Legislator Case Law & Legislation
1877/2014 AI generated

1877/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1877/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1877/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καλούντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage descendant declaration of acknowledgement of paternity determination of legal heir single parent parental authority
AI generated
1375/2014
Ανάκληση δωρεά λόγω αχαριστίας.
2134/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
717/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 18-7-2019 αίτησή του.
1206/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2019 αίτησή του.
1639/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1877 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1877/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Σ. Ν. Ρ. (S. D. R.) του Τ. Τ. Ρ. ως κληρονόμου της αποβιωσάσης συζύγου του Α. συζ. S. R. και 2. Α. Α. Ν., κατοίκου ... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νικολόπουλο.

Των καθών η κλήση- αναιρεσιβλήτων: Α.1. Μ. θυγ. Ι. Ι.Β. συζ. Α. Ζ. Ρ., ως κληρονόμου των αποβιωσάντων: α) Ι. Ι. Β. και β) Ά. χας Ι. Β. και γ) Α. Ι. Β., 2. Μ. χήρας Σ. Β., κατοίκου ... , 3. Σ. Β. του Σ., κατοίκου ... , 4. Γ. Β. του Σ., κατοίκου ... , 5. Β. Β. του Γ., κατοίκου ... , 6. Α. θυγ. Γ. Β., χήρα Η. Μ., η οποία απεβίωσε κατά την 21-6-2013 όπως προκύπτει από την 10-2-2014 κλήση και κληρονομήθηκε από την Ε.

θυγ. Η. Μ., κατοίκου ... , που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη, 7α. Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ... , 7β. Α. Κ. του Δ., κατοίκου ... , 8α. Α. Φ. και 8β. Γ. Φ., κατοίκων ... ως κληρονόμων της αποβιωσάσης μητέρας τους Β. Φ., Β11. Β. Β. του Γ., κατοίκου ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητέρας του Ε. συζ. Γ.Β. και Γ.12α.Ν.

Κ. του Α., β)Π. Α. Κ., σαν κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα Α. Κ., 13.Β. Κ. του Γ., κατοίκου ... , 14. Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Λάρισας που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, 15. Ι. θυγ. Π. Β., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του πατρός της Π. Β., β) της θανούσης θείας της Α. Β. και γ) θανούσης μητέρας της Φ.

Π.Β.., 16. Ε. Β. του Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της θανούσης μητρός του Ε. συζ. Γ. Β. θυγ. Γ. Β., 17. Σ. Β. του Γ., κατοίκου ... , 18. καθού η από 22-10-2012 κλήση: Α. Τ. του Α. που συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ως κληρονόμος της Α. Κ. που απεβίωσε την 31-12-2012, 19. Ε. Δ. θυγ. Γ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Γ.

θυγ. Κ. Κ. και 20α. κ. Υπουργού των Οικονομικών με την ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία και τον έλεγχο των περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς και ιδρύματα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, β. Μαρία Χρυσαφίδου και γ. Ζήση Μπέκου, δικηγόρων Λάρισας ως εκτελεστές της διαθήκης της Θ. Δ..

Οι μεν 2η, 3η, 4ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αθανασόπουλο, ο δε υπό στοιχ.7β παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο υπό στοιχείο Β.11 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Το υπό στοιχείο 20 α εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Οι δε 1η, 5ος, 6η, 7α, 8α, 8β, Γ.12 α, 12β, 13ος, 14ο, 15η, 16ος, 17η, 18ος, 19η, 20β, και 20γ δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της Α. Δ., αρχικής διαδίκου και του Α. Ν., που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την 7531/2000 απόφαση του παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Στο δικαστήριο εκείνο εισήχθησαν η από 30-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 4-9-2001 πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων του Υπουργού Οικονομικών, που συνεκδικάσθηκαν με την παραπάνω παρεπίπτουσα αγωγή. Εκδόθηκαν οι 2838/2002 μη οριστική, 5564/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7088/2007 του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1487/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 1-2-2012 κλήση τους και με τους από ημερομηνία κατάθεσης 28-5-2012 και 25-10-2012 πρόσθετους λόγους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων και ήδη 2ος αναιρεσείων με τις από α) 2-10-2012 και β) 25-2-2012 πρόσθετες παρεμβάσεις του, υπέρ των καλούντων και κατά των καθών η κλήση, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές. Εκδόθηκαν οι 1866, 1867/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που διέταξαν την επανάληψη της διαδικασίας. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2013 αίτηση τους και την 10-2-2014 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γ. Κοντός ανέγνωσε την από 30-4-2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 26-11-2013 αίτηση, άλλως δε την παραδοχή της εν λόγω αιτήσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους και την απόρριψή της κατά του λοιπούς (τρίτο τέταρτο και έκτο) λόγους της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καλούντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως: υπ' αριθμ. 1829Δ'(και τα συνημμένα σ' αυτήν υπ' αριθμ.25999/4-2-2014 και 12589/5-2-2014 φύλλα των εφημερίδων ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ και ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ αντιστοίχως), 1836Δ', 1837Δ’, 1838Δ’, 1839Δ', 1840Δ' και 1850Δ'/31-1-2014 του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... , υπ' αριθμ. 14560/28-1-2014, 14575/6-2-2014 και 14622/17-2-2014 της δικαστικής επιμελητρίας Θεσσαλονίκης ... , υπ' αριθμ. 3713 Β'Β, 3714 Β'Β, 3715 Β'Β, 3716 B'B/30-1-2014 του δικαστικού επιμελητού Βόλου ... , με τις συνημμένες σ' αυτές αποδείξεις παραλαβής, και υπ' αριθμ. 4343Β', 4345Β', 4346Β' (με τις συνημμένες σ' αυτές αποδείξεις παραλαβής), και 4347Β'/31-1-2014 του δικαστικού επιμελητού Λαρίσης ... , προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (12-5-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, στους απολειπομένους υπ' αριθμ. 1, 5, 6, 7α, 8α, 8β, Γ.12α, 12β, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20β και 20γ, με τη σειρά που αναφέρονται στην αίτηση και στα πρακτικά αναιρεσιβλήτους, καθώς επίσης και στην καθ' ης η από 10-2-2014 κλήση των αναιρεσειόντων Ε.

θυγ. Η. Μ., ως κληρονόμο της αποβιωσάσης έκτης αναιρεσιβλήτου, η οποία και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσιδίκου ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνη του άρθρου 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί άκυρος ο γάμος, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 608 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όταν ασκείται από κάποιον που έχει έννομο συμφέρον, μετά τον θάνατο των συζύγων του ακύρου γάμου, απευθύνεται με ποινή απαραδέκτου, κατά των κληρονόμων αυτών (Ολ.Α.Π. 1043/76), η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.

Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του και η απόφαση δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (αρθρ. 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Και τούτο διότι, σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513 παρ.1εδ. β' περ. β' ΚΠολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως δηλαδή προς την καθιερουμένη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.Α.Π. 11/1998, 15/2001), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων.

Ούτε, τέλος, μπορεί εκ των προτέρων να αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, κατά την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ.Α.Π 15/2001).

Εάν, συνεπώς, στην δίκη επί αγωγής για ακύρωση γάμου, δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επιδόσεως προς αυτόν της εν λόγω αποφάσεως, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του, είτε κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (Ολ.Α.Π. 11/1998, 15/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο με την απόφασή του αυτή, συνεκδίκασε ερήμην των 6ου, 7ης 13ου υπό στοιχ. α, 13ου υπό στοιχ.β, 14ης, 15ου, 17ης, 18ης, 19ου, 20ης, 21ης και 22ας των εφεσίβλητων εφέσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος Α.

Ν. και της ήδη αποβιωσάσης Α. θυγ. Α. Δ., στην θέση της οποίας, ως μοναδικός κληρονόμος της, υπεισήλθε ο σύζυγος αυτής πρώτος αναιρεσείων Σ. Ν. Ρ., κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση αυτή, και ανέβαλε την συζήτηση κατά το περί αναγνωρίσεως ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος των εκκαλούντων αίτημα της ενδίκου αγωγής, απέρριψε κατά τα λοιπά τις εφέσεις κατά της ιδίας αποφάσεως, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βάσιμη την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιό της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος του τελεσθέντος, την 9-6-1955, γάμου μεταξύ του Α.

Μ. Δ. και της Θ. θυγ. Ν. Κ., λόγω προϋφισταμένου και μη λυθέντος νομίμου γάμου του πρώτου εξ αυτών. Με την ίδια απόφαση του το Εφετείο όρισε και παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από τους ερημοδικασθέντες, ως άνω, εφεσίβλητους. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εκκαλούντες άσκησαν τις από 28-12-2007 και 26-2-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αιτήσεως αναιρέσεως, επί των οποίων εξεδόθησαν αρχικώς μεν οι υπ' αριθμ. 1486 και 1487/2011 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, που εκήρυξαν απαράδεκτη την συζήτηση, εν συνεχεία δε οι υπ' αριθμ. 1866/2013 και 1867/2013 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, οι οποίες διέταξαν την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν τα αναγκαία στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει η τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον 16ο εφεσίβλητο, Ε.

Β., δεδομένου ότι δεν απεδείχθη η προς αυτόν επίδοση της εν λόγω αποφάσεως. Μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών οι αναιρεσείοντες επιμελήθηκαν της προς τον ανωτέρω εφεσίβλητο επιδόσεως της μη επιδοθείσης εισέτι, προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία συνετελέσθη νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 135 του Κ.Πολ.Δ., όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη απ'αυτούς υπ' αριθμ. 825Δ 723-9-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ...

και τα συνημμένα σ' αυτήν υπ' αριθμ. (9799)3199/25-9-2013 και 11811/25-9-2013 φύλλα των εφημερίδων ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ και ΑΥΓΗ αντιστοίχως (βλ. και την από 18-6-2012 πρόσκληση των αναιρεσειόντων στα υπ' αριθμ. (9432) 2832/19-6-2012 και (9440) 2840/28-6-2012 και 25566/19-6-2012 φύλλα των εφημερίδων ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ και ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ αντιστοίχως).

Μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τον ανωτέρω (16ο ) εφεσίβλητο (βλ. προσκομιζόμενα υπ' αριθμ. 105/30-1-2013 και 512/12-5-2014 πιστοποιητικά του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών πιστοποιητικά), οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποίαν και παραιτήθηκαν των δικογράφων των προηγηθεισών, ως άνω, ομοίων αιτήσεών των και προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που είχαν ασκηθεί πριν ή καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους εφεσίβλητους η προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, η οποία κατετέθη στην Γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου Αθηνών την 17-12-2013, έχει, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού, λόγω της υφισταμένης μεταξύ των εφεσιβλήτων αναγκαίας ομοδικίας, η προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέκειτο σε αναίρεση προ της τελεσιδικίας της και ως προς τον προειρημένο (16ο) εφεσίβλητο.

Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αναγνωριστική αγωγή ασκείται, όταν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον, υλικής ή ηθικής φύσεως, για αναγνώριση της υπάρξεως ή μη εννόμου σχέσεως από την οποία δημιουργείται βλάβη ή κίνδυνος βλάβης στην νομική ή πραγματική κατάσταση του ενάγοντος, είτε ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος και επικείμενος, είτε εξαρτάται και από τη συνδρομή άλλου μελλοντικού περιστατικού, και προς αποτροπήν του οποίου τείνει και είναι πρόσφορη η αιτουμένη αναγνώριση. Η συνδρομή του αμέσου συμφέροντος που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση και κατά συνέπεια δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 260/08, 871/ 2003). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικος, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Α.Π. 1881/06, 879/2004).

Περαιτέρω, κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος είναι ο χρόνος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δε κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν από τον άνω κρίσιμο χρόνο εκλείψει το έννομο συμφέρον, η σχετική αγωγή ή αίτηση παροχής εννόμου προστασίας απορρίπτεται (Α.Π. 1084/1990, Α.Π. 13/1987).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1354 και 1378 του Α.Κ. προκύπτει ότι την αγωγή για ακύρωση του γάμου, επειδή αυτός τελέστηκε παρά την ύπαρξη προηγουμένου τοιούτου, ο οποίος δεν είχε λυθεί αμετακλήτως, μπορεί να ασκήσει ο σύζυγος και οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, καθώς και ο εισαγγελέας αυτεπαγγέλτως.

Η ιδιαιτέρα αναφορά του νομοθέτου στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος του τρίτου, για ακύρωση του γάμου, μολονότι τούτο ορίζεται και στη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., έχει διπλή σημασία. Και δη αφ' ενός μεν υποδηλώνει ότι για τον τρίτο, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τον σύζυγο, δεν είναι αυτονόητο ότι δικαιολογείται να ζητεί την ακύρωση του γάμου, αφ' ετέρου δε υποδεικνύει πως το έννομο συμφέρον του τρίτον θα πρέπει να ερμηνεύεται με ειδικό και στενότερο τρόπο, ενόψει του γενικωτέρου σκοπού του νομοθέτου να προστατεύσει το γάμο.

Το έννομο συμφέρον του τρίτου, πρέπει να είναι άμεσο και οικογενειακής φύσεως, είτε αυτό έχει μόνο ηθικό, είτε μόνο περιουσιακό, είτε μικτό χαρακτήρα, και συνεπώς οι τρίτοι που επιδιώκουν την ακύρωση του γάμου δεν μπορεί να είναι πρόσωπα εντελώς ξένα προς την οικογένεια του ενός ή του άλλου των συζύγων.

Έτσι, μετά τον θάνατο αμφοτέρων των συζύγων του ακύρου γάμου, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, που θα εκαλούντο στην εξ αδιαθέτου διαδοχή του ενός ή του άλλου εξ αυτών, αν δεν υπήρχε ο άκυρος γάμος, έχουν οικογενειακού χαρακτήρος περιουσιακό έννομο συμφέρον να επιδιώξουν την ακύρωση του γάμου, ώστε να κληρονομήσουν μόνοι αυτοί κατ' απόκοσμο των κληρονόμων του άλλου.

Όπως προαναφέρθηκε αρκεί και μόνο ηθικό οικογενειακής όμως φύσεως έννομο συμφέρον των τρίτων για ακύρωση του γάμου. Πρέπει όμως αυτό να είναι άμεσο υπό την έννοια ότι με την επιδιωκομένη ακύρωση του γάμου, αποκαθίσταται η διαταραχθείσα συνεπεία του ακύρου γάμου οικογενειακή τάξη από τη διατάραξη της οποίας οι τρίτοι θίγονται αμέσως.

Συνεπώς, τέτοιο ηθικό έννομο συμφέρον έχουν οι στενότεροι με τα πρόσωπα των συζύγων συγγενείς αυτών (γονείς, αδελφοί, τέκνα από προηγούμενο γάμο των συζύγων και οι πρώτοι εξάδελφοι) όχι όμως και οι απώτεροι συγγενείς αυτών (τέκνα και σύζυγοι των εξαδέλφων) μολονότι και αυτοί έχουν περιουσιακό έννομο συμφέρον, αν με την ακύρωση του γάμου καλούνται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή του ενός ή του άλλου των συζύγων του ακύρου γάμου.

Πολύ δε περισσότερο δεν έχουν άμεσο οικογενειακής φύσεως ηθικό έννομο συμφέρον για ακύρωση του γάμου οι ως άνω απώτεροι συγγενείς, ούτε οι πρώτοι εξάδελφοι, αν ο γάμος, που διήρκεσε επί αρκετό χρονικό διάστημα έχει λυθεί με τον θάνατο του ενός ή έχουν αποβιώσει αμφότεροι οι σύζυγοι του ακύρου γάμου και αυτοί προσδοκούν μόνο περιουσιακό όφελος ως κληρονόμοι τους.

Περιουσιακό όμως έννομο συμφέρον δεν έχουν τα συγγενικά πρόσωπα του κληρονομουμένου, τα οποία θα εκαλούντο, κατά νόμον στην κληρονομία ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, όταν υπάρχει διαθήκη αυτού που αποκλείει την εξ αδιαθέτου διαδοχή, γεγονός που συμβαίνει και όταν, επέρχεται έκπτωση του κληρονόμου μετά την επαγωγή, οπότε, αν δεν ορίστηκε άλλως από τον διαθέτη, λαμβάνει χώρα προσαύξηση των μερίδων των λοιπών εγκατασταθέντων, καθώς και όταν η εγκατάσταση είναι εξ αρχής άκυρη, οπότε αναγνωριζομένης της ακυρότητος, αν η βούληση του διαθέτου ήταν να περιορίσει τους κληρονόμους του μόνο στους εγκατασταθέντες με τη διαθήκη η μερίδα του ακύρως εγκατασταθέντος περιέρχεται στους λοιπούς, κατ' αναλογίαν των μερίδων τους, (άρθρα 1802 και 1807 παρ.1 Α.Κ.), αποκλειόμενης έτσι και στις δύο αυτές περιπτώσεως της εξ αδιαθέτου διαδοχής (Α.Π. 766/2013, 2306/2009, 768/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Την 7.12.1982 αποβίωσε στην Αθήνα η Θ. Κ. έχοντας αφήσει τις με ημερομηνία 22.1.1972 και 14.10.1980 ιδιόγραφες διαθήκες, που δημοσιεύτηκαν με τα αντίστοιχα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 313/27.1.1983 και 1464/24.8.1983 και κηρύχθηκαν κυρίες με τις αντίστοιχες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου 268 και 482 του 1983.

Η πρώτη από τις διαθήκες αυτές κηρύχθηκε άκυρη, ενώ η δεύτερη (από 14.10.1980) έγκυρη με ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή διαθήκη η διαθέτρια συνιστούσε αφενός ... ίδρυμα εις μνήμην του αδελφού της Β. Κ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Β. Κ." και ίδρυμα εις μνήμην των γονέων της με την επωνυμία "κληροδότημα Ν.

και Μ. Κ." με έδρα και των δύο ιδρυμάτων τη Λάρισα και κατά τους αναφερόμενους στη διαθήκη ειδικότερους όρους, που όμως δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, αφού δεν έχουν εκδοθεί τα διατάγματα για την έγκριση της σύστασής τους ... και αφετέρου κατέλιπε κληροδοσίες στο σύζυγο της Α. Δ., στη δεύτερη ενάγουσα Α.

Β. και στους εναγόμενους Α. Κ., Μ. Κ., Β. Κ. και Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας. Η Θ. Δ.-Κ. κατά τον χρόνο του θανάτου της δεν είχε κατιόντες, γονείς, αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς αδελφούς ή τέκνα ή εγγονούς αδελφών τη που να πέθαναν πριν από αυτήν ή παππούδες και γιαγιάδες και τέκνα αυτών. Οι στενότεροι συγγενείς που κατέλιπε ήταν α) ο προαναφερόμενος σύζυγός της Α.

Δ., β) οι εγγονοί των παππού και γιαγιάς ... από την πατρική της γραμμή και συγκεκριμένα αα) ο πρώτος εξάδελφός της Δ. Κ. (τέκνο του θείου της Ι. Κ.) ... ο οποίος (Δ. Κ.) ... πέθανε την 5.7.1988 αδιάθετος αφήνοντας ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους ... όγδοη, ένατο και δέκατο των εναγόντων (σύζυγο και τέκνα του) και ββ) οι πρωτεξαδέλφές της ...

A. (Σ.) Κ. (δωδέκατη των εναγομένων) και Γ. Κ. Κ. ..., η οποία ... έχοντας ήδη αποβιώσει αδιάθετη κληρονομήθηκε από τη δέκατη τρίτη των εναγομένων και β) οι εγγονοί των παππού και γιαγιάς ... από τη μητρική της γραμμή και συγκεκριμένα αα) οι πρωτεξάδελφοί της ... Ι. Β., Α. Β. (πρώτος και δεύτερη των εναγόντων), Α. Β. (η οποία ...

αφού πέθανε την 11.12.1992 αφήνοντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων και την ένατη των εναγομένων-Ι. θυγ. Π. Β.) και Π. Β., ο οποίος ... πέθανε τη 15.7.1981 αφήνοντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Φ. (όγδοη των εναγομένων, η οποία ... έχει ήδη αποβιώσει και έχει κληρονομηθεί από τη θυγατέρα της Ι.

Β.) και τη θυγατέρα του προαναφερόμενη Ι. Β. (ένατη των εναγομένων), ββ) οι πρωτεξάδελφοι της ... Σ. Β., ο οποίος ... πέθανε την 25.4.1993 αφήνοντας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Μ. και τα τέκνα του Σ. και Γ. Β. (τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων), Β. Β. (ένατος των εναγόντων), Α. χήρα Η. Μ. (έβδομη των εναγόντων) και Ε.

συζ. Γ. Β., η οποία ... έχοντας ήδη αποβιώσει αδιάθετη κληρονομήθηκε από εξ αδιαθέτου κληρονόμους της (τέκνα αυτής- τρίτο, δέκατο και ενδέκατη των εναγομένων) και γγ) η πρωτεξάδελφή της ... Κ. (Β.) χα Δ. Φ. ... (ενδέκατη των εναγόντων) ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατά τα άνω φερόμενος ως σύζυγος και μοναδικός αναγκαίος κληρονόμος της διαθέτριας Α.

Δ. ... αποποιήθηκε την καταληφθείσα σε αυτόν κληροδοσία και άσκησε ολόκληρο το δικαίωμα του στη νόμιμη μοίρα, διεκδικώντας έτσι τη συμμετοχή του ως κληρονόμος κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επί όλων των στοιχείων της κληρονομιάς ... Την 18.3.1986 αποβίωσε ο Α. Δ. αδιάθετος και τον κληρονόμησαν οι θυγατέρες του ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμες του, ήτοι η πρώτη εναγομένη Α.

θυγ. Α. Δ. και η Μ.-Α. Δ., η οποία αποβίωσε και αυτή την 9.4.1991 αδιάθετη και την κληρονόμησε ο δεύτερος των εναγομένων γιος της Α. Ν. ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ... Αποδεικνύεται όμως ότι ο γάμος που είχε τελέσει ο Α. Δ. (δικαιοπάροχος ... των εναγομένων ... ) την 9.6.1955 στην Αθήνα με τη διαθέτρια Θ. Κ. είναι απολύτως άκυρος καθ' όσον μέχρι και την τέλεση του δεν είχε λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο προϋφιστάμενος γάμος του με την Ε.

θυγ. Π. Α., που είχε τελεστεί κατά το Δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας την 3.9.1933 στον Πειραιά. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ΔΙΑΖΕΥΚΤΗΡΙΟΝ ΓΡΑΜΜΑ με αρ. πρωτ. 1311 και ημερομηνία 30.9.1944 (προσκομιζόμενο και σε "ακριβές αντίγραφο" με ημερομηνία 24.3.1947) της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, σύμφωνα με το οποίο η προαναφερόμενη Αρχιεπισκοπή "δια του ενυπόγραφου και ενσφραγίστου τούτου γράμματος, δήλον ποιεί, ότι, έχοντας υπ' όψει την υπ' αριθ. 261 και από 30ης Σ/βρίου 1944 απόφασιν του Πνευματικού Δικαστηρίου της (κατά τα άνω) Αρχιεπισκοπής, δι' ης κηρύσσεται και εκκλησιαστικός λυμένος ο και πολιτικώς διαλυθείς γάμος μεταξύ του Α.

Μ. Δ. ..., και της Ε. το γένος Π. Α. ... κατακυρ(ώνει) ταύτην και αποφαίν(εται) ότι οι ειρημένοι είναι ελεύθεροι απ' αλλήλων παντός γαμικού δεσμού ... "αφού στο ΔΙΑΖΕΥΚΤΉΡΙΟ αυτό ΓΡΑΜΜΑ δεν αναφέρεται το πολιτικό δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για τη λύση του γάμου του Α. Δ. με την Ε. Α. και μάλιστα ο αριθμός της απόφασης και αν αυτή είναι αμετάκλητη, στοιχεία που ασφαλώς θα μνημόνευε αν υπήρχαν και είχαν πράγματι τεθεί υπόψη της Αρχιεπισκοπής Αμερικής ...

Εξάλλου η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από α) τα με αριθ. πρωτ. 23431/20.12.1995 και 3944/20.12.1995 πιστοποιητικά των Γραμματέων του Πρωτοδικείου Αθηνών και Πειραιώς αντίστοιχα, σύμφωνα με τα οποία προέκυψε ότι "από την έρευνα που έγινε στα αλφαβητικά ευρετήρια των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 3.9.1933 έως 31.12.1994 και από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς από 1.1.1948 έως και το 1960 δεν έχει δημοσιευθεί απόφαση που να λύνει το γάμο μεταξύ του Α.

Δ. ... και της συζύγου του Ε. ... Α. και β) το με αριθ. πρωτ. 90737/23.6.1994 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Α. Δ., που εκδόθηκε από το Δημαρχείο Πειραιώς, στο οποίο εμφαίνονται ως σύζυγοί του τόσο η Θ. Κ. όσο και η Ε. Α., χωρίς να υπάρχει διαγραφή του γάμου του με την τελευταία. Η ίδια δε κρίση δεν αναιρείται από το ότι κατά το πιο πάνω 3944/20.12.1995 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς "προ του έτους 1948 (στο Πρωτοδικείο Πειραιώς) δεν υπάρχουν ευρετήρια" αφού οι εκκαλούντες εναγόμενοι, που κατά τα άνω φέρουν και το σχετικό βάρος, δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ούτε και προσκομίζουν απόφαση που να λύνει το γάμο μεταξύ Α.

Δ. και Ε. Α.. Ούτε επίσης αναιρείται η ίδια κρίση από τα πιστοποιητικά 9682/24.7.1981, 62125/16.5.1986, 797/9.4.1986 και 67669/9.6.1986 του Ληξίαρχου Πειραιώς το πρώτο και το τρίτο και του Δήμου Πειραιώς το δεύτερο και το τέταρτο που επικαλούνται οι εκκαλούντες εναγόμενοι και κατά τους οποίους σύμφωνα α) με το πρώτο "βεβαιώνεται ότι δεν βρέθηκε καταχωρημένη ληξιαρχική πράξη γάμου του Α.

Δ. με την Ε. Α." β) με το δεύτερο "φαίνεται να έχει καταχωρηθεί μεν ο γάμος του Α. Δ. με την Ε. Α., πλην τούτο έγινε με την ένδειξη "ενδεικτική εγγραφή" ενώ δεν φαίνεται καταχωρημένη η άλλη κόρη τους Ασπασία", γ) με το τρίτο "βεβαιώνεται ότι δεν μπορεί να βεβαιωθεί το γεγονός της γέννησης της μητέρας (τους), που όμως, είναι καταχωρημένη στο ως άνω (α) πιστοποιητικό" και δ) με το τέταρτο "προκύπτει ότι έχει καταχωρηθεί η λύση του γάμου του Α.

Δ. με την Θ. Δ.", πράγμα που κατ' αυτούς σημαίνει ότι "και τα άλλα (ως άνω) πιστοποιητικά (που έχει αναφερθεί) η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορούν να αποτελέσουν πλήρη και αναμφισβήτητη απόδειξη για όσα πιστοποιούν", αφού και από τα επικαλούμενα πιο πάνω περιστατικά δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε και οι εκκαλούντες εναγόμενοι επικαλούνται, απόφαση που να λύνει το γάμο μεταξύ Α.

Δ. και Θ. Κ. και μάλιστα το Δικαστήριο που την εξέδωσε και ο αριθμός της. Ούτε τέλος η εν λόγω κρίση αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων και μάλιστα εκείνων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με πρόταση των εκκαλούντων εναγομένων, ήτοι των Ι. Κ. και Δ. Κ., αφού και οι δύο μάρτυρες αυτοί όλως αορίστως κατέθεσαν ότι ο Α.

Δ. "είχε αναθέσει σε δικηγόρο από τη Ζάκυνθο το διαζύγιό του" και ότι "το 1944 έφθασε η λύση του γάμου προφανώς από την Ελλάδα", χωρίς δηλαδή να αναφέρουν το όνομα του δικηγόρου ... αλλά και το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση καθώς και τον αριθμό της. Υποστηρίζεται ότι ηθικό συμφέρον να εγείρουν την αγωγή ακυρότητας του γάμου έχουν οι συγγενείς εξ αίματος των συζύγων εκ πλαγίου μέχρι και του τέταρτου βαθμού ...

Ο ήδη εφεσίβλητος εναγόμενος στην παρεμπίπτουσα αγωγή και (συν)ενάγων στην από 30.3.2001 αγωγή Α. Κ. και οι ήδη εφεσίβλητοι συνενάγοντες (στην από 30.3.2001 αγωγή) Α. Κ., Ι. Κ. (μητέρα και αδελφός του Α. Κ.), Μ. Β., Σ. Β. και Γ. Β. (σύζυγος και τέκνα του Σ. Β.) δεν είναι εκ πλαγίου συγγενείς εξ αίματος των συζύγων του κατά τα άνω άκυρου γάμου και μάλιστα της Θ.

Κ. μέχρι και τέταρτου βαθμού. Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω έχουν πάντως και αυτοί συμφέρον περιουσιακό να ζητούν την ακύρωση του άκυρου γάμου αυτού, καθόσον είναι κληρονόμοι των πρωτεξαδέλφων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Θ. Κ., ήτοι οι Α. Κ., Α. Κ. και Ι. Κ. του Δ. Κ. και οι Μ. Β., Σ. Β. και Γ. Β. του Σ. Β., οι οποίοι (Δ.

Κ. και Σ. Β.) ζούσαν κατά το χρόνο του θανάτου της Θ. Κ. και έχοντας ήδη αποβιώσει αδιάθετοι (ήτοι την 5.7.1988 και την 25.4.1993) κληρονομήθηκαν από αυτούς (Α. Κ. κ.λπ.) οι οποίοι επομένως υπεισήλθαν (και) στην κληρονομιά των προαναφερομένων από την θανούσα Θ. Κ.. Πράγματι, η Θ. Κ. με την ως άνω (από 14.10.1980) έγκυρη διαθήκη της κατέλιπε μόνο κληροδοσίες ...

πράγμα που σημαίνει ότι μετά την αποποίηση από τον Α. Δ. της καταληφθείσας σε αυτόν κληροδοσίας δεν λαμβάνει χώρα εδώ προσαύξηση [η οποία κατά την ΑΚ 1807 είναι συνυφασμένη με την έννοια του κληρονόμου ως καθολικού διαδόχου ... αλλά επέρχεται ως προς το μέρος αυτό της κληρονομιάς της Θ. Κ. η εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Γι' αυτό και ο ισχυρισμός των ήδη εκκαλούντων (Α. Δ. και Α. Ν.) ότι οι αντίδικοι τους και μάλιστα οι προαναφερόμενοι δεν προσέβαλαν τις ως άνω διαθήκες της διαθέτριας Θ. Κ. δεν ασκεί εδώ επιρροή, αφού κατά τα άνω πρόκειται εν τέλει για συμφέρον περιουσιακό των αντιδίκων που απορρέει όχι από την εκ διαθήκης αλλά (από) την εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Επομένως οι κατά τα άνω ήδη εφεσίβλητοι ενάγοντες και έχουν συμφέρον (περιουσιακό ή και ηθικό κατά τις ανωτέρω διακρίσεις) και νομιμοποιούνται να ζητούν την ακύρωση του γάμου μεταξύ του Α. Δ. και της Θ. Κ.. Η άσκηση του ένδικου αυτού δικαιώματος, έστω και αν γίνεται, όπως οι ήδη εκκαλούντες, ενώ οι ήδη εφεσίβλητοι ενάγοντες είχαν κατ' επανάληψη αποδεχθεί "επί Δικαστηρίοις και, εξωδίκως" ως έγκυρη τη σύναψη του εν λόγω γάμου μεταξύ του Α.

Δ. και της Θ. Κ., ότι είχε μεσολαβήσει χρονικό διάστημα 19 ετών από το θάνατο της Θ. Κ., 16 ετών από το θάνατο του Α. Δ. και 10 ετών από το θάνατο της πρώτης συζύγου του Α. Δ. Ε. Α.-Ν. και ότι η μόνη αιτία της άσκησης του είναι η στήριξη από τους ήδη εφεσίβλητους ενάγοντες κληρονομικού δικαιώματος, δεν είναι, ενόψει και του ότι το δικαίωμα αυτό των ήδη εφεσίβλητων εναγόντων, ως στηριζόμενο στον κατεξοχήν δημόσιας τάξης θεσμό της μονογαμίας [επαπειλούμενων μάλιστα κατά της δευτερογαμίας όχι μόνον αστικών αλλά και ποινικών κυρώσεων άρθρο 356 Π.K.)] δεν μπορεί να αποκλεισθεί από οποιαδήποτε ιδιωτική βούληση ή συμπεριφορά που κατατείνει σε ματαίωση του κοινωνικού, οικογενειακού και θρησκευτικού τούτου σκοπού (διότι σε αντίθετη περίπτωση θα τίθετο θέμα ύπαρξης δύο έγκυρων νόμιμων γάμων, που όμως αντίκειται στο θεμελιώδη και κατ' εξοχήν δημόσιας τάξης ως άνω θεσμό της μονογαμίας), καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα οι ήδη εκκαλούντες προβάλλουν, διότι δεν υπερβαίνει αυτή και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του, ούτε δικαιολογείται ο σχηματισμός πεποίθησης στους ήδη εκκαλούντες για μη άσκηση του ...

Είναι συνεπώς η παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη εκκαλούντων για αναγνώριση ότι ο εναγόμενος (στην αγωγή αυτή) Α. Κ. δεν έχει συμφέρον να ζητήσει αναγνώριση της ακυρότητας του γάμου μεταξύ του Α. Δ. και της Θ. Κ. αβάσιμη κατ' ουσίαν, η δε αγωγή (από 30.3.2001) των ήδη εφεσίβλητων εναγόντων κατά το αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας του ίδιου γάμου βάσιμη και κατ'ουσίαν και συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις κατά τα άνω εκκαλούμενες αποφάσεις του, με πιο συνοπτική έστω αιτιολογία, δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, έκανε δε δεκτή την από 30.3.2001 αγωγή, δεν έσφαλε, τα αντίθετα δε που υποστηρίζουν οι ήδη εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους των κρινόμενων εφέσεων τους είναι αβάσιμα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες (πρώτοι εξάδελφοι και τέκνα και σύζυγοι πρώτων εξαδέλφων της κληρονομουμένης από πατρική και μητρική γραμμή) έχουν περιουσιακό, αλλά και ηθικό, έννομο συμφέρον να ζητήσουν να αναγνωρισθεί ως άκυρος ο άνω γάμος, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 70 Κ.Πολ.Δ., 1378, 1802, 1807 και 1816 Α.Κ., αρκούμενο για την εφαρμογή τους σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις αυτές για την εφαρμογή τους.

Τούτο δε διότι: Ενώ δέχεται το Εφετείο ότι με την διαθήκη της Θ. Κ. ολόκληρη η κληρονομιά αυτής διετέθη για τη σύσταση των αναφερομένων ιδρυμάτων, γεγονός που φανερώνει τη θέληση της διαθέτιδος να εγκαταστήσει ως μόνους κληρονόμους αυτής τα ιδρύματα αυτά, αποκλείοντας έτσι την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και ότι ο εκ του ακύρου γάμου σύζυγός της ακύρως εγκαταστάθηκε στη νόμιμη μοίρα, με άμεση εντεύθεν συνέπεια η μερίδα του επί της κληρονομίας να περιέρχεται στα εγκατασταθέντα ιδρύματα, σύμφωνα με το άρθρο 1802 Α.Κ., μη επερχομένης, κατά τα προλεχθέντα, ως προς τη μερίδα αυτή της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εσφαλμένως δέχεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, έχουν περιουσιακό έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγής περί αναγνωρίσεως ως ακύρου του μεταξύ της Θ.

Κ. και του Α. Δ. τελεσθέντος το έτος 1955 γάμου, διότι σε περίπτωση ακυρώσεως αυτού, οι ενάγοντες, λόγω της άνω συγγενικής των σχέσεως με την κληρονομουμένη, καλούνται, μετά την έκπτωση του Α. Δ.υ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής (οι εξ αυτών σύζυγοι και τέκνα αποβιωσάντων πρώτων εξαδέλφων της κληρονομουμένης κατά ρίζες).

Επομένως, οι αντίστοιχοι πρώτος και πέμπτος λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την εκτίμηση του νοηματικού αυτών περιεχομένου αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνουν βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών αναιρετικών λόγων, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τους βάσιμους, ως άνω, λόγους της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, στο οποίο και εκκρεμεί η αγωγή κατά το περί αναγνωρίσεως ανυπαρξίας κληρονομικού δικαιώματος των εκκαλούντων κεφάλαιό της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7088/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ