1876/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1876/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση τις ανωτέρω συμβατικές και νόμιμες προϋποθέσεις συντάχθηκε και υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα την 21.05.2007, ήτοι εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την υπογραφή της Συμβάσεως, που ορίζεται στο άρθρο 5 § 4 του ν. 1418/1984, με το υπ' αριθ. πρωτ. Ε134/ 001/44108/21.05.2007 έγγραφο της προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία με λήψη αριθμ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1876 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1876/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χαρίκλεια Τζέλλη και Γεώργιο Λασπονίκο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2010 προσφυγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 95/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2012 αίτησή της και με τους από 15-4-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 10-5--2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.: " Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο αναιρετικός αυτός λόγος για ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν, καθώς και αν το δικαστήριο προσδίδει στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή:
σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) καλούνται σε εφαρμογή, όταν το γράμμα της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως.
Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 Α.Κ.) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 Α.Κ.). Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής.
Κατά δε τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για τον λόγο αυτόν αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.
Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 A.K προκύπτει, ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε εκ μέρους του δανειστού δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως. Έχει δε ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της μόνον εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, δηλαδή να προκύπτει από αυτήν κατά τρόπον αναμφίβολο το είδος, το ποσόν και άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαιτήσεως, επί πλέον δε, να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλον όρο και να απαιτεί ακριβώς την οφειλομένη παροχή.
Αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα ή έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας εκείνης ή όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία. Ενώ, όσον αφορά τον δανειστή, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 351 Α.Κ.
προκύπτει, ότι αυτός γίνεται υπερήμερος α') αν δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερομένη παροχή, β') και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική αν εδήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή και γ') αν, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή.
Ειδικώς όμως για τις διαφορές, οι οποίες δημιουργούνται από συμβάσεις εργολαβιών δημοσίων έργων, εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 Ν.1418/1984 "Περί δημοσίων έργων" και ήδη η όμοια διάταξη του άρθρου 36 παρ. 11Ν.3669/18-6-2008 ("Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων"). Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, "Αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές του ζημίες που προκαλούνται μετά την επίδοση από αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την θεμελίωση του δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου απαιτείται η επίδοση σε αυτόν έγγραφης, αλλά όχι ειδικής οχλήσεως του αναδόχου, στην οποία πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά, καθώς και οι θετικές ζημίες οι οποίες προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως.
Εξ' άλλου, η ως άνω έγγραφη όχληση, ως εκ της φύσεως και του κατά νόμον περιεχομένου της, πρέπει να επιδίδεται στον κύριο του έργου μετά την έναρξη της υπερημερίας αυτού, άλλως είναι πρόωρη και δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της (Σ.τ.Ε. 1814/2010, Σ.τ.Ε. 769/2011, Σ.τ.Ε. 1009/2009). Η αποζημίωση αφορά μόνον τις θετικές ζημίες, οι οποίες προκαλούνται μετά την επίδοση από τον ανάδοχο σχετικής έγγραφης οχλήσεως και όχι για προγενέστερο της οχλήσεως χρόνο.
Τούτο επιβάλλεται για να μην αιφνιδιάζεται ο κύριος του έργου από αξιώσεις του αναδόχου για θετικές ζημίες του υποβαλλόμενες εκ των υστέρων, λόγων υπερημερίας του κυρίου του έργου ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του και για να υφίσταται η δυνατότητα ελέγχου των ζημιογόνων γεγονότων και του ύψους των ζημιών κατά τον χρόνο της επελεύσεώς των.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "....Η προσφεύγουσα με την καθής συνήψε στην Αθήνα την από 7-5-2007 σύμβαση ως Κύριο του Έργου και Αναθέτουσα Αρχή, ύστερα από την απόφαση 2187/22.03.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, μετά από την Δημοπρασία που διενεργήθηκε την 13.03.2007 με την- διαδικασία του ν. 3263/2004 και με βάση τα συμβατικά στοιχεία με συνολικό χρηματικό αντικείμενο της Σύμβασης € 150.542.251,62, (χωρίς Αναθεώρηση και Φ.Π.Α.), συμπεριλαμβανομένων των απροβλέπτων ύψους € 12.263.195,80, τα οποία έχουν υπολογισθεί ως ποσοστό 9% της δαπάνης προσφοράς, ως και απολογιστικών εργασιών ύψους € 2.021.324,82 και ανέλαβε την κατασκευή του Έργου "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΔΟΜΗΣ ΤΉΣ ΝΕΑΣ ΔΙΠΛΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗΣ "ΓΡΑΜΜΗΣ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΚΙΑΤΟ-ΡΟΔΟΔΑΦΝΗ ΑΠΟ χ.θ. 28+000 ΕΩΣ χ.θ. 67+870 ΚΑΙ ΑΠΟ χ.θ. 79+000 ΕΩΣ χ.θ. 91+500 (ΜΕ ΣΗΡΑΓΓΕΣ ΔΕΡΒΕΝΙΟΥ ΕΚΤΟΣ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΑΙΓΙΟΥ)" (Α.Σ. 511), όπως το φυσικό αντικείμενο της εργολαβίας περιγράφεται στο άρθρο 11.4 της διακήρυξης του Έργου ....Το Έργο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11.4 της Διακηρύξεως, αφορά στην κατασκευή της υποδομής της Νέας Διπλής Σιδηροδρομικής Γραμμής Υψηλών Ταχυτήτων (Σ.Γ.Υ.Τ.) στο τμήμα Κιάτο-Ροδοδάφνη από την (χιλιομετρική θέση) χ.θ. 28+000 μέχρι χ.θ. 67+870 και από χ.θ. 79+000 έως χ.θ. 91+500 (με σήραγγες Δερβενίου, εκτός-σήραγγας Αιγίου) και της αποκατάστασης του Τοπικού Οδικού Δικτύου (Τ.Ο.Δ) και αποτελεί μέρος (τμήμα) της Σιδηροδρομικής Γραμμής Υψηλών Ταχυτήτων (Σ.Γ.Υ.Τ), από το Κιάτο έως την Πάτρα, το οποίο αποτελεί συνέχεια της Σ.Γ.Υ.Τ.
Αθήνας-Κορίνθου-Κιάτου, που ευρίσκεται υπό κατασκευή, δηλαδή αποτελεί μέρος (τμήμα) της εν λόγω Σ.Γ.Υ.Τ. Στο αντικείμενο του Έργου περιλαμβάνονται η κατασκευή των χωματουργικών έργων της σιδηροδρομικής γραμμής σε όλο το μήκος αυτής, εντός και εκτός των σηράγγων, μαζί με την στρώση διαμόρφωσης χωματουργικών και το υπόστρωμα επιδομής, η κατασκευή των απαραίτητων σιδηροδρομικών γεφυρών και ορισμένων Οδικών Γεφυρών του παράπλευρου Οδικού Δικτύου, η κατασκευή των Σηράγγων ΣΣ3 και ΣΣ4 στην περιοχή Δερβενίου, η κατασκευή - αποκατάσταση όλων των καθέτων οδών (κ.ο.), των παράπλευρων οδών (ASR και ASR), των εκτροπών κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού (Ν.Ε.Ο.) λόγω των έργων Σ.Γ Υ.Τ.
κλπ., τα απαραίτητα μικρά τεχνικά έργα (τοίχοι ανειστήριξης, πασσαλότοιχοι κλπ.) σε όλο το μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, τα έργα αποχέτευσης - αποστράγγισης της Σ.Γ.Υ.Τ, του παράπλευρου οδικού δικτύου κλπ. και οι αναγκαίες προσωρινές παραλλαγές της γραμμής για την κατασκευή των έργων με ταυτόχρονη απρόσκοπτη λειτουργία της υφιστάμενης σιδηροδρομικής γραμμής.
Η συνολική συμβατική προθεσμία κατασκευής του Έργου, είχε οριστεί σε τριάντα ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης (7-5-2007) δηλαδή μέχρι την 7-11-2009 και εκτός της συνολικής προθεσμίας, με τα συμβατικά τεύχη προβλέπονταν αποκλειστικές και ενδεικτικές τμηματικές προθεσμίες, σπουδαιότερη (αποκλειστική) των οποίων ήταν η 6η, με βάση την οποία εντός 600 ημερολογιακών ημερών δηλαδή από 7-5-2007 έως 27-12-2008 έπρεπε να ολοκληρωθεί το τμήμα του Έργου από χ.θ. 28+000 μέχρι 54+163.
Αμέσως μετά την υπογραφή της συμβάσεως, δηλαδή την 07.05.2007, με βάση το ανωτέρω συμβατικό αντικείμενο (τεχνικό και οικονομικό) του Έργου, όπως εξειδικεύεται από τα συμβατικά τεύχη αυτού, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες προθεσμίες περαίωσης τμηματικά και στο σύνολο του, η προσφεύγουσα προγραμμάτισε και οργάνωσε το επιστημονικό και εργατοτεχνικό προσωπικό της και τους συνεργάτες της, καθώς και τον μηχανολογικό εξοπλισμό της και τα λοιπά απαιτούμενα μέσα προκειμένου να ανταποκριθεί στην εμπρόθεσμη και άρτια κατασκευή του Έργου με βάση τα οικονομικά κριτήρια και κοστολόγια, στα οποία στηρίχθηκε η οικονομική προσφορά της, για τον προϋπολογισμό της δαπάνης κατασκευής των επί μέρους ομάδων εργασιών του Έργου, καθώς και του συνόλου αυτού, που κατέθεσε στον Διαγωνισμό, προκειμένου να αναδειχθεί ανάδοχος του Έργου.
Βασική προϋπόθεση, στην οποία στηρίχθηκε ο ως άνω τεχνικός και οικονομικός προγραμματισμός της αποτέλεσε η νόμιμη και συμβατική παραδοχή ότι η απαιτούμενη εδαφική ζώνη κατασκευής του Έργου θα της παρεδίδετο εγκαίρως από τον Κύριο του Έργου, ελεύθερη εμποδίων (πραγματικών και νομικών), δεδομένου ότι η προϋπόθεση αυτή αποτελούσε την ικανή και αναγκαία συμβατική συνθήκη, ώστε αφενός να καταστεί δυνατή η τήρηση των προαναφερθεισών συμβατικών προθεσμιών για την άρτια κατασκευή του Έργου και αφετέρου να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη και αποδοτική (μη ζημιογόνος) απασχόληση του δυναμικού (ανθρώπινου και μηχανικού) του Αναδόχου, όπως την είχε λάβει υπόψη του και κατά την υποβολή της οικονομικής προσφοράς του, προκειμένου με το προσφερθέν εργολαβικό αντάλλαγμα της να κατασκευάσει άρτια το εν λόγω Έργο χωρίς να ζημιωθεί.
Με βάση τις ανωτέρω συμβατικές και νόμιμες προϋποθέσεις συντάχθηκε και υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα την 21.05.2007, ήτοι εντός της προθεσμίας των 15 ημερών από την υπογραφή της Συμβάσεως, που ορίζεται στο άρθρο 5 § 4 του ν. 1418/1984, με το υπ' αριθ. πρωτ. Ε134/ 001/44108/21.05.2007 έγγραφο της προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία με λήψη αριθμ.
πρωτ. αυτής 107903/21.05.2007, το αρχικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής του Έργου και μετά από σχετική αλληλογραφία της με την Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής για την παροχή των εκατέρωθεν απαιτούμενων διευκρινήσεων για την οριστική μορφή του χρονοδιαγράμματος, με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ4/Ε134/201/45936/30.01.2008 έγγραφο της προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία, υποβλήθηκε το χρονοδιάγραμμα στην οριστική του μορφή συνοδευόμενο από την Τεχνική Έκθεση του και λοιπά στοιχεία, στην οποία επισημαινόταν, μεταξύ άλλων, ότι μέρος μόνον των εκτάσεων όπου θα κατασκευασθεί το έργο έχει σταδιακά αποδοθεί ελεύθερο προς χρήση, ενώ το μεγαλύτερο μέρος θα αποδοθεί σταδιακά και γνώρισε προς την αρμόδια Υπηρεσία ότι η προσφεύγουσα Εταιρία μελλοντικά θα διεκδικήσει τόσο τη νόμιμη παράταση των τμηματικών-αποκλειστικών προθεσμιών ή και της συνολικής προθεσμίας για την περάτωση του Έργου όσο και τις θετικές ζημίες που θα προκύψουν, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 1418/1984.
Κατά το χρόνο επιδόσεως της ως άνω επιστολής η καθής δεν είχε καταστεί υπερήμερη, ούτε προσδιοριζόταν η θετική ζημία που η προσφεύγουσα είχε υποστεί από την όποια μέχρι τότε καθυστέρηση εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της καθ' ής ούτως ώστε, παρά τα όσα αντιθέτως και αβασίμως υποστηρίζει να θεωρηθεί αυτή ως όχληση κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ.2 Ν. 1418/1984, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσης.
Το ως άνω χρονοδιάγραμμα εγκρίθηκε την 11-2-2008 από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας της καθής η προσφυγή. Η προσφεύγουσα υπέβαλε την 8-5-2009 αίτημα της για αποζημίωση της για τις θετικές ζημίες που υπέστη από την 31-1-2008 μέχρι την 31-3-2009 και οι οποίες ισχυρίζεται ότι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 17.125.827,71 Ευρώ, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στους συνημμένους στην προσφυγή πίνακες.
Σε απάντηση του αιτήματος της για αποζημίωση, η Διευθύνουσα το Έργο Υπηρεσία απάντησε ότι αυτό θα εξετασθεί αρμοδίως, χωρίς όμως να υπάρξει ουδεμία απάντηση μετά πάροδο τριών μηνών, οπότε θεωρείται ότι το αίτημα απορρίφθηκε σιωπηρώς, κατόπιν δε τούτου υποβλήθηκε στην Προϊσταμένη Αρχή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας η υπ' αριθμ.
Δ4/Έ134/796/49764/12.8.2009 ένσταση με ίδιο περιεχόμενο με αυτό της αιτήσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 172556/12.10.2009 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της καθής, ο οποίος ασκούσε αρμοδιότητες Προϊσταμένης Αρχής, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε υποβληθεί η προβλεπόμενη όχληση. Στη συνέχεια η Ανάδοχος του Έργου Εταιρία (προσφεύγουσα) άσκησε παραδεκτώς την υπό στοιχεία Δ4/Ε134/852/50249/12.11.2009 αίτηση θεραπείας απευθυνόμενη προς τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, πλην όμως η τρίμηνη προθεσμία των άρθρων 12 §4 επ.
ν. 1418/1984 και 57 π.δ. 609/1985 (ήδη άρθρου 76 §14 ν.3669/2008) παρήλθε άπρακτη και γι αυτό άσκησε την υπό κρίση προσφυγή της με την οποία ζητεί να εξαφανισθεί η τεκμαιρομένη ως απορριπτική απόφαση της αίτησης θεραπείας που υπέβαλε αρμοδίως, να ακυρωθεί κάθε απορριπτική της αιτήσεως του πράξη και να υποχρεωθεί η καθής να της καταβάλει το ποσό των 17.125.827,71 ευρώ για τις θετικές ζημίες που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-2008 έως 31-3-2009.
Όμως επειδή προϋπόθεση για τη θεμελίωση δικαιώματος αποζημιώσεως του αναδόχου για τις ζημίες που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω υπερημερίας του κυρίου του έργου περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από την εργολαβική σύμβαση ή από το νόμο, είναι η επίδοση προς αυτόν (τον κύριο του έργου) σχετικής έγγραφης όχλησης του αναδόχου, χωρίς να απαιτείται η όχληση αυτή να είναι και ειδική, στην οποία πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον, αφ' ενός, τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου πραγματικά περιστατικά και, αφ' ετέρου, οι θετικές ζημίες που προκαλούνται στον ανάδοχο από τα περιστατικά αυτά, για τις οποίες θα ζητηθεί στο μέλλον αποζημίωση κατ' εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως.
Η ως άνω έγγραφη όχληση, ως εκ της φύσεως και του κατά νόμον περιεχομένου της, πρέπει να επιδίδεται στον κύριο το έργου μετά την έναρξη της υπερημερίας αυτού, άλλως είναι πρόωρη και δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση η από 30-1-2008 επιστολή της προσφεύγουσας προς την καθής-κυρία του έργου-, η οποία αποτελεί το χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως του Έργου στην οριστική του μορφή συνοδευόμενο από την τεχνική έκθεση και τα λοιπά στοιχεία, δεν δύναται να ερμηνευθεί ότι φέρει τον χαρακτήρα οχλήσεως, ούτως ώστε να γεννηθεί η αξίωση αποζημιώσεως της, αφού έχει υποβληθεί πριν από την φερόμενη υπερημερία της και σ' αυτήν δεν αναφέρονται οι θετικές εξαιτίας της φερομένης υπερημερίας ζημιές με βάση τις οποίες η Ανάδοχος θα ζητήσει στο μέλλον αποζημίωση....".
Από το προσκομισθέν με επίκληση από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο και προσκομιζόμενο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου έγγραφο, το οποίο η ίδια απέστειλε στην αναιρεσίβλητη, έχει τίτλο " Χρονοδιάγραμμα κατασκευής έργου και ανάλυση φυσικού αντικειμένου σε τεχνικά αντικείμενα για το έργο", αριθμό πρωτοκόλλου Δ4/Ε-134/201/45936/30-1-2008 και στο τέλος φέρει ως ημερομηνία την 11-2-2008, προκύπτει, ότι περιέχεται σε αυτό κεφάλαιο με το εξής περιεχόμενο: "...2.6. Παρατηρήσεις επί των Απαλλοτριώσεων και της Αποκλειστικής Προθεσμίας. 1. Από τη σύμβαση προβλέπεται ότι το όλο έργο από Χ.Θ. 28+000 μέχρι Χ.Θ. 67+870 και Χ.Θ. 79+000 μέχρι Χ.Θ.91+500, εκτός σήραγγας Αιγίου, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί σε 30 μήνες ήτοι στις 07.11.09.Παράλληλα προβλέπεται ότι το πρώτο τμήμα του έργου από Χ.Θ. 28+000 μέχρι Χ.Θ.54+163, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί σε 600 ημέρες στις 27.12.08 (6η αποκλειστική προθεσμία). 2.
Επειδή η προθεσμία αυτή είναι ιδιαίτερα ασφυκτική, στο αρχικό χρονοδιάγραμμα που υποβάλλαμε στις 21.05.07 προβλέπαμε, ειδικά για το τμήμα αυτό την άμεση έναρξη των εργασιών αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης, δηλαδή εντός του Ιουνίου 2007,για να μπορεί να είναι εφικτή η ολοκλήρωση του στις 27.12.2008 εντός της 6ης αποκλειστικής προθεσμίας. 3.Η Υπηρεσία στις 30.05.07 μας επέστρεψε το ως άνω χρονοδιάγραμμα ζητώντας να διορθώσουμε στις αποκλειστικές προθεσμίες τους χρόνους έναρξης των, με πρώτη ημέρα την επόμενη της υπογραφής της συμβάσεως, και παράλληλα μεταξύ άλλων μας ζήτησε να περιληφθούν τα ορόσημα απόκτησης των γηπέδων. 4.
Επειδή καθυστερούσε η απόδοση των εκτάσεων στο σύνολο του έργου αλλά και ιδιαίτερα στο τμήμα αυτό, η εταιρεία μας στις 30.07.07 ζήτησε από την υπηρεσία να μας γνωρίσει τον εκτιμώμενο χρόνο απόδοσης των γηπέδων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι τότε μας είχαν διαθέσει μόνο δύο θέσεις κατασκευής τεχνικών(ποσοστό λιγότερο από 2% του υπόψη τμήματος και λιγότερο από 1% στο σύνολο του έργου). 5.Η Υπηρεσία στις 28.09.07 μας γνωρίζει τους εκτιμώμενους χρόνους απόδοσης των εκτάσεων και μας ζητάει να υποβάλλουμε αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα συνοδευόμενο από τεύχος παραδοχών, ανάλυσης μετώπων εργασιών, συνεργείων κατασκευής, μηχανημάτων και χρηματοροών και ανάλυση του φυσικού αντικειμένου σε τεχνικά αντικείμενα. 6.Η Εταιρεία μας στις 25.10.07 υποβάλλει το χρονοδιάγραμμα σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω και με βάσει τις προφορικές συνεννοήσεις με την Υπηρεσία. 7.Η Υπηρεσία στις 06.11.07 μας ζητάει συμπληρώσεις και τροποποιήσεις στο πιο πάνω χρονοδιάγραμμα ώστε να απεικονίζεται με περισσότερη σαφήνεια η πραγματική εικόνα του έργου. 8.Με την παρούσα επιστολή μας επανυποβάλουμε εκ νέου προς έγκριση το εν λόγω αρχικό χρονοδιάγραμμα, επισημαίνοντας ότι από την αρχική υποχρέωση μας για την υποβολή του αρχικού χρονοδιαγράμματος κατασκευής του έργου μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει 603 ημέρες.
Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αρχική υποβολή του προς έγκριση αρχικού χρονοδιαγράμματος και δεδομένου ότι σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 25/2004 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) "..η παράδοση από τον κύριο του έργου στον ανάδοχο του χώρου όπου θα κατασκευαστεί το έργο ελεύθερου από κάθε εμπόδιο, (νομικό ή πραγματικό) και η διατήρηση του στην κατάσταση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια του έργου αποτελεί βασική συμβατική υποχρέωση του κυρίου του έργου η μη εκπλήρωση της οποίας τον καθιστά υπερήμερο.." μέρος των εκτάσεων όπου θα κατασκευασθεί το έργο έχει σταδιακά αποδοθεί ελεύθερο προς χρήση ενώ το μεγαλύτερο μέρος θα αποδοθεί σταδιακά σύμφωνα και με την 117196/28-09-2007 σχετική επιστολή σας. 9.Κατόπιν των ανωτέρω σας γνωρίζουμε ότι η Εταιρεία μας μελλοντικά θα διεκδικήσει τόσο τη νόμιμη παράταση των τμηματικών - αποκλειστικών προθεσμιών ή/και της συνολικής προθεσμίας για την περάτωση του έργου όσο και τις θετικές ζημίες που θα προκύψουν σύμφωνα με το άρθρο 7 πάρα. 2 του ν. 1418/84 (ΣτΕ 15/93).
Σημείωση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν μας έχουν παραδώσει κανένα πρόσθετο χώρο πέραν των 2 θέσεων τεχνικών, που μας είχαν παραδώσει και οι οποίες θέσεις αντιπροσωπεύουν όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ποσοστό λιγότερο από 2% του υπόψη τμήματος. 10.Για την υλοποίηση του τμήματος αυτού εντός της ανωτέρω προθεσμίας όπως αποτυπώνεται στο παρόν χρονοδιάγραμμα επιφυλασσόμεθα, διότι α) δεν είναι δυνατή η ολοκλήρωση του έργου αυτού σε διάστημα μικρότερο αυτού που προέβλεπε η σύμβαση και το αρχικό χρονοδιάγραμμα δηλαδή των 600 ημερών και β) διότι μέχρι σήμερα δεν έχει συντελεστεί η παράδοση, από τον κύριο του έργου στον ανάδοχο, του χώρου, όπου θα κατασκευαστεί το έργο, ελεύθερου από κάθε εμπόδιο. 11.Η ακριβής αποτύπωση της χρονικής διάρκειας ολοκλήρωσης του τμήματος από Χ.Θ. 28+000 - Χ.Θ.54+163 (6η αποκλειστική προθεσμία 600 ημέρες από την έναρξη των εργασιών) αλλά και του συνόλου του έργου, θα γίνει σε επόμενη Αναθεώρηση του Χρονοδιαγράμματος αφού θα έχουν παραδοθεί, από τον κύριο του έργου κατά την συμβατική του υποχρέωση στην ανάδοχο εταιρεία μας, οι χώροι όπου θα κατασκευασθεί το έργο, ελεύθεροι από κάθε εμπόδιο (νομικό ή πραγματικό)....".
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι στο ως άνω κεφάλαιο του εγγράφου και ειδικότερα στην παράγραφο με τον αριθμό εννέα (9) περιέχεται η αναλυθείσα στην αρχή και από το άρθρο 7 παρ. 2 Ν. 1318/1984 και ήδη από το άρθρο 36 παρ. 11 Ν. 3669/2008 απαιτούμενη "σχετική έγγραφη όχληση", η οποία παρέχει το δικαίωμα στον ανάδοχο να ζητήσει αποζημίωση για τις θετικές ζημίες του.
Όμως το έγγραφο αυτό, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, δεν αποτελεί την απαιτουμένη από τον νόμο "σχετική έγγραφη όχληση", καθόσον δεν περιέχονται καθόλου σε αυτό οι θετικές ζημίες οι οποίες προκαλούνται στον ανάδοχο του έργου και εν προκειμένω στην αναιρεσείουσα από τα συνιστώντα την υπερημερία του κυρίου του έργου περιστατικά, τα οποία κατά την αναιρεσείουσα συνίστανται στην μη παράδοση από την αναιρεσίβλητη σε εκείνην ελευθέρου του μεγαλύτερου τμήματος της εδαφικής εκτάσεως, στην οποία επρόκειτο να εκτελεσθεί το έργο.
Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την αιτουμένη με την ένδικη προσφυγή της αποζημίωση. Ακολούθως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την προσφυγή, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον αφ' ενός μεν δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2, 12 παρ. 2,4 (Ένσταση - Αίτηση Θεραπείας)Ν. 1418/1984 και 340,341,349,350,351 Α.Κ., αφ' ετέρου δε, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες.
Εξ άλλου, από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει, ότι στην βούληση των μερών αλλά και στην δήλωση αυτών δεν υπάρχουν κενά και δεν γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεών των. Επομένως το Εφετείο ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
και οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλη του και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, ως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 13 παρ. 6 εδ. ά Ν.1418/1984 και ήδη 77 παρ. 6 Ν.3669/18-6-2008: "Η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1 έως 7,9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., επειδή το δικαστήριο, κατ' εκείνην, δεν έλαβε υπ' όψιν τα από την ίδια προσκομισθέντα με επίκληση και στην αίτηση αναιρέσεως αναφερόμενα δύο έγγραφα και δύο ένορκες βεβαιώσεις, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό ". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα τα οποία πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από την σύγκριση με εκείνο το οποίο δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο, να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενομένο, διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 113/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη τα ακόλουθα: "Είναι αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφασις, κατ' άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ και επειδή το δίκασαν Εφετείον Ναυπλίου με την απόφασίν του αυτήν παρεμόρφωσε το περιεχόμενόν συγκεκριμένων εγγράφων, δεχθέν πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, και ειδικώτερα παρεμόρφωσε το περιεχόμενόν των νομίμως προσκομισθέντων και επικληθέντων υπ' εμού (με τας προτάσεις μου και την Προσφυγήν μου) εγγράφων, τα οποία αναφέρονται, περιγράφονται και προσδιορίζονται και ως προς ολόκληρον το περιεχόμενόν τους εις τας σελίδας 7, 8 και 9 της ενδίκου Αιτήσεως Αναιρέσεως και περί των οποίων γίνεται λόγος ειδικώς και εις τας σελίδας 10 έως 44, 93, 94 έως 136 κλπ.
αυτής (Αιτήσεως Αναιρέσεως). Σημειωτέον ότι τα έγγραφα αυτά είναι εκείνα βάσει των οποίων το δίκασαν Εφετείον έκρινε αποκλειστικά, άλλως κατά κύριον λόγον επί της ενδίκου Προσφυγής μου και αφορούν και εις την υπηρεμηρία και εις την εκ μέρους μου νόμιμη όχληση της αντιδίκου μου, τις οποίες και αποδεικνύουν πλήρως, ήχθη δε εσφαλμένως το Εφετείον, μετά και την εκτίμησιν των εν λόγω εγγράφων, εις την απόρριψιν της ενδίκου Προσφυγής μου".Με το εν λόγω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον ειδικότερα δεν εκτίθενται το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο και το οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, είναι διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο κάθε εγγράφου.
Από το άρθρο 110 παρ. 3 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 100 παρ. 1 και 107 παρ.1 Ν.Δ. 3026/1954 ("Περί Κώδικος Δικηγόρων ") προκύπτει, ότι επί υποθέσεως δικαζομένης στο Εφετείο ως δικαστήριο πρώτου βαθμού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου για την σύνταξη προτάσεων ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε." εζήτησε με την προσφυγή της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, να υποχρεωθεί η καθ' ης η προσφυγή και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΕΡΓΑ Ο.Σ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ "να καταβάλει σε εκείνην νομιμοτόκως το ποσόν των 17.125.827,71 ευρώ.
Η καθ' ης η προσφυγή παρέστη ενώπιον του Εφετείου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, εφόσον δε, απερρίφθη κατ' ουσίαν από το Εφετείο η προσφυγή, η καθ' ης η προσφυγή εδικαιούτο ως δικαστικά έξοδα: α') για τη σύνταξη των προτάσεών της, κατ' ελάχιστον, ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι (17.125.827,71x2%=) 342.516,55 ευρώ και για παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο Εφετείο 150€, ήτοι συνολικώς εδικαιούτο 342.666,55 ευρώ.
Το Εφετείο καταδίκασε την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η προσφυγή, τα οποία καθόρισε σε 686.000 ευρώ, ήτοι σε ποσόν υπερδιπλάσιο του ως άνω προσδιορισθέντος, χωρίς να περιλάβει στην απόφασή του οιανδήποτε αιτιολογία για την υπερβολική αύξηση του ποσού των εξόδων. Έτσι όμως, το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 Ν.Δ. 3026/1954.
Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ως και οι τρίτος και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. για εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί ως προς αυτό από το παρόν δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν χρειάζεται για την υπόθεση άλλη διευκρίνιση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται σε τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εξακόσια εξήντα έξι ευρώ και πενήντα πέντε λεπτά (342.666,55).Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης κατά την παρούσα διαδικασία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 95/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει αυτήν κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα ενώπιον του Εφετείου δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από τριακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εξακόσια εξήντα έξι ευρώ και πενήντα πέντε λεπτά (342.666,55 €).
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσίουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, κατά την παρούσα διαδικασία τα οποία καθορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ