Legislator Case Law & Legislation
1876/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove evidence was ignored in labor dispute.

Case Number 1876/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment regarding unpaid wages. The appellant argued that twenty-four salary documents were not considered by the appellate court, but the court found the lower court's statement that all evidence was reviewed sufficient to reject this claim. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate that the evidence was actually ignored or that the lower court's evaluation was legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that evidence was not considered is inadmissible if the lower court's judgment explicitly states that all evidence was reviewed and evaluated, as the appellate court's assessment of evidence weight is not subject to review.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility evidence consideration appellate review code of civil procedure salary documents judicial evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11g of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 242/2023
Supreme Court Judgment 1269/2021
Supreme Court Judgment 1990/1982
Supreme Court Judgment 431/2024
Supreme Court Judgment 1355/2023
Supreme Court Judgment 839/2023
Supreme Court Judgment 737/2023

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1876 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1876/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕΚΩΝ ΑΕ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΛΛΟΥ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κωνσταντινίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Θ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Τζαμαλούκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. κατάθεσης 4443/28-12-2012 και 3907/30-12-2013 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 216/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 11-11-2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. 181/2024) κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας φέρεται προς συζήτηση η από 6-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 63/2021) αίτηση αναίρεσης μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 15-10-2024.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 20-4- 2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 184/2018) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 216/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 495, 552, 553 παρ. 1 β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών τις από: α) 23-12-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4443/2012) και β) 23.12.2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 3907/2013) αγωγές κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία την 31-10-2005, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί στην επιχείρηση αυτής ως οδηγός βαρέων οχημάτων, εργαζόμενος πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) επί οκτώ ώρες ημερησίως.

Ότι παρά τα ως άνω συμφωνηθέντα, η εναγομένη τον απασχολούσε πέραν του νομίμου ωραρίου του, καθώς και τα Σάββατα και τις Κυριακές που ειδικότερα αναφέρονται στις αγωγές, χωρίς να του καταβάλει τις οφειλόμενες για την αιτία αυτή αποδοχές, γεγονός για το οποίο είχε οχλήσει κατ' επανάληψη την εργοδότρια εταιρεία.

Ότι την 9η-7-2012 η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε συγχρόνως, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 7.327,76 ευρώ. Ότι κατά της εναγομένης έχει ασκήσει την από 25-9-2012 αγωγή με αίτημα της αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, η οποία έγινε για λόγους εκδίκησης, επειδή διαμαρτυρόταν προς την εργοδότρια, τόσο για τον τρόπο παροχής της εργασίας του ως οδηγού ενόψει της επικινδυνότητας των μεταφερόμενων φορτίων, όσο και για τις οφειλόμενες αποδοχές του.

Ζήτησε δε, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, επικουρικά δε, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τα έτη 2007 (με την πρώτη αγωγή) και 2008 (με τη δεύτερη αγωγή) τα ποσά των 24.019,04 ευρώ και 21.910,55 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση εκάστης αγωγής, για υπερεργασία, παράνομες υπερωρίες και εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 216/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, δέχθηκε αυτές και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα αιτηθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση εκάστης αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 20-4-2018 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 371/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 10.157,74 ευρώ (για την πρώτη αγωγή) και των 9.240,06 ευρώ (για τη δεύτερη αγωγή) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση εκάστης αγωγής.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν (ΟλΑΠ 8/2005, 50/2024, 13/2024, ΑΠ 909/2022, 816/2022).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024, 1300/2022, 142/2020, 109/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1551/2022, 625/2020, 78/2020, 19/2020, 169/2019, 1081/2018).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (ΟλΑΠ 2/2008, 8/2005, ΑΠ 909/2022, 45/2019).

Εξάλλου, στο αναιρετήριο πρέπει να εκτίθεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 74/2019, ΑΠ 20/2019, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τα διδάγματα κοινής πείρας, απορρίπτοντας ως αόριστο τον σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα διδάγματα της κοινής πείρας: α) Ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ήταν φερέγγυα και δεν είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς εργαζόμενους ή τρίτους, β) ότι δεν αντέχει στη λογική, η εναγομένη αφενός να καταβάλλει στον ενάγοντα αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, να του έχει χορηγήσει δύο φορές αύξηση μισθού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2007-2008), χωρίς να υπέχει εκ του νόμου σχετική υποχρέωση, καθώς και δάνειο το έτος 2010, όταν του παρουσιάστηκε οικονομική ανάγκη, το οποίο αυτός της απέδωσε το έτος 2012, και αφετέρου να του οφείλει τα αιτηθέντα με τις αγωγές του χρηματικά ποσά, γ) ότι αντίκειται στην κοινή λογική η φυσική δυνατότητα καθημερινής οδήγησης επί 13 ώρες ημερησίως και επί δύο συναπτά έτη, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπήρξε τέτοια επιχειρηματική ανάγκη, διότι η εναγομένη απασχολούσε επαρκές προσωπικό για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της, ούτε είναι λογικό ο ενάγων επί μακρόν να μην έχει διαμαρτυρηθεί, απευθυνόμενος στις αρμόδιες εποπτικές και δικαστικές αρχές για τη διεκδίκηση των οφειλομένων αποδοχών του ούτε η εναγόμενη να είναι συνεπής εργοδότρια κατά το προγενέστερο και επόμενο των ένδικων αγωγών χρονικό διάστημα, αλλά όχι κατά το επίδικο διάστημα, δ) ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, ήτοι η καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου απασχόληση του ενάγοντος, θα είχε εντοπιστεί από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, αλλά και η ίδια δεν θα διακινδύνευε την επιβολή εξοντωτικών προστίμων σε βάρος της ή την απώλεια άδειας λειτουργίας της.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι τα ως άνω υπό στοιχ. α' έως δ' περιστατικά και λογικά συμπεράσματα, χαρακτηριζόμενα από την αναιρεσείουσα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας με την έννοια που προαναφέρθηκε, τα οποία παρέλειψε το δικαστήριο της ουσίας να χρησιμοποιήσει κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή κατά την υπαγωγή στον κανόνα αυτό πραγματικών γεγονότων, αλλά αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία πλήττεται με τον ως άνω λόγο υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ενώ κατά τον αριθ. 11 β' του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους. Η δεύτερη περίπτωση συντρέχει και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν απαράδεκτα με την προσθήκη των προτάσεων (ΑΠ 298/2025, 1179/2007), εκτός αν προσκομίστηκαν σε αντίκρουση ισχυρισμού, που προτάθηκε το πρώτον με τις προτάσεις του αντιδίκου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. Ια' ΚΠολΔ, που κατά το άρθρο 591 εδ. α' του ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 621 και 622 αυτού, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη και έτσι ρυθμίζουν και την ενώπιον του Εφετείου απόδειξη και στη διαδικασία αυτή, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου (529 ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει, ως απαράδεκτα, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 298/2025, 1774/2024, 383/2023). Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της τελευταίας ως άνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα (ΑΠ 298/2025,10/2024), όπως λ.χ. αν υποβλήθηκαν εκπροθέσμως ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κλπ., είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο αυτά που επαφίενται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), όσο και εκείνα που μπορεί να διατάξει το δικαστήριο ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (όπως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη), και τα οποία μπορεί να παρέχουν είτε άμεση είτε έμμεση απόδειξη (ΑΠ 500/2024). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 298/2025, 746/2022). Η κρίση αυτή του Εφετείου περί παραδεκτής ή μη προσκομιδής ενώπιον αυτού νέων αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 298/2025, 1160/2023, ΑΠ 248/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11, άλλως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε μόνο από τον αριθμό 11 β' του ιδίου άρθρου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε απαραδέκτως ενώπιον του Εφετείου, καθόσον τούτο είχε προσκομιστεί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου προς απόδειξη της ιστορικής βάσης των αγωγών του και όχι προς αντίκρουση ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.

Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Κατά τη συζήτηση των (δύο) από 23.12.2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4443 και 3907/2013 αντίστοιχα) αγωγών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 1.2.2018, ο τελευταίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, με τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη της βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών του.

Επιπλέον, κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών, ο ενάγων, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι προτίθεται να εξετάσει μάρτυρα εντός της τριήμερης προθεσμίας του άρθρου 591 παρ. στ' ΚΠολΔ, συντάχθηκε δε προς τούτο η με αριθ. 173/6-2-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.

Κ., η οποία όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθ. 216/2018 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν λήφθηκε υπόψη, αφού δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτή. Με σχετικό λόγο έφεσης, η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση, που προσκομίστηκε από τον ενάγοντα μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και όχι για την αντίκρουση ισχυρισμών που προέβαλε αυτή ως εναγομένη, απαραδέκτως ελήφθη υπόψη από αυτό.

Η ως άνω ένορκη βεβαίωση προσκομίστηκε από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο, με νόμιμη επίκληση στις κατ' έφεση προτάσεις του, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης με την εξής αιτιολογία: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων [...], την υπ' αριθ. 173/2018 ένορκη βεβαίωση του Ι.

Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πατρών, η οποία λήφθηκε νομότυπα (βλ. την καταχωρισμένη σημείωση στα πρακτικά της εκκαλουμένης για τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου) και είναι παραδεκτή, απορριπτομένου τού σχετικού όγδοου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου [...]".? Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον έκρινε, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο παραδεκτά επικαλέστηκε και προσκόμισε ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος με τις κατ' έφεση προτάσεις του, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του σχετικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση αυτού του λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση και τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Δεν απαιτείται, εξάλλου, να παρατίθεται στην απόφαση ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίζεται η βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή η σχέση και επιρροή καθενός αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων από αυτά, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1269/2021). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα:

α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) ο νόμιμος τρόπος επίκλησης από τον αναιρεσείοντα και προσκόμισης, είτε από τον ίδιο είτε από οποιονδήποτε άλλο διάδικο, του κρίσιμου εγγράφου στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 431/2024, 1355/2023, 839/2023, 737/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις κατ' έφεση προτάσεις της, ειδικότερα δε, είκοσι τέσσερα (24) έγγραφα μηνιαίας μισθοδοσίας, στα οποία υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, ότι για το επίδικο διάστημα 2007-2008 ουδεμία απαίτηση έχει σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας και, ως εκ τούτου, αποδεικνύεται με αυτά ο λυσιτελής ισχυρισμός της τελευταίας περί εξόφλησης των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, αξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, και τα ως άνω έγγραφα, ενώ τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του ως προς τη βαρύτητα και την αξιοπιστία που προσέδωσε σε καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, ειδικά ως προς την αξιολόγηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των προσκομισθέντων από τον αναιρεσίβλητο εγγράφων (περίπου δέκα αντιγράφων ταχογράφου).

5. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα συμπεριληφθεί στο διατακτικό της παρούσας, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος παραστάθηκε, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 63/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 371/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ