Legislator Case Law & Legislation
1878/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on abuse of right claim regarding co-ownership distribution of property.

Case Number 1878/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeals' dismissal of the plaintiffs' claim for judicial distribution of a co-owned property. The plaintiffs argued that the defendants' refusal to acknowledge their exclusive ownership and agree to sell the property constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The Court found the lower court erred in applying this provision, ruling that the defendants' verbal agreements and assurances did not justify rejecting the plaintiffs' legitimate claim for distribution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559(1) of the Civil Code; The exercise of a right to judicial distribution of co-owned property does not constitute abuse of right merely because the co-owners have not yet formally executed a sale agreement or acknowledged exclusive ownership through written instruments.

Keywords

AI generated
abuse of right co-ownership distribution judicial partition Civil Code Article 281 partial annulment co-owners property division

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1878 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1878/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρανάσιο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 2. Ψ2 και 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Ο 1ος και ο 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο ο οποίος ανακάλεσε την από 16-4-2007 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκε με την από 29-12-1995 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1087/1995, 769/1997 προδικαστική, 685/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2005 αίτησή τους και τους από 22-2-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 4-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 346/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών και της 685/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ.685/2005 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης που άσκησαν κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες με την υπ' αριθμ. 346/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η τελευταία, στην οποία και ενσωματώθηκε η πρωτόδικη (Ολ. ΑΠ 6/1990).

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974,980-984, 994 και 1113 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφαση του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,6,7,8, 12 και 43 του ν. 1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" ( ήδη άρθρα 37, 38,39,43,44,45, και 48 του Π.Δ.

της 14/27-7-1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας"), για την επέκταση σχεδίων πόλεων, καθώς και οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, όπως και για την ένταξη σε πολεοδομικό σχέδιο και επέκταση οικισμών μεταγενέστερων του 1923, καταρτίζεται και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. γενικό πολεοδομικό σχέδιο, ακολούθως συντάσσεται και εγκρίνεται με Π.Δ/μα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., πολεοδομική μελέτη και τέλος καταρτίζεται πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, η οποία κυρώνεται με απόφαση του Νομάρχη και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο.

Η πράξη εφαρμογής καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης, τα τμήματα που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά και προσδιορίζει τα τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους ή καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους και μπορεί να επιφέρει σημαντικές διαρρυθμίσεις σε κάθε ιδιοκτησία γενικά, όπως μετακινήσεις, τακτοποιήσεις, προσκυρώσεις, ανταλλαγές, καθώς και αλλαγές της μορφής των ιδιοκτησιών.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ.7 περ. α', β' και γ' του ν. 1337/1983 ( άρθρο 48 παρ.7 περ. α', β', γ' του Κ.Β.Π.Ν.), ορίζονται τα εξής: α) Η πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, μετά την κύρωση της με απόφαση του Νομάρχη, γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και για κάθε μεταβολή που επέρχεται στα ακίνητα....Με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ.

από 17-7/16-8-1923 και του ν.δ. 797/1971 (ήδη του ν.2882/2001-ΚΑΑ). β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή της πράξης εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν και με την πράξη εφαρμογής περιέρχονται σ' αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περίπτωσης.

Για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις για τη χρησικτησία.... και γ) Η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου αυτού και την πράξη εφαρμογής, συνεπάγεται την άμεση απόσβεση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές των ιδιοκτησιών που συνίστανται σε εισφορά σε γη , με την αφαίρεση τους και τη διάθεση τους για τους προβλεπόμενους στο νόμο σκοπούς, οι οποίες και επέρχονται όλες με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής. Αν, λοιπόν, πρόκειται για μεταβολή της κατηγορίας αυτής η μεταβολή των ακινήτων, σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής, συνεπάγεται και την άμεση απόσβεση κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου που υπήρχε στα μεταβαλλόμενα ακίνητα.

Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτησιών για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές, εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνονται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσης της, επέρχεται μεταβολή στην κυριότητα των ακινήτων της κατηγορίας αυτής.

Στην ίδια κατηγορία μεταβολών ανήκει και η περίπτωση που με την πολεοδομική μελέτη ρυμοτομείται ακίνητο πέραν της κατά νόμο υποχρέωσης του ιδιοκτήτη του για εισφορά σε γη χωρίς αντάλλαγμα, οπότε, αντί της καταβολής αποζημίωσης, δίδεται σ' αυτόν με την πράξη εφαρμογής, ως αντάλλαγμα, άλλο οικόπεδο ίσης αξίας με το ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου του, αφού και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναγκαστική αφαίρεση ιδιοκτησίας πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη.

Οι ρυθμίσεις, όμως, αυτές, σε σχέση με τις μεταβολές που επέρχονται στην κυριότητα των ακινήτων με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης, δεν αποκλείουν τη χρησικτησία στο τμήμα ιδιοκτησίας που απομένει στον ιδιοκτήτη ή τους συνιδιοκτήτες της μετά τη ρυμοτόμηση ενός τμήματος αυτής, και συνεπώς επί του τμήματος αυτού μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα από το συγκύριο του ή από τρίτον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση , στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι Χ1 , δικαιοπάροχος των εναγόντων, Π1, αρχικός πρώτος εναγόμενος, και Ψ2 δεύτερος εναγόμενος, είχαν στην κυριότητα τους από αγορές, δυνάμει των αναφερομένων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, ο καθένας χωριστά, τα παρακάτω τρία όμορα ακίνητα (αγρούς), που βρίσκονταν στη θέση "...." της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ....

και συγκεκριμένα α) ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1 είχε στην κυριότητα του έναν αγρό, εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος β) ο αρχικός πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητα του έναν αγρό εκτάσεως 720 τ.μ. και γ) ο δεύτερος εναγόμενος είχε στην κυριότητα του έναν αγρό εκτάσεως 467 τ.μ. Οι ως άνω ιδιοκτήτες, προκειμένου να εξασφαλισθεί αρτιότητα για τα εν λόγω ακίνητα τους προς ανοικοδόμηση τους, προέβησαν, με το υπ' αριθμ. .....

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Δημ. Μαντέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στη συνένωση αυτών με ταυτόχρονη ανταλλαγή μεταξύ τους ποσοστών εξ αδιαιρέτου. Από τη συνένωση αυτή προέκυψε ένα ενιαίο ακίνητο, εμβαδού κατά το ως άνω συμβόλαιο 2.189 τ.μ., επί του οποίου οι ανωτέρω ιδιοκτήτες, με την ανταλλαγή των ποσοστών, κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, κατά ποσοστά, 446,10/1000 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1 , 339,60/1000 ο αρχικός πρώτος εναγόμενος Π1 και 212,30/1000 ο δεύτερος εναγόμενος Ψ2 Κατά την ίδια ημέρα κατάρτισης του ως άνω ......

συμβολαίου συνένωσης και ανταλλαγής ποσοστών ( 22-3-1973) οι ρηθέντες συγκύριοι συμφώνησαν προφορικά μεταξύ τους να διανείμουν ατύπως το προκύψαν από τη συνένωση ενιαίο κοινό τους ακίνητο, εμβαδού 2.189 τ.μ., στα όρια των αρχικών ακινήτων τους, έτσι ώστε ο καθένας από αυτούς να λάβει και να νέμεται ξεχωριστά το τμήμα που αποτελούσε το δικό του αρχικό ακίνητο.

Ακολούθως εκδόθηκαν, αρχικά η υπ' αριθμ. ..... πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ....., που εγκρίθηκε με την ..... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, και στη συνέχεια η υπ' αριθμ. ..... διορθωτική πράξη εφαρμογής του ίδιου ρυμοτομικού σχεδίου, που εγκρίθηκε με την ...... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .....

Σύμφωνα με τις πράξεις αυτές εφαρμογής από το προαναφερόμενο ενιαίο κοινό ακίνητο, εμβαδού 2.189 τ.μ. και κατά τη γενόμενη από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία καταμέτρηση του 2.233,48 τ.μ. , που βρίσκεται στο ..... Ο.Τ., ρυμοτομήθηκε ένα τμήμα για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και διάνοιξη οδού, και, μετά τη ρυμοτόμηση, απέμεινε το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου αυτού, εμβαδού 1.075,52 τ.μ., το οποίο συνορεύει με την εθνική οδό...., με ανώνυμη δημοτική οδό, με ιδιοκτησίες ...., ....

και .... και με ανώνυμη οδό. Με τις ίδιες πράξεις εφαρμογής περιήλθε στους ανωτέρω συγκύριους, ως αντάλλαγμα του ρυμοτομηθέντος τμήματος του κοινού ακινήτου τους, ένα νέο οικόπεδο στο υπ' αριθμ. ..... Ο.Τ., εμβαδού 750 τ.μ., με ποσοστά συνιδιοκτησίας 44,81 ο/ο για το δικαιοπάροχο των εναγόντων, 33,96 ο/ο για τον αρχικό πρώτο εναγόμενο και 21,23 ο/ο για το δεύτερο εναγόμενο.

Με βάση, όμως, την άτυπη συμφωνία διανομής, στην οποία, όπως εκτέθηκε, προήλθαν οι ρηθέντες συγκύριοι κατά την ημέρα κατάρτισης του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου συνένωσης των ακινήτων τους, έλαβε ο καθένας από αυτούς στη νομή του το τμήμα που πριν από τη συνένωση αποτελούσε το δικό του ακίνητο, το οποίο και νεμόταν έκτοτε αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό.

Έτσι ο αρχικά πρώτος εναγόμενος Π1 έλαβε από το κοινό ακίνητο το δικό του αρχικό ακίνητο, εμβαδού 669,43 τ.μ., και νεμόταν έκτοτε αυτό με διάνοια αποκλειστικού κυρίου συνεχώς μέχρι την έγερση της αγωγής, στην παραπάνω μεν έκταση του μέχρι το έτος 1989, στη μικρότερη δε έκταση των 642,26 τ.μ. μετά την κατά το έτος αυτό εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης για την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή αυτή.

Ειδικότερα αυτός ανήγειρε στο αρχικό ακίνητο του διώροφη οικοδομή, εμβαδού 238 τ.μ., που καλύπτει επιφάνεια 120 τ.μ., στην οποία κατοικούσε έκτοτε με την οικογένεια του, χρησιμοποιούσε το ακάλυπτο τμήμα του ακινήτου αυτού ως περιβάλλοντα χώρο της εν λόγω οικοδομής, στάθμευε στο χώρο αυτόν τα αγροτικά μηχανήματα και το αυτοκίνητο του και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο από τα υπάρχοντα εντός αυτού δύο ελαιόδεντρα.

Αλλά και ο δεύτερος εναγόμενος Ψ2 έλαβε κατά την ως άνω άτυπη διανομή από το κοινό ακίνητο το δικό του αρχικό ακίνητο, εμβαδού 494,93 τ.μ., και νεμόταν αυτό έκτοτε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, στην παραπάνω μεν έκταση του μέχρι το έτος 1989, στη μικρότερη δε έκταση των 433,26 τ.μ.

μετά την κατά το έτος αυτό εφαρμογή της άνω πολεοδομικής μελέτης για την επέκταση του σχεδίου πόλεως στην περιοχή αυτή. Ειδικότερα αυτός, με βάση την υπ' αριθμ..... οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αχαΐας, ανήγειρε στο εν λόγω αρχικό ακίνητο του διώροφη οικοδομή, στην οποία προσέθεσε στη συνέχεια και τρίτο όροφο, συνολικού εμβαδού 336 τ.μ., καλύπτοντας επιφάνεια 112 τ.μ., κατοικεί έκτοτε με την οικογένεια του στην οικοδομή αυτή, εκμισθώνει σε τρίτους τον πρώτο όροφο και το ισόγειο κατάστημα αυτής και χρησιμοποιεί τον ακάλυπτο χώρο του ακινήτου αυτού ως περιβάλλοντα χώρο της οικοδομής του.

Εξάλλου ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1, ο οποίος δεν ανοικοδόμησε, αλλά νεμόταν το τμήμα του δικού του αρχικού ακινήτου, ενέκρινε όλες τις ανωτέρω πράξεις νομής των εναγομένων στα αρχικά δικά τους ακίνητα, μετά δε την εφαρμογή στην περιοχή του ρυμοτομικού σχεδίου και την αφαίρεση από το ενιαίο κοινό ακίνητο, λόγω ρυμοτόμησης για τη διάνοιξη οδού, ολόκληρης της έκτασης που αποτελούσε το αρχικό δικό του ακίνητο, δεν έφερε καμιά αντίρρηση , αφού συμφωνήθηκε προφορικώς μεταξύ αυτού και των εναγομένων, ότι το νέο ακίνητο, εμβαδού 750 τ.μ., που με τις πράξεις εφαρμογής περιήλθε στους εν λόγω τρείς συγκυρίους κατά αδιαίρετη συνιδιοκτησία, ως αντάλλαγμα του ρυμοτομηθέντος τμήματος του κοινού ακινήτου τους, θα το νεμόταν μόνον εκείνος αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό και ότι οι άλλοι δύο συγκύριοι ( εναγόμενοι) δεν θα έχουν σ' αυτό κανένα δικαίωμα.

Ο Χ1 αποβίωσε στις 30-11-1993 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του , η οποία αποποιήθηκε νόμιμα την κληρονομιά του, και από τους ενάγοντες, που είναι τέκνα του, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά εκείνου με την υπ' αριθμ. .... πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Μπονέλη, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με την αποδοχή, όμως, αυτή της κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου πατέρα τους οι ενάγοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου, εμβαδού 1075,52 τ.μ., αφού οι εναγόμενοι νεμήθηκαν τα προαναφερθέντα δύο χωριστά τμήματα που το απαρτίζουν από τις 23-3-1973, που έγινε η άτυπη διανομή, και επί μία συνεχή εικοσαετία, η οποία συμπληρώθηκε στα πρόσωπα τους πριν από το θάνατο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων (30-11-1993) και έτσι έγιναν αυτοί αποκλειστικοί κύριοι των τμημάτων τούτων με έκτακτη χρησικτησία.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι με τη μεταγραφή των ως άνω πράξεων εφαρμογής αποσβέσθηκε κάθε εμπράγματο δικαίωμα των εναγομένων επί των ως άνω χωριστών τμημάτων του εν λόγω κοινού ακινήτου, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού, όπως εκτέθηκε, οι ανωτέρω τρεις συγκύριοι, κατά το έτος 1973, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους το συμβόλαιο συνένωσης των ακινήτων τους, συμφώνησαν ότι καθένας από αυτούς θα νέμεται εφεξής και θα κατέχει για τον εαυτό του το προαναφερόμενο για τον καθένα διαιρετό τμήμα από το κοινό αυτό ακίνητο, η συμφωνία δε αυτή επαναλήφθηκε και μετά την έκδοση της ρηθείσης πράξης εφαρμογής κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 1989.

Επομένως δεν υφίσταται η επικαλούμενη με την αγωγή διανομής συγκυριότητα των διαδίκων επί του εν λόγω ακινήτου, που είναι το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένσταση των εναγομένων, ήτοι του καθολικού δικαιοπαρόχου του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, περί ιδίας αυτών κυριότητας στα ρηθέντα δύο χωριστά τμήματα που απαρτίζουν το πρώτο από τα διανεμητέα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 1075,52 τ.μ., και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως και απορρίψει την ένδικη αγωγή διανομής των αναιρεσειόντων ως προς το ακίνητο αυτό, κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, δεν έσφαλε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των δύο χωριστών τμημάτων που αποτελούν το πρώτο επίδικο ακίνητο από το δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και από το δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας ,στην οποία στηρίζεται η γενόμενη δεκτή ένσταση τους ιδίας κυριότητας, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ΑΚ και του ν.1337/1983.

Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι ο καθολικός δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων (εναγόντων) Χ1 , και μετά την αφαίρεση, λόγω ρυμοτόμησης προς διάνοιξη οδού, βάσει της υπ' αριθμ. .... πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου .... και της υπ' αριθμ. .... διορθωτικής αυτής, που εγκρίθηκε με την .....

απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, από το ενιαίο κοινό ακίνητο των 2.189 τ.μ., που είχε προκύψει από την κατά το έτος 1973 συνένωση των αρχικά τριών ακινήτων, ολόκληρης της έκτασης που αποτελούσε το αρχικό δικό του ακίνητο, συμφώνησε προφορικά με τους άλλους δύο συγκύριους του κοινού ακινήτου, (καθολικό δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και δεύτερο αναιρεσίβλητο), αυτός μεν να λάβει στην αποκλειστική νομή του και να νέμεται έκτοτε ως δικό του ολόκληρο το νέο ακίνητο, εμβαδού 750 τ.μ., που, σύμφωνα με τις ίδιες πράξεις εφαρμογής, δόθηκε στους συγκύριους αυτούς, ως αντάλλαγμα του ρυμοτομηθέντος τμήματος του κοινού ακινήτου τους, εκείνοι δε να εξακολουθήσουν να έχουν στην αποκλειστική νομή τους τα εναπομείναντα μετά τη ρυμοτόμηση δύο χωριστά τμήματα του ίδιου κοινού ακινήτου τους, και ότι οι τελευταίοι νεμήθηκαν ο καθένας χωριστά τα τμήματα αυτά από τις 23-3-1973, που έγινε μεταξύ όλων των συγκυρίων η άτυπη διανομή του ως άνω κοινού ακινήτου τους, και επί μια τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία μέχρι τις 30-11-1993, που αποβίωσε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Χ1 , η κυριότητα των εν λόγω δύο τμημάτων, που αποτελούν το πρώτο επίδικο ακίνητο, αποκτήθηκε πρωτοτύπως από τον καθολικό δικαιοπάροχο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και το δεύτερο αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν αποκλειόταν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 12 παρ.7 περ.α', β' και γ' του ν.1337/1983, από τις μεταβολές που επέφεραν στο αρχικό κοινό ακίνητο οι ρηθείσες πράξεις εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης.

Επομένως ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με το πρώτο από τα επίδικα διανεμητέα ακίνητα, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ (όχι δε και από τον αριθμό 17, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στο πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β'ΚΠολΔ πλημμέλεια , ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη " πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα από αυτούς με λόγο της έφεσης τους ισχυρισμό περί ανυπαρξίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και των αντιδίκων τους προφορικής συμφωνίας, με την οποία συμφωνήθηκε ότι εκείνοι μεν θα νέμονται αποκλειστικά το πρώτο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 1075,52 τ.μ., ο δε δικαιοπάροχος αυτών (αναιρεσειόντων) θα νεμόταν το δεύτερο επίδικο ακίνητο, εμβαδού 750 τ.μ.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση των ενστάσεων των εναγομένων περί ιδίας αυτών κυριότητας, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα και γι' αυτό ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα 1) το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομίας Πατρών, 2) την υπ' αριθμ. .... πράξη της Νομαρχίας Αχαΐας περί διορθώσεως της υπ' αριθμ. ..... πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης .... και 3) την αίτηση των αντιδίκων τους προς το Πολεοδομικό Γραφείο .... για διόρθωση της αρχικής πράξης εφαρμογής της σχετικής πολεοδομικής μελέτης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία ρητά γίνεται μνεία της υπ' αριθμ. ..... αρχικής πράξης εφαρμογής, της υπ' αριθμ......, διορθωτικής της πρώτης, πράξης εφαρμογής και της υπ' αριθμ. πρωτ. ..... απόφασης του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία εγκρίθηκε η τελευταία, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και δεύτερο του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναίρεσης, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ. 1,8, 10, 17 και 19 του ΚΠολΔ, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε α) "ότι ο δικαιοπάροχος του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος νέμονταν αποκλειστικά για τον εαυτό τους από τις 23-3-1973 και επί μία εικοσαετία μέχρι το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ1 τα αναφερόμενα χωριστά τμήματα του πρώτου επιδίκου ακινήτου, ενώ αυτοί με την από 14-11-1991 ένσταση τους προς το Πολεοδομικό Γραφείο .....

για διόρθωση της αρχικής πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης είχαν ρητά αναγνωρίσει τη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων στο ακίνητο αυτό", και β) " ότι οι αναιρεσεΐοντες γνώριζαν τις προφορικές συμφωνίες του άνω δικαιοπαρόχου τους με τους ρηθέντες εναγομένους σχετικά με την άσκηση από τους τελευταίους αποκλειστικής νομής στα ρηθέντα τμήματα του ίδιου επιδίκου ακινήτου και ότι αποδέχθηκαν τις διαβεβαιώσεις εκείνων ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα από τη συγκυριότητα τους δικαιώματα επί του δευτέρου επιδίκου ακινήτου".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με το δεύτερο από τα επίδικα διανεμητέα ακίνητα, εμβαδού 750 τ.μ., δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. .... πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ...., που εγκρίθηκε με την .....

απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, και της εν συνεχεία εκδοθείσης υπ' αριθμ. .... διορθωτικής πράξης εφαρμογής του ίδιου ρυμοτομικού σχεδίου, που εγκρίθηκε με την ..... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας και μεταγράφηκε νόμιμα, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ1 και οι αρχικά εναγόμενοι Π1 και Ψ2 κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του δευτέρου επιδίκου ακινήτου ( νέου οικοπέδου στο υπ' αριθμ. .....

Ο.Τ., εμβαδού 750 τ.μ.,), κατά ποσοστά, 44,81 ο/ο ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, 33,96 ο/ο ο αρχικά πρώτος εναγόμενος και 21,23 ο/ο ο δεύτερος εναγόμενος. Ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι, ως καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του Χ1, γνώριζαν τη γενόμενη κατά το έτος 1973 προφορική συμφωνία του εν λόγω δικαιοπαρόχου τους με τους εναγομένους, βάσει της οποίας οι τελευταίοι έλαβαν στη νομή τους τα διαιρετά τμήματα του πρώτου επιδίκου ακινήτου που πριν από τη συνένωση αποτελούσαν τα δικά τους ακίνητα, τα οποία και νέμονταν έκτοτε αποκλειστικά για δικό τους λογαριασμό , και ακόμη ότι ο ίδιος δικαιοπάροχος τους, και μετά την κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 1989 εφαρμογή στην περιοχή του ρυμοτομικού σχεδίου και αφαίρεση, λόγω ρυμοτόμησης, από το προκύψαν από τη συνένωση ενιαίο ακίνητο 10 ολόκληρης της έκτασης που αποτελούσε το αρχικό δικό του ακίνητο, συμφώνησε προφορικά με τους εναγομένους, ότι το νέο ακίνητο, εμβαδού 750 τ.μ., δηλαδή το δεύτερο επίδικο ακίνητο, που με τις ανωτέρω πράξεις εφαρμογής δόθηκε σ' αυτούς κατά συγκυριότητα, ως αντάλλαγμα του ρυμοτομηθέντος τμήματος του κοινού ακινήτου τους, θα το νεμόταν μόνον εκείνος αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, αποδέχθηκαν και οι ίδιοι ( ενάγοντες) τις προφορικές διαβεβαιώσεις του Ψ1 που υπεισήλθε στη θέση του αρχικού πρώτου εναγομένου, και του δευτέρου εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτων ), ότι συγκατατίθενται στην πώληση του εν λόγω κοινού ακινήτου και στην είσπραξη αποκλειστικά από αυτούς του τιμήματος, το οποίο ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 118.000 ευρώ, καθώς και ότι εκείνοι (εναγόμενοι) αναγνωρίζουν τους ενάγοντες ως αποκλειστικούς κυρίους και νομείς του ακινήτου αυτού και ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματα από τη συγκυριότητα τους σ' αυτό.

Και ότι, ενόψει των περιστατικών αυτών και του ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν καμιά αξίωση από τη συγκυριότητα τους σ' αυτό, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγόντων για δικαστική διανομή του δευτέρου επιδίκου ακινήτου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι δηλαδή καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 ΑΚ.

Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος σε σχέση με το δεύτερο των επιδίκων ακινήτων, και απορριπτέα για το λόγο αυτό την αγωγή διανομής των αναιρεσειόντων ως προς το ακίνητο αυτό, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων να επιδιώξουν με την αγωγή τη διανομή του δευτέρου επιδίκου κοινού ακινήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια, αφού μόνη η γνώση από αυτούς του περιεχομένου των παραπάνω αναφερομένων προφορικών συμφωνιών του δικαιοπαρόχου τους με τους εναγομένους, καθώς και οι διαβεβαιώσεις προς αυτούς των αντιδίκων τους ότι τους αναγνωρίζουν ως αποκλειστικούς κυρίους του εν λόγω κοινού ακινήτου και ότι συγκατατίθενται στην πώληση αυτού και στην είσπραξη αποκλειστικά από αυτούς του τιμήματος, δεν αρκούν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσειόντων να επιδιώξουν τη δικαστική διανομή του ακινήτου αυτού.

Επομένως ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο οι 11Γ αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της που αφορά την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων για διανομή του δευτέρου των επιδίκων ακινήτων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).

Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 346/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640 )ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ