Supreme Court dismisses appeal against forest boundary ruling, citing mandatory single-instance jurisdiction for forest disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the Second Instance Court's decision regarding forest boundary demarcation. The appellants, who were co-owners of adjacent land, challenged the state's external forest boundary determination, but the state argued that such disputes fall under exclusive single-instance jurisdiction. The court ruled that the specific legislative framework for forest protection mandates that boundary disputes be resolved only at the single-instance level to ensure swift resolution for the public interest, thereby precluding the right of appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 73(1) of Law 998/1979; Art. 20(1) of the Constitution: Disputes regarding the boundaries of public forests and forest areas resolved through the single-instance court procedure for external or internal demarcation are excluded from the right of appeal, as the legislative restriction aims at the prompt settlement of these matters for the general social interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1878 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1878/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Πάρεδρο Ν.Σ.Κ Βασιλική Παπαθεοδώρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-1987 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 647/1987 μη οριστική, 228/1993 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 449/2001 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-9-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....., ακριβές αντίγραφο της από 19-4-2004 αίτησης αναίρεσης, με την σ` αυτήν πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ο οποίος και υπογράφει και την αίτηση αναίρεσης, Γρηγορίου Μητσικώκου, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο.
Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες επισπεύδουν τη συζήτηση, μολονότι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθρο 568 παρ.4,576 παρ.1 ΚΠολΔ Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", "εφόσον εις περιοχήν τινα δεν υφίσταται κτηματολόγιον ή δεν έχει ενεργηθή κτηματογράφησις των δημοσίων και ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, επιτρέπεται όπως το Δημόσιον προβαίνει εις τον αποτερματισμόν και οροθέτησιν των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, εν σχέσει προς ιδιωτικά δάση ή δασικάς εκτάσεις ή άλλα ιδιωτικά ακίνητα (εξωτερικός αποτερματισμός) ή προς ακίνητα ανήκοντα εις το Δημόσιον και μη έχοντα τον χαρακτήρα του δάσους, της δασικής εκτάσεως (εσωτερικός αποτερματισμός).
Ο αποτερματισμός και η οροθέτησις ενεργούνται παρ' επιτροπής αποτελουμένης εκ του δασάρχου, ενός εκπροσώπου του οικείου δήμου ή της κοινότητος, οριζομένου υπό του δημάρχου ή του προέδρου και ενός τεχνικού υπαλλήλου της νομαρχίας, οριζομένου υπό του νομάρχου, επί παρουσία και των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των ομόρων δασών ή άλλων ακινήτων, ως και παντός άλλου ενδιαφερομένου, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου αποτερματισμού και οροθετήσεως.
Ομοίως επιτρέπεται η προσωρινή οροθέτησις των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τα διαχειριζόμενα ως διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις, συντασσομένου παρά της επιτροπής πρωτοκόλλου προσωρινής οροθετήσεως. Η τοιαύτη οροθέτησις ουδαμώς επηρεάζει τα επί των τοιούτων εκτάσεων δικαιώματα κυριότητας του Δημοσίου".
Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, "το πρωτόκολλον κοινοποιείται παρά του δασάρχου επί αποδείξει εις τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι δικαιούνται εντός μηνός από της κοινοποιήσεως να υποβάλλουν ενστάσεις κατά του γενομένου αποτερματισμού και οροθετήσεως. Αι ενστάσεις αύται εκδικάζονται υπό της επιτροπής του άρθρου 10 παρ.3, αποφαινομένης οριστικώς περί του αποτερματισμού και της τοποθετήσεως των οροσήμων.
Εξαιρετικώς δια την περίπτωσιν ταύτην της επιτροπής προεδρεύει αντί του προέδρου πρωτοδικών, ο ειρηνοδίκης της περιοχής. Τυχόν αμφισβήτησις περί των ορίων δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως αποτερματισθέντος και οριοθετηθέντος κατά τα ανωτέρω υπάγεται εις την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, αποφαινομένου επί τη αγωγή τινός των ενδιαφερομένων ασκουμένη εντός έτους από του οριστικού αποτερματισμού.
Το πρωτοδικείον δικάζει εκ των ενόντων επί τη βάσει παντός αποδεικτικού στοιχείου, της αποφάσεώς του υποκειμένης μόνον εις έφεσιν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο αποτερματισμός και η οροθέτηση δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων σε σχέση με ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις ή άλλα ιδιωτικά ακίνητα (εξωτερικός αποτερματισμός) προϋποθέτει κρίση της επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 998/1979 ως προς τα όρια των δασών και δασικών εκτάσεων και κατά συνέπεια κρίση της ως προς την ύπαρξη ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων που βρίσκονται μέσα στα οριοθετούμενα δάση ή τις δασικές εκτάσεις.
Μετά την περάτωση της προβλεπομένης από τις διατάξεις αυτές διοικητικής διαδικασίας, εάν εξακολουθούν να υπάρχουν αμφισβητήσεις ως προς τα όρια του δημόσιου δάσους ή δημόσιας δασικής εκτάσεως σε σχέση με όμορα ιδιωτικά δάση και ιδιωτικές δασικές εκτάσεις επιλαμβάνεται, με την άσκηση αγωγής οιουδήποτε ενδιαφερομένου, το Μονομελές Πρωτοδικείο, του οποίου η απόφαση υπόκειται μόνο στο ένδικο μέσο της εφέσεως και όχι, επομένως, της αναιρέσεως.
Ο περιορισμός αυτός, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των ανωτέρω διαφορών ως προς τον καθορισμό των ορίων του δημόσιου δάσους ή των δημόσιων δασικών εκτάσεων, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και δεν αντίκειται στην αρχή του Συντάγματος για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια (άρθρ. 20 παρ. 1), διότι με αυτές δεν επιλύονται διαφορές ως προς την κυριότητα των όμορων ιδιωτικών ακινήτων.
Αν κατά την επίλυση των αμφισβητήσεων αυτών κριθεί παρεμπιπτόντως ως προκριματικό ζήτημα και το θέμα της κυριότητας των όμορων ακινήτων, η παρεμπίπτουσα αυτή κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενόψει της πιο πάνω εκ των ενόντων διαδικασίας επιλύσεως της διαφοράς που προέκυψε από τον αποτερματισμό ή την οροθέτηση, δεν έχει τα εχέγγυα ορθής διαγνώσεως της διαφοράς, που παρέχει η τακτική διαδικασία, ούτε παράγει δεδικασμένο ως προς το προκριματικό αυτό ζήτημα της κυριότητας και ο ιδιοκτήτης των όμορων αυτών ακινήτων, είτε άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την αγωγή αμφισβητήσεως των ορίων της έκτασης που οροθετήθηκε, είτε άφησε να περάσει άπρακτη η πιο πάνω ενιαύσια προθεσμία, δικαιούται να εγείρει ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστηρίου τις ειδικές αγωγές περί προστασίας της κυριότητας (διεκδικητική, αρνητική κλπ), ως προς τις οποίες εξοπλίζεται με όλα τα από τον ΚΠολΔ προβλεπόμενα ένδικα μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, την ένδικη από 22-4-1987 αγωγή του ν.998/1979,με την οποία αμφισβήτησαν τα όρια του δημόσιου δάσους των Κοινοτήτων ..... και ....., που έχει αποτερματισθεί και οροθετηθεί με το από 24 και 25 Ιουλίου 1985 πρωτόκολλο της αρμόδιας επιτροπής, ισχυριζόμενοι ότι μέσα στα όρια αυτού έχει περιληφθεί και έκταση 50 στρεμμάτων όπως περιγράφεται σ' αυτήν, της οποίας είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ζήτησαν δε να τοποθετηθούν τα όρια του δημόσιου αυτού δάσους στα σημεία που αυτοί ορίζουν.
Με την 228/1993 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η αγωγή, κατ' αυτής δε άσκησε έφεση το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη 449/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Επομένως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της απόφασης αυτής είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2004 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 449/2001 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (μειωμένα), τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ