Legislator Case Law & Legislation
1877/2022 AI generated

Supreme Court remands appeal case due to insufficient reasoning on causation and liability in fire damage claim.

Case Number 1877/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to annul the lower court's decision regarding a fire damage claim. The court found the lower judgment insufficiently reasoned on the causal link between voltage fluctuations and the fire, as well as the liability of the defendants. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for further examination of these factual and legal issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure: When a lower court decision lacks sufficient reasoning on causation and liability, the Supreme Court may annul the decision and remand the case for further examination.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning causal link liability fire damage remand for retrial voltage fluctuations Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1877 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1877/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ., κατοίκου Αγίας Βαρβάρας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σπανού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Ν., κατοίκου Ιλίου Αττικής, 2) Γ. Φ. του Χ., κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ... Οι πρώτος και τρίτη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 827/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5001/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9009Β/9.9.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Παναγιώτη Κοντογιάννη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20.10.2019 αίτησης αναίρεσης, με την στη συνέχεια αυτής 1607/26.10.2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2 Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, και την από 26.10.2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος περί ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (21.3.2022), μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς το δικηγόρο Νικόλαο Κριθαρά, παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.

Ο ως άνω αναιρεσίβλητος, όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσίβλητου σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ. 2).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 536/2019).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 354/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος, επιφάνειας 50 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της κειμένης στην Αγία Βαρβάρα Αττικής και στην οδό ...

πολυκατοικίας. Στις 3-2-2004 και περί ώρα 18.50, διαπιστώθηκε από τους ενοίκους της πολυκατοικίας ότι σε ορισμένα διαμερίσματα ο φωτισμός ήταν ισχυρός, ενώ σε άλλα η τάση ήταν ιδιαίτερα χαμηλή. Η ένοικος της πολυκατοικίας Δ. Τ. ανήγγειλε βλάβη στην τρίτη εναγομένη ... Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι, ήδη, δυνάμει του άρθρου 123 ν. 4001/2011, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ...

Α.Ε. και το διακριτικό τίτλο ... Α.Ε.", (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη). η οποία συνεχίζει την παρούσα εκκρεμή δίκη. Στις 19.10, μετέβη στο χώρο ο προστηθείς από τη ... τεχνικός Γ. Π., πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ο οποίος διαπίστωσε ότι υπήρχε βλάβη στο καλώδιο εναέριας παροχής και συγκεκριμένα διακοπή συνέχειας του ουδέτερου αγωγού πριν από τη σύνδεσή του με το εναέριο δίκτυο.

Ο ανωτέρω τεχνικός ζήτησε από την αρμόδια υπηρεσία της τρίτης εναγομένης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης), της οποίας προΐστατο ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) την επέμβαση συνεργείου για την αποκατάσταση της βλάβης και υπέδειξε στους ενοίκους της πολυκατοικίας να κλείσουν τους γενικούς διακόπτες στους πίνακες των διαμερισμάτων τους, προκειμένου να διακοπεί η ηλεκτρική τροφοδοσία και να απομονωθούν τα φορτία των καταναλωτών, τούτο, δε, για την ευκολότερη αποκατάσταση της βλάβης, καθώς και για λόγους ασφάλειας των τεχνιτών, που θα την επιδιόρθωναν.

Από τις εννέα συνολικά διατάξεις (παροχές) τού κτιρίου η μία ήταν εκτός λειτουργίας, οι επτά απομονώθηκαν από τους ιδίους τους καταναλωτές, ενώ δεν απομονώθηκε η παροχή, που βρισκόταν στο διαμέρισμα του ενάγοντος, ο οποίος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε. Λίγο αργότερα και πριν έρθει το εναέριο συνεργείο της τρίτης εναγομένης, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο διαμέρισμα του ενάγοντος, που ξεκίνησε από τη συσκευή της τηλεόρασης, η οποία ήταν σε αναμονή.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η πυρκαγιά, που εκδηλώθηκε στο διαμέρισμά του, προήλθε από τη βλάβη του καλωδίου παροχής στην κολώνα της ..., η οποία δημιούργησε μεγάλες αυξομειώσεις στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος και οφείλεται στην παράλειψη του δευτέρου εναγομένου να διακόψει την τροφοδοσία του διαμερίσματος του.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι η εκδήλωση της πυρκαγιάς στο διαμέρισμα του ενάγοντος, οφείλεται σε αμέλεια του ίδιου καθόσον συνδέεται με την εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του διαμερίσματος του. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ν. 4483/1965, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κατασκευάζονται με αποκλειστική ευθύνη των κατασκευαστών, αδειούχων ηλεκτρολόγων εγκαταστατών, που υποχρεούνται να τηρούν τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς, σε περίπτωση δε φθοράς ιδιοκτησίας ή ηλεκτροπληξίας, η ...

δεν ευθύνεται αν η φθορά ή η ηλεκτροπληξία προκλήθηκε από την ηλεκτρική εγκατάσταση (άρθρο 6 παρ. 2), Η ηλεκτροδότηση των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων γίνεται κατόπιν υποβολής προς τη ... υπεύθυνης δήλωσης του κατασκευαστή ηλεκτρολόγου, με την οποία δηλώνεται ότι η εγκατάσταση έχει κατασκευασθεί, σύμφωνα με τους κανονισμούς ασφαλείας (άρθρο 2 παρ. 1), Οι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεούνται να ελέγχουν τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τον κανονισμό (άρθρο 7 παρ. 1), μόνος, δε, αρμόδιος για τον έλεγχο των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων είναι ο ηλεκτρολόγος εγκαταστάτης τους (άρθρο 7 παρ. 2), ενώ σε περίπτωση προσθήκης ή τροποποίησης ηλεκτρικής εγκατάστασης απαιτείται η υποβολή νέας υπεύθυνης δήλωσης του ηλεκτρολόγου εγκαταστάτη (άρθρο 4 παρ. 1).

Εξάλλου, το άρθρο 6 του Κανονισμού Εσωτερικών Εγκαταστάσεων προβλέπει για τους μελετητές εγκαταστάτες εσωτερικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ότι "Η διέπουσα την επιλογή αρχή είναι ότι πάντα τα τμήματα μιας εγκατάστασης δέον να έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί εις τρόπον ώστε να αντέχουν όχι μόνον εις τας κανονικάς συνθήκας λειτουργίας, αλλά και εις τας ανωμάλους, τούτο, δε, μέχρι της στιγμής της αποζεύξεως αυτών παρά των προστατευτικών διατάξεων, να μην αποτελούν, δε, κίνδυνο για τους ανθρώπους, το περιβάλλον και την όλην εγκατάστασιν".

Περαιτέρω, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει το Ευρωπαϊκό Πρότυπο ΕΝ 50160/11- 1999, για την ποιότητα της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο προβλέπει αποδεκτά όρια διαταραχών της τάσης τροφοδότησης του ηλεκτρικού ρεύματος (διακυμάνσεις, αναλαμπή, αρμονική παραμόρφωση της κυματομορφής). Τούτο, δε, διότι η εμφάνιση διαταραχών στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί συνηθισμένη, προβλέψιμη και φυσιολογική συμπεριφορά του δικτύου διανομής υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, αφενός μεν, λόγω της φύσης του ηλεκτρικού ρεύματος, αφετέρου, δε, λόγω των περιπτώσεων αναποφεύκτων βλαβών, οι οποίες οφείλονται είτε σε τεχνικές δυσχέρειες στην προστασία του δικτύου, είτε σε χειρισμούς στις εσωτερικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις των καταναλωτών ή σε λειτουργία των οικιακών συσκευών τους (βλ.

υπ' αριθ. 379/2009 Σύσταση- Πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής "Συνήγορος του Καταναλωτή"), Για την αντιμετώπιση, δε, του φαινομένου των διαταραχών ισχύουν: α) τα Διεθνή Πρότυπα ΙΕΟ 61000 περί "Ηλεκτρομαγνητικής Συμβατότητας", τα οποία δεσμεύουν τους κατασκευαστές ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού και τα οποία καθορίζουν, μεταξύ άλλων, τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα εκπομπής διαταραχών από τον οικιακό εξοπλισμό, β) το Ελληνικό Πρότυπο ΕΛΟΤ ΗΝΤ 384/12-12-2002 "Απαιτήσεις για ηλεκτρικές εγκαταστάσεις", στο οποίο (κατά την ανάλογη πρόβλεψη του άρθρου 6 του Κανονισμού Εσωτερικών Εγκαταστάσεων, που προεκτέθηκε), προβλέπεται η μέριμνα των καταναλωτών για την εγκατάσταση προστατευτικών διατάξεων είτε στις επιμέρους συσκευές είτε σε όλη την εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η απαιτούμενη υπεύθυνη δήλωση ηλεκτρολόγου για την εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του διαμερίσματος του ενάγοντος κατατέθηκε από τον αρχικό ιδιοκτήτη στις 22-6-1971 και προέβλεπε γείωση της εγκατάστασης από το δίκτυο ύδρευσης, τούτο, δε, δεν ίσχυε ως ενδεδειγμένος τρόπος γείωσης, κατά το χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς αλλά και σήμερα, καθώς τα δίκτυα ύδρευσης δεν είναι μεταλλικά και δεν εξασφαλίζουν επαρκή γείωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης.

Έκτοτε, ουδέποτε έγινε ο απαιτούμενος από το νόμο και προβλεπόμενος από τη σύμβαση με την τρίτη εναγομένη επανέλεγχος της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης του διαμερίσματος του ενάγοντος, με την υποβολή νέας υπεύθυνης δήλωσης, που να πιστοποιεί την καλή λειτουργία της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης, την τυχόν επαύξηση εγκατεστημένης ισχύος, καθώς και την εξασφάλιση της γείωσης.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, χωρίς να προβεί προηγουμένως σε μετατροπή της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης του διαμερίσματος του, είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε σ' αυτό ένα κλιματιστικό μηχάνημα 18.000 ΒTU. Επιπλέον είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε κατά το παρελθόν επαγγελματικά μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου και μηχανήματα λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, όπως συνομολογεί με την αγωγή του, τα οποία είχε κατασκευάσει ο ίδιος, ως ηλεκτρολόγος.

Η ισχύς, δε, των μηχανημάτων αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τη δυνατότητα απόδοσης της υφισταμένης εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης, η οποία, όπως προεκτέθηκε, μετά το έτος 1971 δεν είχε ελεγχθεί, ενώ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη προστατευτικών διατάξεων είτε στην εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση, είτε στις επιμέρους ηλεκτρικές συσκευές του διαμερίσματος.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η διαπιστωθείσα βλάβη στο καλώδιο εναέριας παροχής, δηλαδή η διακοπή της συνέχειας του ουδέτερου αγωγού πριν τη σύνδεσή του με το εναέριο δίκτυο, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε βραχυκύκλωμα στα ηλεκτρικά καλώδια της τηλεόρασης του ενάγοντος και, από αυτό, πυρκαγιά στο διαμέρισμά του, οφείλεται σε αμέλεια του ίδιου.

Ειδικότερα, η εγκατάσταση στο διαμέρισμά του ηλεκτρικών συσκευών υψηλής ισχύος, χωρίς ταυτόχρονη μετατροπή της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης αυτού, ώστε να ανταποκρίνεται στην αυξημένη ισχύ, και χωρίς την εγκατάσταση των προβλεπομένων στο προαναφερόμενο Ελληνικό Πρότυπο προστατευτικών διατάξεων, προκάλεσε την υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής και ταυτόχρονα τη μη συμμετρική φόρτιση των τριών φάσεων, με αποτέλεσμα τη διακοπή της συνέχειας του ουδέτερου αγωγού.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η πυρκαγιά ουδόλως οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης (η σχηματισθείσα σε βάρος του δευτέρου εναγομένου ποινική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο με την υπό στοιχεία ... εισαγγελική διάταξη, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε συγκεκριμένη αμέλεια του μηνυομένου που αιτιατά να οδήγησε στην πυρκαγιά), ή σε παράλειψη τήρησης των υποχρεώσεων αυτής για διατήρηση και συντήρηση τεχνικά άρτιου και ασφαλούς δικτύου, που απορρέουν από το ν. 2773/1999 (άρθρα 21 επ.) και τη μεταξύ αυτής και του ενάγοντος καταναλωτή σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

Εξάλλου, ο ουδέτερος αγωγός, από τον οποίο προκλήθηκε η βλάβη ήταν συνδεδεμένος με τον ενδεικνυόμενο τρόπο, αφού το "στρίψιμο" των καλωδίων, που διαπιστώθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία κατά την αυτοψία, που διενήργησε, για την οποία συνετάγη η από 3-2-2004 έκθεση απλής αυτοψίας, αποτελεί την αναδίπλωση του τμήματος αυτών (καλωδίων), που προεξέχει από τον σφιγκτήρα και δεν καταδεικνύει τη μη σύνδεση του ουδέτερου αγωγού με σφιγκτήρα.

Τέλος, η επικαλούμενη παράλειψη του δευτέρου εναγομένου να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω των διαταραχών στην τάση αυτού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς. Τούτο, δε, διότι, όπως προεκτέθηκε, οι διαταραχές στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελούν φυσιολογική συμπεριφορά του δικτύου, δεν ήταν δε δυνατή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, πριν την έλευση του συνεργείου επισκευής, πρόβλεψη περί της ύπαρξης των ανωτέρω προβλημάτων στην εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση του διαμερίσματος του ενάγοντος.

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος και η επανεκκίνηση αυτής είναι δυνατό να προκαλέσει βλάβες στις ηλεκτρικές συσκευές των καταναλωτών (βλ. υπ' αριθ. 379/2009 σύσταση-πόρισμα οππ.). Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά και οι συνεπεία αυτής ζημίες δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, προστηθέντων της τρίτης εναγομένης ή σε παράλειψη νομίμων ή συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας, δεν θεμελιώνεται ευθύνη αυτών, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και του άρθρου 8 ν. 2251/1994.

Εξάλλου, ούτε ευθύνη της τρίτης εναγομένης, υπό την ιδιότητά της ως κατόχου ή εξουσιαστή του δικτύου της, το οποίο αποτελεί πηγή κινδύνου, υπάρχει, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η πυρκαγιά δεν οφείλεται σε ενδογενές αίτιο του δικτύου της, κατ' επέκταση, δε, αποδείχθηκε ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πηγής του εν λόγω κινδύνου και της πυρκαγιάς...".

Με βάση τι παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής ή όχι υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων, της αιτιώδους συνάφειας και της ύπαρξης ή όχι συντρέχουσας ή αποκλειστικής αμέλειας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση της πυρκαγιάς στο ένδικο διαμέρισμα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330, 300, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, α) δέχεται ότι η πυρκαγιά στο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος οφείλεται σε βραχυκύκλωμα στα ηλεκτρικά καλώδια της τηλεόρασης αυτού, το οποίο προκλήθηκε από τη διαπιστωθείσα βλάβη στο καλώδιο εναέριας παροχής, και ότι η βλάβη αυτή, δηλαδή η διακοπή της συνέχειας του ουδέτερου αγωγού πριν τη σύνδεσή του με το εναέριο δίκτυο, οφείλεται στην υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής ρεύματος προς την πολυκατοικία και την ταυτόχρονη μη συμμετρική φόρτιση των τριών φάσεων, η οποία (υπερφόρτιση) προκλήθηκε εξ αιτίας της εγκατάστασης στο διαμέρισμά του ηλεκτρικών συσκευών υψηλής ισχύος, χωρίς ταυτόχρονη μετατροπή της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης αυτού, ώστε να ανταποκρίνεται στην αυξημένη ισχύ, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει σαφείς παραδοχές, αν το συγκεκριμένο καλώδιο παροχής ηλεκτροδοτούσε αποκλειστικά το διαμέρισμα του αναιρεσείοντος ή και τα άλλα διαμερίσματα της πολυκατοικίας και χωρίς, στην τελευταία περίπτωση, να αιτιολογεί, με συγκεκριμένα περιστατικά, γιατί η υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής προκλήθηκε μόνον από τις αναφερόμενες ηλεκτρικές συσκευές υψηλής ισχύος, που είχαν εγκατασταθεί, όπως δέχεται, στο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος και όχι από αντίστοιχες συσκευές σε άλλα διαμερίσματα, β) δέχεται, ειδικότερα, ότι η υπερφόρτιση του ανωτέρω καλωδίου παροχής οφείλεται στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε στο διαμέρισμά του ένα κλιματιστικό μηχάνημα 18.000 ΒΤU, χωρίς να προβεί προηγουμένως σε μετατροπή της εσωτερικής ηλεκτρικής εγκατάστασης του διαμερίσματος του, και επίσης ότι είχε εγκαταστήσει και λειτουργούσε κατά το παρελθόν επαγγελματικά μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου και μηχανήματα λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού, άνευ προστατευτικών διατάξεων, χωρίς να καθίσταται σαφές αν η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται μόνον στην εγκατάσταση και λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος ή και στην εγκατάσταση και λειτουργία, κατά το παρελθόν, των αναφερόμενων μηχανημάτων αναπαραγωγής και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού και χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές σχετικά με τον τρόπο πρόκλησης της υπερφόρτισης, κατά τον κρίσιμο χρόνο της βλάβης, από μόνη τη λειτουργία του συγκεκριμένου κλιματιστικού μηχανήματος και μάλιστα χωρίς να προσδιορίζει αν αυτό, κατά το χρόνο αυτό ήταν σε λειτουργία ή σε αναμονή, στην πρώτη περίπτωση, ή πως συνέβαλαν σ' αυτή (υπερφόρτιση) τα ως άνω εγκατεστημένα και λειτουργήσαντα στο παρελθόν μηχανήματα, γ) η ανωτέρω ασάφεια επιτείνεται από την έτερη, όλως αορίστως διαλαμβανόμενη, παραδοχή ότι η ισχύς των μηχανημάτων αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τη δυνατότητα απόδοσης της υφιστάμενης ηλεκτρικής εγκατάστασης, χωρίς ουδόλως να προσδιορίζεται ποια ήταν η ισχύς αυτών ούτε και ποια ήταν η δυνατότητα απόδοσης της ηλεκτρικής εγκατάστασης της οικίας του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί, αν πράγματι κατά τον κρίσιμο χρόνο υπήρξε η ως άνω επικαλούμενη υπέρβαση, δ) ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων και ασαφειών δεν αιτιολογείται κατά τρόπο σαφή και η καταληκτική παραδοχή, ότι η υπερφόρτιση του καλωδίου παροχής και ταυτόχρονα η μη συμμετρική φόρτιση των τριών φάσεων, που είχε ως συνέπεια τη διακοπή της συνέχειας του ουδέτερου αγωγού, οφείλεται στην εγκατάσταση στο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος ηλεκτρικών συσκευών υψηλής ισχύος, ενόψει μάλιστα του ότι ουδόλως φαίνεται να ερευνάται ο αγωγικός ισχυρισμός περί μη σωστής συντήρησης των καλωδίων στην κολώνα από την οποία τροφοδοτείτο με ηλεκτρικό ρεύμα η πολυκατοικία, ε) ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, προστηθείς τεχνικός της τρίτης αναιρεσίβλητης, όταν διαπίστωσε ότι υπήρχε βλάβη στο καλώδιο εναέριας παροχής, υπέδειξε στους ενοίκους της πολυκατοικίας να κλείσουν τους γενικούς διακόπτες στους πίνακες των διαμερισμάτων τους, προκειμένου να διακοπεί η ηλεκτρική τροφοδοσία και να απομονωθούν τα φορτία των καταναλωτών, με σκοπό την ευκολότερη αποκατάσταση της βλάβης, καθώς και για λόγους ασφάλειας των τεχνιτών που θα την επιδιόρθωναν, στη συνέχεια δέχεται, όλως αντιφατικά, ότι δεν ήταν αναγκαία η διακοπή της παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω των διαταραχών στην τάση αυτού, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή πως οι εν λόγω σκοποί θα επιτυγχάνονταν χωρίς ταυτόχρονα να απομονωθεί και η παροχή ρεύματος προς την κατοικία του αναιρεσείοντος, ώστε να δικαιολογείται έτσι πειστικά, γιατί δεν απομονώθηκε για τους ίδιους λόγους η παροχή του διαμερίσματος του αναιρεσείοντος, ο οποίος τη στιγμή εκείνη απουσίαζε, με το κλείσιμο του διακόπτη από τον πίνακα που βρίσκεται στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας, που ήταν προσβάσιμος και είχε αρμοδιότητα να το πράξει αυτός, ως υπάλληλος της τρίτης αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι η ανωτέρω παράλειψη, αποτελούσε, κατά την αγωγή, ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσίβλητων, και στ) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Ευρωπαϊκό Πρότυπο ΕΝ 50160/11-1999, για την ποιότητα της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, προβλέπει αποδεκτά όρια διαταραχών της τάσης τροφοδότησης του ηλεκτρικού ρεύματος, καθόσον η εμφάνιση διαταραχών στην τάση του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί συνηθισμένη, προβλέψιμη και φυσιολογική συμπεριφορά του δικτύου διανομής υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας και ότι για το λόγο αυτό η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, λόγω των διαταραχών στην τάση αυτού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση της πυρκαγιάς, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει ποια είναι τα αποδεκτά αυτά όρια διαταραχών της τάσης του ηλεκτρικού ρεύματος και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προκληθείσες λόγω της βλάβης διαταραχές στην τάση αποτελούσαν φυσιολογική ή μη συμπεριφορά του δικτύου.

Έτσι, εξ αιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, αντιφάσεων και ασαφειών, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με τα αίτια της πρόκλησης πυρκαγιάς και της ένεκα αυτής επελθούσας ζημίας, την αποκλειστική ή όχι υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, αν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως ο λόγος αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία τούτων, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5001/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ