Legislator Case Law & Legislation
1877/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance fraud conviction and civil damages award for forgery. The court rejects claims of harsher treatment and procedural violations. The appeal is dismissed in its entirety.

Case Number 1877/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a forgery conviction and civil damages. The appellant argued that the second-instance court imposed harsher penalties and violated procedural rules by awarding damages for continuous use of forged documents. The court ruled that the lower court did not worsen the appellant's position and correctly applied the law regarding the definition of forgery and the calculation of non-pecuniary damages.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216 para. 1 Penal Code; Art. 510 para. 1 lit. d' Criminal Procedure Code; Art. 510 para. 2 Criminal Procedure Code; Art. 559 no. 9 Civil Procedure Code: The Supreme Court rejects an appeal when the second-instance court does not aggravate the penalty and correctly applies legal standards for defining the crime and assessing damages, finding no excess of power or procedural violation.

Keywords

AI generated
forgery crime definition continuous use of documents non-pecuniary damages excess of power appeal harsher treatment claim criminal procedure appeal civil compensation fraud

Cited Legislation

AI generated
Art. 216 para. 1 Penal Code
Art. 510 para. 1 lit. d' Criminal Procedure Code
Art. 510 para. 2 Criminal Procedure Code
Art. 559 no. 9 Civil Procedure Code
Art. 583 para. 1 Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1877 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1877/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση

της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γκούσκο, για αναίρεση της με αριθμό 3621/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Τ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 967/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε η προκείμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή εν μέρει.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου δηλαδή η αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλή δόλο) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως και οι οποίες συνέπειες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, αδιάφορα από το εάν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε.

Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχεί της αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας αλλά επιβαρυντική περίπτωση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία με χρήση αποφάσεως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ'αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, χωρίς να είναι ανάγκη να παρατίθεται αναλυτικώς τί προκύπτει από καθένα από αυτά, πότε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκρισή των ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, αλλά αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος αυτά και να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών - πολιτικώς ενάγων είναι πολιτικός μηχανικός με σημαντική επαγγελματική δραστηριότητα, μετά δε το σεισμό του έτους 1999, είχε αναλάβει ικανό αριθμό υποθέσεων.

Έτσι για την αντιμετώπιση του φόρτου εργασιών αναζήτησε βοηθούς για την αντιμετώπιση των εξωτερικών εργασιών, μεταξύ δε αυτών ήταν και η κατηγορουμένη, την οποία του συνέστησε υπάλληλος της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Η τελευταία είναι τεχνολόγος τοπογράφος μηχανικός και παράλληλα ήταν εν ενεργεία μόνιμη υπάλληλος του Υπουργείου Απασχολήσεως (Εργασίας).

Μετά ταύτα την 20.10.2003 ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Βασιλική Πούλια ότι η κατηγορουμένη της είχε παραδώσει σχέδια τοπογραφικά και άλλα έγγραφα χρησιμοποιώντας παράνομα και αυθαίρετα το όνομα και την υπογραφή του πρώτου (εγκαλούντος), ο οποίος και υπέβαλε κατ' αυτής την από 4.3.2004 και με αριθμό καταθέσεως ...

μήνυσή του. Ακολούθως, την 25.10.2004 ο εγκαλών ειδοποιήθηκε από τον άγνωστό του μέχρι τότε Σ, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι κάποια γείτονάς του Ρ χρησιμοποιώντας τοπογραφικά διαγράμματα που έφεραν την υπογραφή του (εγκαλούντος μηχανικού) προέβη σε παράνομη μεταβίβαση μέρους της ιδιοκτησίας του σε τρίτους και μάλιστα τα σχετικά υπ' αριθμ. ...

και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαιο είχε συντάξει η συμβολαιογράφος Ελένη Μουχλιανίτη. Ο εγκαλών ερεύνησε το θέμα και διαπίστωσε ότι τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα με την υπογραφή του είχε παραδώσει στην ως άνω συμβολαιογράφο η κατηγορουμένη, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει απολύτως τίποτε και χωρίς βεβαίως να της έχει δώσει οποιαδήποτε σχετική εντολή ή εξουσιοδότηση.

Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η κατηγορούμενη στην Αθήνα στις 20.2.2003 και στις 27.3.2003 κατάρτισε πλαστά εξ ολοκλήρου τοπογραφικά σχεδιαγράμματα του κτήματος της Ρ στη θέση ... του Νομού ..., στα οποία έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του εγκαλούντος Τ, πολιτικού μηχανικού, από τον οποίο απασχολείτο ως εξωτερική συνεργάτης, στη συνέχεια δε προσκόμισε αυτά (τοπογραφικά) στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Μουχλιανίτη και επισυνάφθηκαν στα συνταχθέντα απ' αυτήν υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητήρια συμβόλαια. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη για την αποδιδόμενη σ'αυτήν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, όπως αυτή ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο την ήδη αναιρεσείουσα πλαστογραφίας μετά χρήσεως τελεσθείσης στην ...

στις 20.2.2003 και 27.3.2003 με κατάρτιση πλαστών εξ ολοκλήρου τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων του κτήματος της Ρ στη θέση ... του Νομού ..., στα οποία έθεσε τη σφραγίδα και την υπογραφή του μηνυτή Τ, πολιτικού μηχανικού, από τον οποίο απασχολείτο ως εξωτερική συνεργάτης, στη συνέχεια δε προσκόμισε αυτά (τοπογραφικά) στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Μουχλιανίτη και επισυνάφθηκαν στα συνταχθέντα απ' αυτή υπ' αριθ. ...

αγοραπωλητήρια συμβόλαιο και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τρία έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την κρίση του ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ως άνω άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ.

που εφάρμοσε, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα και σε σχέση με τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας υπάρχει ειδική αιτιολογία τόσο ως προς τον τρόπο τελέσεως του εγκλήματος, με την εκ μέρους της κατάρτιση των πλαστών τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων ακινήτου στην περιοχή ..., στα οποία χωρίς εντολή ή συγκατάθεση του εγκαλούντος έθεσε την σφραγίδα και την υπογραφή του, ώστε να φαίνονται ότι είχαν συνταχθεί από πολιτικό μηχανικό, όσον και ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, με την παράδοση των πλαστών σχεδιαγραμμάτων, που κατήρτισε αυτή, στην συμβολαιογράφο, ενώπιον της οποίας συντάχθηκαν τα αγοραπωλητήρια συμβόλαιο για τμήματα οικοπέδων που απεικονίζονταν στα άνω πλαστά σχεδιαγράμματα, προς επισύναψη των στα πωλητήρια συμβόλαια.

Από τις περιεχόμενες περί των ανωτέρω, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παραδοχές για αυτές τις ενέργειές της αιτιολογείται επαρκώς ο σκοπός της αναιρεσείουσας να παραπλανηθούν τρίτοι συμμετέχοντες στην κατάρτιση των συμβάσεων μεταβιβάσεώς των ότι είχαν τηρηθεί οι διατυπώσεις που επιβάλλονται από το άρθρο 5 παρ. 1 ν.651/1977 προκειμένου να είναι δυνατή η κατάρτιση των πωλητηρίων συμβολαίων για τα τμήματα ακινήτου στη ...

που εμφαίνονταν στα πλαστά σχεδιαγράμματα ως ιδιοκτησία της Ρ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 Κ.Ποιν.Δ., η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται, εκτός των άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως πρέπειι να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δηλώσεως όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν έννομο συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικώς.

Στη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1, 2, 3 ορίζεται ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί και, ακόμη, ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να διακόπτεται ούτε να παρεμποδίζεται στην αφήγηση των περιστατικών καθώς και ότι ο κατηγορούμενος μπορεί κατά τη διάρκεια της απολογίας του να συνεννοείται με τον συνήγορό του, όχι όμως προκειμένου να δώσει απάντηση σε ερώτηση, ενώ αν αρνηθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί ή να απαντήσει σε ερώτηση, τούτο αναγράφεται στα πρακτικά.

Επι πλέον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή των με το άρθρο 48 παρ. 1 εδ. α' ν.3160/2003 η πρώτη και το άρθρο 13 ν.3346/2005 η δεύτερη, επιτρέπεται στον κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως να εκπροσωπείται από συνήγορο, τον οποίον διορίζει με έγγραφη δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως, αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατ' άρθρο 366 Κ.Ποιν.Δ. απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο προφορικώς και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητα του συνηγόρου που τον εκπροσωπεί την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί για τον τελευταίο και να απαντά σε ερωτήσεις αντί γι'αυτόν.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε και στη ως άνω δίκη στο Εφετείο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον εμφανισθέντα δικηγόρο Αθηνών Ζάγκα Ευστάθιο, που δήλωσε ότι την εκπροσωπεί δυνάμει της αναγνωσθείσης από 15.4.2010 δηλώσεως-εξουσιοδοτήσεώς της.

Από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο ως άνω εκπροσωπήσας την ήδη αναιρεσείουσα στην δίκη εκείνη πληρεξούσιος δικηγόρος υπέβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία στον διευθύνοντα τη συζήτηση έγγραφη δήλωση που να περιέχει τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και τους οποίους να ανέπτυξε και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, αλλά ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού προηγουμένως ο διευθύνων τη συζήτηση ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά, δόθηκε ο λόγος αρχικά στον Εισαγγελέα που ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε την ενοχή της κατηγορουμένης, στη συνέχεια στον πληρεξούσιο του πολιτικώς ενάγοντος που ζήτησε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη και τέλος στον συνήγορο της κατηγορουμένης που ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή αυτής, μετά ακολούθησε η διάσκεψη του δικαστηρίου και η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα για την πράξη που της αποδίδεται, στην οποία (απόφαση) αναφέρεται, στο προοίμιο του αιτιολογικού της, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και που αναφέρονται στα πρακτικά.

Δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα που έπρεπε να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει το δικαστήριο ισχυρισμοί που υποβλήθηκαν από τον εκπροσωπούντα την ήδη αναιρεσείουσα συνήγορό της και με προφορική ανάπτυξη κατά τα ουσιώδη μέρη των προφορικά κατά την ακροαματική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη. Κατ' ακολουθίαν δεν έχει ελλείψεις η προσβαλλόμενη απόφαση στην αιτιολογία της ούτε ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έπρεπε να αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της αφού δεν εξομοιούνταν με απολογία της κατηγορουμένης οι δηλώσεις στις οποίες ισχυρίζεται αυτή ότι προέβη ο συνήγορος που την εκπροσωπούσε στη δίκη στο Εφετείο ανεξάρτητα από το ότι εν προσδιορίζει ποιό ήταν το περιεχόμενο των ισχυρισμών που διατείνεται ότι προβλήθηκαν και αν αφορούσαν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς κατατείνοντες στην άρση του άδικου της πράξεως ή στην άρση ή μείωση του καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής οπότε θα απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολόγηση της απόρριψής των κατά τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμος τόσον ως προς το σκέλος μη ειδικής αιτιολόγησης του επιδιωκόμενου σκοπού της ήδη αναιρεσείουσας κατά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάστηκε όσον και ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο.

Από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της (αρνητική υπέρβαση).

Οι περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας ορίζονται ενδεικτικώς στην προδιαληφθείσα διάταξη. Στην περίπτωση καταδίκης για περισσότερα από ένα αδικήματα, ήτοι για συρροή εγκλημάτων η απαγόρευση χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου ενεργοποιείται: α) όταν επιβάλλεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνολική ποινή μεγαλύτερη σε σχέση με την πρωτοδίκως επιβληθείσα, β) όταν επαυξάνεται η ποινή βάσεως, έστω κ' αν επιβάλλεται η ίδια ή μικρότερη συνολική ποινή, γ) όταν διατηρείται η ίδια ποινή ενώ έχει προηγηθεί αθώωση του κατηγορουμένου για κάποιο από τα επί μέρους εγκλήματα, δ) όταν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου κρίνει ότι αντιστοιχεί μικρότερη ποινή σε σχέση με την πρωτοδίκως επιμετρηθείσα για κάποιο από τα επί μέρους εγκλήματα, ε) όταν διατηρείται η ίδια συνολική ποινή παρόλο που παύεται οριστικά η ποινική δίωξη για μία επιμέρους πράξη λόγω παραγραφής.

Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το κατ' έφεση δικάζον δικαστήριο επιφέρει χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου ως προς την αποδιδόμενη σε αυτούς αξιόποινη πράξη με την παραδοχή πραγματικών περιστατικών που δεν είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και που προσδίδουν στην πράξη μεγαλύτερη αντικειμενική απαξία, έστω και αν δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή βαρύτερη σε σχέση με την πρωτοδίκως επιβληθείσα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδαφ. α' Κ.Ποιν.Δ. η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο Ποινικό Δικαστήριο, έως ότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που περιλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία.

Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δε είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στην νομιμότητα της παραστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατεδικάσθη πρωτοδίκως με την 42927/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για δύο τελεσθείσες στην Αθήνα, τον ίδιο χρόνο με άλλες αναφερόμενες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, επιμέρους πράξεις πλαστογραφίας, με την κατάρτιση πλαστών εξ ολοκλήρου τοπογραφικών διαγραμμάτων του κτήματος Ρ με σφραγίδα και υπογραφή δήθεν του μηνυτή, συνημμένα στα υπ' αριθμ....

συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μουχλιανίτη και της επιβλήθηκε μία ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, υποχρεώθηκε δε να καταβάλει αυτή τριάντα (30) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το αδίκημα στον πολιτικώς ενάγοντα Τ, ο οποίος είχε εμφανισθεί στην αρχή της διαδικασίας, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής κατά της κατηγορουμένης και είχε ζητήσει να του καταβάλει 30 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος.

Ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση στη δίκη κατ' έφεση κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα για τις ίδιες ως άνω πράξεις πλαστογραφίας με χρήση που αφορούσαν την κατάρτιση των πλαστών τοπογραφικών διαγραμμάτων του κτήματος Ρ, που προσεκόμισε στη συνέχεια στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη Μουχλιανίτη και επισυνάφθηκαν στα συνταχθέντα από αυτήν ...

αγοραπωλητήρια συμβόλαιο και επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη επίσης μια ποινή για αυτές τις πράξεις, δηλαδή η προαναφερθείσα φυλακίσεως έξι (6) μηνών. Επι πλέον από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση προκύπτει ότι στον αδικηθέντα μηνυτή Τ, που εμφανίσθηκε και στην αρχή της κατ'έφεση δίκης και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά της κατηγορουμένης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει ποσό 30 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση για την αιτία αυτή.

Προκειμένου το Δικαστήριο να καθορίσει το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που είναι η μη περιουσιακή βλάβη, που υφίσταται ένα πρόσωπο στα έννομα αγαθά του, πρέπει να συνδυάσει κατά σχέση αναλογίας την ηθική βλάβη με το είδος της προσβολής, τη βαρύτητά της και την έκταση της βλάβης, τις ιδιαίτερες προσωπικές και οικονομικές συνθήκες ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, τις συνθήκες τελέσεως του αδικήματος, το βαθμό πταίσματος του υπευθύνου, τη συμπεριφορά του μετά την τέλεση της πράξεως και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που υπαγορεύουν την ύπαρξη αναλογίας μεταξύ των στοιχείων αυτών και του μεγέθους της χρηματικής ικανοποιήσεως.

Το δικάσαν Εφετείο με αυτά που δέχθηκε σχετικά με τη χρηματική ικανοποίηση που υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντας λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος του αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης πλαστογραφίας με χρήση, δεν χειροτέρευσε την θέση της αναιρεσείουσας καθόσον της επέβαλε μικρότερη ποινή και δεν την κήρυξε ένοχη ούτε για περισσότερες πράξεις από ότι πρωτοδίκως ούτε δέχθηκε κατ' έφεση ότι τέλεσε αυτή έγκλημα βαρύτερο από αυτό για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως.

Επομένως, ελλείψει δυσμενέστερης μεταχειρίσεως της ήδη αναιρεσείουσας από το δικάσαν Εφετείο δεν σχετίζεται με υπέρβαση της εξουσίας του ως προς την ποινική μεταχείριση της κατηγορουμένης αυτής η επιδίκαση από αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ίδιας χρηματικής ικανοποιήσεως υπερ του πολιτικώς ενάγοντος που είχε επιδικασθεί υπερ αυτού και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις ίδιες ακριβώς επιμέρους αξιόποινες πράξεις της κατηγορουμένης.

Είναι απορριπτέες επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την κατεδίκασε για δυσμενέστερη από άποψη βαρύτητας πράξη σε σχέση με εκείνη για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως και ότι κατά παράβαση κανόνων της

Πολιτικής Δικονομίας αποφάσισε το δικάσαν ... για το κεφάλαιο πολιτικών απαιτήσεων να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η πράξη πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και όχι για άλλη πλαστογραφία με χρήση. Έτσι είναι αβάσιμοι τόσον ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, όσον και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. ότι κατά το μέρος που αφορά στην επιδίκαση πολιτικών απαιτήσεων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά παράβαση των όσων ορίζονται από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δικ. Μετά τα ανωτέρω και ελλείψει άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.6.2010 δήλωση - αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 3621/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ