1876/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1876/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1876 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1876/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Γ. Α., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλεξάκο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Χ. Γ. (P. G.), κατοίκου ..., 2. Σ. χας Θ. Γ. (S. C. J.), το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαΐου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2004 μη οριστική, 326/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 362/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2008 αίτησή της και με τους από 23-2-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 134 τταρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον νόμο 1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία, σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ του ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.
Κατά την παρ.1 του άρθρου 15 της Συμβάσεως αυτής, αν μία πράξη δίκης ή ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για τον σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και ο εναγόμενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως για όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται;
α) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ' αυτό το κράτος και που .προορίζονται για άτομα που βρίσκονται στο έδαφος του και είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε καθεμία απ' αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδάφ. α' του άρθρου 568 του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται, διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με όσα προεκτέθηκαν, προκύπτει ότι αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 2854/29.10.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 3-11-2010 και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τους σε γνωστή διεύθυνση διαμένοντες στο εξωτερικό αναιρεσίβλητους και όχι στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως έπρεπε.
Πραγματική επίδοση της αίτησης αναίρεσης προς τους αναιρεσίβλητους από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης της υπόθεσης δεν προκύπτει. Ωστόσο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρμοδίως ως άνω δικάσιμο της (3.11.2010) ματαιωθείσες λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών της 7-11-2010. Μετά την ματαίωση της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης η αναιρεσείουσα, με την από 14-12-2010 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση την αίτηση αυτής της οποίας αρμοδίως ορίστηκε δικάσιμος, η 2-11-2011.
Όπως προκύπτει από την 10668Β/18.2.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης ..., ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την 2-11-2011 και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε στον Κωνσταντίνο Κουρκούλη, δικηγόρο Σπάρτης, πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, γνωστής στις Η.Π.Α.
διαμονής. Κανένα όμως στοιχείο δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει η αναιρεσείουσα από το οποίο να προκύπτει ο διορισμός του ως άνω παραλήπτη της κλήσης δικηγόρου Κ. Κ. ως αντικλήτου των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, κατά τη διαδικασία του άρθρου 142 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση των στη γραμματεία του Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.
Επομένως, τόσον η επίδοση αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, γενόμενη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι όπως έπρεπε, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αναίρεση χωρίς να έχει επακολουθήσει πραγματική επίδοση του εγγράφου αυτού, όσον και η επίδοση της ως άνω κλήσης στον φερόμενο αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Κ.
Κ. δεν επάγουν έννομα αποτελέσματα. Με τα δεδομένα αυτά, εφ' όσον οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν κλητεύθηκαν νόμιμα για αν παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2-11-2011, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-9-2008 αίτησης της Α. Α., για αναίρεση της 362/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και των από 20-2-2010 πρόσθετων λόγων της.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ