Supreme Court dismisses appeal on divorce grounds, citing proper service and lack of spouse's appearance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's divorce judgment. The appellant argued the lower court failed to consider her witness testimony and lacked a legal basis for granting the divorce under Article 1439 of the Civil Code. The court rejected these claims, noting the lower court's reasoning was sound and the appellant was properly served and present at the hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498(1), 568(3), 4, 576(1), 2, 4 of the Code of Civil Procedure; Article 1439(3) of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant was properly summoned and absent, and the lower court's decision on divorce grounds is based on sufficient evidence and reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου-καλούντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τρανταλλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2006 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1966/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε στην συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 5-3-2008 κλήση του αναιρεσιβλήτου-καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ.1, 568 παρ.3 και 4, 576 παρ.1, 2 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε σ' αυτή νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Χανίων .., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αντίγραφο της από 05.03.2008 κλήσης του αναιρεσιβλήτου, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για συζήτηση της κρινόμενης από 31.03.2006 αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου και με κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Από τα ταυτάριθμα όμως με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, στην παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 εδ.γ'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο διάδικος επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός αυτός ο λόγος ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως τα προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός ήταν νόμιμος και παραδεκτός.
Ως αποδείξεις, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος και των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται και οι κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, εφόσον έχει επιτραπεί απόδειξη και με μάρτυρες. Και ναι μεν το δικαστήριο έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για ουσιώδες στην έκβαση της δίκης ζήτημα, δεν υποχρεούται όμως να κάνει ειδική μνεία καθενός αποδεικτικού μέσου.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, ιδρύεται ο προκείμενος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, εκ των οποίων το πόρισμά εκτίθεται σαφώς.
Δεν αποτελούν δε "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα και η αξιολόγηση των αποδείξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 1439 παρ.3 ΑΚ, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, διάσταση των συζύγων υπάρχει όταν διασπασθεί η συμβίωση μεταξύ τους, τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα (συγκατοίκηση), όσο και κατά το ψυχικό στοιχείο, με τη θέληση έστω και ενός των συζύγων να μην υπάρχει πλέον κοινωνία βίου, χωρίς να ενδιαφέρει ποια περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή επήλθε η διάσταση, η οποία πρέπει να διαρκεί μέχρι τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής επί τέσσερα, κατ'ελάχιστο, συναπτά έτη, δεν εμποδίζεται δε η συμπλήρωση της τετραετίας από μικρές διακοπές που έγιναν προς αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους, ούτε, πολύ περισσότερο, από επαφές μεταξύ των συζύγων για την από κοινού ρύθμιση της επιμέλειας των τέκνων τους και τη διατροφή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενώπιόν του κατά τη συζήτηση της έφεσης και από όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα τα εξής:
Ότι οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο την 24.02.1974 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, ενήλικα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Ότι συμβίωσαν μέχρι 15.3.1993 στο χωριό ..., οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, λόγω του ότι είχε συνδεθεί ερωτκώς με την ..., με πρόθεση να μην έχει πλέον κοινωνία εγγάμου βίου με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, απεχώρησε από τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε στην...
στην ίδια οικία με την προαναφερόμενη ερωμένη του, με την οποία συμβίωνε έκτοτε, από δε το έτος 1999 μετακόμισαν και εγκαταστάθηκαν στα ... επί της οδού .... όπου εξακολούθησε τη συμβίωση μαζί της, χωρίς από το έτος 1993 να ενδιαφερθεί για την εναγόμενη σύζυγό του, με την οποία είχε έκτοτε αποκοπεί κάθε ψυχικός δεσμός.
Ότι, μετά την αποχώρηση του ενάγοντος και τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με την εναγομένη, συναντούσε αυτή στο χωριό ..., μόνο με σκοπό να συζητήσει μαζί της θέματα που αφορούσαν τα τέκνα τους και τη διατροφή τους, καθώς και κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως την κηδεία της μητέρας του, στην οποία παραβρέθηκε και η εναγομένη, χωρίς όμως να έχει μαζί της οποιονδήποτε ψυχικό δεσμό και βούληση αποκατάστασης της έγγαμης συμβίωσης.
Με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος με διαζύγιο, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ.3 ΑΚ λόγο (τετραετής διάσταση). 'Ετσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προ τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, που εφάρμοσε και ερμήνευσε, έλαβε δε υπόψη αναμφίβολα και συνεκτίμησε και την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε κατά πρόταση της εναγομένης ενώπιον του.
Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ (2ος λόγος) και 559 αρ.19 ΚΠολΔ (1ος λόγος), αποδίδει στο εφετείο τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρά της και ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 1439 παρ.3 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.03.2006 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.755/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ