Legislator Case Law & Legislation
1876/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on company dissolution, ruling apparent partner lacks right to offset against partners' capital contributions.

Case Number 1876/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Third Instance Court of Crete's decision to dissolve the entity. The appellant argued it could offset its capital contribution against the apparent partners' contributions, but the court held only actual partners possess this right. Consequently, the court rejected the appeal as the substantive ruling was correct despite the flawed reasoning regarding the offset claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 578, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal where the substantive ruling is correct but the reasoning is flawed, unless the appellant demonstrates a legal interest in avoiding res judicata.

Keywords

AI generated
company dissolution appeal procedure capital contribution right of offset res judicata apparent partner legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 30/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1876 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1876/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο Πέραμα Δήμου Μυλοποτάμου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από: α) τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-2-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο και β) την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Βουλουμπασάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Χ. Ο., το γένος Λ., κατοίκου Ρεθύμνου, και 8) Κ. Ο. του Χ., κατοίκου Ρεθύμνου. Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, 5η και 8ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, ενώ οι 6ος και 7ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-2-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ορφανού Χαριλάου του Εμμανουήλ και των ήδη 7ου και 8ου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-8-2020 αίτησή της και τους από 5-1-2022 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26.8.2020 αίτηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία ..., για αναίρεση της 21/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δέχτηκε κατ` ουσία την από 21.12.2012 έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την 64/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και δέχτηκε εν μέρει την από 28.12.2012 αγωγή τους, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η αναιρεσείουσα άσκησε τους από 5.1.2022 παραδεκτούς και εμπρόθεσμους πρόσθετους λόγους αναίρεσης (ΚΠολΔ 569), δεδομένου ότι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. την 11/20.1.2022 κατάθεση πρόσθετων λόγων της Γραμματείας του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκαν στους καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι πριν από την ίδια ανωτέρω προθεσμία (βλ. τις 10857, 10858, 10859, 10860, 10861, 10862, 10863/24.1.2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης Ε. Κ. και την 4415/24.1.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ε. Δ.). Πρέπει επομένως, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1234/2015).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47- 50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ.2 του ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένων κατ' άρθρο 294 παρ.1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ.

αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομά του να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 227/2012).

Κάθε συνεταίρος παραμένει κατ' αρχήν κύριος της εισφοράς του, εκτός αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα, όπως χρήματα, οπότε αποκτά την κυριότητά τους ο "διαχειριστής" της εταιρίας (εμφανής) εταίρος, δεν καθίσταται οφειλέτης όμως του εισενεγκόντος συνεταίρου εφόσον διαρκεί ο εταιρικός δεσμός, αλλά αφότου λυθεί η εταιρεία (άρθρο 780 του Α.Κ.), οπότε ο αφανής εταίρος έχει αξίωση από το τυχόν απομένον προϊόν της εκκαθάρισης των λογαριασμών κατά του εμφανή "διαχειριστή" εταίρου, δυνάμενος να εγείρει την αγωγή από την εντολή του άρθρου 719 του ΑΚ (ΑΠ 535/2011).

Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ, μεταξύ δε των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματα της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 766 εδάφιο πρώτο και 767 παράγραφος 2 ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί αφανούς εταιρείας, προκύπτει ότι αν ο εταίρος τέτοιας εταιρείας, που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο την καταγγείλει άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων (ΑΠ 681/2010, ΑΠ 536/2002, ΑΠ 109/1997, ΑΠ 1458/1995), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος.

Σπουδαίο λόγο, εξάλλου, συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, αναγόμενο ή όχι στο πρόσωπο του καταγγέλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή για τον καταγγέλοντα την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξεως της διάρκειάς της.

Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται αντικειμενικώς. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, που είναι αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 681/2010). Περαιτέρω, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς, που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11.4.2012, της ισχύος του Ν. 4072/2012, δεν απαιτείτο να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά.

Πράγματι, από το συνδυασμό των άρθρων 779 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που η εισφορά συνίσταται στη χρήση ορισμένων πραγμάτων, αυτά αποδίδονται αυτούσια, 780 ΑΚ, που ρυθμίζει τον τρόπο εκκαθάρισης της εταιρείας αν υπάρχουν κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους και μεταξύ τους και τα της επιστροφής των εισφορών, 781 ΑΚ, περί μετατροπής του ενεργητικού σε χρήμα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, 782 ΑΚ, περί διανομής του τελικά απομένοντος υπολοίπου μεταξύ των εταίρων και 719 ΑΚ, που ορίζει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή που απέκτησε από την εκτέλεσή της, προκύπτει, ότι ο αφανής, (εταίρος) δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά τη λύση της εταιρείας, αν αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της είτε γιατί δεν δαπανήθηκε, για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (ΑΠ 393/2006, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 1234/2015).

Ήδη, κατά το άρθρο 291 παρ.1 εδ. β`, του ανωτέρω (νεότερου) Ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται σε περίπτωση που η καταγγελία της αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ισχύος του (11.4.2012), τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία διενεργεί ο εμφανής εταίρος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με τις προϊσχύσασες, ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, εφόσον σ' αυτή προβλέπεται, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, που λαμβάνει χώρα μετά την ανωτέρω ημερομηνία έναρξης της ισχύος της, να ακολουθήσει, υποχρεωτικά, στάδιο εκκαθάρισης, η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 1355/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται κατά τον ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "Ο β' εναγόμενος, Ε. Π., κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της α' εναγόμενης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), είναι τοπογράφος- μηχανικός, εργολάβος δημοσίων έργων και διατηρούσε κατασκευαστική εταιρεία στο Ρέθυμνο.

Ο β' ενάγων, (ήδη έβδομος αναιρεσίβλητος) Ε. Ο., ως το έτος 2010, διατηρούσε ατομική επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας σκυροδέματος, στο Πέραμα Μυλοποτάμου. Λόγω αντιμετώπισης σοβαρών οικονομικών προβλημάτων στην επιχείρησή του, ο β' εναγόμενος προς υποβοήθησή του, λαμβανομένης υπόψιν και της συγγενικής σχέσης τους (β' εναγόμενος με την σύζυγο του β' ενάγοντα είναι πρώτα εξαδέλφια), κυρίως όμως, υπολογίζοντας στο γεγονός της έγκρισης δανείου προς την ατομική επιχείρηση του β' ενάγοντα ύψους 490.588 ευρώ, στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004, συμφώνησε με τους β' και γ' ενάγοντες (έβδομος και όγδοος αναιρεσίβλητοι), την σύσταση αφανούς μεταξύ τους εταιρείας, με εμφανή εταίρο την συσταθησόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με τους ειδικότερα κάτωθι συμφωνηθέντες όρους: 1) Αντικείμενο δραστηριότητας θα ήταν η παραγωγή και εμπορία ετοίμου σκυροδέματος, πάσης φύσεως τσιμεντοπροϊόντων και οικοδομικών υλικών, ήτοι το ίδιο με της ατομικής επιχείρησης του β' ενάγοντα, δραστηριότητα την οποία πολύ καλά γνώριζε λόγω της μακρόχρονης ενασχόλησης του μέχρι τότε με το συγκεκριμένο κλάδο, 2) Κέντρο της κοινής επαγγελματικής δραστηριότητας ορίσθηκε το Πέραμα Μυλοποτάμου και έδρα της αφανούς εταιρείας το Εργοτάξιο και οι κτιριακές εγκαταστάσεις που στεγάζετο μέχρι τότε η ομοειδής ατομική επιχείρηση του β' ενάγοντα στην θέση "Ποταμός ή Λουτρά" κτηματικής περιφέρειας Περάματος του πρώην δήμου Γεροποτάμου και σήμερα Μυλοποτάμου του Νομού Ρεθύμνης, 3) Εμφανής εταίρος που θα ασκούσε την ως άνω συμφωνηθείσα δραστηριότητα, ρητά συμφωνήθηκε να είναι οι 2°8 και 3η εναγόμενοι όχι ατομικά, ως φυσικά πρόσωπα, αλλά υπό μορφή εταιρείας, που θα συστήνανε άμεσα, στην οποία θα συμμετείχαν αποκλειστικά αυτοί. 4) Έδρα του εμφανούς εταίρου ορίσθηκε το Εργοτάξιο και οι κτιριακές εγκαταστάσεις, που στεγάζετο μέχρι τότε η ομοειδής ατομική επιχείρηση του β' ενάγοντα στη θέση "Ποταμός ή Λουτρά" κτηματικής περιφέρειας Περάματος του πρώην δήμου Γεροποτάμου και σήμερα Μυλοποτάμου του Νομού Ρεθύμνης. 5) Η συμμετοχή εκάστου των μερών σ' αυτήν (αφανή εταιρεία) συμφωνήθηκε να είναι πενήντα τοις εκατό και δη συμφωνήθηκε η συμμετοχή των αφανών εταίρων στα κέρδη και στις ζημίες να είναι 50% και η συμμετοχή του εμφανούς εταίρου, στην οποία θα συμμετείχαν αποκλειστικά οι 2ος και 3η εναγόμενοι, να είναι επίσης 50%. 6) Το ύψος της εισφοράς, καθενός των συμβαλλομένων μερών, για τη πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, ρητά συμφωνήθηκε και ορίσθηκε στο ποσό των 500.000 ευρώ.

Ειδικότερα για τη κάλυψη συνεισφοράς των β' και γ' εναγόντων- αφανών εταίρων, ρητά συμφωνήθηκε ότι κατά την σύσταση της εταιρείας (εμφανούς εταίρου) να εισφέρει σ' αυτήν (εμφανή εταίρο) για λογαριασμό τους, ο πατέρας τους Ο. Χ. (α' ενάγων) δωρεάν, τα ιδιοκτησίας του ακίνητα, τα οποία απέκτησε δυνάμει του υπ' αρ. 2114/2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αμαρίου Γ.

Ο., νομίμως μεταγραφέντος, για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Εξάλλου, για τη κάλυψη του ποσού των 500.000 ευρώ των β' και γ' εναγομένων συμφωνήθηκε Α) να εξαγοράσουν οι 2ος και 3η εναγόμενοι από τον Ι. Δ. 1) μία μπετονιέρα μεταφοράς μπετόν, μάρκας ΜΑΝ, 2) τρεις (3) μπετονιέρες ΜΕRCEDES, αξίας 40.000 ευρώ η καθεμία 3) μία πρέσα άντλησης και προώθησης μπετόν, 23 μέτρων, αξίας 45.000 ευρώ, και μία πρέσα μπετόν, 28 μέτρων, αξίας 50.000 ευρώ, αντί του συνολικού τιμήματος των 255.000 ευρώ και στη συνέχεια, τα μηχανήματα αυτά, να τα εισφέρουν και να τα παραχωρήσουν στη διάθεση της εμφανούς εταιρείας μετά την ίδρυση της.

Τα ανωτέρω μηχανήματα οι β' και γ' ενάγοντες είχαν μεταβιβάσει στον Ι. Δ. προς εξασφάλιση απαίτησής του εναντίον τους, ύψους 135.000 ευρώ και για το λόγο αυτό ρητά συμφωνήθηκε από το ανωτέρω συνολικό τίμημα αυτών των 255.000 ευρώ, να καταβάλλουν στον τελευταίο (Δ.) το ποσό των 135.000 ευρώ και το υπόλοιπο των 120.000 ευρώ να το καταβάλλουν στους άνω ενάγοντες.

Β) να εξαγοράσουν οι 2ος και 3η εναγόμενοι, από τους β' και γ' ενάγοντες 1) ένα φορτηγό ανατρεπόμενο μάρκας ΜΑΝ, το οποίο εκτιμήθηκε και συμφωνήθηκε στο ποσό των 30.000 ευρώ, 2) όλα τα εργαλεία του εργοταξίου των εναγόντων, που συμφωνήθηκαν στα 30.000 ευρώ, 3) ολόκληρο το σκελετό με τη σκεπή μεταλλικού κτιρίου εμβαδού 400 τ.μ., αντί τιμήματος 15.000 ευρώ και 4) να καταβάλλουν το υπόλοιπο των 10.000 ευρώ, για μία γεννήτρια 360 KWA αξίας 25.000 ευρώ και στη συνέχεια να εισφέρουν και να τα παραχωρήσουν στην διάθεση της εμφανούς εταιρείας, που θα συστήνανε κατά τα ανωτέρω, για κάλυψη της δικής της συνεισφοράς.

Γ) να αναλάβουν τα έξοδα σύστασης της υπό σύσταση εταιρείας που θα αποτελούσε και τον εμφανή εταίρο και Δ) ενώ το υπόλοιπο ποσό μέχρι καλύψεως της συνεισφοράς της εμφανούς εταίρου, υποσχέθηκαν οι εναγόμενοι να το τοποθετήσουν σταδιακά για λογαριασμό της, για την κάλυψη αναγκών, εκσυγχρονισμού και βελτίωση αυτής (εμφανούς εταίρου).

Επίσης συμφωνήθηκε να προσφέρουν όλοι καθημερινά την προσωπική τους εργασία και να αξιοποιήσουν, με όλες τις δυνάμεις τους και με το καλύτερο δυνατό τρόπο, τη γνώση και εμπειρία (ενάγοντες) που διέθεταν στην παραγωγή του έτοιμου σκυροδέματος, στη λειτουργία και συντήρηση όλων των σχετικών εγκαταστάσεων και μηχανημάτων και την γνώση και εμπειρία (2ος και 3η εναγόμενοι) που διέθεταν στα δημόσια έργα.

Για τη συνεισφορά αυτή, ρητά συμφωνήθηκε, να λαμβάνουν ανά μήνα οι ενάγοντες, κατόπιν κοινής συμφωνίας τους, ανάλογα με την προσφορά του καθενός και την κερδοφορία που παρουσίαζε η εμφανής εταίρος, χρηματικό ποσό, ως αμοιβή- εταιρική αποζημίωση, για τη κάλυψη προσωπικών και οικογενειακών εξόδων τους. Η διάρκεια της αφανούς εταιρείας ορίσθηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για μία διετία, η οποία θα άρχιζε από την ημεροχρονολογία σύστασης της εταιρείας- εμφανούς εταίρου, ενώ ρητά συμφωνήθηκε με τη συμπλήρωση του συμφωνημένου χρόνου της διετίας να μεταβιβασθεί αμέσως στους β' και γ' ενάγοντες ή σε οποιονδήποτε τρίτο, στενό συγγενικό τους πρόσωπο θα υποδείκνυαν το 50% της υπό οποιασδήποτε μορφής εταιρείας θα είχαν τελικώς συστήσει, η οποία θα αποτελούσε τον εμφανή εταίρο και το ήμισυ της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων θα προήρχετο, κατά τα ανωτέρω, από τη δική τους εισφορά.

Εν συνεχεία, σε εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων μεταξύ των άνω διαδίκων, με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρίου, Γ. Ο., συνεστήθη η εναγομένη ΕΠΕ, με την επωνυμία ... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, με κύριο σκοπό την παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως οικοδομικών υλικών (σκυρόδεμα, αφρομπετόν κλπ), 25ετούς διάρκειας, με έδρα της στο Νομό Ρεθύμνης- Δήμο Γεροποτάμου- θέση Ποταμός, με εταιρικό κεφάλαιο 99.000 ευρώ, το οποίο κατεβλήθη από τους εταίρους, ως εξής:

από τον β' εναγόμενο, σύνολο μεριδίων 87.120 ευρώ, (ποσοστό 88%), από τον β' ενάγοντα, σύνολο μεριδίων 1980 ευρώ (ποσοστό 2%) και από την γ' εναγόμενη, σύνολο μεριδίων 9.900 ευρώ (ποσοστό 10%), με τους ειδικότερα παραπάνω όρους και συμφωνίες όπως αναφέρονται στο άνω καταστατικό σύστασής της, η οποία και θα αποτελούσε τον εμφανή εταίρο της συσταθείσης αφανούς εταιρείας.

Κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των άνω διαδίκων, ο α' ενάγων Χ. Ο., πατέρας των β' και γ' εναγόντων, με το υπ' αρ. 3045/10-9-2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων, του συμβολαιογράφου Αμαρίου, Γ. Ο., μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη ΕΠΕ, τα αναφερόμενα στο άνω συμβόλαιο ακίνητα, και δη (όπως ακριβώς στο άνω συμβόλαιο περιγράφονται):

Α) Ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού διαμερίσματος Πέραμα του Δήμου Γεροποτάμου Ρεθύμνης, εκτός ορίων οικισμού και στη θέση "Λουτρά", έκτασης τρεις χιλιάδες είκοσι εννέα και 0,38 (3.029,38) τετραγωνικά μέτρα που περιέχει εξήντα (60) ελαιόδεντρα,... Και Β) Ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού διαμερίσματος Πέραμα του Δήμου Γεροποτάμου Ρεθύμνης, εκτός ορίων οικισμού και στην θέση "Ποταμός ή Λουτρά" έκτασης τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια ογδόντα τρία και 0.32 (4.483,32) τετραγωνικά μέτρα,...

Ο β' εναγόμενος, διαχειριστής της εναγομένης ΕΠΕ, κατέβαλλε σταδιακά στους β' και γ' ενάγοντες, το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο αποτελούσε το τίμημα εξαγοράς των μηχανημάτων, από τους β' και γ' ενάγοντες, προκειμένου να εισφερθούν στη ΕΠΕ ως συμφωνηθείσα εισφορά των β' και γ' εναγομένων, και όχι το τίμημα πώλησης των μεταβιβασθέντων, δια του επίδικου συμβολαίου ακινήτων, προς την εναγομένη ΕΠΕ....

Αποδείχθηκε επίσης, ότι οι β' και γ' ενάγοντες, δεν απασχολούνταν στην εναγομένη ΕΠΕ, ως απλοί εργαζόμενοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, αλλά, ως αφανείς εταίροι, έχοντας δικαίωμα συμμετοχής στις κερδοζημίες της εταιρείας, εμπλεκόταν στην διαχείριση αυτής (της ΕΠΕ)... Από όλα τα άνω προκύπτει ότι η δια του υπ' αρ. 3045/2010 συμβολαίου πώληση είναι εικονική, και συνεπώς άκυρη, διότι δεν υπήρχε αληθινή βούληση, ούτε του α' ενάγοντα να πωλήσει, ούτε και της α' εναγόμενης να αγοράσει τα ακίνητα, καθόσον η μεταβίβαση αυτή έγινε προς τον σκοπό κάλυψης της εισφοράς των β' και γ' εναγόντων στην εναγομένη, εμφανή εταίρο, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, της συσταθείσης αφανούς εταιρείας, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Σημειωτέον, ότι για την σύσταση της αφανούς εταιρείας δεν καταρτίσθηκε οποιοδήποτε έγγραφο, λόγω της μεταξύ των συμβληθέντων, συγγενικής σχέσης - ως άνω εξετέθη - υφισταμένης ηθικής αδυναμίας προς τούτο (άρθ. 394 παρ.1β ΚΠολΔ,...). Εξάλλου, ο β' εναγόμενος, ως διαχειριστής της εναγομένης ΕΠΕ, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, την από 21-2-2012 μήνυση του, εναντίον των β' και γ' εναγόντων, αιτούμενος την τιμωρία αυτών για το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος της ΕΠΕ, και της εξύβρισής του από τον γ' ενάγοντα- κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο έγγραφο της μηνυτήριας αναφοράς του- ζητώντας από τους εγκαλούμενους να απομακρυνθούν από την εταιρεία, δηλαδή ουσιαστικά κατήγγειλε την μεταξύ τους αφανή εταιρεία.

Κατόπιν δε της άνω καταγγελίας, επήλθε η λύση αυτής, συνεπώς, υφίσταται δικαίωμα των β' και γ' εναγόντων- αφανών εταίρων, να ζητήσουν την απόδοση της εισφοράς τους, δηλαδή των μεταβιβασθέντων δια του υπ' αρ. 3405/2010, κριθέντος ως εικονικού συμβολαίου πώλησης, ακινήτων. Η εναγόμενη με τις προτάσεις της προβάλλει την ένσταση του άρθρου 325 ΑΚ, και δη, ζητά σε περίπτωση που κριθεί ότι πρέπει να αποδοθεί στους ενάγοντες η εισφορά τους, να αποδοθεί αυτή με την προϋπόθεση καταβολής στην ίδια του ποσού της δικής της εισφοράς στην αφανή εταιρεία, ανερχόμενη στο ποσό του 1.500.000 ευρώ ή επικουρικά σε 301.317 ευρώ (καταβληθέντος για τον εκσυγχρονισμό της ΕΠΕ, νομιμοποίηση αυθαίρετων κτισμάτων κλπ.).

Η άνω ένσταση, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον δικαίωμα επίσχεσης δεν υπάρχει κατά αξιώσεων κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός (άρθ. 327, 440 ΑΚ) όπως εν προκειμένω, που η ανταπαίτηση της εναγομένης ΕΠΕ είναι χρηματική, έναντι της απαίτησης των β' και γ' εναγόντων για απόδοση αυτούσιας της εισφοράς τους, δηλαδή των μεταβιβασθέντων ακινήτων καθόσον δεν πρόκειται για ομοειδείς αξιώσεις...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσία την από 21.12.2017 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εκ των οποίων οι πρώτοι έξι εξ αυτών είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πρώτου ενάγοντος, Χ. Ο., που απεβίωσε μετά την άσκηση της έφεσης και δη στις 28.5.2018, (η πρώτη σύζυγος, ο δεύτερος και τρίτος τέκνα και οι υπόλοιποι τρεις εγγόνια του αποβιώσαντος, τα οποία (εγγόνια) υπεισήλθαν στην κληρονομιά, μετά τις 178/2018 και 181/2018 αποποιήσεις των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων- τέκνων του αποβιώσαντος και ήδη έβδομου και όγδοου των αναιρεσίβλητων), και αφού εξαφάνισε την 64/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, δέχτηκε εν μέρει την από 28.12.2012 αγωγή των αναιρεσίβλητων και α) αναγνώρισε ότι η δια του 3045/2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας, πώληση είναι άκυρη ως εικονική, β) αναγνώρισε ότι αιτία μεταβίβασης των ακινήτων ήταν η κάλυψη της εισφοράς των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων στην πρώτη εναγομένη εταιρεία στα πλαίσια της συσταθείσης αφανούς εταιρείας και γ) καταδίκασε την πρώτη εναγομένη εταιρεία σε δήλωση βούλησης που θα επιχειρήσει ενώπιον συμβ/φου Ρεθύμνης, με τη σύνταξη και υπογραφή σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης, με περιεχόμενο την αναμεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων που περιγράφονται στο 3045/2010 συμβόλαιο στους έξι πρώτους εκκαλούντες- αναιρεσίβλητους- κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντα, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο αφενός μεν ότι η καταρτισθείσα με το ως άνω αναφερόμενο υπ' αρ. 3045/2010 συμβόλαιο πώληση των επίμαχων ακινήτων είναι εικονική και συνεπώς άκυρη και ότι τα μέρη ήθελαν να ισχύσει η υποκρυπτόμενη στην ανωτέρω σύμβαση εισφορά των ακινήτων στην αφανή εταιρεία, αφετέρου δε ότι επήλθε λύση της αφανούς εταιρείας κατόπιν καταγγελίας από την εμφανή εταίρο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 766 ΑΚ, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά α) δεν υπήρχε αληθινή βούληση, ούτε του πρώτου ενάγοντα να πωλήσει, ούτε και της πρώτης εναγόμενης να αγοράσει τα ακίνητα, καθόσον η μεταβίβαση αυτή έγινε προς τον σκοπό κάλυψης της εισφοράς των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων στην εναγομένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εμφανή εταίρο της συσταθείσας αφανούς εταιρείας και β) ο δεύτερος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ανωτέρω εμφανούς εταίρου, κατήγγειλε την αφανή εταιρεία, με αποτέλεσμα τη λύση της αφανούς εταιρείας, και συνεπώς, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων δικαιούνται να ζητήσουν την απόδοση της εισφοράς τους.

Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ότι με την κατάθεση στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, της από 21.2.2012 μήνυσης του δεύτερου εναγομένου, ως διαχειριστή της αναιρεσείουσας εταιρείας, εναντίον του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, για υπεξαίρεση σε βάρος της αναιρεσείουσας και της εξύβρισής του από τον δεύτερο ενάγοντα, και με το αίτημά του να απομακρυνθούν αυτοί από την εταιρεία, ουσιαστικά έγινε καταγγελία από την εμφανή εταίρο της αφανούς εταιρείας, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 766 ΑΚ, αλλά ορθώς υπήγαγε σ' αυτή τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και δεν προέβη σε ψευδή ερμηνεία ή σε εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί η ανωτέρω διάταξη για τη θεμελίωση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος των εναγόντων, αφού με βάση τα περιστατικά αυτά συνάγεται σαφής απευθυντέα προς τους λοιπούς αφανείς εταίρους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, εκ μέρους της εταιρείας - εμφανούς εταίρου, βούληση για τη λύση της αφανούς εταιρείας, χωρίς να απαιτούνται πανηγυρικές εκφράσεις και η χρησιμοποίηση του όρου "καταγγελία".

Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου, κατά το οικείο μέρος, και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης, σχετικά με τη φύση των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα προς τους αναιρεσίβλητους, καθόσον το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι το τίμημα για την εξαγορά των μηχανημάτων από τον Ι.

Δ. ανήλθε στο ποσό των 255.000 ευρώ και το τίμημα για την εξαγορά των μηχανημάτων από τους αναιρεσίβλητους ανήλθε στο ποσό των 85.000 ευρώ και επίσης δέχτηκε ότι από το ποσό των 255.000 ευρώ στον Ι. Δ. καταβλήθηκε μόλις το ποσό των 135.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο δεν καταβλήθηκε στο ταμείο της εμφανούς εταίρου ως εκπλήρωση υποχρέωσης συνεισφοράς τους αλλά καταβλήθηκε προς τους ενάγοντες προς ικανοποίηση προσωπικών τους αναγκών και με δεδομένο ότι οι αναιρεσίβλητοι ομολογούν στην αγωγή τους ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ' αυτούς από την 30.5.2010 έως την 8.11.2011 το ποσό των 301.317 ευρώ, παρ' όλα αυτά δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε το ποσό των 200.000 ευρώ ως εκπλήρωση της υποχρέωσης συνεισφοράς της και όχι ως τίμημα για την πώληση των ακινήτων προς αυτήν, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αλλά και αντιφατικότητα ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα αν η καταβολή των ως άνω ποσών προέρχεται από τη σύμβαση πώλησης των επίδικων ακινήτων ή από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς προς την αφανή εταιρεία, ενώ περαιτέρω, δεν υπάρχει αιτιολογία για ποια αιτία καταβλήθηκε επιπλέον ποσό 100.000 ευρώ, την καταβολή του οποίου ομολογούν οι αναιρεσίβλητοι.

Ωστόσο, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 513 και 742 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση του, προσδιορίζοντας τη φύση των καταβληθέντων από την αναιρεσείουσα ποσών, και ειδικότερα, δεχόμενο αρχικώς ότι στη συμφωνία των διαδίκων για τη σύσταση της αφανούς εταιρείας ορίστηκε να γίνει η κάλυψη της εισφοράς της συσταθησόμενης ΕΠΕ (ήδη αναιρεσείουσας) προς την αφανή εταιρεία από το δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, αφενός με την εξαγορά των μηχανημάτων που είχαν μεταβιβαστεί από τους έβδομο και όγδοο των αναιρεσίβλητων στον Ι.

Δ. προς εξασφάλιση απαίτησής του, και την εισφορά και παραχώρηση αυτών στην εμφανή εταίρο αντί του τμήματος των 255.000 ευρώ, εκ των οποίων τα 135.000 ευρώ καταβλητέα στον Ι. Δ. προς εξόφλησης της απαίτησής του και τα υπόλοιπα 200.000 ευρώ στους έβδομο και όγδοο των αναιρεσίβλητων, και αφετέρου με την εξαγορά των λοιπών προσδιοριζόμενων μηχανημάτων, ιδιοκτησίας των έβδομου και όγδοου των αναιρεσίβλητων, αντί του συνολικού τιμήματος των 110.000 ευρώ, καταβλητέου στους ανωτέρω ιδιοκτήτες αυτών- έβδομο και όγδοο των αναιρεσίβλητων, και ακολούθως την σταδιακή καταβολή, σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου, ως νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, στους έβδομο και όγδοο των αναιρεσίβλητων του ποσού των 200.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε τίμημα για την εξαγορά των ανωτέρω μηχανημάτων, προκειμένου να εισφερθούν στην ΕΠΕ ως συμφωνηθείσα εισφορά των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και όχι ως τίμημα πώλησης των μεταβιβασθέντων δια του επίδικου συμβολαίου ακινήτων προς την ΕΠΕ.

Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρ. 336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθ. 559 αρ. 1 εδ.

β" ΚΠολΔ,). Κατά τη έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 10/2005, ΑΠ 1272/2017, ΑΠ 1308/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 138 και 513 ΑΚ και δη την απορρέουσα από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας γενική αρχή, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η σύναψη συμφωνίας και ειδικότερα εικονικής μεταβίβασης ακινήτου χωρίς κατάρτιση ιδιαίτερου εγγράφου που να αποδεικνύει ότι η μεταβίβαση είναι εικονική, όπως επίσης και η συμμετοχή του δεύτερου ενάγοντα στην εμφανή εταιρεία ΕΠΕ με ποσοστό 2%, ενώ έχει εισφέρει στην αφανή εταιρεία ποσοστό που ανέρχεται στο ποσό των 250.000 ευρώ, χωρίς έγγραφο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, πέραν του ότι δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι δεν είναι δυνατή η σύναψη εικονικής μεταβίβασης ακινήτου χωρίς κατάρτιση ιδιαίτερου εγγράφου που να αποδεικνύει την εικονικότητα, η αποδιδόμενη αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συμβληθέντα μέρη ήθελαν να ισχύσει η υποκρυπτόμενη, στην άκυρη λόγω εικονικότητας σύμβαση πώλησης, εισφορά των ακινήτων στην αφανή εταιρεία, η οποία ήταν έγκυρη, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται, όπως αναφέρθηκε, και η κατάρτιση ιδιαίτερου εγγράφου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 780 ΑΚ, καθόσον δεν υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και ειδικότερα τον όρο της συμφωνίας σύστασης της αφανούς εταιρείας, κατά τον οποίο με τη λύση της αφανούς εταιρείας θα μεταβιβαστεί το 50% της εμφανούς εταιρείας- αναιρεσείουσας στους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων ή σε τρίτο πρόσωπο που θα υποδείξουν οι τελευταίοι, αφού δια του όρου αυτού υφίσταται κατ' άρθρο 361 ΑΚ συμφωνία για τον τρόπο εκκαθάρισης της αφανούς εταιρείας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στον πρώτο βαθμό ούτε και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεν μπορούσε να τον εξετάσει αυτεπαγγέλτως, ενώ δεν πρόκειται είτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας είτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση είτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1779/2008).

Για τον ίδιο ανωτέρω λόγο είναι απαράδεκτος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ύπαρξης συμφωνίας για εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟΛΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.

ΑΠ 10/2012, Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 711/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι, τέλος ισχυρίζονται ότι προέβη στην αγορά των ακινήτων, βάσει του επίδικου συμβολαίου, από τους β' και γ' ενάγοντες, προς υποβοήθηση της επιχείρησης του β' ενάγοντα, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, καταβάλλοντας του το ποσό των 200.000 ευρώ, ως τίμημα της πώλησης.

Επιπλέον δε, απασχολούσε έναντι αμοιβής τον β' ενάγοντα, ο οποίος δεν είχε κανένα πόρο ζωής, παρόλα ταύτα, όμως, ο τελευταίος, εκμεταλλευθείς την εμπιστοσύνη που του επέδειξε (ο β' εναγόμενος), διαχειριστής της εναγομένης ΕΠΕ, προέβη σε υπεξαίρεση ποσών της εταιρείας, προς κάλυψη δε της πράξης του, επινόησε το "σενάριο" περί σύστασης αφανούς εταιρείας, επιδιώκοντας να σταματήσει την σε βάρος του ποινική διαδικασία, επιπλέον δε, την ακύρωση του επίδικου συμβολαίου μεταβίβασης των ακινήτων στην εναγομένη ΕΠΕ, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες της πράξης του, καθόσον η ΕΠΕ αφενός, κατέβαλε το ποσό των 200.000 ευρώ ως τίμημα πώλησης των ακινήτων, αφετέρου, επ' αυτών έχουν πραγματοποιηθεί επενδύσεις ύψους 1.000.000 ευρώ.

Ότι, συνεπώς, κατόπιν τούτων καταχρηστικά οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους, αιτούμενοι την ακύρωση του συμβολαίου πώλησης και την αναμεταβίβαση σ' αυτούς των πωληθέντων ακινήτων...... Η ως άνω ένσταση, νόμιμη σύμφωνα με τα ανωτέρω, κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, καθόσον σύμφωνα με τα αποδειχθέντα, δεν πρόκειται περί μεταβίβασης ακινήτων στην εναγομένη ΕΠΕ κατά τα ειδικότερα ως άνω ισχυριζόμενα από την εναγομένη, αλλά για σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των αναφερθέντων διαδίκων, συνέπεια της λύσης της οποίας, οι β' και γ' ενάγοντες άσκησαν νομίμως τα ως άνω δικαιώματά τους για αυτούσια απόδοση της εισφοράς τους, (άρθρ.779 ΑΚ) προς προάσπιση νομίμων συμφερόντων τους..".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ και αρνούμενο, ως εκ τούτου, την εφαρμογή της διάταξης αυτής, καθόσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, συστήθηκε πράγματι αφανής εταιρεία μεταξύ των διαδίκων και ήταν εικονική η μεταβίβαση των ακινήτων λόγω πώλησης αυτών στην αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, αφού τα αναφερόμενα ως άνω περιστατικά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, καθόσον η αξίωση των αναιρεσιβλήτων προς απόδοση της εισφοράς δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που τάσσει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που παραδεκτά προτάθηκε τόσο με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσο και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τον οποίο, στην περίπτωση που κριθεί ότι έχει πράγματι συσταθεί αφανής εταιρεία, τα ακίνητα, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εισφέρθηκαν κατά κυριότητα και όχι κατά χρήση, δεν δύναται κατά νόμο να αποδοθούν αυτούσια, όπως οι ενάγοντες αιτούνται με την αγωγή τους, αλλά είναι δυνατή μόνο η απόδοση της αξίας της συμμετοχής τους μετά το πέρας της εκκαθάρισης της εταιρείας και ανάλογα με τα αποτελέσματα της εκκαθάρισης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω επικαλούμενος ισχυρισμός δεν είναι "πράγμα", δηλαδή περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, αλλά πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό, που συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού αιτήματος για αυτούσια απόδοση των ακινήτων.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό του δικανικού συλλογισμού και της κρίσης του ότι μετά την καταγγελία επήλθε λύση της αφανούς εταιρείας και συνεπώς υφίσταται δικαίωμα των δεύτερου και τρίτου εναγόντων- αφανών εταίρων, να ζητήσουν την απόδοση της εισφοράς τους, δηλαδή των μεταβιβασθέντων δια του 3405/2010 κριθέντος εικονικού συμβολαίου πώλησης, ακινήτων, έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη εκ του νόμου δυνατότητας αυτούσιας απόδοσης των ακινήτων, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι νόμιμος, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, σε περίπτωση λύσης της αφανούς εταιρείας, δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθάρισης, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία και είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ' αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτή κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 322/2011).

Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα: α) το ... δωρητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αμαρίου Γ. Ο., με το οποίο ο έβδομος και όγδοος των αναιρεσίβλητων μεταβίβασαν λόγω δωρεάς τα επίδικα ακίνητα στον αποβιώσαντα πατέρα τους Χ.

Ο., β) την ... κατάσχεση που είχε επιβάλει σε οριζόντιες ιδιοκτησίες του όγδοου αναιρεσίβλητου η τράπεζα ... γ) την εγγραφή προσημείωσης που ενεγράφη στις 13.4.2009 υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, δ) την εγγραφή προσημείωσης που ενεγράφη στις 15.5.2009 υπέρ της ..., ε) την ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ποσού 98.079,31 ευρώ υπέρ της Τράπεζας ..., στ) την ...

διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ποσού 143.198,16 ευρώ υπέρ της Τράπεζας ..., ζ) την ... διαταγή πληρωμής ποσού 24.682,37 ευρώ υπέρ της Τράπεζας ... η) την ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ποσού 44.183,91 ευρώ υπέρ της ... θ) την ... Ε' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας Ρεθύμνου Ε.

Π. με την οποία επισπεύδονταν πλειστηριασμός σε βάρος του έβδομου αναιρεσίβλητου για ακίνητο ιδιοκτησίας του, ι) την ... επιστολή της Διεύθυνσης Βιομηχανικών Επενδύσεων του Υπουργείο Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και ια) την 73404/26756/Π10/6/00032/σ/ν.3908/2011/ 14.11.2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Κρήτης, με την οποία η αναιρεσείουσα υπήχθη σε δικό της επενδυτικό σχέδιο, από τα οποία (ανωτέρω έγγραφα) αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ο έβδομος αναιρεσίβλητος δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα από τα απαιτούμενα έγγραφα προς τη Διεύθυνση Βιομηχανικών Επενδύσεων, καθώς είχε προβεί σε διακοπή των εργασιών της επιχείρησής του ήδη από τον Ιανουάριο 2009 που είχε μεταβιβάσει καταδολιευτικά λόγω δωρεάς τα επίδικα ακίνητα στον αποβιώσαντα πατέρα του, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη και α) το από ...

ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ι. Δ., με το οποίο η αναιρεσείουσα αγόρασε με δικά της χρήματα μηχανολογικό εξοπλισμό αξίας 110.000 ευρώ, από το οποίο αποδεικνύεται ότι δεν συστάθηκε αφανή εταιρεία, αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε ο εξοπλισμός αυτός να αγοραστεί από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και μετά να εισφερθεί στην αναιρεσείουσα- εμφανή εταίρο και β) την από 25.2.2012 έκθεση ένορκης εξέτασης του έβδομου αναιρεσίβλητου προς το Αστυνομικό Τμήμα Περάματος Δήμου Μυλοποτάμου, ο οποίος με την κατάθεσή του υπέβαλε έγκληση κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για παράνομη αφαίρεση της πινακίδας φορτηγού αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του και τοποθέτησή της σε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, αναφέροντας ειδικά: "το ανωτέρω όχημα είναι σταθμευμένο σε περιφραγμένο εργοτάξιο που ανήκει στην εταιρεία με την επωνυμία ...

που βρίσκεται στο Δ.Δ Περάματος του Δ. Μυλοποτάμου, της οποίας είμαι συνιδιοκτήτης με ποσοστό 2% μαζί με τον Π. Ε. του Ν., που κατέχει το υπόλοιπο 98% μαζί με τη γυναίκα του" και από το οποίο συνάγεται εξώδικη ομολογία, αφού ο έβδομος αναιρεσίβλητος δεν υποστήριξε ότι είναι μέλος της αφανούς εταιρείας και μάλιστα με ποσοστό 50% αλλά αντίθετα αποδίδει με την κατάθεσή του την πραγματικότητα ότι δηλαδή είναι μέτοχος της αναιρεσείουσας με ποσοστό 2%, καθώς ακόμα δεν είχε εφευρεθεί το σενάριο περί δήθεν σύστασης αφανούς εταιρείας.

Τα έγγραφα δε αυτά η αναιρεσείουσα, νόμιμα, είχε προσκομίσει και επικαλεστεί, με τις έγγραφες προτάσεις του τόσο πρωτοδίκως όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή, διαβεβαίωση: "Από την εκτίμηση του μάρτυρα των εναγόντων και της ανωμοτί εξέτασης του β' εναγομένου στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του άνω δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....

μεταξύ των οποίων και οι υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις..... μη λαμβανομένων υπόψη των ... ένορκων βεβαιώσεων, ως υπεράριθμων, πλέον των ως άνω τριών αναφερθεισών, κατά την σειρά επίκλησης τους από τους ενάγοντες......", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλα τα προαναφερθέντα και δεν τα αγνόησε, το γεγονός δε ότι δεν συνήγαγε από την από 25.2.2012 έκθεση ένορκης εξέτασης εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων και πολύ περισσότερο δεν προσάρμοσε προς αυτή το αποδεικτικό πόρισμά του αποτελεί αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 767/2014).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008, 346/2016, ΑΠ 262/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το δεχτεί ότι η με το 3045/2010 συμβόλαιο του συμβ/φου Αμαρίου Γ. Ο., σύμβαση περί μεταβίβασης, λόγω πώλησης, των επίδικων ακινήτων είναι άκυρη, λόγω εικονικότητας και ότι υποκρυπτόμενη ήταν αυτή της εισφοράς των ακινήτων στην αφανή εταιρεία, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου, με το οποίο ρητά ορίζεται ότι το τίμημα της πώλησης ορίστηκε στο ποσό των 23.000 ευρώ και το οποίο, όπως βεβαιώνεται από το δημόσιο αυτό έγγραφο, η αναιρεσείουσα κατέβαλε σε μετρητά ενώπιον του ανωτέρω συμβ/φου.

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στο έγγραφο αυτό, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα και ειδικά ότι η δήλωση βούλησης των συμβαλλόμενων στο ανωτέρω συμβόλαιο μερών δεν ήταν πραγματική αλλά εικονική και ότι τα μέρη ήθελαν να ισχύσει η υποκρυπτόμενη σύμβαση περί εισφοράς των επίδικων ακινήτων στην αφανή εταιρεία.

Ο λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προβλέπει δεσμευτικά γι` αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).

Εξάλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα ως δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο διά της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του.

Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων ή τρίτων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν του για την οποία ο συμβολαιογράφος δεν έχει ιδίαν αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η εικονικότητα των δηλώσεων αυτών δεν εμποδίζεται ούτε στις περιπτώσεις που η δήλωση βουλήσεως γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου ή άλλης Αρχής που απλώς είναι εντεταλμένη να πιστοποιήσει τη δήλωση όπως αυτή εξωτερικεύεται και όχι να συμπράξει στην δικαιοπραξία.

Επομένως, τα δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενο τους, δηλαδή ως προς την περιεχόμενη σ' αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών.

Επομένως, η δήλωση βούλησης που έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, μπορεί να προσβληθεί ως εικονική, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη προσβολή του περιέχοντος αυτή - δήλωση βούλησης - πωλητήριου συμβολαίου ως πλαστού (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1380/2011, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 369/2012, ΑΠ 801/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης ήταν εικονική και υπ` αυτήν εκρύπτετο εισφορά των έβδομου και όγδοου των αναιρεσίβλητων στην αφανή εταιρεία, χωρίς να αξιολογήσει το δικαστήριο το σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο ως έγγραφο με αυξημένη αποδεικτική ισχύ και μάλιστα όσον αφορά την περιληφθείσα στο πωλητήριο συμβόλαιο αναφορά της καταβολής του τιμήματος των 23.000 ευρώ ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή είναι η εικονικότητα των δηλώσεων βουλήσεων των δικαιοπρακτούντων στο ανωτέρω συμβόλαιο, το αποδεικτέο δε αυτό γεγονός δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία το επικαλούμενο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438, 439 και 441 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, εύλογη αιτία που δύναται να δικαιολογήσει κατά τις περιστάσεις την καθυστέρηση εκπλήρωσης της οφειλής είναι και η έγκυρη και βάσιμη άσκηση εκ μέρους του οφειλέτη του από το άρθρο 325 ΑΚ προβλεπόμενου δικαιώματος επίσχεσης. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου αυτού, εάν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής έως ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις και εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, ο οφειλέτης αντιτάσσει βασίμως κατά του δανειστή ότι αρνείται να εκπληρώσει την οφειλόμενη προς αυτόν παροχή του, μέχρις ότου ο πρώτος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει έναντι αυτού, οπότε ο τελευταίος δεν καθίσταται υπερήμερος, η δε γενομένη από το δανειστή καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης για μη εκπλήρωση της άνω παροχής είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης. (ΑΠ 295/2015, ΑΠ 1043/2015).

Εξάλλου, κατ' άρθρο 327 κατά το οποίο "δικαίωμα επίσχεσης δεν υπάρχει κατά αξιώσεων κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός", αποκλείεται το δικαίωμα επίσχεσης όταν η αξίωση του δανειστή είναι από αυτές κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός, δηλαδή κατά απαίτησης που προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο (ΑΚ 450 παρ.1) και κατά των ακατάσχετων απαιτήσεων (ΑΚ 451).

Δεν απαιτείται να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, έτσι ώστε να αποκλείεται το δικαίωμα επίσχεσης και κατά μη ομοειδών απαιτήσεων, που αποτελεί προϋπόθεση συμψηφισμού, αλλά μόνο να πρόκειται για αξιώσεις του δανειστή κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται ο συμψηφισμός. Δηλαδή, αντί η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 327 ΑΚ να επαναλάβει το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 450 και 451 ΑΚ, περιορίστηκε να παραπέμψει γενικά στις διατάξεις περί συμψηφισμού.

Σε περίπτωση, ωστόσο, αφανούς εταιρείας, η οποία λύθηκε, υπό το νομικό καθεστώς που ίσχυε μέχρι την έναρξη, στις 11.4.2012, της ισχύος του ν. 4072/2012, και δεν επακολούθησε στάδιο εκκαθάρισης, επί αγωγής του αφανούς εταίρου κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή εταίρο προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος τάσσοντας αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της, μόνο, στον εμφανή εταίρο, ο τελευταίος δεν μπορεί να αρνηθεί την απόδοση της εισφοράς του αφανούς εταίρου, με τον ισχυρισμό ότι έχει ανταξίωση κατ' αυτού προς απόδοση της δικής του εισφοράς στην αφανή εταιρεία, αφού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλόγως, δικαίωμα προς απόδοση της εισφοράς έχει μόνο ο αφανής εταίρος και όχι και ο εμφανής, ο οποίος εξακολουθεί να είναι κύριος της δικής του εισφοράς.

Κατά συνέπεια, ο εμφανής εταίρος δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα επισχέσεως, αφού δεν συντρέχει η απαιτούμενη, κατ' άρθρο 325 ΑΚ, προϋπόθεση της ανταξίωσης αυτού κατά του αφανούς εταίρου. Ο τελευταίος, απλώς, έχει υποχρέωση, κατ' άρθρο 783 ΑΚ, για κάλυψη των εταιρικών ζημιών ανάλογα με τη συμμετοχή του σ' αυτές (ΑΚ 763), σε περίπτωση ανεπάρκειας της εταιρικής περιουσίας για εξόφληση των χρεών και απόδοση των εισφορών.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 325 και 327 ΑΚ, απορρίπτοντας, ως μη νόμιμη, την προταθείσα τόσο πρωτόδικα όσο και με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, ένσταση επίσχεσης, για το λόγο ότι δεν υπάρχει δικαίωμα επίσχεσης κατά αξιώσεων, κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται ο συμψηφισμός, όπως εν προκειμένω που η απαίτηση της ΕΠΕ είναι χρηματική έναντι της απαίτησης των δεύτερου και τρίτου εναγόντων για απόδοση αυτούσιας της εισφοράς, καθόσον δεν πρόκειται για ομοειδείς απαιτήσεις.

Ωστόσο, η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ως άνω ένταση επισχέσεως ήταν μη νόμιμη, καθόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία ασκήθηκε εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας και χωρίς να ακολουθήσει το στάδιο εκκαθάρισης, αγωγή προς απόδοση της εισφοράς τους, η αναιρεσείουσα- εμφανής εταίρος δεν έχει ανταξίωση προς απόδοση της δικής της εισφοράς στην αφανή εταιρεία και συνεπώς δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα επίσχεσης, αρνούμενη την απόδοση της εισφοράς των αφανών εταίρων, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δικαίωμα προς απόδοση της εισφοράς έχουν μόνο οι αφανείς εταίροι και όχι και η εμφανής, η οποία εμπορευόταν ατομικά έναντι των τρίτων και είχε λάβει την εισφορά των αφανών εταίρων, με παραχώρηση της χρήσης αυτής, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας ως ατομικής.

Το Εφετείο, όπως αναφέρθηκε, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη ανταπαίτηση αυτής δεν είναι ομοειδής προς την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων. Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998). Εν τέλει, από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο προβαλλόμενος παραπάνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 325 και 327 ΑΚ που αφορούν το δικαίωμα επίσχεσης, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά τα ανωτέρω, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.8.2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ... και τους από 5.1.2022 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 21/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ