Supreme Court annuls single-instance court ruling due to judge composition error violating procedural equality principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled a final judgment from the Athens Single Instance Court of Appeal because it was rendered by a different judge than the one who presided over the previous hearing. The appellant argued this violated Article 559 of the Code of Civil Procedure, which mandates that the same judge must handle the entire appeal process. The court accepted this procedural defect as a valid ground for annulment, ordering the case to be retried before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; A single-instance court ruling is void if the judge composition differs from the previous hearing, violating the principle of equality of arms and requiring retrial before a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1876 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1876/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Χ. και της Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ντούμα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ΓΑΚ 123067/ΑΚΔ 3888/19-9-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την με ΓΑΚ 144329/ΑΚΔ 4385/30-10-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2019/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1722/2017, 1959/2020 μη οριστικές, 3893/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με ΓΑΚ 3415/ΕΑΚ 358/28-4-2022 αίτηση για αναίρεση της 3893/15-9-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ) ερήμην του εφεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 §1β και 2, 558, 564 §3, 566 §1, 741 και 769 ΚΠολΔ) από τον ερημοδικασθέντα εφεσίβλητο, είναι δε παραδεκτή κατά το άρθρο 577 §1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα ...-2023 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Β., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς την υπογράφουσα την αναίρεση δικηγόρο (Μαρία Ντούμα ΑΜ ΔΣΑ 10018) να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνει και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου. Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 559 αριθμός 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας". Ο αναιρετικός αυτός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α` του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι "δεν επιτρέπεται να αφαιρεθεί από κανέναν χωρίς τη θέλησή του, ο δικαστής που ορίζει ο νόμος γι' αυτόν", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων, ή ειδικών νόμων, που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.
Περαιτέρω, με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 9 του ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α 109), τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 παρ.3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α 165) και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου από 1.1.2016 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση λόγω του χρόνου έκδοσης της προσβαλλομένης (σημειωτέον ότι με το άρθρο 15 του ν.4842/2021 τροποποιήθηκε εκ νέου- όχι όμως κατά την διάταξη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η δε ισχύς του τροποποιηθέντος άρχισε από 1-1-2022 καταλαμβάνοντας και τις εκκρεμείς υποθέσεις ), ορίζεται ότι "1.
Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση..... Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης.
Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης. 2. ...3. Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο...". Με την τελευταία αυτή διάταξη, και για τη διαφύλαξη της αμεσότητας της διαδικασίας, εισάγεται καταρχήν υποχρέωση εκδίκασης της υπόθεσης από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, δηλαδή εκείνου, που με την απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους.
Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, που να βεβαιώνονται στην απόφαση, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1882/2023, ΑΠ 1997/2022, ΑΠ 1404/2022, ΑΠ 689/2022, ΑΠ 1095/2020, 428/2020, AΠ 26/2019, AΠ 502/2017, ΑΠ 2006/2013, ΑΠ 871/2011).
Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 689/2022, ΑΠ 1095/2020, ΑΠ 428/2020, AΠ 26/2019), αν δε δεν καθαρογράφηκε η απόφαση, από οποιοδήποτε άλλο συναφές δημόσιο έγγραφο, όπως πχ.
υπηρεσιακή βεβαίωση, δικαστική απόφαση κλπ..
Στην προκείμενη περίπτωση, από την, παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων με την με ΓΑΚ 123067/ΑΚΔ 3888/19-9-2013 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, ζήτησε την διόρθωση των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών στο όνομά του επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... με την ένδειξη ως δικαιούχου κυριότητας "άγνωστος". Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την με ΓΑΚ 144329/ΑΚΔ4385/30-10-2013 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε αφενός την απόρριψη της αίτησης και αφετέρου την διόρθωση των αυτών κτηματολογικών εγγραφών στο όνομά του.
Εκδόθηκε η 2019/26-6-2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή δικάζοντος κατά την εκουσία δικαιοδοσία, που δέχθηκε την αίτηση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής απόφασης το αναιρεσίβλητο άσκησε την με αρ.
κατ. 5807/7-10-2015 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Το Δικαστήριο εκείνο συζήτησε την υπόθεση στις 11-10-2016 και εξέδωσε την 1722/10-4-2017 απόφασή του (και η οποία ουδέποτε μέχρι σήμερα καθαρογράφηκε, ούτε συντάχθηκαν επίσημα πρακτικά), με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και ακολούθως έκρινε ότι πρέπει να επαναληφθεί η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι έγινε νόμιμη παραίτηση από την έφεση που άσκησε ο νυν αναιρεσείων κατά της 2292/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αίτηση προγενέστερη και όμοια κατά περιεχόμενο με την ένδικη αίτηση διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών ως αόριστη.
Στη συνέχεια και κατόπιν της με ΓΑΚ 5360/ΕΑΚ4396/8-6-2018 κλήσης του αναιρεσείοντος, η ως άνω έφεση του αναιρεσιβλήτου συζητήθηκε εκ νέου, στο ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στις 3-3-2020, πλην όμως η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 1959/30-3-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω μη νόμιμης σύνθεσης και συγκεκριμένα επειδή δεν συγκροτήθηκε το δικαστήριο από τον δικαστή που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.
Στη συνέχεια και κατόπιν της με ΓΑΚ 8644/ΕΑΚ 6704/4-11-2020 κλήσης του αναιρεσείοντος, η ως άνω έφεση προσδιορίσθηκε να δικασθεί στις 23-2-2021, πλην όμως αποσύρθηκε στα πλαίσια των μέτρων αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω covid 19 και επαναφέρθηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο της 25-5-2021 με την 3781/2021 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών.
Στην ανωτέρω δικάσιμο συζητήθηκε, εκ νέου, στο ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη 3893/15-9-2021 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η ένδικη αίτηση μαζί και η κύρια παρέμβαση, οπότε η μεν αίτηση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η δε κύρια παρέμβαση έγινε δεκτή.
Κατά την ως άνω -της 25-5-2021- επαναληφθείσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, που είναι συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου της 3-3-2020 και αμφότερες μαζί θεωρούνται ως μία (ενιαία) συζήτηση (ΑΠ 1882/2023, ΑΠ 689/2022), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ έπρεπε να έχει την ίδια σύνθεση, κατά μεν τη συζήτηση της υπόθεσης στις 11-10-2016, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν αντίγραφο σχεδίου της 1722/10-4-2017 μη οριστικής απόφασης, καθώς και την προρρηθείσα 1959/30-3-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μελπομένη Χιώτου, Εφέτη, κατά δε τη συζήτηση αυτής στις 25-5-2021, όπως προκύπτει από την 3893/15-9-2021 τελεσίδικη απόφασή του και τα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, συγκροτήθηκε από το Δικαστή Σωτήριο Μπακαϊμη, Εφέτη, χωρίς να αναφέρεται στην τελευταία απόφαση ή στα ταυτάριθμα με αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο λόγος της μη συγκρότησής του με την ίδια σύνθεση και ειδικότερα της μη συγκρότησής του από τη Δικαστή Μελπομένη Χιώτη, Εφέτη, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9,10,11,14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου που έγινε δεκτός, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3893/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχτεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
προτελ.ΚΠολΔ). Επίσης , πρέπει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίοντος, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και επανέλαβε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3893/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ