1877/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1877/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 περ. δ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) ο αρχικώς ενάγων, στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσείων μετά το θάνατό του, με την από 1-7-1971 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί ο αρχικώς εναγόμενος Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1877 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1877/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου: Σ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Παπαπετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας: Α. ή Λ. θυγ. Δ. Π., συζ. Θ. Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κριθαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1970 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Ευαγγέλου Σ. Λ. και με την από 8-8-1974 προσεπίκληση του Δημοσθένη Πίππα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15521/1974 μη οριστική, 9333/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4095/2001 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1518/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1027/2004, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η Α. ή Λ. συζ. Θ. Ι. με την από 21-6-2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 877/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια ο Σ. Λ. επαναφέρει για συζήτηση της ως άνω αγωγή και προσεπίκληση που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3659/2008 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου και η 1973/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι διάδικοι με τις από 29-3-2010 και 3-11-2009 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε τις από 20-10-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, α) η από 29-3-2010 αίτηση του Σ. Λ. και β) η από 3-11-2009 αίτηση της Α. ή Λ. Ι. για αναίρεση της 1973/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αφού οι αιτήσεις αυτές στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και συγκεκριμένα κατά της1973/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α.- Όσον αφορά την από 29-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Λ..
Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, που αποβλέπουν στην πλήρη αποζημίωση του παθόντος, προκύπτει ότι η οφειλόμενη αποζημίωση ένεκα αδικοπραξίας καταβάλλεται σε χρήμα (άρθρ. 297 εδ. 2 ΑΚ) και υπό προϋποθέσεις σε είδος, ως χρόνος δε προσδιορισμού της αποζημιώσεως, όταν εισάγεται η υπόθεση σε δίκη, λαμβάνεται ο χρόνος της εκδόσεως της αποφάσεως και ως τέτοιος νοείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως.
Εάν μεταγενεστέρως και μέχρι του χρόνου της οριστικής αποφάσεως επέλθει ουσιώδης υποτίμηση του νομίσματος και αυξηθεί σημαντικά ο τιμάριθμος, μπορεί ο ενάγων, με παρεμπίπτουσα αγωγή, να ζητήσει τη χρηματική αναπροσαρμογή του αιτήματος της κυρίας αγωγής. Εξάλλου, από το άρθρο 283 παρ. 2 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔ, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, και τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.1 και 2 και 215 του ιδίου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης και κατ' έφεση, εκτός αν περιέχει αυτοτελή αίτηση, και ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, αφού τηρηθούν οι διατάξεις του άρθρου 215 και ότι αν ασκηθεί με τις προτάσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως για έλλειψη προδικασίας.
Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κυρίας αιτήσεως, προστιθεμένη σ' αυτήν, όπως και η αγωγή που ζητεί τη "χρηματική αναπροσαρμογή του αιτήματος της κυρίας αγωγής, λόγω μεταγενεστέρων εξελίξεων και συγκεκριμένα λόγω ουσιώδους υποτιμήσεως του νομίσματος και σημαντικής αυξήσεως του τιμαρίθμου (Ολ.ΑΠ 40/1996).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 περ. δ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) ο αρχικώς ενάγων, στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο αναιρεσείων μετά το θάνατό του, με την από 1-7-1971 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί ο αρχικώς εναγόμενος Δ.
Π., στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε μετά το θάνατό του η αναιρεσίβλητη, να του καταβάλει το ποσό των 650.920 δραχμών στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι τόκοι υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση συνεπεία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, ευρισκομένου στο Δήμο Μοσχάτου Αττικής, την οποία ο εναγόμενος εισέπραξε από το Τ.Π.Δ.
αντί του ενάγοντος, παρότι ο τελευταίος ήταν συγκύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά ποσοστό 28/84 και συνεπώς δικαιούχος της αποζημιώσεως κατά το ποσοστό αυτό, γεγονός που ο εναγόμενος γνώριζε. Ο ενάγων, με τις από 19-4-2007 προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενος ουσιώδη υποτίμηση του νομίσματος και σημαντική αύξηση του τιμαρίθμου μετά την άσκηση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η, έχουσα υπεισέλθει στην θέση του αρχικώς εναγομένου αναιρεσίβλητη, να του καταβάλει το ποσό των 118.532,53 ευρώ ως το νομισματικό ισοδύναμο του αρχικώς αιτηθέντος ποσού των 650.920 δραχμών ή 1.910 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι δεν υποβλήθηκε με παρεμπίπτουσα αγωγή, ήτοι με ιδιαίτερο δικόγραφο του ενάγοντα τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 215 ΚΠολΔ, αλλά με τις αμέσως πιο πάνω πρωτόδικες προτάσεις του. Επομένως, το Εφετείο, με το να απορρίψει το ανωτέρω αίτημα του αρχικώς ενάγοντος, που υποβλήθηκε όπως ήδη εκτέθηκε ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
II.- Επειδή η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη της νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, αναφορικά με την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος του περί αναπροσαρμογής, είναι απαράδεκτος.
Β.- Όσον αφορά την από 3-11-2009 αίτηση αναιρέσεως της Α. ή Λ. Ι..
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συμφωνά με το νομό, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Ο αρχικώς ενάγων Ε. Λ., στη δικονομική θέση του οποίου έχει υπεισέλθει μετά το θάνατο του ο αναιρεσίβλητος, ήταν συγκύριος, καθώς, άλλωστε, δεν αμφισβητείται, του επίδικου οικοπέδου, που ειδικότερα περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα 28/84 εξ αδιαιρέτου.
Τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 592,5 τμ είχε απαλλοτριωθεί λόγω ρυμοτομίας με την 37/1964 πράξη αναλογισμού του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών και με την 926/1967 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών ορίστηκε η τιμή μονάδος της αποζημιώσεως σε 3.200 δραχμές ανά τμ. Η αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα των 592,5 τμ, συνολικού ποσού 1.896.000 δραχμών, κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το 147630/8.2.1967 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης.
Κατόπιν της από 1.11.1967 αιτήσεως του αρχικώς εναγομένου Δημοσθένους Πίππα, στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε, μετά το θάνατο του, η αναιρεσείουσα, και του Σ. Γ. εκδόθηκε η 1888/1967 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως για τη ρυμοτόμηση του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 72/84 και ο Σ.
Γ., κατά ποσοστό 4/84. Μετά ταύτα ο εν λόγω Δ. Π. κατά τον Ιανουάριο του έτους 1968 εισέπραξε από το Τ.Π.Δ. το ποσό των 1.625.143 δραχμών (1.896.000 Χ 72/84), οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 22.1.1967 Σ. Γ., εισέπραξαν τον Φεβρουάριο του 1968 το ποσό των 90.285 δραχμών (1.896.000 Χ 4/84), ενώ για τον αρχικώς ενάγοντα απέμεινε προς είσπραξη το ποσό των 180.571 δραχμών (1.896.000 Χ 8/84), αντί του ποσού των 632.000 δραχμών (1.896.000 Χ 28/84), το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσοστό της συγκυριότητας αυτού επί του απαλλοτριωθέντος εδαφικού τμήματος και το οποίο εδικαιούτο.
Επομένως, ο αρχικώς εναγόμενος (Δ. Π.) εισέπραξε από το Τ.Π.Δ. αντί του αρχικώς ενάγοντος το ποσό των 451.428 δραχμών παράνομα, αφού δεν ήταν κύριος του απαλλοτριωθέντος εδαφικού τμήματος κατά τα ανωτέρω ποσοστά και συνακόλουθα δικαιούχος της αντίστοιχης αποζημιώσεως και υπαίτια, αφού γνώριζε ότι δεν δικαιούται να προβεί στην είσπραξη του ανωτέρω ποσού, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος.
Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του αρχικά εναγομένου προκλήθηκε στον αρχικώς ενάγοντα ζημία αντίστοιχη προς το ποσό αυτό, ο οποίος δικαιούται να λάβει τούτο, όπως και το ποσό των 199.500 δραχμών, που αντιστοιχεί στους νόμιμους τόκους από 1.1.1968, τον χρόνο δηλαδή αναλήψεως του ως άνω ποσού και μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής και συνολικά το ποσό των 650.920 δραχμών, που αντιστοιχεί στο ποσό των 1.910,26 ευρώ, ποσό για το οποίο υπάρχει σχετικό αίτημα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας για το ανωτέρω ποσό. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και ειδικότερα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αρχικώς εναγομένου, ο οποίος, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γνώριζε (κατά το χρόνο της είσπραξης της καθορισθείσας αποζημιώσεως), ότι δεν δικαιούται να προβεί στην είσπραξη του ανωτέρω ποσού, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος (20/84 εξ αδιαιρέτου).
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της υπαιτιότητας του αρχικώς εναγομένου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ.
Αντίφαση δε δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ο αρχικώς εναγόμενος γνώριζε ότι ο αρχικώς ενάγων ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου κατά τα 28/84 εξ αδιαιρέτου και εκείνης ότι ο τελευταίος με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως κατά το ποσοστό 72/84 εξ αδιαιρέτου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως.
2.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, από 29.3.2010 του Σ. Λ. και από 3.11.2009 της Α. ή Λ. Ι. για αναίρεση της 1973/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ