Supreme Court dismisses appeal on pre-contractual liability and unjust enrichment due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the lower court's rejection of a pre-contractual liability claim and an unjust enrichment defense. The appellant argued that the defendant's breach of good faith caused damages, while the defendant contended that the plaintiff's enrichment was not recoverable because specific expenditures were not proven to be contingent on the enrichment. The court ruled that the defense was inadmissible as it failed to specify the exact expenditures and did not demonstrate they would not have occurred without the enrichment, violating the critical timing rule for unjust enrichment claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 197, 198, 330, 909 of the Civil Code; The defense of unjust enrichment is inadmissible if the claimant fails to specify exact expenditures and prove they would not have incurred them absent the enrichment, particularly when such expenditures occurred after the critical time of the lawsuit's filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1877 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1877/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. (M. M.) του Π. (P.), κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-12-1995 και από 2-4-1997 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/1997 και 52/1999 του ίδιου Δικαστηρίου αντίστοιχα, 39/2001, 86/2010 μη οριστικές και 196/2011 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των τελευταίων (εφετειακών) αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 29-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 197 Α.Κ. κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε το άρθρο 198 παρ.1 Α.Κ. όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋποθέσεις της προσυμβατικής ευθύνης είναι η ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, η αντισυμβατική συμπεριφορά του αντισυμβαλλόμενου, η υπαιτιότητα, η επέλευση ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον νόμιμο λόγο ευθύνης, δηλαδή στην υπαιτιότητα, και τη ζημία.
Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη ορισμένης συμβάσεως, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση συμβάσεως, μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας συμπτώσεως.
Το στάδιο των διαπραγματεύσεων διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της συμβάσεως ή την κατάρτισή της. Εξάλλου ως πταίσμα κατά την έννοια των διατάξεων αυτών νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Το πταίσμα κρίνεται κατά το άρθρο 330 Α.Κ και έτσι αρκεί και αμέλεια.
Η ζημία πρέπει να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την αθέμιτη ή την αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του άλλου και η υπαίτια συμπεριφορά που προκάλεσε τη ζημία πρέπει να εκδηλώνεται κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (Α.Π. 1302/2010). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 159 παρ.1, 180, 369, 513, 904 και 1033 Α.Κ.
προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρου προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτου, όπως είναι εκείνο που καταρτίστηκε με ιδιωτικό έγγραφο, η καταβολή ολοκλήρου ή μέρους του τιμήματος σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού επάγεται πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (Α.Π.653/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με το υπό ημεροχρονολογία 12-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε στη …ο ενάγων-εκκαλών-εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσείων] Π.
Π., ενεργώντας ως εκπρόσωπος των ιδιοκτητών των με κτηματολογικά στοιχεία 477, 478, 479 και 487 ακινήτων που βρίσκονται στην κοινότητα ... εκτάσεως 3.840, 2.100, 1.850 και 3.440 τ.μ. αντίστοιχα, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στον εναγόμενο-εκκαλούντα-εφεσίβλητο [ήδη αναιρεσίβλητο] Μ. Μ., Ιταλό υπήκοο, τα ως άνω ακίνητα που συνενωμένα αποτελούν ένα ενιαίο ακίνητο, αντί του συνολικού τιμήματος των 4.500.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια με το από 11-8-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό (τροποποιητικό του αρχικού) μειώθηκε στο ποσό των 4.000.000 δραχμών.
Έναντι του τιμήματος της μέλλουσας να καταρτισθεί αγοραπωλησίας ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.000.000 δραχμών με τη συμφωνία όπως το υπόλοιπο καταβληθεί κατά την υπογραφή του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου. Εξάλλου σύμφωνα με τον 4ο όρο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού "Το οριστικό συμβόλαιο της προκειμένης αγοραπωλησίας, θα υπογραφεί εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών, από της ημέρας που θα επιτραπεί σε αλλοδαπούς η αγορά ακινήτων στη Ρόδο", ενώ κατά τον 5ο όρο "...το επίσημο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο θα υπογραφεί με καταβολή ολοκλήρου του υπολοίπου τιμήματος, επ' ονόματι του Στέργου Αλαβάνου, δικηγόρου Ρόδου, με δικαίωμα όπως το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφεί επ' ονόματί του ή επ' ονόματι του άνω αγοραστή και εφόσον επιτραπεί σ' αυτόν, η αγορά από την αρμόδια επιτροπή του Ν.1882".
Τέλος με τον 6ο όρο του συμφωνητικού τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι "...Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν ήθελε επιτραπεί η αγορά επ' ονόματι του άνω αγοραστή και σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου των συμβαλλομένων Π. Π. του Ε., όσον αφορά νομικά κωλύματα της αγοραπωλησίας, τότε ο πρώτος των συμβαλλομένων που ενεργεί ως εκπρόσωπος των πωλητών, υποχρεούται, όπως επιστρέψει τον μέχρι τότε ληφθέντα αρραβώνα, εντόκως".
Στις 7-6-1995 ο Μ. Μ. οχλεί τον Π. Π. με επιστολή του, στην οποία αναφέρει ότι επιθυμεί να κλείσουν όλες τις εκκρεμότητες σχετικά με την αγορά των τεσσάρων μερίδων γαιών που συμφώνησαν με τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά και ότι σύμφωνα με το συμφωνητικό, σε περίπτωση αδυναμίας του πωλητή να κλείσει η αγοραπωλησία, τον αναγκάζει να ζητήσει την απόδοση του καταβληθέντος ως προκαταβολή τιμήματος ποσού και δεν θα δεχθεί παραπέρα καθυστέρηση για την αγορά ή την απόδοση των χρημάτων, διαφορετικά θα στραφεί δικαστικά εναντίον του.
Στις 2-7-1995 ο δικηγόρος Στέργος Αλαβάνος, ενώπιον του οποίου είχαν συνταχθεί τα προαναφερόμενα συμφωνητικά, ενημερώνει τον Μ. Μ., μετά από συνάντηση που είχε με τον Π. Π., ότι "...δύο κομμάτια γης είναι έτοιμα για πώληση, τα άλλα δύο θα είναι έτοιμα τα Χριστούγεννα, διότι μερικοί από τους ιδιοκτήτες μένουν στην ...
και ο Π. δεν μπόρεσε να τους τακτοποιήσει... όλα αυτά για να γνωρίζεις τι συμβαίνει εδώ και για να αποφασίσεις τι θα κάνεις, ερχόμενος σε συνεννόηση με τον Π. κι εμένα, έχουμε έτοιμη τη μερίδα 480, εάν τη θέλεις...". Μετά την επιστολή αυτή ο Μ. Μ. στις 13-7-1995 αποστέλλει επιστολή στον Π. Π., γνωστοποιώντας του ότι εμμένει στην απόφαση που περιέχεται στην πρώτη επιστολή του και ζητά την καταβολή των 3.000.000 δραχμών έως την 8-8-1995, εντόκως από την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας στις 12-8-1992.
Εν συνεχεία, ερχόμενος στην Ελλάδα, αναζήτησε τον εναγόμενο προς διευθέτηση των εκκρεμοτήτων τους αλλά ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στις συναντήσεις τους... Ακολούθως ο ενάγων, αφού δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία του με τον εναγόμενο, άσκησε σε βάρος του τελευταίου την από 30-12-1995 ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 30-5-1996...
με την οποία ζητούσε από αυτόν, λόγω υπαναχώρησής του (ενάγοντος) από τη συμφωνία τους εξαιτίας της καθυστέρησης ολοκλήρωσης της σύμβασης, για την οποία αυτός (ενάγων) τηρούσε τις προϋποθέσεις λόγω παραμεθορίου περιοχής, το ήδη καταβληθέν ποσό των 3.000.000 δραχμών. Ο εναγόμενος, γνωρίζοντας από το καλοκαίρι του έτους 1995 ότι ο ενάγων στις 8-8-1995 θα ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων του ματαιώνοντας την κατάρτιση της δικαιοπραξίας αφού τα ακίνητα δεν ήταν έτοιμα προς μεταβίβαση, αναθέτει στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Βαϊνά την κατάθεση της από 22-4-1996 αναγνωριστικής αγωγής προς τακτοποίηση της με αριθμό 487 μερίδας, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 744/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, καταβάλλοντας στον ως άνω δικηγόρο ως αμοιβή το ποσό των 244.000 δραχμών στις 7-2-1997.
Ακόμη ανέθεσε στη δικηγόρο Ελένη Αντωνιάδη τη σύνταξη της από 16-2-1997 αναγνωριστικής αγωγής με ενάγοντα τον ίδιο προς τακτοποίηση της με αριθμό 479 γαίας, πλην όμως δεν προκύπτει κατάθεση αυτής ούτε έκδοση σχετικής απόφασης, κατέβαλε δε στην ως άνω δικηγόρο ως αμοιβή ποσό 250.000 δραχμών στις 13-2-2997. Ακόμη ο εναγόμενος προσκομίζει την από 15-6-1996 απόδειξη ποσού 750.000 δραχμών και την από 10-9-1996 απόδειξη ποσού 400.000 δραχμών, τα οποία κατέβαλε ως τίμημα στους ιδιοκτήτες των προαναφερόμενων 487 και 479 γαιών.
Για τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή κονδύλια των 1.000.000 δραχμών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αυτός κατέβαλε στους τοπογράφους μηχανικούς Α. Κ. και Π. Κ. ως αμοιβή τους για την οριοθέτηση των επιδίκων ακινήτων, καθώς και για το ποσό των 250.000 δραχμών που διατείνεται ότι κατέβαλε στο δικηγόρο Ρόδου Δημόκριτο Παπαδόπουλο για την τακτοποίηση των τίτλων ιδιοκτησίας της κτηματολογικής μερίδας 478 γαιών ...
δεν προσκομίζεται καμία σχετική απόδειξη. Από τα προεκτεθέντα χρονικά σημεία της εξέλιξης της ένδικης συμφωνίας προκύπτει αναμφίβολα ότι οι ανωτέρω δαπάνες πραγματοποιήθηκαν μετά τη ματαίωση από το συμβαλλόμενο Μ. Μ. της συμφωνίας αγοραπωλησίας των ενδίκων ακινήτων και ενώ εκκρεμούσε η από 30-12-1995 σχετική κρινόμενη αγωγή.
Η πρόθεση του τελευταίου για ματαίωση γνωστοποιήθηκε στον Π. Π. αρχικά τον Ιούλιο 1995 με την πρώτη επιστολή για την περίπτωση που καθυστερούσε ακόμη η μεταβίβαση, εν συνεχεία με τη δεύτερη επιστολή του όταν αυτός βεβαιώθηκε για τη συνεχιζόμενη καθυστέρηση, ρητά ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των 3.000.000 δραχμών και τελικά ακολούθησε και η από 30-12-1995 σχετική αγωγή του που επιδόθηκε στον εναγόμενο το Μάιο 1996.
Ουδεμία συνεπώς διαβεβαίωση από τον Ιούλιο 1995 και εφεξής περί της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης υπήρξε από πλευράς του εναγομένου αγοραστή ώστε να πιστέψει ο ενάγων πωλητής στη βέβαιη κατάρτιση και να τελέσει τις αιτούμενες δαπάνες.
Εν προκειμένω το στάδιο των διαπραγματεύσεων άρχισε με την υπογραφή του από 12-8-1992 ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και κατέληξε όταν ο εκ των συμβαλλομένων Μ. Μ. άσκησε με την από 30-12-1995 αγωγή του το δικαίωμά του για υπαναχώρηση από τη μεταξύ τους σύμβαση. Έτσι το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν περατώθηκε με την κατάρτιση της άνω ακύρου συμβάσεως λόγω ελλείψεως συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως ο εναγόμενος διατείνεται, αφού τα μέρη απέβλεπαν στην κατάρτιση συμβάσεως η οποία θα πληρούσε τον τύπο του νόμου...
Επομένως κατά την άνω χρονική περίοδο, που καταλαμβάνει όλες τις φάσεις της συναλλακτικής επαφής, οι αντισυμβαλλόμενοι υπείχαν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ. και συγκεκριμένα ο ενάγων όφειλε, καθόσον είχε λάβει και ως προκαταβολή του τιμήματος ποσό 3.000.000 δραχμών από τον Αύγουστο 1992, να φροντίσει για την ταχεία κτηματολογική τακτοποίηση και μεταβίβαση των ακινήτων και να ενημερώνει τον εναγόμενο για την πορεία των ενεργειών του.
Πλην όμως έως τον Ιούλιο 1995 δεν είχε προβεί σε κάποια σχετική ενέργεια και μετά την πρώτη όχληση του εναγομένου απάντησε μέσω του δικηγόρου του ότι είναι έτοιμα δύο από τα ακίνητα χωρίς να αναφέρει ποια και τα άλλα δύο θα είναι έτοιμα τα Χριστούγεννα. Η καθυστέρηση αυτή και η εξ αυτής συναγόμενη αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα του ενάγοντος προς ολοκλήρωση της οριστικής συμβάσεως για τη μεταβίβαση και των τεσσάρων ακινήτων συνολικά, αφού συνενωμένα αποτελούσαν ένα ακίνητο στην αγορά του οποίου απέβλεπε ο εναγόμενος και είχε προκαταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, οδήγησαν τον τελευταίο στην απόφαση να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ζητήσει σύμφωνα με τον 6ο όρο του εν λόγω συμφωνητικού την επιστροφή του καταβληθέντος ως άνω ποσού...
Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής λόγω της υπαναχώρησης (Μάιος 1996) δεν είχε τακτοποιηθεί ακόμη κανένα ακίνητο, κατά το χρόνο δε άσκησης της αγωγής του ενάγοντος (Π. Π.) σε ένα από αυτά, το με αριθμό 487, είχε εκδοθεί απόφαση αναγνωριστική κτητικής παραγραφής. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, ως αλλοδαπός κάτοικος Ιταλίας, ήτοι κράτους-μέλους της ΕΟΚ...
τηρούσε τις προϋποθέσεις να αγοράσει ακίνητο σε παραμεθόρια περιοχή, όπως εν προκειμένω είναι χαρακτηρισμένος ο νομός Δωδεκανήσου... κατόπιν χορήγησης αδείας από την αρμόδια προς τούτο επιτροπή, ήδη δε με το με αριθμό .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Πρώτου αγόρασε ακίνητο, τη με αριθμό … γαία Οικοδομών ....
Δεν συνετέλεσε δε στην απόφασή του για τη ματαίωση η έλλειψη προϋποθέσεων για τη σύναψη δικαιοπραξίας σε παραμεθόρια περιοχή αλλά η καθυστέρηση του ενάγοντος να προβεί στην κτηματολογική τακτοποίηση των ακινήτων, έλλειψη την οποία εκείνος γνώριζε, αφού εκπροσωπούσε, όπως δήλωσε κατά την κατάρτιση του συμφωνητικού, τους ιδιοκτήτες...
Ο εναγόμενος κατά το στάδιο των μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεων δεν επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη στη συναλλακτική πίστη καθόσον, αν και είχε καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, ανέμενε επί τρία έτη τον ενάγοντα που είχε αναλάβει την υποχρέωση της διευθέτησης της μεταβίβασης, χωρίς να ενημερώνεται διεξοδικά για την πορεία των ενεργειών του.
Όταν δε μετά από δική του όχληση ενημερώθηκε ότι θα συνεχιστεί επ' αρκετόν η καθυστέρηση, προέβη σε ματαίωση της σύμβασης, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί αυθαίρετη και αντίθετη στη συναλλακτική πίστη αφού είχε ήδη ενημερώσει τον ενάγοντα σχετικά, με τις επιστολές του. Δεν βαρύνεται ως εκ τούτου με πταίσμα ώστε να ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος για δαπάνες αυτού λόγω της διάψευσης της εμπιστοσύνης του από την αρνητική στάση του εναγομένου για τη σύναψη της συμβάσεως...
όπως αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το προαναφερθέν στάδιο των διαπραγματεύσεων ο εναγόμενος δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημία, καθόσον όλες οι δαπάνες που προεκτέθηκαν αναλυτικά και για τις οποίες προσκομίζει αποδείξεις, έγιναν μετά τη ματαίωση από τον εναγόμενο της συμφωνίας με την άσκηση της αγωγής του, που επέφερε και τη λήξη του σταδίου των διαπραγματεύσεων...
Το προαναφερόμενο από 12-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο οι διάδικοι συμφώνησαν τη μεταβίβαση ακινήτων δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικά, όπως απαιτείται... και συνεπώς η με αυτό καταρτισθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη. Σε εκτέλεση όμως της παραπάνω άκυρης ως λέχθηκε δικαιοπραξίας ο ενάγων Μ. Μ. προκατέβαλε στον αντισυμβαλλόμενό του και εναγόμενο Π.
Π. μέρος του τιμήματος ύψους 3.000.000 δραχμών, η οποία όμως προκαταβολή συνιστά πλουτισμό του τελευταίου, αφού την έλαβε χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του ενάγοντος". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο: α) δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 155/1997 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30-12-1995 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ερήμην του αναιρεσείοντος και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή αυτή, την δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε δε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.804 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 52/1999 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 2-4-1997 αγωγή του αναιρεσείοντος και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή αυτή, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159, 166, 180, 197, 198, 369, 904 επ. και 1033 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνες των άρθρων 173, 200 και 415 Α.Κ. που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού δεν είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων έγκυρο προσύμφωνο μεταβιβάσεως ακινήτου ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας του με βάση τις δύο πρώτες από τις διατάξεις αυτές ή χαρακτηρισμού του ως συμβάσεως εις βάρος τρίτου με βάση την τελευταία.
Συνεπώς οι πρώτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της μη συνδρομής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου από τις διαπραγματεύσεις και του πλουτισμού του αναιρεσείοντος από την περιουσία του αναιρεσιβλήτου χωρίς νόμιμη αιτία και συνακόλουθα οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 908, 909 και 913 Α.Κ. που ρυθμίζουν τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προκύπτει ότι η υποχρέωση του λήπτη προς απόδοση του ληφθέντος πράγματος ή του ανταλλάγματος που τυχόν έλαβε από αυτό αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής.
Τέτοια περίπτωση απώλειας του πλουτισμού υπάρχει και όταν ο λήπτης με τα χρήματα που έλαβε ενήργησε δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαινε με δικά του χρήματα αν δεν είχε λάβει το χρηματικό ποσό που του καταβλήθηκε (Α.Π.908/1991, Α.Π. 160/1975). Για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως δεν αρκεί ο γενικός ισχυρισμός του εναγομένου ότι έγιναν δαπάνες αλλά χρειάζεται αναφορά σε συγκεκριμένες δαπάνες και στο ότι αυτές δεν θα γίνονταν αν δεν είχε επέλθει ο πλουτισμός (Α.Π.160/1975).
Εξάλλου από τη ρητή διατύπωση της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 909 Α.Κ. προκύπτει ότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη και το ύψος του αποδοτέου πλουτισμού είναι εκείνος της επιδόσεως της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16-1-1998 έφεσή του κατά της ερήμην του εκδοθείσης 155/1997 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων προέβαλε κατά της αγωγής του αναιρεσιβλήτου την ένσταση ότι ο πλουτισμός του δεν σώζεται διότι σε εκτέλεση της ένδικης συμφωνίας του με αυτόν δαπάνησε, για την κτηματολογική τακτοποίηση των ακινήτων που θα του μεταβίβαζε, τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτήν και συνολικά το ποσό των 3.244.000 δραχμών.
Η ένσταση αυτή ήταν απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη διότι σ' αυτήν δεν περιλαμβανόταν και ισχυρισμός ότι στις σχετικές δαπάνες δεν θα προέβαινε ο ενιστάμενος αν δεν είχε επέλθει ο πλουτισμός ούτε αναφερόταν ο χρόνος διενεργείας των τεσσάρων πρώτων από τις επί μέρους δαπάνες που είναι κρίσιμος κατά τ' ανωτέρω.
Εξάλλου όσον αφορά τις δύο τελευταίες επί μέρους δαπάνες, οι οποίες φέρονται ότι έλαβαν χώρα στις αρχές Ιουνίου 1996 και στις αρχές Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, η ένσταση είναι μη νόμιμη, διότι οι δαπάνες αυτές φέρονται ότι έγιναν μετά τον κατά τ' ανωτέρω κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της αγωγής (30-12-1995 σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης).
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο, με την συμπροσβαλλόμενη 39/2001 μη οριστική απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή προεχόντως ως αόριστη και επικουρικώς ως μη νόμιμη, με διαφορετική όμως αιτιολογία, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της τελευταίας αυτής αποφάσεως στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί ο πρώτος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στη συμπροσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας την πιο πάνω ένστασή του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2011 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της 196/2011 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και των 39/2001 και 86/2010 μη οριστικών αποφάσεων του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ