Legislator Case Law & Legislation
1877/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank bond transfer ruling citing repealed statute and factual evaluation limits.

Case Number 1877/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision rejecting their lawsuit against Eurobank. The appellants argued the lower court violated substantive law regarding bond transfers without proper documentation, but the Supreme Court found the cited legal provision had been repealed in 2007, prior to the 2009 transaction date. Furthermore, the court held that the lower court's assessment of facts and evidence falls outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Article 20 of Law 2396/1996; Article 85 of Law 3606/2007: An appeal based on a repealed statutory provision is inadmissible, and appellate courts cannot re-evaluate the factual findings or legal assessment of evidence made by the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility repealed statute appellate review limits tort liability bank bond transfer legal assessment costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330 and 914 of the Civil Code
Article 20 of Law 2396/1996
Article 85 of Law 3606/2007
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1877 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1877/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσείοντων: 1) Α. Γ. του Ι., 2) Δ. συζύγου Α. Γ., το γένος Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μπόμπο και Βασίλειο Στυλιαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 112/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 81/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 25.7.2012 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. ...-1997 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ ...-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμβάσεως, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσεως, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επενδύσεως. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επενδύσεως, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επενδύσεως, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως M., η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απολήψεως των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.

Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως "υβριδικοί" καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1250/2018). Επ` αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επιπλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α`, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 2123/2009). Βάσει δε της Πράξεως αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προελεύσεως και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων γι' αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης αποδόσεώς τους.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν το Ν. 3587/2007, που oρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1 ), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.

β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3) και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), προκύπτει ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1849/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1445/2017).

Με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 και των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με την υπ' αρ. ...-1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Ν. 2396/1996, του Ν. 3606/2007, των άρθρων 1 παρ.3, 8 του Ν.2251/1994, της 2501/31.10.2002 Πράξεως του Διοικητή της ΤτΕ και των άρθρων 288, 297, 298, 300, 330, 713, 714, 914 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η αναιρεσίβλητη παρείχε πλήρη κατά το νόμο πληροφόρηση για τα χαρακτηριστικά του επίδικου ομολόγου, κατάλληλη για τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος ήταν ο ουσιαστικός αποδέκτης των επενδυτικών συμβουλών της αναιρεσίβλητης και ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσείουσας και ενόψει του ότι αυτός ήταν πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, διαχειριζόταν μεγάλα οικονομικά κεφάλαια και είχε επενδύσει στο παρελθόν σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μια επένδυση με ρίσκο, που όμως θα τους απέφερε σημαντικά έσοδα, πολύ περισσότερα από αυτά μιας προθεσμιακής καταθέσεως.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με υποκατάστημα και στην πόλη της Λάρισας στο οποίο λειτουργεί όπως και στο υποκατάστημά της του Βόλου τμήμα private banking είχε μακροχρόνια συνεργασία με τον πρώτο ενάγοντα που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στην πόλη της Λάρισας.

Ο τελευταίος, που ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας, συζύγου του, ενταχθείς στο private banking της εναγόμενης αρχικώς στο υποκατάστημα του Βόλου και κατόπιν της Λάρισας συνήψε τη με αριθμό .../2004 σύμβαση με την οποία παρείχε στην τραπεζική εταιρεία την εντολή, πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση να εκτελεί τις εντολές του χωρίς κανέναν έλεγχο, δήλωση που επανέλαβε την ....2004 στο υποκατάστημα Βόλου όπου διαβεβαίωσε ότι, μετά από ενημέρωσή του, επιθυμεί να απολαμβάνει τις παροχές και τις υπηρεσίες του τμήματος αυτού.

Στο από 12.5.2004 ερωτηματολόγιο προσδιορισμού προφίλ επενδυτικού κινδύνου που συμπλήρωσε ο ίδιος ο πρώτος ενάγων προκύπτει ότι επιθυμούσε να επενδύσει σε αγορές τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ο χρονικός ορίζοντας για την επίτευξη των στόχων του να είναι μακροπρόθεσμος, περισσότερο από 3 χρόνια, να έχει ένα μέτριο επίπεδο ρευστότητας, το χαρτοφυλάκιό του στο Private Banking της τράπεζας να υπερβαίνει το 40% της συνολικής προς επένδυση περιουσίας του καθώς και ότι είναι έμπειρος επενδυτής που έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με χρηματικοοικονομικό σύμβουλο.

Με την από ....2004 και με αριθμό ... σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου επελέγη από τους ενάγοντες η διαχείριση χαρτοφυλακίου μεσαίου κινδύνου, την ως άνω δε σύμβαση κατήγγειλε ο πρώτος ενάγων με την από 18.9.2008 έγγραφη καταγγελία του αιτούμενος να πιστωθεί το προϊόν της διαχείρισής του στον τραπεζικό του λογαριασμό.

Στα πλαίσια της ως άνω εντολής η εναγόμενη αγόρασε για τους ενάγοντες, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους τα κάτωθι επενδυτικά προϊόντα: α) τίτλους (ομόλογα) εκδόσεως της "EFG HELLAS CAYMAN ISLANDS LIMETED" ονομαστικής αξίας 150.000 ευρώ, β) τίτλους έκδοσης της " EFG HELLAS PIC", ονομαστικής αξίας 100.000 ευρώ, γ) τίτλους έκδοσης της "CYPRYS POPULAR BANK PIRAEUS GROUP FINANCE" ονομαστικής αξίας 322.000 ευρώ, και δ) τίτλους έκδοσης της "PIRAEUS GROUP FINANCE" συνολικής ονομαστικής αξίας 295.000 ευρώ.

Σε όλες τις αιτήσεις της αγοράς των ανωτέρω ομολογιών ρητά δήλωνε ο πρώτος ενάγων, για λογαριασμό και της δεύτερης ενάγουσας ότι "συμφωνώ, αποδέχομαι και αναγνωρίζω ότι η Τράπεζά σας δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία, απώλεια ή δαπάνη που ενδεχομένως θα υποστώ λόγω της αγοράς των ομολογιών, κάθε κινδύνου αναλαμβανόμενου αποκλειστικά από εμένα" τα δε προϊόντα αυτά είχαν, πλην του ενός που είχε πενταετή, δεκαετή λήξη.

Οι ενάγοντες, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ουδέποτε έδωσαν τέτοια εντολή στην εναγόμενη να προβεί σε αγορά ομολόγων για λογαριασμό τους αφού είναι συντηρητικοί και δεν ενημερώθηκαν ότι η αγορά ομολόγων αποτελούσε επίφοβη επένδυση όσο κερδοφόρα και να ήταν αυτή, ενώ δεν είχαν τις γνώσεις για να αντιληφθούν τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα και με βάση τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων, προστηθέντων της εναγόμενης πίστευαν ότι επένδυαν σε προθεσμιακές καταθέσεις εγγυημένες από την εναγόμενη και όχι σε ομόλογα ξένων τραπεζών.

Όπως προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα ιδίως ο πρώτος ενάγων, παρότι έχει γνώσεις υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων το οποίο διατηρεί επί σειρά ετών, διαχειρίζεται μεγάλα οικονομικά κεφάλαια για τις ανάγκες της επιχείρησής του και δραστηριοποιείται στον εμπορικό κόσμο με μεγάλη επιτυχία.

Συνεπώς, ακόμα και αν δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις να αντιληφθεί ορισμένες χρηματιστηριοοικονομικές έννοιες σχετικά με τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα εντούτοις μπορούσε ευχερώς να αντιληφθεί ότι επρόκειτο για μια επένδυση με ρίσκο που όμως θα του απέφερε σημαντικά έσοδα πολύ περισσότερα από αυτά μιας προθεσμιακής κατάθεσης.

Άλλωστε ο ανωτέρω ενάγων είχε επενδύσει και στο παρελθόν σε επενδυτικά προϊόντα της εναγόμενης, σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια όπως προκύπτει από τα έγγραφα που η τελευταία προσκομίζει και επικαλείται που κάθε άλλο παρά ανίδεο και συντηρητικό επενδυτή θα μπορούσαν να τον χαρακτηρίσουν. Από όλα λοιπόν τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα συνάγεται ευχερώς ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν, από την εναγόμενη για το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν και τα χαρακτηριστικά του, και είχαν την δυνατότητα και ικανότητα να αντιληφθούν πλήρως τους κινδύνους που ενείχε αυτή η επένδυση καθώς και ότι η αξία του επενδυτικού κεφαλαίου δεν ήταν διασφαλισμένη όπως άλλωστε και επί σειρά ετών με τις χρηματιστηριακές και επενδυτικές συμβουλές των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης, ο πρώτος εξ αυτών επένδυε.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγόμενη διαβεβαίωσε τον πρώτο εξ αυτών ότι οι τίτλοι που αγόραζε ήταν μηδενικού ρίσκου και ότι εγγυήθηκε την καταβολή τους κατά τη λήξη των προϊόντων κρίνεται μη πειστικός αφού οι προστηθέντες υπάλληλοί της δεν θα μπορούσαν να δώσουν τέτοια διαβεβαίωση και πολύ περισσότερο ότι εγγυήθηκαν η τραπεζική εταιρεία να προβεί σε καταβολή τυχόν απώλειας του κεφαλαίου τους.

Για το συγκεκριμένο δε επενδυτικό προϊόν για το οποίο οι ενάγοντες αιτούνται αποζημίωση προέκυψε ότι ο πρώτος εξ αυτών προέβη στην δευτερογενή αγορά του ομολόγου εκδόσεως "Marfin Cyprus Popular Bank" ονομαστικής αξίας 322.000 ευρώ σε χρέωση του λογαριασμού του με το ποσόν των 232.749,76 ευρώ ήτοι με απόδοση και το Μάιο του έτους 2013 η εκδότρια εταιρεία τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και ως εκ τούτου οι ενάγοντες ζημιώθηκαν με το ποσόν των 232.749,36 ευρώ.

Ωστόσο η εναγόμενη ουδόλως ευθύνεται για τη ζημία αυτών αφού η ίδια ενημέρωσε στα πλαίσια των τραπεζικών της υπηρεσιών τους ενάγοντες και ιδίως τον πρώτο εξ αυτών και στα πλαίσια της καλής πίστης περί των κινδύνων των συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων και οι ίδιοι ανέλαβαν την ευθύνη και την πρωτοβουλία να επενδύσουν σ' αυτά.

Άλλωστε οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ρευστοποιήσουν το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν, για να μειώσουν την ζημία τους, ενέργεια στην οποία όμως δεν προέβησαν ενώ η μετέπειτα θέση των κυπριακών τραπεζών σε καθεστώς εξυγίανσης ήταν απρόβλεπτο γεγονός ακόμα και για τους τραπεζικούς κύκλους. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη παραβίασε τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΑΕΠΕΥ, όπως αυτές εξειδικεύονται με το κεφάλαιο Β' του ανωτέρω Κώδικα και αυτές του άρθρου 6 του Κώδικα αυτού, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως και συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι δεν έλαβαν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των πελατών τους και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, παραβιάζοντας τις αρχές του άνω Κώδικα.

Πέραν αυτών, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν αντίστοιχη πληροφόρηση τόσο για την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους στο επίδικο προϊόν, όσο και κατά τη διάρκεια της επένδυσης και από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη απέκρυψε από αυτούς και μάλιστα σκόπιμα σημαντικές πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων.

Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά της εναγόμενης δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι αυτή παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι των εναγόντων σε σχέση με την πληροφόρησή τους, αφού τους είχαν ενημερώσει για το είδος της επένδυσης και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους, ούτε η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση της γενικής δικαιϊκής αρχής της καλόπιστης και σύμφωνα με τα συναλλακτική ήθη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεών της και της λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτρέψει την επέλευση ζημίας στους αντισυμβαλλόμενούς τους, ήτοι παραβίαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους. Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα οι αναιρεσείοντες, εκ των οποίων ο πρώτος είναι πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων, που διαχειρίζεται μεγάλα οικονομικά κεφάλαια για τις ανάγκες της επιχειρήσεως του, ενημερώθηκαν από την αναιρεσίβλητη για τους κινδύνους του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος και τα χαρακτηριστικά του, τόσο κατά την τοποθέτηση των κεφαλαίων τους όσο και κατά την διάρκεια της επενδύσεως, είχαν δε την δυνατότητα και ικανότητα να αντιληφθούν ότι επρόκειτο για μια επένδυση με ρίσκο, η οποία όμως θα τους απέφερε κέρδη πολύ περισσότερα από αυτά μιας προθεσμιακής καταθέσεως και ότι η αξία του επενδυτικού κεφαλαίου δεν ήταν διασφαλισμένη, ενόψει και του ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν έμπειρος επενδυτής, καθόσον επί σειρά ετών επένδυε σε ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια υπό τις χρηματιστηριακές και επενδυτικές συμβουλές των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και αποφάσισαν με δική τους πρωτοβουλία να επενδύσουν στο συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο μπορούσαν να ρευστοποιήσουν όποτε ήθελαν, ανάλογα με την αγοραία αξία του, ενώ το γεγονός της θέσεως των Κυπριακών τραπεζών υπό καθεστώς εξυγιάνσεως δεν μπορούσε να προβλεφθεί από κανέναν, ούτε από τους αναιρεσείοντες, ούτε από την αναιρεσίβλητη, η οποία είχε λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των πελατών της και την διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς.

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η αναιρεσίβλητη ενημέρωσε τους αναιρεσείοντες για το είδος της επενδύσεως και τους αναλαμβανόμενους κινδύνους και δεν τους απέκρυψε σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, δεν παρέβη την υποχρέωση επιμέλειας που είχε έναντι των αναιρεσειόντων και δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω λόγους αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 20 ν. 2396/1996, την οποία δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ότι η διάθεση των επίδικων ομολόγων υπήρξε νόμιμη και θεμιτή, ενώ τα επίδικα ομόλογα διατέθηκαν χωρίς την προς αυτούς παράδοση του σχετικού ενημερωτικού δελτίου στην ελληνική γλώσσα και των δύο τελευταίων εξαμηνιαίων καταστάσεων που δημοσιεύονται για τις εκδότριες των αξιών αυτών εταιρείες. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 20 Ν. 2396/1996 καταργήθηκε με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007, με έναρξη ισχύος από 1-11-2007, ενώ τα επίδικα ομόλογα της CYPRUS POPULAR BANK αγοράστηκαν από τους αναιρεσείοντες την 1-4-2009, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο είχε καταργηθεί η ως άνω διάταξη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.6.2022 αίτηση αναίρεσης των 1) Α. Γ. του Ι. και 2) Δ. συζ. Α. Γ. το γένος Α. Π. κατά της υπ' αριθμόν 112/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης