Supreme Court dismisses appeal on deportation order for drug trafficker citing lack of proportionality arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final conviction for drug trafficking and a subsequent deportation order. The appellant, an Albanian national, challenged the deportation based on proportionality but offered no substantive arguments to support his claim. The court ruled that the deportation was legally justified given the severity of the crime and the lack of counter-arguments from the defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 74 of the Penal Code; The court established that a deportation order following a drug trafficking conviction is valid if the decision is well-motivated and the defendant fails to present arguments challenging the proportionality of the measure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1876 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1876/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. I. του S., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, για αναίρεση της υπ'αριθ.76/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.6/8-12-2017 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1660/17.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. 6/8-12-2017, αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 76/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 16 ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) . Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν .
ΙΙ. Στο άρθρο 20 του ισχύοντα από 20-3-2013 ν. 4139/2013, το οποίο αναφέρεται στο βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών, ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, .... 3.
Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία." Στο άρθρο 23 του ίδιου ως άνω ν. 4139/2013, που αναφέρεται σε ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικότερα στην παρ. 2 περ.
α' αυτού, ορίζεται, ότι "με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22 : α) όταν κατ` επάγγελμα ... διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ.
Για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και την επιβολή της ως άνω ποινής, δεν αρκεί ο υπαίτιος να διακινεί ναρκωτικά κατ' επάγγελμα, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τη διακίνηση να υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ (ΟλΑΠ 1/2015, ΑΠ 7/2017). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 13 περ.
στ` Π Κ, κατ` επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
ΙΙΙ. i) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της(ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ( ΑΠ 43/2016, ΑΠ 319/2015 ) .
ii) Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 75/2016 ) .
iii) Με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ` Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής, που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (ΟλΑΠ 14/2001, ΑΠ 851/2017 ,ΑΠ 637/2015, ΑΠ 212/2013).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 76/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής : "Ο κατηγορούμενος, αλβανός υπήκοος διαμένων νόμιμα στην Ελλάδα από ετών, κατελήφθη στις 11-2-2014 στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων-Κόνιτσας, πλησίον της διασταύρωσης … να οδηγεί το υπ' αριθ.
κυκλοφ. ...29 ΙΧΦ αυτοκίνητο (τύπου κλούβα), στο οποίο είχε φορτώσει 13 μαύρους ταξιδιωτικούς σάκους, εντός των οποίων υπήρχαν 167 ανισοβαρή δέματα που περιείχαν ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μεικτού βάρους 386.350 γραμμαρίων, τα οποία παρέλαβε από άγνωστο μέχρι σήμερα σημείο της ελληνοαλβανικής μεθορίου, με σκοπό την καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομη διακίνηση τους, μετέφερε δε τα ναρκωτικά αυτά με προορισμό την Αθήνα.
Ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε ενοικιάσει από εταιρεία το αυτοκίνητο αυτό τις προηγούμενες ημέρες και αφαιρέσει τα πίσω καθίσματα ώστε να δημιουργηθεί επαρκής χώρος αποθήκευσης, για να δυσχεραίνεται δε ο εντοπισμός των ναρκωτικών από αστυνομικούς σκύλους, τα δέματα ήταν επαλειμμένα με γράσο και πάνω από το γράσο υπήρχε διάφανο νάιλον περιτύλιγμα.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ανέλαβε τη μεταφορά αυτή καθ' υπόδειξη άγνωστων αλβανών και θα ελάμβανε αμοιβή 2.000€, έπραξε δε τούτο λόγω οικονομικών δυσκολιών, ισχυρισμός που δεν αποδείχθηκε. Τα ναρκωτικά αυτά φόρτωσε ο κατηγ/νος στο αυτοκίνητο, από άγνωστο σημείο της ελληνοαλβανικής μεθορίου, όπου τα είχαν μεταφέρει άγνωστοι ομοεθνείς του από την Αλβανία.
Στις ανωτέρω πράξεις του προέβη ο κατηγ/νος με δόλια προαίρεση, καθώς, αφενός μεν γνώριζε ότι επρόκειτο για απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και δη ινδική κάνναβη, αφετέρου δε γνώριζε ότι με το να παραλάβει τις ουσίες αυτές με το αυτοκίνητο του τις είχε πλέον στην κατοχή του και τις μετέφερε παράνομα στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας.
Το όφελος δε που προσδοκούσε από τις πράξεις του αυτές ανέρχεται σε 308.000€ έως 694.000€, ενόψει της ποσότητας των ναρκωτικών, της κατάστασης τους και των τιμών που κρατούν στη σχετική παράνομη αγορά. Περαιτέρω ο κατηγ/νος προέβη στις ανωτέρω πράξεις του κατ' επάγγελμα, αν ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε και μετέφερε, καθώς και η όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών.
Ειδικότερα, είχε μισθώσει το ανωτέρω ειδικού τύπου αυτοκίνητο, είχε διαμορφώσει τούτο καταλλήλως μετην αφαίρεση καθισμάτων, επί πλέον δε προσδοκούσε να αποκομίσει το πιο πάνω μεγάλο όφελος από τη διακίνηση των ναρκωτικών. Από την όλη δε υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των άνω πράξεων, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος κατά τρόπο σταθερό.
Ο ίδιος βέβαια ισχυρίστηκε ότι δεν αφαίρεσε ο ίδιος τα καθίσματα του αυτοκινήτου, αλλά άλλοι, οι οποίοι φόρτωσαν και τα ναρκωτικά και ότι ο ίδιος ενεργούσε για λογαριασμό αυτών, τους οποίους δεν κατονόμασε και οι οποίοι τον καθοδηγούσαν μέσω κινητού τηλεφώνου. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται πιστευτοί, δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί μη συνδρομής της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων." Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι : "Στις 11-2-2014 στην περιοχή του ...
Ιωαννίνων διακίνησε παράνομα, ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή, ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες και συγκεκριμένα συνετέλεσε στην παράνομη κυκλοφορία αυτών με την πράξη της παραλαβής κατοχής και μεταφοράς τους.
Είναι δε πρόσωπο που κατ' επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 €. Ειδικότερα, στον ανωτέρω χρόνο και τόπο, και δη στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων-Κόνιτσας, πλησίον της διασταύρωσης …., κατελήφθη να κατέχει ναρκωτικές ουσίες με την έννοια της φυσικής εξουσίασης κατά τρόπο που να μπορεί να διαπιστώνει κάθε στιγμή την ύπαρξη τους και να διαθέτει κατά τη βούληση του, με σκοπό την καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομη διακίνηση τους και κυκλοφορία τους και συγκεκριμένα κατελήφθη να κατέχει εντός του υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ...29 ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε, το οποίο είχε μισθώσει από εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, και δη στον πίσω χώρο αυτού και στο χώρο αποθήκευσης του, 13 μαύρους ταξιδιωτικούς σάκους, εντός των οποίων υπήρχαν 167 ανισοβαρή δέματα που περιείχαν ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μεικτού βάρους 386.350 γραμμαρίων, τα οποία παρέλαβε από άγνωστο μέχρι σήμερα σημείο της ελληνοαλβανικής μεθορίου, με σκοπό την καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομη διακίνηση τους.
Την ανωτέρω δε ποσότητα κάνναβης, μετέφερε (διαμετακόμισε) με το παραπάνω αυτοκίνητο από άγνωστο μέχρι σήμερα σημείο, στην υπόλοιπη ελληνική επικράτεια και με τελικό προορισμό την Αθήνα, με σκοπό την καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνηση τους. Το όφελος δε που προσδοκούσε από τη διακίνηση τους υπερβαίνει το ποσό των 75.000,00 € και δη ανέρχεται στο ποσό των 308.000,00 € έως 694.000,00 €.
Τέτοιες, δε, πράξεις διαπράττει κατ' επάγγελμα, καθόσον από την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών την οποία κατείχε και μετέφερε, την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησε για τη μεταφορά τους όχημα δικό του, αλλά μίσθωσε αυτοκίνητο από εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων προκειμένου κατά τη κίνηση του να παραπλανήσει σε ενδεχόμενο αστυνομικό έλεγχο σχετικά με την ταυτότητα του, είχε αφαιρέσει τα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, ώστε να έχει τη δυνατότητα να τοποθετήσει ευχερέστερα τη μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, επιπλέον δε τα δέματα που περιείχαν τις ναρκωτικές ουσίες ήταν επαλειμμένα με γράσο προκειμένου να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός τους από αστυνομικούς σκύλους ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στο στάδιο της μετέπειτα διακίνησης του και το ιδιαίτερα μεγάλο όφελος, το οποίο προσδοκούσε να αποκομίσει από τη διακίνηση τους, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος." V.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών κατ' επάγγελμα με προσδωκόμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, για το οποίο καταδίκασε τoν αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ, 26 παρ. 1α, 27 του ΠΚ, 20 παρ. 1-3,, 23 παρ. 2α ν. 4139/2013 και άρθρο 1 παρ. 2 Πιν.
Α' αρ. 6 ν.3459/2006, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον αιτιολογείται πλήρως στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνδρομή στο πρόσωπό του της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης, με ειδικές σκέψεις και αναφορές τόσο στην περιγραφόμενη υποδομή που ο ίδιος ο αναιρεσείων είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών όσο και στο προσδοκώμενο από τον ίδιο όφελος, ανερχόμενο σε ποσό άνω των 75.000 ευρώ και όχι μόνο σε 2.000 ευρώ, όπως αυτός ισχυρίσθηκε.
Με τις λοιπές αιτιάσεις, σχετικά με την παραδοχή της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης, αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και συνεπώς απαραδέκτως πλήττεται, υπό την επίφαση της ασαφούς αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ, E ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
VI. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του ν. 4055/2012 (η οποία κατ' αρθρ. 113 αυτού ισχύει από 2 Απριλίου 2012) : "Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας του αλλοδαπού, τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, τη νομιμότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπεριφορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία ,...".
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Έτσι, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 74 ΠΚ, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρει τους λόγους που συντρέχουν και επιτρέπουν ή καθιστούν αναγκαία την επιβολή της(ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 440/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο διέταξε την απέλαση του κατηγορουμένου από τη χώρα μετά την έκτιση της ποινής του ή την απόλυσή του από τις φυλακές και την απαγόρευση επανεισόδου του στη χώρα για δέκα (10) έτη, κατ' εφαρμογή της διατάξης 74 ΠΚ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, που καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση σε ποινή κάθειρξης δεκαέξι (16) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, είναι αλλοδαπός και συγκεκριμένα Αλβανός υπήκοος. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της πράξεως που αφορά διακίνηση ναρκωτικών ουσιών για την οποία καταδικάστηκε, το δόλο αυτού και το σκοπό της αποκόμισης παράνομου χρήματος για τον οποίο τέλεσε τις πράξεις, τις εν γένει συνθήκες τέλεσης αυτών, όπως αυτές προεκτέθηκαν, καθώς και συναγόμενης κρίσεως περί μη ένταξης του στην ελληνική κοινωνία, κρίνει ότι η παραμονή του στην Ελλάδα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος, εξάλλου, δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό που να στηρίζει το αίτημα του της απέλασης του.
Συνεπώς συντρέχει περίπτωση απελάσεως του από τη χώρα και το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διαταχθεί η απέλαση του από τη χώρα, μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο έκτιση της ποινής τους ή την απόλυση του από τις φυλακές και να του επιβληθεί απαγόρευση επανεισόδου του στην άδα για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών." Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε την απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία για την απέλαση του κατηγορούμενου, αιτιολογώντας την κρίση του ότι η παραμονή του στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης με αναφορά των συγκεκριμένων στοιχείων που οδήγησαν σε αυτήν την κρίση. Στοιχεία διακωλυτικά της απέλασης δεν εισφέρθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν πρότεινε κανένα σχετικό ισχυρισμό, όσα δε επικαλείται στο σχετικό περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας λόγο κατατείνουν στην αμφισβήτηση της κρίσης του Δικαστηρίου και επομένως οι σχετικές αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου του 510 παρ. 1 στ. Δ καθώς και Ε' ΚΠΔ, με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απορριπτομένων των σχετικών λόγων αναίρεσης ως αβάσιμων .
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 6/8-12-2017 αίτηση του A. I. του S. για αναίρεσης της 76/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ