Supreme Court dismisses appeal against insurance company but allows it regarding the insured driver due to misuse of vehicle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's judgment regarding the deceased victim's heirs but allowed it concerning the insured driver. The court found that the lower court correctly identified the insured driver's use of the vehicle as different from its intended purpose, violating the substantive provisions of Law 489/1976. Consequently, the judgment was upheld for the heirs but overturned for the driver, sending the case back for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A of the Code of Civil Procedure; Article 6β, paragraphs 1, item γ of Law 489/1976: The court must distinguish between the use of the insured vehicle and its intended purpose to determine liability, allowing the appeal when the insured driver's actions constitute a different use.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1877 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1877/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ο. του Α., 2) Φ. συζ. Μ. Ο., το γένος Δ. Γ., 3) Α. Ο. του Μ., 4) Ν. Ο. του Μ., 5) α. Φ. συζ. Μ. Ο., το γένος Δ. Γ., β. Κ. Γ. του Δ., γ. Η. Γ. του Δ. και δ. Γ. Γ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Α. χας Δ. Γ., που απεβίωσε στις 24-1-2013, κατοίκων ... και 6) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος και 5α, 5β, 5γ, 5δ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαρδέλη, ενώ ο 6ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2010 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Α. χας Δ. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκε με την από 31-1-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 30-3-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 3ου αναιρετικού λόγου και ειδικότερα κατά το Α’ σκέλος αυτού (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 6β περ. α’ Ν. 489/1976), καθώς επίσης κατά το Β’ σκέλος αυτού (ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 6β περ. γ’ Ν. 489/1976) και την απόρριψη των λοιπών αναιρετικών λόγων και ειδικότερα του 1ου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. 4 περ. γ’ του Ν. 4092/2012 και του 2ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-9-2015 (αρ. κατ. …2015) αίτηση για την αναίρεση της οριστικής υπ’ αρ. 265/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά (άρθρ. 588 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά των υπό στοιχείο 5α έως 5δ αναιρεσιβλήτων, με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων της αρχικής διαδίκου 5ης ενάγουσας, Α. Γ., η οποία απεβίωσε στις 24-1-2013 (βλ. την υπ’ ... τόμος ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Ν. Ιωνίας και το με αρ. πρωτ. ...1-4-2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Βόλου) και συνεπώς, κατά την έναρξη της αναιρετικής δίκης αυτή δεν ήταν πλέον στη ζωή. Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου, συνεχίζουν τη δίκη στο όνομά τους μη υφισταμένου πλέον σταδίου εφαρμογής των διατάξεων για τη διακοπή και επανάληψη δίκης (ΑΠ 644/2014, ΑΠ 728/2014).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 21-9-2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 265/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου…, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ...1-2-2017 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου, Ό. Μ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των 1ου έως 5 στοιχ. α έως δ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 128 παρ. 1 ΚΠολΔ), στον 6ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 6ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και χάριν συντομίας ΕΚ και οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι (1ος έως 5 στοιχ.
α έως δ). Επομένως, αφού ο 6ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α’ και γ’ ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 4-8-2008 στο Βόλο, τραυματίστηκε θανάσιμα ο Α. Ο. του Μ., γιος του 1ου και της 2ης των αναιρεσιβλήτων, αδελφός του 3ου και 4ου τούτων και εγγονός της αρχικής διαδίκου, Α.
χήρας Δ. Γ., στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει οι υπό στοιχείο 5α έως δ αναιρεσίβλητοι, καθολικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής. Οι συγγενείς του θύματος άσκησαν την από 22-7-2010 (αρ. ...9/2010) κύρια αγωγή, με την οποία αξίωναν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία απηύθυναν κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (ήδη 6ου αναιρεσιβλήτου, που απολείπεται σήμερα) και κατά του ΕΚ, το οποίο υπεισήλθε στη δικονομική και ουσιαστική θέση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία κάλυπτε την αστική ευθύνη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής.
Επίσης, το ΕΚ άσκησε σε βάρος του ασφαλισμένου οδηγού (6ου αναιρεσιβλήτου) την από 31-1-2011 (αρ. ...2011) παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή. Η κύρια αγωγή και η αναγωγή συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 184/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα η από 5-1-2013 (αρ.
κατ. ...2013) έφεση της οικογένειας, η από 3-4-2013 (αρ. κατ. ...2013) έφεση του ΕΚ και η από 1-4-2013 (αρ. κατ. ...2013) έφεση του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ήδη 6ου αναιρεσιβλήτου, καθώς επίσης το ΕΚ άσκησε πρόσθετο λόγο έφεσης διά των προτάσεών του. Οι εφέσεις και ο πρόσθετος λόγος έφεσης συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, απέρριψε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο του ήδη αναιρεσείοντος ΕΚ και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή της οικογένειας και απέρριψε την αναγωγή του ΕΚ.
Με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ’ του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ’ του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου. Περαιτέρω η διάταξη με την οποία ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ.ΑΠ 3, 4 και 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014.ΑΠ 466/2013).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον ΕΚ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 Ν. 489/1976, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο τον οψιγενή ισχυρισμό του ΕΚ περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατ’ ανώτατο όριο στο ποσό των 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο ενάγοντα συγγενή και για τα έξοδα κηδείας σε ποσοστό 90%, τον οποίο είχε προβάλει παραδεκτά στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης, αλλά και ως εφεσίβλητο με τις κατ’ έφεση προτάσεις του προς αντίκρουση της έφεσης των συγγενών - ήδη αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αναφέρεται στον περιορισμό της ευθύνης του ΕΚ ως προς την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να απορριφθεί, εφόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν οι διατάξεις του Ν. 4092/2012, με τις οποίες καθορίστηκε το ποσό των 6.000 ευρώ, ως ανώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που καταβάλλει το ΕΚ σε κάθε δικαιούχο περιορίζοντας την ευθύνη του, είναι ανίσχυρες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε μη νόμιμο τον οψιγενή ισχυρισμό του ΕΚ περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του, που είχε προταθεί παραδεκτά (άρθρ. 527 παρ. 2 ΚΠοΔ) με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, αλλά και με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητο, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία και ειδικότερα με την αιτιολογία ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις της οικογένειας, που είχαν επιδικαστεί με την οριστική υπ’ αρ. 184/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου -εκκαλουμένη, η οποία είχε δημοσιευτεί στις 7-8-2012, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος στις 8-11-2012 του Ν. 4092/2012, δεν θίγονται από τον νεότερο νόμο.
Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του ΕΚ σε ποσοστό 90% ως προς τα έξοδα κηδείας, που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ΕΚ θα έπρεπε να καθοριστούν στο ποσό των 890,33 ευρώ (δηλ. 989,26 ευρώ χ 90%), πρέπει επίσης να απορριφθεί, διότι το κεφάλαιο αυτό δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 4 εδ.
γ’ του Ν. 4092/2012, εφόσον είχε ήδη προηγηθεί η έκδοση της οριστικής υπ’ αριθμ. 184/2012 εκκαλουμένης απόφασης, πριν την έναρξη ισχύος του νόμου.
Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του νόμου αυτού και κατά λογική ακολουθία δεν τίθεται θέμα ελέγχου της συνταγματικότητας ή μη της διάταξης αυτού περί ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του ΕΚ σε ποσοστό 90% ως προς τα έξοδα κηδείας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρ. 12 παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους..., β) κατά το άρθρ. 19 παρ 1, ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, γ) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες...
Ειδικότερα, κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (ΑΠ 1207/2004).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του παραπάνω νόμου (ΚΟΚ) ορίζεται, ότι "στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας...".
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Με τον 2ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων νόμου) με την αιτίαση ότι το Εφετείο που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για το θανάσιμο τραυματισμό του Α.
Ο., στενού συγγενούς των υπό στοιχείο 1 έως 5 αναιρεσιβλήτων - οικογένεια θύματος, τον ήδη 6ο αναιρεσίβλητο, οδηγό του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων καλύπτει ασφαλιστικά το ήδη αναιρεσείον ΕΚ, που υπεισήλθε στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις και περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του δυστυχήματος.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο, για το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 04-08-2008 και περί ώρα 16.00 στη διασταύρωση των οδών ...
στην πόλη του Βόλου. Η ως άνω οδό Λαρίσης είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3 μ. εκάστη, που διαχωρίζονται μεταξύ τους με μία διακεκομμένη κατά μήκος του οδοστρώματος γραμμή, τα δε δύο ρεύματα κυκλοφορίας της, στο σημείο της ανωτέρω διασταύρωσης και αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση πορείας της οδού ..., διαχωρίζονται με νησίδα πλάτους 3,5 μ.
Στην προαναφερόμενη οδό Ναυπλίου και πριν ακριβώς από τη διασταύρωσή της με την οδό Λαρίσης υπάρχει πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας ΣΤΟΠ (Ρ-2), που σημαίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 § 3 του ν. 2696/1999 (τότε ισχύοντος Κ.Ο.Κ.), υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος που βαίνει στην οδό Ναυπλίου πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην οδό Λαρίσης.
Κατά το χρόνο αυτό ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικώς με την ...25.02.2010 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο Φ.Ε.Κ τ.
Α.Ε. & Ε.Π.Ε. 1468/26.02.2010, και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπεισήλθε, ως ειδικός διάδοχος αυτής, το δεύτερο εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο", με το οποίο έσυρε και τρέιλερ με τον ίδιο αριθμό κυκλοφορίας, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, εκινείτο επί της οδού Ναυπλίου με κατεύθυνση την οδό ...) προτιθέμενος, αφού διασχίσει το ρεύμα πορείας αυτής προς Λάρισα, διά στροφής αριστερά να εισέλθει στο ρεύμα πορείας αυτής προς Βόλο.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο Α. Ο., συγγενής των εναγόντων, οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο επί της οδού Λαρίσης με κατεύθυνση προς Λάρισα και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής. Όμως ο πρώτος εναγόμενος όταν πλησίασε στην ανωτέρω διασταύρωση, μη συμμορφούμενος προς την ανωτέρω πινακίδα Ρ-2 (STOP, περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του και παραχώρησης προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Λαρίσης οχήματα), η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν τοποθετημένη στην πορεία του, δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα στα οχήματα που έβαιναν στην οδό Λαρίσης και στο ρεύμα πορείας προς Λάρισα, όπως και εκείνο (μοτοσικλέτα) που οδηγείτο από τον ανωτέρω Α.
Ο., αλλά εισήλθε κατευθείαν στη διασταύρωση με αποτέλεσμα να αποφράξει ξαφνικά κάθετα με το αυτοκίνητό του και το συρόμενο τρέιλερ όλο το ανωτέρω ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού προς Λάρισα και να αποκλείσει αιφνίδια την πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο προαναφερόμενος Α. Ο., ο οποίος, παρά το ότι επιχείρησε ελαφρύ ελιγμό προς τα αριστερά και τροχοπέδηση, αφήνοντας επί του οδοστρώματος ίχνη πεδήσεως μήκους 8 μέτρων, επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της μοτοσικλέτας στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου και δη στο ύψος της πόρτας του οδηγού και αφού ο οδηγός αυτής εκτινάχθηκε εισήλθε με το κεφάλι εντός του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου από το παράθυρο της πόρτας αυτής και τραυματίστηκε θανάσιμα.
Υπό τα περιστατικά αυτά αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου, που, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει όπως ο κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, δεν συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω πινακίδα Ρ-2 (STOP), περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του και παραχώρησης προτεραιότητας στα κινούμενα επί της οδού Λαρίσης οχήματα, που υπήρχε στην πορεία του, παραβιάζοντας την προαναφερόμενη διάταξη του Κ.Ο.Κ., μη εκτιμώντας και το μεγάλο μήκος του οδηγούμενου από αυτόν οχήματος λόγω της ρυμούλκησης του τρέιλερ μήκους 2,29 μ.
με αποτέλεσμα να αποφράξει πλήρως την πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών. Και δεν αποδείχθηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε υπαιτιότητα του τελευταίου και δη ότι έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού από τα αξιόπιστα αντικειμενικά ευρήματα της τροχαίας (ίχνη πεδήσεως αυτής και χαραγές επί του οδοστρώματος) δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά η ταχύτητα αυτού ήταν περί τα 55-60 χιλιόμετρα ωριαίως (Χ/Ω βλ.
και τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Γ. Τ.) έναντι της ανωτάτης επιτρεπόμενης των 50 Χ/Ω ως κατοικημένης περιοχής (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος - άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ), η δε υπέρβαση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ενόψει του ότι η είσοδος του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου στον κόμβο έμπροσθεν αυτού ήταν αιφνίδια και σε μικρή από αυτόν απόσταση, ώστε, κι αν ακόμη δεν είχε λάβει χώρα η ανωτέρω υπέρβαση, να μην δύναται να αποφευχθεί αυτό, ο δε θανών, παρά τον αιφνιδιασμό, προέβη στους ενδεδειγμένους αποφυγής αυτού χειρισμούς, ήτοι ελιγμό προς τα αριστερά, καθότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου με το συρόμενο τρέιλερ [μήκους εν συνόλω περί τα 7,5 μ. (2,29 μ.
το τρέιλερ, συνδεόμενο με το αυτοκίνητο με διαμήκη άξονα μήκους 1,5 μ. - βλ. την υπεύθυνη δήλωση του Β. Α., Μηχανολόγου - Μηχανικού προς τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών)], είχε αποκλείσει ολόκληρο σχεδόν το δεξιό τμήμα της οδού και τροχοπέδηση. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας, προ ακριβώς του ενδίκου ατυχήματος, εκινείτο, έχοντας ανυψώσει την μπροστινή ρόδα της μοτοσικλέτας, στην πίσω μόνο ρόδα αυτής, δηλαδή έκανε "σούζα", όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καθόσον τούτο έρχεται σε αντίθεση με την κίνηση του οδηγού και τη θέση στην οποία κατέληξε αυτός αμέσως μετά το ατύχημα, ήτοι στο εσωτερικό του αυτοκινήτου σε θέση πρηνή, εισερχόμενος σ’ αυτό με το κεφάλι από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού, αλλά και με το ότι η μηχανή τροχοπέδησε πριν το ατύχημα διαγράφοντας ίχνη επί του οδοστρώματος 8 μέτρων, τα οποία ναι μεν προέρχονταν από την οπίσθια ρόδα αυτής πλην όμως τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο οδηγός της, για μεγαλύτερη ασφάλεια, χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης του πίσω τροχού και δεν είναι πιστευτά τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσαν οι μάρτυρες ανταπόδειξης, αφού αντιφάσκουν με τα ανωτέρω.
Εξάλλου, ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος κατά την, από 20.08.2008, δήλωση του τροχαίου ατυχήματος στην ασφαλιστική του εταιρία, που προηγήθηκε κάθε σχετικής κατάθεσής του ενώπιον των αρμοδίων αρχών, δεν ανέφερε κάτι τέτοιο περί της κίνησης της μοτοσικλέτας. Εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε συνυπαίτιους του ατυχήματος αμφότερους τους ανωτέρω οδηγούς και δη κατά ποσοστό 70% τον πρώτο εναγόμενο και 30% τον θανόντα και δέχθηκε εν μέρει την ένσταση συνυπαιτιότητος στην πρόκληση του ατυχήματος που προέβαλαν οι εναγόμενοι έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της εφέσεως των εναγόντων με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, υποστηρίζοντας ότι για το ατύχημα ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος, ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο πρώτος λόγος της εφέσεως του δεύτερου εναγομένου Επικουρικού Κεφαλαίου και οι σχετικοί (πρώτος, δεύτερος και τέταρτος) λόγοι της εφέσεως του πρώτου εναγομένου, εν σχέσει με το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που έκρινε επί της κυρίας αγωγής, με τους οποίους παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, υποστηρίζοντας ότι για το ατύχημα ευθύνεται ο θανών και σε κάθε περίπτωση ήταν συνυπαίτιος αυτού σε μεγαλύτερο του κριθέντος ποσοστού, επαναφέροντας την προταθείσα πρωτοδίκως σχετική ένστασή τους".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ήδη 6ου αναιρεσιβλήτου, ενώ ορθά ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, στις παραδοχές του το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς να απαιτείται η αναφορά και άλλων και ειδικά, όσων ισχυρίζεται το αναιρεσείον ΕΚ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει, ότι ο υπαίτιος οδηγός παραβίασε την ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP) περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του και παραχώρησης προτεραιότητας στη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε το θύμα και ότι χωρίς να ελέγξει εισήλθε αιφνιδίως "κατευθείαν" στη διασταύρωση με το αυτοκίνητό του, που έσυρε τρέϊλερ, με συνέπεια να καταλάβει κάθετα το ρεύμα πορείας της οδού Λαρίσης, προς Λάρισα, σε πλάτος 7,5 μέτρων από σύνολο 9 μέτρων και να αποφράξει έτσι την πορεία της μοτοσικλέτας, που εκείνη τη στιγμή προσήγγιζε την διασταύρωση με ταχύτητα 55-60 χλμ/ώρα, η μικρή υπέρβαση από την οποία του ορίου των 50 χλμ/ώρα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν συνετέλεσε στην σύγκρουση των δύο οχημάτων, διότι η είσοδος του αυτοκινήτου στον κόμβο ήταν αιφνίδια και απροειδοποίητη, σε μικρή απόσταση από τη μοτοσικλέτα και εκ του λόγου αυτού δεν θα αποτρεπόταν η σύγκρουση, ακόμη και εάν η μοτοσικλέτα εκινείτο εντός του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα.
Επίσης, το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία αναφέρει ότι το θύμα, παρά τον αιφνιδιασμό του, εκτέλεσε τους ενδεδειγμένους αποφευκτικούς ελιγμούς, δηλαδή, τροχοπέδησε και ενήργησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, που όμως δεν ήταν επιτυχείς, εξαιτίας της αιφνιδιαστικής απόφραξης της πορείας του.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ΕΚ για ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης διότι α) δεν προσδιορίζεται ο ελεύθερος χώρος του οδοστρώματος από τον οποίο θα μπορούσε να διέλθει η μοτοσικλέτα και β) διότι δεν εξειδικεύεται το σημείο σύγκρουσης, ούτε η απόσταση των δύο οχημάτων πριν τη σύγκρουση και η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, προβάλλονται κατ’ αρχήν απαράδεκτα, εφόσον αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ΕΚ ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε περίπτωση όμως, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το ρεύμα προς Λάρισα είχε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3 μέτρων καθεμιά και συνεπώς με μαθηματικό υπολογισμό, μετ’ αφαίρεση των 7,5 μέτρων, που ήταν το μήκος του αυτοκινήτου με το τρέϊλερ προκύπτει ότι απέμενε ελεύθερος χώρος στο οδόστρωμα 1,5 μέτρο.
Ας σημειωθεί, ότι το αναιρεσείον ΕΚ, στη σελ. 37 του αναιρετηρίου, όπου παραθέτει το περιεχόμενο της αναγωγής του, αναφέρει ότι ο ενιαίος συρμός "ξεπερνούσε" τα 7,5 μέτρα. Επίσης, το Εφετείο αιτιολογεί πλήρως την ταχύτητα της μοτοσικλέτας και τον αιφνιδιασμό του οδηγού της, ενώ απείχε μικρή απόσταση από την διασταύρωση, όπως και τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων και τη θέση, στην οποία βρέθηκε το θύμα εντός του αυτοκινήτου, στο οποίο εισήλθε με την κεφαλή του από το παράθυρο της θύρας του οδηγού, γεγονός που υποδηλώνει και την σφοδρότητα της σύγκρουσης, που δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί παρά την εκτέλεση των ενδεδειγμένων για τις περιστάσεις αποφευκτικών ελιγμών, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθούν και άλλα περιστατικά για την πληρότητα της αιτιολογίας, πέραν των όσων αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επίσης, η αιτίαση του ΕΚ ότι η απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ στη σελίδα 7 δέχεται ότι το αυτοκίνητο απόφραξε όλο το ρεύμα πορείας προς Λάρισα, στη σελίδα 8 δέχεται ότι είχε σχεδόν αποκλείσει ολόκληρο το δεξιό τμήμα της οδού, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι αφορά εκτίμηση πραγμάτων, άλλως είναι ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Εφετείο με χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία εξειδικεύει, ότι ο ενιαίος συρμός (ΙΧΕ και τρέϊλερ) κατέλαβε 7,5 μέτρα του οδοστρώματος (βλ.
σελ. 8α προσβαλλόμενης απόφασης). Κατόπιν αυτών ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που προαναφέρθηκαν, ως προς την υπαιτιότητα του υπόχρεου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/76 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 927 Α.Κ. προκύπτει ότι η καλύπτουσα ασφαλιστικώς την αστική ευθύνη εξ αυτοκινήτου εταιρεία, σε περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική ευθύνη, δικαιούται, αν εναχθεί από τον ζημιωθέντα τρίτο, να στραφεί αναγωγικά κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, απαιτώντας, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο.
Το δικαίωμα αναγωγής ασκείται, είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή μετά την καταβολή, που έκανε αυτός προς τον τρίτο, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, πριν από την καταβολή, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος, ο αντισυμβαλλόμενος και ο οδηγός. Στην τελευταία περίπτωση, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ.
Ε’ του Κ.Πολ.Δ. δηλαδή είναι επιτρεπτή η αγωγή εξ αναγωγής και πριν από την καταβολή του ασφαλιστή προς τον τρίτο (ΑΠ 1467/2009). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007, μετά το άρθρο 6 του π.δ/τος 237/1986 (που κωδικοποίησε τον Ν 489/ 1976) προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α’ και 6β’ από τα οποία το δεύτερο (6β’ ) αναφέρει: "1.
Εξαιρούνται από τον ασφαλιστή οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της αδείας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί... 2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνον προαιρετική κάλυψη.
Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. 3. Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγουμένων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο". Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.
ν. 2496/ 1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.
Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο, ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχτηκε (ΑΠ 426/2002, ΑΠ 843/2001, ΑΠ 588/2001, ΑΠ 535/2001). Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει, αφενός μεν, ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος στερείται άδειας οδηγήσεως, αφετέρου δε, ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά τον χρόνο που ο οδηγός στερείται της ανωτέρω αδείας, δηλαδή δημιουργείται κατά τον ως άνω τρόπο δέσμευση του ασφαλισμένου από τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως (ΑΠ 390/2013, ΑΠ 751/2000).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου, 95 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "1. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους... Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.
Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση... 3...Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας. 4. Για τον υπολογισμό της συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία (ημέρα, μήνας) και το έτος γέννησης, του κατόχου της άδειας... 5.
Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ. αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε".
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η περίπτωση του άρθρου 6β’ παρ. 1 εδ. α’ συντρέχει και όταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος έχει λήξει η άδεια του οδηγού και δεν έχει χωρήσει ανανέωσή της κατά το άρθρο 95 Ν. 2094/1992 ΚΟΚ.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνδυαστικά εκτιμώμενες προκύπτει σαφώς ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 6β’ παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 489/1976, μετά το Ν. 3557/2007 δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Έτσι, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα, από όσα στοιχεία αξιώνει ο νόμος.
Περαιτέρω η τρίτη κατά σειρά και τελευταία περίπτωση λόγου εξαίρεσης, κατ’ ουσίαν όμως κεκαλυμμένου ασφαλιστικού βάρους, είναι η προβλεπόμενη στο εδ. γ’ της διάταξης του άρθρου 6β’ παρ. 1 του Ν. 489/1976, όπως διαμορφώθηκε με το Ν. 3557/2007. Ορίζονται στη διάταξη αυτή τα ακόλουθα: "Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται:
α)..., β)..., γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος". Εξάλλου, η χρήση του αυτοκινήτου οχήματος, όπως περιγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας και ακολούθως βάσει αυτής στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της σύμβασης.
Η επικινδυνότητα προς την οποία συναρτάται το ύψος των ασφαλίστρων συνδέεται προς τη χρήση του αυτοκινήτου. Η διαφοροποίηση της χρήσεως, εφόσον αυξάνει την επικινδυνότητα και την πιθανότητα αυξήσεως των κινδύνων, αποτελεί στοιχείο για το οποίο ενδιαφέρεται ο ασφαλιστής. Τα συμφέροντα του τελευταίου επιδιώκεται να εξασφαλιστούν με την εξεταζόμενη ρήτρα.
Ειδικά, επί ρυμουλκού και ρυμουλκούμενου οχήματος, όταν η ασφαλιστική σύμβαση συνάπτεται μόνο για το ρυμουλκό, η τυχόν προσθήκη ρυμουλκούμενου εν αγνοία του ασφαλιστή αποτελεί χρήση διαφορετική από την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο. Συνιστά την εξαίρεση που προβλέπεται από το εδάφιο γ’ της διάταξης του άρθρου 6β’ παρ. 1 Ν. 489/1976, όπως διαμορφώθηκε μετά το Ν. 3557/2007.
Όμως και η εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μη δυνάμενη να προβληθεί κατά του τρίτου με την προϋπόθεση ότι έχει ενταχθεί νομίμως στη σύμβαση ασφάλισης. Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 εδ.
α’ του Ν. 489/1976, σε συνδ. άρθρ. 95 παρ. 3 ΚΟΚ), με την αιτίαση ότι, αν και το Εφετείο δέχεται ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και ήδη 6ος αναιρεσίβλητος ήταν κατά το χρόνο του δυστυχήματος 66 ετών και 5 μηνών και η άδεια οδήγησης αυτού είχε λήξει και δεν είχε ανανεωθεί και σύμφωνα με ρητό όρο της ασφαλιστικής Σύμβασης η έλλειψη άδειας οδήγησης συνιστούσε εξαίρεση της ασφαλιστικής του κάλυψης, εντούτοις το Εφετείο με ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ΕΚ (περί εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης), που συνιστούσε τον 1ο λόγο της έφεσής του και είχε επίσης προταθεί παραδεκτά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας εσφαλμένα, ότι η μη ανανέωση της άδειας δεν συνδέεται αιτιωδώς με το δυστύχημα.
Επίσης, με τον ίδιο 3ο αναιρετικό λόγο και κατά το Β’ σκέλος αυτού το αναιρεσείον αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της διάταξης του αρ. 6β’ παρ. 1 εδ. γ’ Ν. 489/1976 με την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτήν και ειδικότερα, ότι εσφαλμένα δέχτηκε το σχετικό λόγο έφεσης του 6ου αναιρεσιβλήτου-οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως παρεμπιπτόντως εναγομένου και απέρριψε την αναγωγή του αναιρεσείοντος ΕΚ, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι η χρήση του ρυμουλκούμενου τρέϊλερ εν αγνοία της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας δεν συνιστούσε διαφορετική χρήση από την αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας του ασφαλισμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι συνεπώς δεν συνιστούσε λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) ως προς το ζήτημα της άδειας ικανότητας οδήγησης και τη διαφορετική χρήση του ασφαλισμένου οχήματος, που αφορούσε την παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή του ΕΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αναφορικά με το κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην παρεμπίπτουσα αγωγή, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν και τα ακόλουθα:
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το ζημιογόνο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, κατά τις διατάξεις του ν. 489/1976, στην ασφαλιστική εταιρία "..." (της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της υπεισήλθε το παρεμπιπτόντως ενάγον και δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής "Επικουρικό Κεφάλαιο"), με το υπ’ αριθμ. 19-.../01.09.2007 πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε συνάψει με αυτήν ο (κύριος του αυτοκινήτου) παρεμπιπτόντως εναγόμενος και με διάρκεια ασφάλισης από 14-09-2007 έως 14-09-2008, στην οποία περιλαμβάνεται και ο χρόνος που συνέβη το επίδικο ατύχημα (04.08.2008).
Σύμφωνα δε με ρητή πρόβλεψη των Γενικών Όρων του ασφαλιστηρίου, που έχουν επισυναφθεί σ’ αυτό και τέθηκαν υπόψη του ασφαλισμένου και ειδικότερα του άρθρου 9 αυτών με τίτλο "Γενικές Εξαιρέσεις" "δεν καλύπτονται με το Ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν.... 6. Από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.... 9) Αν το όχημα χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από αυτήν που αναφέρεται στο Ασφαλιστήριο και την άδεια κυκλοφορίας του".
Οι ως άνω συμβατικές εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη συνάδουν με τις κατωτέρω υπό στοιχεία α και γ εκ των τριών περιοριστικώς (ως προς την υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη) προβλεπομένων εξαιρέσεων στο άρθρο 6β παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 (με το οποίο π.δ/μα κωδικοποιήθηκε ο νόμος 489/1976), το οποίο προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3557/2007 και ισχύει από τις 14-05-2007 (ΦΕΚ Α 100/14.05.2007) και, εφαρμόζεται εν προκειμένω, λόγω του χρόνου κατά τον οποίο επήλθε η (ένδικη) ασφαλιστική περίπτωση (04-08-2008) μετά την έναρξη ισχύος αυτού, κατά το οποίο: "1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών..., γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος", στην παρ. 2 του οποίου (ως άνω άρθρου) προβλέπεται ότι κάθε άλλη τυχόν συμφωνούμενη εξαίρεση στην υποχρεωτική ασφαλιστική κάλυψη, όπως εκείνη που διέπεται από το ν. 489/1976 της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, είναι αυτοδικαίως άκυρη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, γεννημένος την 01-03-1942, ηλικίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος (04-08-2008) 66 ετών και 5 μηνών, οδηγούσε το ως άνω ζημιογόνο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ενώ η ισχύς της άδειας οδήγησης την οποία κατείχε (υπ’ αριθμ. .../12.10.1978 ερασιτεχνικής άδειας οδηγού αυτοκινήτων, κατηγορίας Β’ , εκδοθείσα από τη Διεύθυνση Συγκοινωνιών Νομαρχίας Μαγνησίας) είχε ήδη λήξει από τις 02-03-2007, οπότε συμπληρώθηκε το 65° έτος της ηλικίας του, χωρίς να έχει ανανεώσει κατά νόμο αυτή, κατόπιν ιατρικής του εξέτασης που να πιστοποιεί την κατάσταση της υγείας του και την ικανότητά του προς ασφαλή οδήγηση του αυτοκινήτου του (άρθρο 95 παρ. 5 ν. 2696/1999).
Μάλιστα, για τον λόγο αυτό η Τροχαία Βόλου του επέβαλε σχετικό πρόστιμο με την υπ’ αριθμ. ...01. 09.2008 πράξη βεβαίωσης παράβασης Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός της μη ανανέωσης της άδειας οδήγησης επέδρασε στην αμελή συμπεριφορά του εναγομένου ως οδηγού (παραβίαση πινακίδας STOP) και ότι συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ατυχήματος, διότι αυτός είχε την ικανότητα να οδηγεί, καθόσον, εκ μόνης της παρόδου ενός (1) έτους και πέντε (5) μηνών, που μεσολάβησε από την ως άνω λήξη της αδείας οδηγήσεώς του μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, δεν απώλεσε αυτή, το δε τροχαίο ατύχημα δεν έγινε κάτω από τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που καταδεικνύουν ν’ ανικανότητα στο πρόσωπο του εναγομένου να οδηγεί, ως στερουμένου της κατά νόμο άδειας ικανότητας οδήγησης, λαμβανομένου υπόψιν και του ότι κατείχε άδεια οδήγησης που απλώς δεν είχε τυπικά ανανεωθεί μέχρι την ημέρα του ατυχήματος.
Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση του άρθρου 9 περ. 6 των γενικών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται, για την αιτία αυτή, από το παρεμπιπτόντως ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο που υπεισήλθε στην θέση της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο αυτοκίνητο ασφαλιστικής εταιρίας, ενόψει και του ότι για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαιρέσεως από την κάλυψη του ατυχήματος για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος (όπως ρητώς απαιτείται από το προαναφερόμενο άρθρο 6β παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3557/2007 και, για τις λοιπές δύο επιτρεπόμενες πλέον εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη των προκληθέντων ζημιών από οδηγό ο οποίος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική από την καθοριζόμενη χρήση - βλ.
και ΕφΘεσ 1675/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε όμοια με τα παραπάνω, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις και πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της διά της παρούσης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ο υποστηρίζων τα αντίθετα, πρώτος λόγος εφέσεως του παρεμπιπτόντως ενάγοντος που αναφέρεται στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης που έκρινε επί της παρεμπίπτουσας αγωγής να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος είχε συνδέσει στο ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, με χαλύβδινη σφαίρα διαμέτρου 50 mm και έναν διαμήκη μεταλλικό άξονα μήκους 1,52 μ., και ήλκε το υπ’ αριθμ. πλαισίου ... τρέιλερ για μεταφορά αποσκευών, διαστάσεων μήκους 2,29 μ., πλάτους 1,35 μ.
και ύψους 0,85 μ., μεγίστου μικτού βάρους 350 χιλιόγραμμων, κινούμενο επί δύο τροχών ενός άξονος, με σύστημα αναρτήσεως με ημιελλειπτικά ελατήρια, χωρίς σύστημα πέδησης. Το ως άνω ελαφρό ρυμουλκούμενο επιβατηγό, ως ελκόμενο από το παραπάνω αυτοκίνητο, το είχε δηλώσει, κατά νόμο, στη διεύθυνση Συγκοινωνιών Μαγνησίας (βλ.
την υπεύθυνη δήλωση του Β. Α., Μηχανολόγου-Μηχανικού με την επ’ αυτής βεβαίωση του προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας). Η, κατά το χρόνο του ατυχήματος, έλξη από το επιβατηγό αυτοκίνητο του τρέιλερ μεταφοράς αποσκευών, συνδεόμενο με αυτό με σιδηρά ράβδο και μη δυνάμενο να διευθυνθεί και να τροχοπεδήσει αυτοτελώς, και επομένως θεωρουμένων ως ενότητα (βλ.
Κρητικός ό.π. 4η έκδοση 2008, παρ. 11 αρ. 5, σελ. 146), δεν συνιστά χρησιμοποίηση του έλκοντος αυτοκινήτου για διάφορη χρήση της καθοριζόμενης στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, κατά την έννοια του ανωτέρω εδαφίου γ’ της παρ. 1 του άρθρου 6β του π.δ/τος 237/1986, το οποίο (αυτοκίνητο), ακόμη και ως ενιαία μεταξύ τους ενότητα (με το τρέιλερ), εξακολουθεί να διατηρεί το χαρακτήρα του ως επιβατηγό, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η χρήση αυτή είχε ήδη δηλωθεί, όπως προαναφέρθηκε, και μάλιστα προ της ασφαλίσεως αυτού, στην αρμοδία διεύθυνση Συγκοινωνιών, ως παρακολούθημα της αδείας κυκλοφορίας του.
Επομένως, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση του άρθρου 9 περ. 9 των γενικών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται, για την αιτία αυτή, από το παρεμπιπτόντως ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο που υπεισήλθε στην θέση της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο αυτοκίνητο ασφαλιστικής εταιρίας.
Εξάλλου, μετά την κατάργηση της Κ4 585/1978 Α.Υ.Ε., με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 3557/2007, και την εντεύθεν κατάργηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 25 αυτής (Α.Υ.Ε) εξαιρέσεων, μεταξύ των οποίων εκείνης της περ. 13 κατά την οποία "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι: 13. καθ’ όν χρόνον το όχημα... ρυμουλκεί έτερον όχημα..." και του περιορισμού των εξαιρέσεων αυτών μόνο στις τρεις αναφερόμενες στο ανωτέρω άρθρο 6β παρ. 1 του π.δ/τος 237/1986 που προστέθηκε με το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω νόμου περιπτώσεις (ήτοι αναφορικά με τις ζημίες που προκαλούνται από οδηγό που στερείται άδειας οδήγησης, που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας), η ρυμούλκηση καθεαυτή του τρέιλερ μεταφοράς αποσκευών δεν συνιστά λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, η δε τυχόν σχετική συμβατική επέκταση στην υποχρεωτική ασφάλιση της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης, που διέπεται από το ν. 489/1976, είναι αυτοδικαίως άκυρη, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου και τούτο ανεξαρτήτως του ότι για το τρέιλερ αυτοτελώς δεν είχε συναφθεί ασφαλιστική κάλυψη και δεν είχε καταβληθεί ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο (επασφάλιστρο) για την ασφαλιστική κάλυψη αυτού, λόγος για τον οποίο και μόνον η Τροχαία Βόλου επέβαλε στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο πρόστιμο με την υπ’ αριθμ. .../01.09.2008 πράξη βεβαίωσης παράβασης.
Η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε διαφορετικά από τα παραπάνω, δεχόμενη ότι εκ της ανωτέρω αιτίας υφίσταται διαφορετική χρήση του ζημιογόνου αυτοκινήτου του παρεμπιπτόντως εναγομένου και εντεύθεν υφίσταται λόγος απαλλαγής του παρεμπιπτόντως ενάγοντος από την ασφαλιστική κάλυψη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις εν σχέσει και με την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων και ο σχετικός λόγος εφέσεως του παρεμπιπτόντως εναγομένου, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, με τον οποίο ο τελευταίος παραπονείται για τις παραδοχές της αυτές, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο .αναφορικά με το Α’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου (έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης), απαιτώντας για την εφαρμογή του άρθρου 6β’ παρ. 1 εδ. α’ Ν. 489/1976 και τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης και της ζημίας που προκάλεσε στο τροχαίο δυστύχημα ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του οποίου την αστική ευθύνη μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας καλύπτει το ΕΚ, παραβίασε ευθέως την διάταξη αυτή, αφού ζήτησε περισσότερα στοιχεία από όσα αυτή αξιώνει, αν και αυτά δεν συνιστούσαν προϋπόθεση εφαρμογής της ως άνω νομοθετικής ρύθμισης.
Επί πλέον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης και συνεπώς ιδρύεται και ο αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 19 με την εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6β’ παρ. 1 εδ. α’ Ν. 489/1976.
Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος, κατά το Α’ σκέλος του (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σε συνδ. 6β’ παρ. 1 εδ. α’ Ν. 489/1976) πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω και αναφορικά με το Β’ σκέλος του ίδιου 3ου αναιρετικού λόγου (διαφορετική χρήση του ασφαλισμένου οχήματος εν αγνοία του Ασφαλιστή) το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του κρίνοντας, ότι δεν συντρέχει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, διότι η χρήση του ρυμουλκούμενου τρέϊλερ για μεταφορά αποσκευών δεν ήταν σε γνώση του Ασφαλιστή (αρχικής ΑΕΓΑ) και αφορούσε διαφορετική χρήση από εκείνη, που αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην οποία αναγράφεται μόνο η μεταφορά προσώπων, την οποία κάλυπτε η ασφαλιστική εταιρεία.
Αντίθετα, η χρήση του ρυμουλκούμενου οχήματος - τρέϊλερ και ο κίνδυνος από την κίνηση αυτού δεν καλυπτόταν αυτοτελώς από την ασφαλιστική Σύμβαση, ούτε είχε καταβληθεί επασφάλιστρο (πρόσθετο ασφάλιστρο) κατά τις παραδοχές του Εφετείου και συνεπώς, ο οδηγός, που είχε παραλάβει το ασφαλιστήριο και κατέβαλε τα ασφάλιστρα, γνώριζε ότι η χρήση του τρέϊλερ δεν καλύπτεται ασφαλιστικά, σύμφωνα με τον ειδικό όρο εξαίρεσης του άρθρου 9 περ.
α’ των Γενικών Όρων της ασφαλιστικής Σύμβασης, τους οποίους είχε αποδεχθεί σιωπηρά, με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και την πληρωμή των ασφαλίστρων κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, η αρχική ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την ασφαλιστική κάλυψη του οχήματος λόγω παράβασης όρου εξαίρεσης της Σύμβασης και συνακόλουθα το αναιρεσείον ΕΚ, που υπεισήλθε στη θέση αυτής ως ειδικός διάδοχος. Επομένως, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 6β’ παρ. 1 εδ.
γ’ του Ν. 489/1976 (διαφορετική χρήση του ασφαλισμένου οχήματος) και συνακόλουθα, το Β’ σκέλος του 3ου αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο. Κατόπιν τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ο 3ος αναιρετικός λόγος στο σύνολό του, που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή του ΕΚ κατά του 6ου αναιρεσιβλήτου, ασφαλισμένου οδηγού.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ΕΚ να απορριφθεί ως προς τους 1ο έως 5 στοιχείο α έως δ των αναιρεσιβλήτων - οικογένεια του θύματος ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ΕΚ λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον 6ο αναιρεσίβλητο, ασφαλισμένο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή του ΕΚ σε βάρος του. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στο αναιρεσείον ΕΚ το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο απολειπόμενος 6ος αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΕΚ, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2015 (αρ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 265/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) ως προς τους 1ο έως 5ο στοιχείο α έως δ αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ στα δικαστικά έξοδα αυτών, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης ως προς τον 6ο αναιρεσίβλητο, Χ. Τ. του Α., κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης που αφορά το κεφάλαιο της από 31-1-2011 (αρ. ...2011) παρεμπίπτουσας αγωγής -αναγωγής του ΕΚ σε βάρος αυτού.
Αναιρεί την παραπάνω υπ’ αρ. 265/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (ειδική διαδικασία άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης (παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή).
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.
Και
Καταδικάζει τον 6ο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΕΚ, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ