωτερικών εργασιών το 1997 τα κατατεθέντα σχέδια της μελέτης δεν εμφανίζουν την κατασκευή με την πραγματική μορφή του φέροντα οργανισμού, ούτε με τις αλλαγές του δομικού συστήματος, παρόλο που αυτές έγιναν κατά την αρχική φάση της κατασκευής του..

Κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών έγιναν επεμβάσεις στον φέρονταοργανισμό της οικοδομής και αφαιρέθηκαν με κομπρεσέρ τμήματα της πλάκας οροφής του υπογείου και του ημιώροφου, προκειμένου να δημιουργηθεί οπή διαστάσεων 1,30 Χ 1,30 μ. αναγκαία για τη δημιουργία του θαλάμου αναβατορίου (ασανσέρ), που θα συνέδεε το ισόγειο του καταστήματος με το πατάρι/, ...

Για τις ως άνω εργασίες...έγινε χρήση αεροσυμπιεστή για την κατεδάφιση της τοιχοποιίας του W.C. και τη διάνοιξη της οπής για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα εμπορευμάτων, και επιπλέον, για την εκτέλεση και άλλων εργασιών . έγινε χρήση κρουστικών δραπάνων, συνεπεία της οποίας (χρήσης) προκλήθηκε έντονος θόρυβος, ο οποίος διήρκησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, θορυβήθηκαν πολλοί από τους ενοίκους της πολυκατοικίας για την ασφάλεια της οικοδομής και εξέφρασαν τις ανησυχίες τους στους υπευθύνους της εταιρίας και επιβλέποντες το έργο.

Οι τελευταίοι όμως τους καθησύχασαν, ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα από τις εργασίες αυτές. Τα παραπάνω ανοίγματα ο Δ. Δ. παρέλειψε να εμφανίσει στα κατατεθέντα σχέδια της μελέτης για την έκδοση της αδείας εσωτερικών εργασιών του έτους 1997, τα οποία εμφάνιζαν την κατασκευή χωρίς τις αναφερόμενες αλλαγές του δομικού συστήματος...ενώ οι προϋπάρχουσες της ένδικης μισθώσεως οπές δεν εμφανίζονταν ούτε στα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια που χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση της αρχικής οικοδομικής αδείας της οικοδομής, στην οποία δεν προβλεπόταν ούτε και η ύπαρξη υπόγειου που κατασκευάσθηκε κατά την ανέγερση της οικοδομής.

Επιπλέον, κατά τις παραπάνω εργασίες τοποθετήθηκαν πρόσθετοι μεταλλικοί στύλοι μορφής κοιλοδοκού, κάτω από τις θέσεις των αναρτήρων του ημιώροφου, που συνέδεαν το δάπεδο του ημιώροφου με αυτό του ισογείου, καθώς και το δάπεδο του ισογείου με το αντίστοιχο του υπογείου. Οι στύλοι αυτοί τοποθετήθηκαν για πρόσθετη στατική ενίσχυση του παταριού με μεταλλική κατασκευή λόγω των φορτίων και αφού, ο Δ.

Δ. είχε ήδη διαπιστώσει... ότι είχαν γίνει ουσιαστικές τροποποιήσεις κατά την αρχική κατασκευή στο φέροντα οργανισμό, χωρίς να προβλέπονται από την εγκεκριμένη μελέτη της αρχικής κατασκευής και συνακόλουθα χωρίς να τύχουν της εγκρίσεως της ... πολεοδομικής αρχής. Για την αναγκαιότητα τοποθέτησης των παραπάνω κοιλοδοκών ο συνεργάτης του Δ.

Δ., Α. Π. συνέταξε την από 12-11-1997 Συνοπτική Τεχνική Στατική Μελέτη... την οποία, όμως, δεν υπέβαλε στην... πολεοδομική αρχή. Έτσι ... η διάνοιξη οπής στο δάπεδο του παταριού για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα και η υποστύλωση του παταριού με τους κοιλοδοκούς δε συνοδεύθηκαν και από σχετική στατική μελέτη κατά τον ισχύοντα αντισεισμικό κανονισμό, μολονότι οι εργασίες αυτές αφορούσαν επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό του κτιρίου...

Επίσης από τη μισθώτρια εταιρία είχε γνωστοποιηθεί στον Δ. Δ. ότι ο χώρος του παταριού κατά τη λειτουργία του καταστήματος δεν θα ήταν βοηθητικός, αλλά κύριος χώρος εκμεταλλεύσεως. Το πατάρι δε αυτό ήταν αναρτημένο και κυρίαρχα στηρίζονταν τα περισσότερα φορτία του από τους αναρτήρες, καθώς επίσης (στηρίζονταν) και σε 4 υποστυλώματα, ήτοι τα Κ19, Κ20, Κ7 και Κ5 (από τα οποία τελικά και άρχισε η κατάρρευση της οικοδομής).

Ως προς το κανονιστικό βάρος (φορτίο) του παταριού, η αρχική μελέτη κατά τον ισχύοντα κανονισμό (ΒΔ 45) θα έπρεπε να είχε προβλέψει βάρος 500 kg/m2, πλην όμως είχε προβλεφθεί για 200 kg/m2. Ωστόσο, τέτοια αλλαγή χρήσεως από βοηθητικό σε κύριο χώρο εκμετάλλευσης δεν επιτρεπόταν από τον ισχύοντα αντισεισμικό κανονισμό, χωρίς προηγούμενη στατική μελέτη των συνεπειών.

Παρά ταύτα, τέτοια μελέτη δεν συντάχθηκε και από το Σεπτέμβριο 1998 άρχισε να λειτουργεί στο πατάρι το τμήμα πώλησης τυροκομικών, αφού εγκατέστησαν στον ημιώροφο 3 ψυγεία κατά μήκος αυτού διαστάσεων 1,80 και 1 για τη φέτα, συνολικού μήκους 6,40 μ. και ένα ψυκτικό θάλαμο αποθήκευσης 3 βαρελιών φέτας διαστάσεων1,4ΟΧ 1,70 μ.

και τα οποία υπερέβαιναν το προβλεπόμενο κατά την αρχική μελέτη βάρος των 200 kg/m2. ...Η εν λόγω πολυκατοικία, κατά το έτος 1981, και συνεπεία της σεισμικής δόνησης που είχε το επίκεντρο της στην περιοχή των Αλκυονίδων, είχε υποστεί βλάβες, οι οποίες είχαν εντοπισθεί στο κλιμακοστάσιο και το τοίχωμα (πυρήνα) του ανελκυστήρα και αποκαταστάθηκαν με τσιμεντοενέσεις και με την κατασκευή μανδύα στο φρεάτιο του ασανσέρ.

Στο πλαίσιο διερεύνησης των αιτιών της εν λόγω κατάρρευσης, το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε με την Υ.Α/6109/9-J3-1999 απόφαση του συνέστησε επιτροπή αποτελούμενη από τους ...που συνέταξαν την από μηνός Δεκεμβρίου 2000 έκθεση πορίσματος... Η Επιτροπή αυτή στην έκθεση πορίσματος ανέφερε ότι το ένα από τα δύο σκέλη της κατασκευής, το ευρισκόμενο παράλληλα προς την οδό …, στο οποίο και το προπεριγραφόμενο κατάστημα σούπερ μάρκετ, αποτμήθηκε από την υπόλοιπη κατασκευή στην περιοχή της εισέχουσας γωνίας L και σε απόσταση ενός μέτρου, με το σύνολο των ερειπίων να έχουν καταρρεύσει εντός του υπογείου, ενώ στο τμήμα που δεν κατάρρευσε, διαπίστωσε ότι υπήρχαν σοβαρές βλάβες στα μη φέροντα δομικά στοιχεία (τοιχοποιίες πλήρωσης) και σχετικά μικρού βαθμού βλάβες (ρηγματώσεις) σε ορισμένα φέροντα δομικά στοιχεία.

Ωστόσο με το υπ' αριθμ. ... με αρ. πρωτ. .../2-11-1999. "πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπου κτίσματος της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής" και το μη καταρρεύσαν τμήμα κρίθηκε ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο, στη συνέχεια δε πράγματι κατεδαφίσθηκε και ανεγέρθηκε στη θέση της νέα πολυκατοικία, όπου επανεγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι από τους προηγούμενους συνιδιοκτήτες ...Η επιτροπή ...

καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάρρευση της ... οικοδομής οφείλεται σε πληθώρα αιτίων υπερκαταπόνησης, όσο και αντιστοίχων μείωσης της φέρουσας ικανότητας και ως βασικότερα από αυτά αναφέρονται στο ίδιο πόρισμα τα εξής: 1) Η έδραση των πλακών απευθείας επί των κεφαλών των εσωτερικών υποστυλωμάτων χωρίς καμία ενισχυτική διαμόρφωση. 2) Σε ορισμένα υποστυλώματα ο υπάρχων οπλισμός ήταν μικρότερος από τον απαιτούμενο για την ανάληψη των εντατικών μεγεθών τόσο τα κατακόρυφα φορτία, όσο και για αντίστοιχα σεισμικά, ενώ μικρότερος οπλισμός υπήρχε και σε ορισμένα δομικά στοιχεία δοκών. 3) Η έλλειψη συνθηκών ικανοποιητικής πλαισιακής λειτουργίας (πάκτωσης) των εσωτερικών στύλων με αποτέλεσμα την αυξημένη καταπόνηση έναντι σεισμού ως προς την προβλεπόμενη από τους ισχύοντες τότε κανονισμούς και τη συνταχθείσα μελέτη. 4) Η απουσία από τη μελέτη βασικών ελέγχων, όπως ο αντισεισμικός έλεγχος των περιμετρικών δοκών, ο έλεγχος της πλαισιακής λειτουργίας των ακραίων κόμβων, ο έλεγχος των πλακών σε διάτρηση και ο έλεγχος ανάρτησης του ημιώροφου. 5) Η μειωμένη αντοχή σκυροδέματος σε ορισμένες περιοχές του φέροντα οργανισμού, λόγω της μεγάλης διασποράς ως προς την προβλεπόμενη από την αρχική μελέτη, 6) Η .μειωμένη αντοχή των πλακών στην περιοχή της εισέχουσας γωνίας. 7) Η μειωμένη αντοχή έναντι διάτρησης των πλακών. 8) Οι σημαντικές τροποποιήσεις του φέροντος οργανισμού σε σχέση με τον προβλεπόμενο από την αρχική μελέτη χωρίς τους απαραίτητους έλεγχους βελτιώσεως με κυριότερες αυτές της μη κατασκευής δύο υποστυλωμάτων, τροποποίησης των διαστάσεων και του οπλισμού διαφόρων δομικών στοιχείων (στύλων, δοκών], μετακίνησης υποστυλωμάτων από τις αρχικά προβλεπόμενες θέσεις, τοποθέτησης μικρότερου αριθμού και κακής κατασκευής των εγκαρσίων ράβδων οπλισμού των υποστυλωμάτων...

Και συνεχίζει το πόρισμα του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. "2)Κατά την αλλαγή χρήσεως του ισογείου (1997), εάν οι όποιες παρεμβάσεις (πιθανή διάνοιξη των οπών κατακόρυφης επικοινωνίας στις πλάκες οροφής ισογείου και υπογείου) είχαν συνοδευτεί από σχετική μελέτη των όποιων συνεπειών, όπως όριζε ο ισχύων τότε (1997) Αντισεισμικός Κανονισμός [ΦΕΚ 613Β/12-10-92, άρθρο 1 παρ.1.1.3 (3)], θα είχαν επισημανθεί οι τροποποιήσεις και οι αδυναμίες του φέροντα οργανισμού της κατασκευής και η ανάγκη ευρύτερων παρεμβάσεων"...Η κατάρρευση έγινε εντός των 3-5 πρώτων δευτερολέπτων από την εκδήλωση του σεισμού, ενώ η αστοχία της οικοδομής εκδηλώθηκε κυρίως, σύμφωνα με το πόρισμα, από τα υποστυλώματα Κ20.-Κ7, Κ5, Κ6, Κ25, Κ26, με αποτέλεσμα το πατάρι, να αρχίσει να ταλαντώνεται ανεξέλεγκτα στο σεισμό και να καταπονεί στο μέσον τα υποστυλώματα του ισογείου.

Υπό τα δεδομένα αυτά, τα αίτια της κατάρρευσης της οικοδομής, εντοπίζονται αφενός σε πράξεις και παραλείψεις που αναφέρονται στα έτη 1977-1979, δηλαδή κατά την ανέγερση της, το έτος 1981 κατά το οποίο υπέστη ζημίες στο φέροντα οργανισμό της λόγω σεισμού, η αποκατάσταση ...των οποίων υπήρξε πλημμελής... , και κατά το έτος 1997 που έλαβαν χώρα οι εργασίες διαμόρφωσης του ισογείου και αφετέρου στο σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999.

Ειδικά η διάνοιξη της οπής για την εγκατάσταση ασανσέρ εμπορευμάτων αποτελούσε επέμβαση στον φέροντα, οργανισμό του κτιρίου, η οποία επιχειρήθηκε χωρίς προηγούμενα να υπάρξει μελέτη, που θα προσδιόριζε τις συνέπειες της στη στατικότητα της όλης οικοδομής, οπότε και θα επισημαίνονταν οι τροποποιήσεις, που αυθαίρετα είχαν γίνει κατά την κατασκευή της, αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τον φέροντα οργανισμό της οικοδομής με άμεση συνέπεια την πλήρη αδυναμία της έναντι του σεισμού και την μερική κατάρρευση της.

Τούτο διότι η οπή του παταριού, σε αντίθεση με τις λοιπές διαπιστωθείσες οπές, αποτελούσε παρέμβαση στο δομικό σύστημα, η οποία αδυνάτισε την τοπική ικανότητα της περιοχής λόγω της αφαίρεσης οπλισμού και κυρίως ενόψει του γεγονότος ότι έγινε πλησίον της εσοχής L, που ήταν η πιο τρωτή και ευάλωτη περιοχή εξαιτίας της μειωμένης διαφραγματικής αντοχής των πλακών στην περιοχή της εισέχουσας γωνίας...

Οι εναγόμενοι Δ. Δ. και Π. Γ., οι οποίοι με την άνω ιδιότητα του ο καθένας επέβλεπαν την εκτέλεση των άνω εργασιών, αντιληφθέντες ότι η επέμβαση στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής θα είχε ως συνέπεια την αποδυνάμωση της, προσπάθησαν να αποφύγουν τη συνέπεια αυτή με την τοποθέτηση πρόσθετων μεταλλικών στύλων μορφής κοιλοδοκού, με σκοπό τη μεταφορά κατακόρυφων δυνάμεων στο δάπεδο του υπογείου, πλην όμως η παραπόνου τοποθέτηση έγινε χωρίς ...

να γίνει σχετική μελέτη και να ληφθεί υπόψη και να εκτιμηθεί κατά τη σύνταξή της, η όλη κατάσταση του φέροντος οργανισμού της οικοδομής με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν τελικά να παραλάβουν τη σεισμική δράση, την ταλάντωση του παταριού οπότε και εξολκεύθηκαν ... Το γεγονός ότι κατέρρευσε μόνο το ένα τμήμα της οικοδομής οφείλεται στο ότι αυτό είχε πολλά επιβαρυντικά στοιχεία, ...

Τα παραπάνω άλλωστε δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις ενώπιον της ποινικής δίκης των υπολοίπων μελών της Επιτροπής, Π. Κ., Καθηγητή Ε.Μ.Π. στις αντισεισμικές κατασκευές, Γ. Γ., καθηγητή Ε.Μ.Π. στην ειδικότητα της εδαφοδυναμικής και σεισμικής δυναμικής, οι οποίοι επιβεβαιώνουν το πόρισμα και χαρακτηρίζουν και αυτοί την οπή για την τοποθέτηση του ασανσέρ επέμβαση δομικού χαρακτήρα και μολονότι κατηγορηματικά καταθέτουν ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν επηρέασαν τη στατική ασφάλεια της οικοδομής, όλοι συγκλίνουν στην άποψη ότι για τις ως άνω επεμβάσεις απαιτείτο η διενέργεια στατικής μελέτης, η οποία θα εμφάνιζε την πραγματική κατάσταση της οικοδομής και θα οδηγούσε στην αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας και εντεύθεν στη διάσωση της οικοδομής αυτής από την κατάρρευσή της με επεμβάσεις στήριξης αυτής, ...

Έτσι οι παραπάνω επεμβάσεις, κατά τις εργασίες διαρρύθμισης το 1997, ήτοι η διάνοιξη της οπής για τον ανελκυστήρα, που απομείωσε την αντοχή της πλάκας ... (και) επέφερε μείωση οπλισμού (χάλυβα) 7 έως 12 ράβδους κύριου ... και 4 ράβδους του δευτερεύοντος οπλισμού αλλά και η αλλαγή χρήσεως του παταριού .. ενέργειες για τις οποίες δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη κατά νόμο στατική μελέτη, προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα και ο ορθός τρόπος εκτέλεσής τους, λειτούργησαν σωρευτικά στο ήδη βεβαρημένο από τις κακοτεχνίες της αρχικής κατασκευής κτίριο και καταπονημένο από τον προηγούμενο σεισμό των Αλκυονίδων και την πλημμελή επισκευή του ...

αλλά και το συγκεκριμένο σεισμό, ώστε όλα μαζί και σε συνδυασμό μεταξύ τους συνήργησαν στην επέλευση του κινδύνου και στο επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι στην κατάρρευση του κτιρίου. ... Για τις πιο πάνω παρεμβάσεις, που ήταν ... καταλυτικές για την επέλευση του αποτελέσματος της κατάρρευσης ευθύνονται...ο τέταρτος εκκαλών Δ.

Δ.... Ειδικότερα ο ανωτέρω, αν και δεν είχαν κατασκευασθεί δύο υποστυλώματα, που προβλέπονταν από την αρχική στατική μελέτη... είχαν μετακινηθεί οι θέσεις δεκαπέντε υποστυλωμάτων από τις αρχικά προβλεπόμενες θέσεις και κατ' απόκλιση από τους τότε ισχύοντες κανονισμούς δεν είχε γίνει πρόβλεψη...για την ανάρτηση του ημιώροφου στην πλάκα οροφής του ισογείου, συγχρόνως δε, επρόκειτο να γίνουν παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής με τη διάνοιξη οπών στις πλάκες οροφής του υπογείου και του ημιώροφου και την τοποθέτηση μεταλλικών στύλων μορφής κοιλοδοκού, παρέλειψε..., να προβεί στον απαραίτητο έλεγχο προκειμένου να διαπιστώσει τη φέρουσα ικανότητα του πραγματικού δομικού συστήματος του κτιρίου...Παρέλειψε να υποβάλει στη Διεύθυνση Πολεοδομίας ...

στατική και αντισεισμική μελέτη βάσει του ισχύοντος αντισεισμικού κανονισμού (ΦΕΚ 613Β/12.10.1992) από ειδικό πολιτικό μηχανικό κατ' άρθρο 1 παρ. 1.1. 3 αυτού και σε συνδυασμό με το άρθρο 226 του ΠΔ 694/1974, αν και όφειλε να υποβάλει τέτοια μελέτη στην Πολεοδομική Αρχή προς έγκρισή της ως επιβλέπων μηχανικός και εντεύθεν ως νομικά υπόχρεος να μη προξενήσει κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων κατά το π.δ. 3/8-9-1993 (ΦΕΚΔ394), πράγμα που αν είχε λάβει χώρα εκ μέρους του, θα είχαν καταστεί εμφανείς πλέον οι τροποποιήσεις και οι αδυναμίες του φέροντα οργανισμού του κτιρίου και θα συνιστάτο εκ μέρους της πολεοδομίας ασφαλώς η ανάγκη ευρύτερων παρεμβάσεων ,για την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας από μελλοντικό τυχόντα σεισμό και δεν θα είχε επέλθει το αποτέλεσμα.

Αντίθετα, δηλώνοντας ο άνω μόνο τις εργασίες που ήταν αρχιτεκτονικού χαρακτήρα, συνέταξε και υπέβαλε στα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της πολεοδομίας, μόνο αρχιτεκτονική μελέτη, παραλείποντας να εμφανίσει και την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση του κτιρίουν... παρά το γεγονός ότι ο ίδιος τελούσε σε γνώση της πλημμελούς αρχικής κατασκευής και της έλλειψης των δύο υποστυλωμάτων...

Ακολούθως ο ίδιος ως άνω επέβλεψε και διηύθυνε, έχοντας τη δυνατότητα παρεμβάσεως, την εκτέλεση των εργασιών... την υλοποίηση των οποίων παρέλειψε να αποτρέψει, και οι οποίες επηρέασαν δυσμενώς τη στατικότητα της οικοδομής σε συνδυασμό με τις άνω ...| προϋπάρχουσες αδυναμίες του κτιρίου από το σεισμό. Ο πέμπτος εκκαλών Π.

Γ., ως πολιτικός μηχανικός, ο οποίος προΐστατο στο Τμήμα Κατασκευών της πρώτης εναγομένης εταιρίας "DIA HELLAS A.E.". και ήταν υπεύθυνος για την επίβλεψη από πλευράς της εταιρίας των διαφόρων κατασκευαστικών εργασιών, που απαιτούνταν να εκτελεσθούν σε κάθε νέο κατάστημα της εταιρίας, με την ιδιότητά του αυτή επέβλεψε και διηύθυνε, με δυνατότητα παρέμβασης στην εκτέλεση, την εκτέλεση των επίμαχων εργασιών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο ως σούπερ μάρκετ...

Έτσι ο ίδιος, μολονότι εγνώριζε ... ότι οι σχετικές εργασίες ... αποτελούσαν παρέμβαση στα δομικά στοιχεία της οικοδομής, δεν έλεγξε και αυτός, όπως όφειλε και μπορούσε, ... τη φέρουσα ικανότητα του πραγματικού δομικού συστήματος του κτιρίου, το οποίο κατά την κατασκευή του παρουσίαζε τις κατασκευαστικές ατέλειες που προαναφέρθηκαν, και κυρίως παρέλειψε να εξασφαλίσει ότι οι ως άνω παρεμβάσεις ...

συνοδεύονταν από σχετική στατική μελέτη και την έκδοση ... αδείας, παρά το γεγονός ότι είχε ενημερωθεί ... για την ανάγκη στατικής ενίσχυσης με την τοποθέτηση των κοιλοδοκών. ... Ο τρίτος εκκαλών Δ. Μ. ... είχε ενημερωθεί για τις ... ουσιώδεις αποκλίσεις από τις εγκεκριμένες αρχικές μελέτες και τις εγγενείς κατασκευαστικές αδυναμίες της οικοδομής ...

παρέλειψε να αποτρέψει την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και ... να μεριμνήσει για τη διενέργεια στατικής μελέτης, που ... όφειλε να απαιτήσει για λογαριασμό των εταιρειών που εκπροσωπούσε... Ευθύνη όμως φέρει και η πρώτη εναγόμενη, η οποία χρησιμοποίησε το μίσθιο χώρο ως σούπερ μάρκετ, ως προστήσασα ,στην / υπηρεσία της τον Π.

Γ., προϊστάμενο του τεχνικού τμήματος κατασκευών της, υπό την επίβλεψη και εποπτεία του οποίου εκτελούνταν οι εργασίες διαμόρφωσης. Επίσης, και η δεύτερη εναγομένη, στο όνομα της οποίας καταρτίσθηκε η σύμβαση μισθώσεως και για λογαριασμό της εκτελέσθηκαν οι εργασίες διαρρύθμισης. Οι εταιρίες αυτές (κυρίες του έργου) είχαν μεν αναθέσει την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης, την έκδοση σχετικής αδείας και την επίβλεψη των σχετικών εργασιών στον ανεξάρτητο επαγγελματία/αρχιτέκτονα Δ.

Δ.... πλην, όμως, ...είχαν επιφυλάξει στον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη των εργασιών, τις οποίες επέβλεπε ο Π. Π., Προϊστάμενος του Τμήματος Κατασκευών της πρώτης...μαζί με τον Δ. Μ., ενόψει του ότι για κάθε ενέργεια τους (αρχιτέκτονα και εργολάβου) υπήρχε προσυνεννόηση με τους ως άνω υπευθύνους των εταιριών αυτών, με δεδομένο το γεγονός ότι οι ίδιες είχαν εκπονήσει και το σχέδιο διαρρύθμισης (Layout) που αποτέλεσε και τη κοινή βάση όλων των μελετητών επιβλεπόντων και τεχνιτών εφαρμογής...και ήσαν υποχρεωμένοι οι υπεύθυνοι ...

μελετητές επιβλέποντες καθώς και οι τεχνίτες εφαρμογής να το ακολουθήσουν πιστά, (συνεπώς) ευθύνονται, ως προστήσασες τους λοιπούς εκκαλούντες κατά το άρθρο 922 Α Κ, για τη ζημία, που οι τελευταίοι προξένησαν στους ενάγοντες από την υπηρεσία που τους ανατέθηκε σχετικά με την εκτέλεση εργασιών διαμόρφωσης του μισθίου ...

Τα ενάντια συνεπώς υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες-εναγομένους με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της έφεσης τους, ότι δηλαδή πουθενά στις ένδικες αγωγές δεν αναφέρουν οι ενάγοντες ότι οι δύο πρώτες εταιρίες είχαν προστήσει στην υπηρεσία τους λοιπούς εναγομένους-εκκαλούντες και ότι σ' αυτήν γίνεται επίκληση από τους ενάγοντες ευθύνη τους σύμφωνα με το άρθρο 71 ΑΚ, ήτοι ως καταστατικά όργανα τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αφού οι ενάγοντες στην αγωγή τους σαφώς ομιλούν και περί ευθύνης των εναγομένων φυσικών προσώπων εξ αδικοπραξίας και των εναγομένων εταιριών από την σχέση της πρόστησης ...

Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 επ., 297, 298 ΑΚ και του ρηθέντος Αντισεισμικού Κανονισμού, που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ως προς τους λόγους ευθύνης καθενός εκ των αναιρεσειόντων για το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Έτσι, είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτό από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν διαλαμβάνει καθόλου σκέψεις, αν η συνταχθείσα από τον Α. Π. μελέτη ήταν ανεπαρκής καθεαυτή ως μελέτη ή ότι απαιτείτο να μη γίνει από υπομηχανικό, αφού το ότι η εν λόγω στατική μελέτη δεν υποβλήθηκε στην Πολεοδομία δεν την καθιστά ανεπαρκή ...", "δεν αναφέρει ποιο ήταν το βάρος των ψυγείων ή το περιεχόμενό τους ανά τ.μ., ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν αυτό υπερέβαινε το βάρος των 200 χγρ.

ανά τ.μ. ...", "αν είχε εκπονηθεί η κατά τα παραπάνω στατική μελέτη και είχαν αναφανεί τα ελαττώματα της οικοδομής, το γεγονός αυτό δεν ήταν ικανό και πρόσφορο να αποτρέψει την κατάρρευση ...", αποτελούν επιχειρήματα των διαδίκων από τις αποδείξεις, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Επιχείρημα επίσης του δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί και η αναφορά που γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τη διαλαμβανόμενη στο πόρισμα της Επιτροπής του ΥΠΕΧΩΔΕ φράση "οι όποιες συνέπειες" και δεν ιδρύουν τα επιχειρήματα αυτά τον αναιρετικό έλεγχο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς, με την επίφαση δε του λόγου αυτού πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, με την έννοια ότι έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση θεμελιωτικά της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων περιστατικά, όπως η διάνοιξη της οπής, η έλλειψη στατικής μελέτης, η τροποποίηση της χρήσεως.

Τούτο δε γιατί αυτά απετέλεσαν περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, ενώ οι λοιπές αποδιδόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις (όπως για μη αναφορά των διαστάσεων των συγκεκριμένων ράβδων οπλισμού), δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα δεν ιδρύουν το λόγο αυτό.

Περαιτέρω,

με βάση τις παραδοχές που προεκτέθηκαν, το Εφετείο υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 922 ΑΚ που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, αναφορικά με τη βασιμότητα της ευθύνης που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί προστήσεως, καθόσον αφορά στις δύο πρώτες εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, καθώς επίσης και για τη θεμελιούμενη για καθένα των λοιπών ευθύνη, με την ιδιότητά τους ως προστηθέντων από αυτές για την εκτέλεση του έργου.

Έτσι, είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων αυτών, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμα.

Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, όπως "Η ανάθεση επίσης της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου στον εργολάβο Δ. Δ. αποκλείει την άσκηση αυτών από τις δύο πρώτες ...". "Εξάλλου, οι τέταρτος και πέμπτος ..., που ... φέρονται ως προστηθέντες των δύο πρώτων ... θα είχαν τη δυνατότητα επέμβασης μόνο αν ήταν προστηθέντες των εργολάβων ..., στους οποίους είχε ανατεθεί η εκτέλεση του έργου", αποτελούν επιχειρήματα από τις αποδείξεις και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα έχει διατυπωθεί σαφώς, ενώ υπό την επίφασή του πλήττεται απαραδέκτως με τις αιτιάσεις αυτές η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση των περιστατικών που θεμελιώνουν ιδιότητα των δύο πρώτων από αυτούς δηλωτική προστήσεως των λοιπών, καθόσον τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελούσε και τον πρώτο και τέταρτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, τον απέρριψε ευθέως το Εφετείο με την αιτιολογία ότι στην αγωγή γίνεται η επίκληση των σχετικών περιστατικών, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου η την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που απετέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες, μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναιρέσεως μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΑΠ Ολομ. 23/1988, ΑΠ 750/2003).

Αντιθέτως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως, όταν χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ Ολομ. 10/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι:

Η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσειόντων "δεν ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ... να επιφέρει τη ζημία, ούτε την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση ...", ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδεδειγμένα, δηλαδή "οι παρεμβάσεις ...

το 1997 και η παράλειψη στατικής μελέτης και η μη υποβολή της στην Πολεοδομία, καθεαυτά δεν ήσαν ικανά, να θεωρηθούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως πρόσφορη αιτία για την κατάρρευση του κτιρίου ή αποτροπής της, αντιστοίχως και της ζημίας ...", "Tα ελαττώματα αυτά που προσδιορίζονται στην αναιρεσιβαλλόμενη και προκλήθηκαν κατά την κατασκευή του κτιρίου το 1977 - 1979, ήσαν τόσο πολλά και τόσο σοβαρά, ...

ώστε λαμβανομένης υπόψη της έντασης του σεισμού, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι βέβαιο ότι η οικοδομή θα κατέρρεε, ανεξαρτήτως των δικών μας επεμβάσεων ... Η οικοδομή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ... δεν είχε ανάγκη μια μικρή οπή για να καταρρεύσει και θα κατέρρεε είτε ανοιγόταν η οπή είτε όχι ...

Η συγκεκριμένη οπή ήταν ελάχιστης έκτασης (1,30 Χ 1,30 μ.) ..., ώστε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορεί να επιδράσει στη στατικότητα του κτιρίου ... Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας οι επεμβάσεις μας και η αλλαγή χρήσης του παταριού δεν συνιστούν πρόσφορο αίτιο της ζημίας ...". "Ενόψει των παραπάνω δεκτών γενομένων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί τη συνδρομή υπαιτιότητάς μας και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διάνοιξης της οπής για ανελκυστήρα και της αλλαγής χρήσεως του παταριού του καταστήματος που κάναμε το 1997 αφενός και της κατάρρευσης της οικοδομής και της ζημίας των αναιρεσίβλητων αφετέρου, καθώς επίσης και τη συνδρομή υπαιτιότητάς μας και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης εκπόνησης στατικής μελέτης και υποβολής της στην Πολεοδομία για την έκδοση αδείας και της αποτροπής κατάρρευσης του κτιρίου, ενώ υπαιτιότητά μας και αιτιώδης συνάφεια δεν υφίσταται, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ...".

Ωστόσο, τα παραπάνω δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, και πάντως δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά υπό την επίκληση αυτών οι αναιρεσείοντες στην πραγματικότητα πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, πράγμα ανεπίτρεπτο, όπως εκτέθηκε παραπάνω.

Κατόπιν τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτό τυγχάνει αβάσιμος.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι υπάρχει πλήρης διάσταση μεταξύ αυτής της αποφάσεως και της 353/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, με την οποία οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των αναιρεσειόντων κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξεως που τους είχε αποδοθεί, δηλαδή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας, τυγχάνει αβάσιμος.

Τούτο δε γιατί από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τις οποίες, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "... Ναι μεν οι άνω εκκαλούντες, εναντίον των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο κ.λ.π. με την υπ' αριθμ. 353/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών, ...

που κατέστη αμετάκλητη, απαλλάχθηκαν από κάθε κατηγορία ... κατά πλειοψηφία, πλην όμως το άνω δικαστήριο αποφάνθηκε για τις ποινικές ευθύνες των εκεί κατηγορουμένων και όχι επί των αστικών ευθυνών τους από την αδικοπραξία σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα. Άλλωστε, η ποινική απόφαση σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, που δικάζει τις πολιτικές αξιώσεις των εναγόντων, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο ..., κατ' άρθρο 321 ΑΚ, αλλά χρησιμεύει μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα ...

είναι αβάσιμα ...", ουδόλως προκύπτει ηθελημένη παράβλεψη της αποφάσεως που προηγήθηκε και με την οποία αθωώθηκαν κατά πλειοψηφία τα φυσικά πρόσωπα από τους αναιρεσείοντες, αλλά αντιθέτως συνεκτίμηση και συναξιολόγησή της ως τεκμηρίου μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, κατά το ισχύον δικονομικό σύστημα στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, στην οποία δεν υπάρχει δέσμευση από το δεδικασμένο που απορρέει από την ποινική δίκη.

Με τον πέμπτο λόγο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής της Ε. - Α. συζ. Χ. Τ. από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφενός μεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, και συγκεκριμένα ότι η τελευταία κληρονόμησε από τη μητέρα της την ενοχική αξίωση από την καταστροφή του διαμερίσματος, στο οποίο διέμενε, ενώ στην αγωγή αναφερόταν ότι αυτή κληρονόμησε το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας του ίδιου διαμερίσματος, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφετέρου δε η κατάρρευση της οικοδομής προηγήθηκε του θανάτου της μητέρας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, και κατά συνέπεια η τελευταία αυτό που ενδεχομένως κληρονόμησε ήταν η ενοχική αξίωση αποζημιώσεως από την καταστροφή του διαμερίσματος και όχι το εμπράγματο δικαίωμα της συγκυριότητάς της σ' αυτό, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον ως άνω λόγο δέχθηκε, κατ' ακριβή, κατά τούτο αντιγραφή τους, τα ακόλουθα: "Επιπλέον, το με στοιχείο Α3 διαμέρισμα ... ανήκε στην πλήρη κυριότητα της μητέρας της ... Μετά το θάνατο της τελευταίας περιήλθε λόγω κληρονομικής διαδοχής στα τέκνα της, και συγκεκριμένα στην ενάγουσα και τον αδελφό της ...

Από το παραπάνω ποσό η δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καταστροφή του το ποσό των ..., και το οποίο θα υποχρεωθεί να καταβάλει για να το ανεγείρει εκ νέου, με δεδομένο το γεγονός ότι αυτή "άμα τω θανάτω" της μητέρας της απόκτησε αυτοδικαίως την κληρονομιά της τελευταίας και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων είναι και το ενοχικό πλέον δικαίωμα αποζημίωσης (ως κληρονόμος της θανούσας) και τα ενάντια υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τον τρίτο λόγο εφέσεως, ότι τάχα η ενάγουσα δεν κληρονόμησε το εμπράγματο δικαίωμα επί της κληρονομιάς της θανούσης μητρός της και ούτε υπέστη ζημία είναι εντελώς αβάσιμα και απορριπτέα".

Mε τις παραδοχές αυτές που εκτέθηκαν παραπάνω το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το λόγο αυτό αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη κληρονόμησε από τη μητέρα της την ενοχική αξίωση από την καταστροφή του διαμερίσματος, στο οποίο διέμενε, ενώ στην αγωγή αναφερόταν ότι αυτή κληρονόμησε το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας του ίδιου διαμερίσματος, καθόσον τον ισχυρισμό αυτό, που αποτελούσε και τον τρίτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, τον απέρριψε ευθέως το Εφετείο με την αιτιολογία ότι "άμα τω θανάτω" της μητέρας της απόκτησε αυτοδικαίως την κληρονομιά της τελευταίας και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, μεταξύ των οποίων είναι και το ενοχικό πλέον δικαίωμα αποζημιώσεως (ως κληρονόμος της θανούσας), και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν ιδρύεται ούτε ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος, αφού το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απέκτησε αυτοδικαίως την κληρονομία της μητέρας της, στοιχείο της οποίας αποτελούσε και το δικαίωμα κυριότητας στο διαμέρισμα στην πολυκατοικία της οδού Πίνδου αρ. 1, και το οποίο πλέον λόγω της καταστροφής του μετατράπηκε σε ενοχικό δικαίωμα αποζημιώσεως.

Ούτε, τέλος, με τις παραδοχές αυτές δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση ως προς τις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην κληρονομία της μητέρας της και κατόπιν αυτού ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος στο σύνολό του.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ ως προς την επιδίκαση στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω αναπηρίας, δεδομένου ότι δέχθηκε την εφαρμογή της όχι λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος, αλλά με το αιτιολογικό ότι επήλθε μείωση της προσωπικότητάς της από την αναπηρία και την παραμόρφωση, που έχουν επιδράσει στην ψυχική της διάθεση, επιπλέον δε επιδίκασε το παραπάνω ποσόν ως ιδιαίτερη αποζημίωση και όχι ως εύλογο χρηματικό ποσόν, ενώ περαιτέρω δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, για ποιο λόγο η αναπηρία και η παραμόρφωση αυτή επιδρούν στην κοινωνική εξέλιξή της και δεν προκύπτει σαφώς, αν συνέτρεχαν τα περιστατικά που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή αυτής της διατάξεως, με συνέπεια να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πόσο επέδρασε η αναπηρία και η παραμόρφωση στο μέλλον της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον ως άνω λόγο δέχθηκε, κατ' ακριβή, κατά τούτο αντιγραφή τους, τα ακόλουθα: "Επιπλέον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα θα έχει διά βίου κινητικά προβλήματα, όπως αδυναμία να τρέξει, να χορέψει, να συμμετέχει σε αθλοπαιδιές, η οποία θα έχει ως αναγκαίο επακόλουθο τον αποκλεισμό της από κοινωνικές, αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, είναι ιδιαίτερα οδυνηρή, ενόψει και της ηλικίας της.

Ωσαύτως, η ίδια παραπάνω αναπηρία και παραμορφώσεις επέδρασαν ήδη και θα επιδρούν μελλοντικά στη μείωση της προσωπικότητάς της, επηρέασαν ήδη και θα επηρεάζουν μελλοντικά την ψυχική της διάθεση, η δε μετατραυματική αυτή ψυχική και σωματική της αναπηρία λόγω και της μονιμότητας της αναπηρίας και των παραμορφώσεων θα συνεχίζεται διά βίου και ισοβίως.

Επιπροσθέτως, η κοινωνική της θέση έχει καταστεί προβληματική, διότι αφενός η επικοινωνία και η εν γένει συναναστροφή της με άλλους ανθρώπους και αφετέρου η δυνατότητα ελεύθερης κίνησής της έχουν περιορισθεί σημαντικά. Για την αντιστάθμιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων στην εν γένει κοινωνική της εξέλιξη, το δικαστήριο τούτο αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτήν ως ιδιαίτερη αποζημίωση το ποσόν των 100.000 ευρώ, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη των άλλων αξιώσεών της ...".

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του περί ελλείψεως αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, με συνοπτική πλην σαφή και επαρκή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται στις δυσμενείς συνέπειες της αναπηρίας της παθούσας συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, το δε επιδικαζόμενο κατ' άρθρο 931 ΑΚ χρηματικό ποσό δεν συνδέεται κατ' ανάγκην με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της επιδικάσεως αυτής της αποζημιώσεως χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, είναι απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος, γιατί πλήττεται πλεοναστική αιτιολογία της αποφάσεως, ενώ η κύρια αιτιολογία της, που σχέση έχει με το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας της παθούσας από την κατάρρευση της πολυκατοικίας και την ηλικία της και την έλλειψη υπαιτιότητας στην πρόκληση της αναπηρίας της, στηρίζει επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα της επιδράσεως της αναπηρίας της στο κοινωνικό αυτής μέλλον, προϋποθέσεις δηλαδή που τάσσει ο νόμος για την επιδίκαση αποζημίωσης αυτού του είδους.

Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί(ΑΠ 72/2012,ΑΠ670/2006). Στην προκειμένη δε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εν γένει κοινωνική εξέλιξη της δεύτερης αναιρεσίβλητης που υπέστη αυτή λόγω της αναπηρίας και της παραμόρφωσης από την κατάρρευση της πολυκατοικίας, επιδίκασε για την αντιστάθμιση τούτων, ως ιδιαίτερη αποζημίωση, το ποσόν των 100.000 ευρώ κατ' εύλογη κρίση, και κατά συνέπεια ούτε ως προς την κρίση αυτή υπήρξε παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, και κατόπιν αυτού ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στο σύνολό του.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ Ολομ. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 263/2009 και 841/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ "Ο κύριος ή ο νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεως, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα του κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος για τη ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του, απαλλάσσεται δε ο κύριος ή νομέας, αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.

Πρόκειται δηλαδή εδώ για τυπική περίπτωση ευθύνης από διακινδύνευση. Ο λόγος της ευθύνης αυτής είναι ότι έχοντας αυτός την εκμετάλλευση του κτίσματος, πρέπει να φέρει και τους κινδύνους από την πτώση του. Επομένως, αν αυτή οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση του κτίσματος, ο κύριος ή ο νομέας αυτού ευθύνεται ασχέτως αν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση των καταστάσεων αυτών του κτίσματος, ευθύνεται δηλαδή και αν δεν είχε ενεργήσει αυτός την ελαττωματική κατασκευή του κτίσματος αλλά άλλος, από τον οποίο αγόρασε το κτίσμα, ή ότι η πλημμελής συντήρηση οφείλεται επίσης στο δικαιοπάροχό του(ΑΠ 755/2009-Γεωργιάδης-Σταθόπουλος :

υπό το άρθρο 925). Στην περίπτωση χωριστής, κατ' ορόφους, ιδιοκτησίας, αν τη ζημία υπέστη ένας από τους κατ' ορόφους ιδιοκτήτες από πτώση κοινόχρηστου μέρους της πολυκατοικίας, την ευθύνη θα έχουν όλοι οι συνιδιοκτήτες, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο παθών, εάν δε η ζημία επήλθε σε έναν από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες από την πτώση μέρους του ιδιόκτητου διαμερίσματος άλλου από αυτούς, θα ευθύνεται μόνο αυτός ο ιδιοκτήτης σε αποζημίωση του βλαβέντος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 ΑΚ: "Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει".

Εκ τούτων συνάγεται περαιτέρω, ότι, στην περίπτωση που από πτώση κτίσματος προκαλείται ζημία τόσο σε τρίτον όσο και στον ίδιο τον κύριο ή τον νομέα αυτού, η δε πτώση οφείλεται σωρευτικώς σε υπαίτια ενέργεια του τρίτου και σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρησή του, οι ζημίες πρέπει να κατανέμονται με βάση την συμβολή που αιτιωδώς έσχε καθένα από τα επιμέρους αίτια της πτώσεως στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα ποιος είναι ο ενάγων και ποιος ο (εναγόμενος και) ενιστάμενος.

Διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, όταν ο ζημιωθείς ιδιοκτήτης του κτίσματος ενάγει τρίτο πρόσωπο ως αίτιο (συναίτιο) για την πτώση του, το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να προβάλει την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση, θα οδηγούσε σε άτοπο, αφού έτσι ο ιδιοκτήτης θα ευθυνόταν, (και μάλιστα ανεξαρτήτως πταίσματός του) για τη ζημία του τρίτου, ενώ για τη δική του ζημία δεν θα έφερε, κατ' αποτέλεσμα, καμιά ευθύνη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατ' άρθρο 925 και 300 ΑΚ, την οποία είχαν προβάλει τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις από 4-10-2007 προτάσεις τους όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με σχετικό λόγο εφέσεως οι αναιρεσείοντες, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέχουν οποιοδήποτε ποσοστό συνυπαιτιότητας στην κατάρρευση της πολυκατοικίας, ως ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας και συγκύριοι των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - εναγόμενοι με τον 13ο λόγο της έφεσής τους, ο οποίος είναι επίσης απορριπτέος, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι, όπως και οι λοιποί ένοικοι της πολυκατοικίας, αγνοούσαν την απουσία των υποστυλωμάτων και τις εν γένει κατασκευαστικές αδυναμίες της πολυκατοικίας, προσέτι δε οι ίδιοι αγνοούσαν και τις εργασίες για την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός των Αλκυονίδων (το έτος 1981), αφού οι ανωτέρω απέκτησαν το διαμέρισμά τους στην εν λόγω πολυκατοικία αρκετά χρόνια μετά τον ως άνω σεισμό, και συγκεκριμένα το έτος 1989.

Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω δεν γνώριζαν ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν τις παρεμβάσεις που γίνονταν κατά τις εργασίες διαρρύθμισης το έτος 1997, άλλωστε εφησύχασαν κατόπιν των σχετικών διαβεβαιώσεων των υπευθύνων, σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν". Εξάλλου, με βάση τις παραδοχές που εκτέθηκαν ήδη κατά την αντίκρουση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, το Εφετείο έκρινε ότι: "Έτσι, οι παραπάνω παρεμβάσεις, κατά τις εργασίες διαρρύθμισης το έτος 1997, ήτοι η διάνοιξη της οπής για τον ανελκυστήρα ...

αλλά και η αλλαγή χρήσεως του παταριού ..., ενέργειες για τις οποίες δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη κατά νόμο στατική μελέτη, προκειμένου να διερευνηθεί η δυνατότητα και ο ορθός τρόπος εκτέλεσής τους, λειτούργησαν σωρευτικά στο ήδη βεβαρημένο από τις κακοτεχνίες της αρχικής κατασκευής κτίριο και καταπονημένο από τον προηγούμενο σεισμό των Αλκυονίδων και την πλημμελή επισκευή του ...

αλλά και το συγκεκριμένο σεισμό, ώστε όλα μαζί και σε συνδυασμό μεταξύ τους συνήργησαν στην επέλευση του κινδύνου και στο επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι στην κατάρρευση του κτιρίου". Με τα δεδομένα αυτά και κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 925 και 300ΑΚ, αναφέρθηκε παραπάνω απέρριψε την εν λόγω ένσταση, για την οποία εσφαλμένα απαίτησε συνδρομή και απόδειξη υποκειμενικής ευθύνης των εναγόντων, συνιδιοκτητών οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη αυτών και συνακόλουθα ευθύνονται αυτοί ασχέτως αν τους βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα περί την ύπαρξη και διατήρηση της ελαττωματικής κατασκευής ή την πλημμελή συντήρησή της και απαλλάσσονται μόνο αν αποδείξουν ότι η κατάρρευση της πολυκατοικίας δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση.

Ως προς το τελευταίο όμως το Εφετείο δεν περιορίσθηκε στην παραδοχή ότι η κατάρρευση οφείλεται μόνο στις παρεμβάσεις κατά τις εργασίες διαρρύθμισης το έτος 1997, οι οποίες αφορούσαν αποκλειστικά τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του καταστήματος που είχε εκμισθωθεί στην εταιρεία "....", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η δεύτερη αναιρεσείουσα, αλλά "σωρευτικά" και σε κακοτεχνίες της αρχικής κατασκευής και σε καταπόνηση του κτιρίου από το σεισμό των Αλκυονίδων και σε πλημμελή επισκευή του, για τα οποία δέχθηκε επιπλέον ότι "όλα μαζί και σε συνδυασμό μεταξύ τους συνήργησαν ...

στην κατάρρευση του κτιρίου". Κατά συνέπεια για τις αιτίες αυτές που αφορούν κυρίως τα έτη 1977 - 1979 και 1981, και κατά τις ίδιες παραδοχές της αποφάσεως, το σύνολο της οικοδομής, και ιδίως τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα τμήματά της, το Εφετείο όφειλε να εξετάσει τη σχετική ένσταση που προβλήθηκε, με βάση την καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ αντικειμενική ευθύνη, η οποία, προβλεπόμενη από διάταξη νόμου, χωρίς πταίσμα του ζημιωθέντος δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ (Μπαλή "Εμπράγματο Δίκαιο" παρ. 30 εδ. 3).

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Αντιθέτως, ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει η προβολή των φερομένων ως μη προταθέντων ισχυρισμών τους προς αντίκρουση της εν λόγω ενστάσεως.

Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου, η Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου είχε την ακόλουθη γνώμη: Κατά τη διάταξη του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εξάλλου κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ.α Α.Κ. αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ' αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας του από δικό του πταίσμα και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Ως πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται ο δόλος και η αμέλεια αυτού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 330 Α.Κ. (Α.Π.748/2008, Α.Π.939/1 992), όχι δε και η συνδρομή περιπτώσεως αντικειμενικής του ευθύνης, όπως εκείνη του άρθρου 925 Α.Κ., κατά το οποίο ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσεώς του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρησή του.

Τούτο προκύπτει: α) Από τη ρητή διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ. και ιδίως από τη χρήση του όρου "πταίσμα" και όχι κάποιου άλλου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επέκταση της εφαρμογής του και στις περιπτώσεις της αντικειμενικής ευθύνης του ζημιωθέντος, β) Από το ότι η ιδιαιτέρως επαχθής για τον κύριο ή το νομέα του κτίσματος ή του έργου καθιέρωση αντικειμενικής του ευθύνης έχει ως σκοπό την προστασία του ζημιωθέντος από την πτώση του κτίσματος ή του έργου τρίτου, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 925 Α.Κ.

και δεν μπορεί να νοηθεί αντικειμενική του ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία ζημιωθείς είναι ο ίδιος, γ) Από το ότι η αντικειμενική ευθύνη είναι ασύμβατη με τον επιμερισμό της συνυπαιτιότητας (κατανομή της σε ποσοστά), στον οποίο οδηγεί η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ., ενώ η τυχόν υιοθέτηση της απόψεως ότι η παραδοχή ενστάσεως οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος λόγω αντικειμενικής του ευθύνης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής στο σύνολο της, θα οδηγούσε σε αποτελέσματα αντίθετα προς την αρχή της επιείκειας που διέπει το δίκαιο και μάλιστα σε βάρος του έχοντος ανάγκη μείζονος προστασίας ζημιωθέντος, δ) Από το ότι ο ζημιώσας που προβάλλει την ένσταση συνυπαιτιότητας φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των περιστατικών που τη θεμελιώνουν, ενώ αν θεωρηθεί παραδεκτή η προβολή ενστάσεως συνυπαιτιότητας στηριζόμενης στην αντικειμενική ευθύνη του ζημιωθέντος, ο τελευταίος θα φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των λόγων άρσεως της αντικειμενικής του ευθύνης, περιερχόμενος έτσι σε δυσμενέστερη θέση έναντι του ζημιώσαντος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 4-10-2007 έγγραφες προτάσεις τους που υπέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι συντέλεσαν από δικό τους πταίσμα στην κατάρρευση της οικοδομής και στην εντεύθεν ζημία τους αφού συντρέχει περίπτωση αντικειμενικής τους ευθύνης ως συγκυρίων της οικοδομής, η κατάρρευση της οποίας οφείλεται σε ελαττώματά της κατά την κατασκευή της, καθώς και στις ζημιές που αυτή υπέστη κατά τον προηγηθέντα σεισμό του 1981 και την πλημμελή αποκατάσταση τους.

Ο ισχυρισμός αυτός ήταν κατά τα προεκτεθέντα μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και συνακόλουθα το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον απέρριψε ως αβάσιμο με άλλη αιτιολογία, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε. Γι' αυτό έπρεπε, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες αυτές με τις πιο πάνω και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.α), 1 (εδ.α) και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι απορρίπτοντας την ανωτέρω ένστασή τους:

α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (ήτοι μη προβληθείσα αντένσταση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ότι η πτώση της οικοδομής δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρησή της), β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 300 και 925 Α.Κ. και γ) στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.

Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της κάθε πλευράς (άρθρο 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την 457/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό .

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ