Legislator Case Law & Legislation
1876/2009 AI generated

Supreme Court rejects request to restore property status after enforcement based on non-revoked appeal decision.

Case Number 1876/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to restore property to its pre-enforcement state, ruling that the enforcement was legally valid. The court found the execution was based on a final appellate decision rather than the specific appealable judgment the appellant claimed was flawed. Consequently, the court annulled a lower court decision and remanded the case for further proceedings while dismissing the request for restitution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 169 and 171 of the Code of Civil Procedure; The court cannot order the restoration of property to a pre-enforcement state if the enforcement was executed pursuant to a valid final judgment, as the remedy for an appealable decision lies in the appeal itself, not in retroactive restitution of assets.

Keywords

AI generated
appeal admissibility enforcement execution property restitution civil procedure code retrial remand judgment annulment costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 169 of the Code of Civil Procedure
Article 171, paragraph 2, letter b of the Code of Civil Procedure
Article 1202 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1876 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1876/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... LIMITED INC" που εδρεύει στον ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παπατσώρη.

Της αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Παναγιώτη Ζαχόπουλο.

Του προσθέτως παρεμβάντος: Ζ ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάννη. Υπερ της αναιρεσείουσας και κατά της αναιρεσιβλήτου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2286/2004 του ίδιου Δικαστηρίου 3941/2005 μη οριστική και 732/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3-4-2006 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1144/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει πάλι για συζήτηση η καλούσα με την από 21-6-2007 κλήση της και τους από 9-7-2008 πρόσθετους λόγους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων με την από 5-9-2008 πρόσθετη παρέμβαση του δια των προτάσεων που κατατέθηκε στο Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ'αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε τις εκθέσεις α. από 5-3-2007 του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και β. από 17-9-2008 με την οποία απορρίπτει τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του εναγομένου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτί κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί ή ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στα έξοδα του αντιδίκου.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. Β του ίδιου κώδικα, το δικαστήριο δεν προχωρεί στην συζήτηση του ενδίκου μέσου ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με το ένδικο αυτό μέσο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την επιβολή της προβλεπόμενης εγγύησης, απαιτείται κατ' αρχήν αίτηση του εναγομένου, καθού η κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο, η οποία προκειμένου για την συζήτηση ενδίκου μέσου υποβάλλεται με τις προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου (άρθρο 263 περ.

γ Κ.Πολ.Δ) και περαιτέρω η συνδρομή προφανούς κινδύνου ότι ενδεχόμενη καταδίκη του αιτούντος την παροχή έννομης προστασίας στα έξοδα δεν θα καταστεί δυνατό να εκτελεσθεί. Κριτήριο επομένως της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσεως της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους.

Τέλος προφανής είναι ο κίνδυνος όταν καθίσταται έκδηλος από τα υπάρχοντα στοιχεία, χωρίς να απαιτείται η διεξαγωγή προς τούτο απόδείξης (ΑΠ 990/08).

Εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις προτάσεις της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα σε εγγυοδοσία ποσού 3000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της προκειμένης δίκης, γιατί υπάρχει έκδηλη αδυναμία και προφανής αφερεγγυότητα της αναιρεσείουσας, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της εκδοθησόμενης απόφασης κατά τη διάταξη της ενδεχόμενης καταδίκης της στα δικαστικά έξοδα. Η αίτηση αυτή η οποία τυγχάνει νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη καθ' όσον από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα που τυχόν θα της επιβληθούν για την παρούσα δίκη.

Επειδή κατά το άρθρο 76 παρ. 1 Κ,Πολ.Δ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (αναγκαστική ομοδικία) που υπάρχει και μεταξύ των καταδολιευτικώς συναλλαγέντων, απαλλοτριώσαντος και αποκτήσαντος, όταν ενάγονται από κοινού (ΑΠ 554/05) οι ομόδικοι που μετέχουν στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Κατά την παράγραφο δε 4 του ίδιου άρθρου, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιο από τους ομοδίκους της παραγράφου 1 έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντος αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο ότι αδράνησαν.

Η άσκηση μεταγενεστέρως ενδίκου μέσου από αναγκαίο ομόδικο, αφού αυτός έλαβε την ιδιότητα του διαδίκου με την άσκησή του από άλλο ομόδικο καθιστά το ένδικο μέσο απαράδεκτο ως εκ του δευτέρου ασκηθέν. Η αρχή όμως αυτή κάμπτεται, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτοτελώς ενδίκου μέσου από άλλο αναγκαίο ομόδικο, όπως συμβαίνει όταν προβάλλονται με αυτό λόγοι που δεν περιέχονται στο προηγουμένως από άλλο ομόδικο ασκηθέν με τους οποίους επιδιώκεται η παροχή δραστικότερης προστασίας, πέραν δηλαδή εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατό να παρασχεθεί με βάση το προηγουμένως ασκηθέν ασκηθέν.

Η αντίθετη έκδοση θα μπορούσε να οδηγήσει σε στέρηση παροχής έννομης προστασίας, την οποία καθένας δικαιούται κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Είναι δε πρόδηλον ότι τα ανωτέρω ισχύουν και επί αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις σχετικές αιτήσεις αναιρέσεως, από τους αναιρεσείοντες αναγκαίους ομοδίκους καταδολιευτικώς συναλλαγέντες (άρθρο 939 επ.

ΑΚ) κατά της υπ' αριθ. 732/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών - η προηγηθείσα του απαλλοτριώσαντος Ζ και εκδικασθείσα ξεχωριστά - και η συνεκδικαζομένη στη σημερινή δικάσιμο της αποκτησάσης ... LIMITED INE ζητείται η αναίρεση της άνω αποφάσεως του Εφετείου για τους αναφερομένους σε κάθε μια από τις αιτήσεις αυτές λόγους οι οποίοι είναι διαφορετικοί.

Επομένως και η δεύτερη αναίρεση της αναγκαίας ως άνω ομοδίκου είναι παραδεκτή, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ήτοι περί του απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, προβληθέντος παραδεκτώς με τις προτάσεις της.

ΕΠΕΙΔΗ κατά την παράγραφο 2 εδ. α του άρθρου 563 Κ.Πολ.Δ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλόγως και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το Δ/ριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως και επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία και όχι στην ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της ή από απαράδεκτο της συζήτησης, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 19-3-07, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της με την υπ' αριθ. 1144/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τους εν αυτή λόγους. Ήδη με την από 21-6-2007 κλήση της αναιρεσείουσας επαναφέρθηκε προς συζήτηση η υπόθεση για την δικάσιμο της 29-9-2008, για την οποία κατατέθηκαν στις 11-7-2007 οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και μετά από αναβολή για τη σημερινή δικάσιμο συζητείται η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Επομένως, πρέπει κατά τα προαναφερόμενα, εφόσον η παρούσα συζήτηση δεν είναι η αρχική της αιτήσεως αναιρέσεως, ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ, στην οποία ορίζεται "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα ως της έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίζει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι προϋπόθεση για το παραδεκτό ασκήσεως προσθέτου παρεμβάντος αποτελεί η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, την οποία δεν έχει αυτός που κατά τον οποιονδήποτε τρόπο μετείχε ως διάδικος σε στάδια προηγούμενα της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παρενέβη υπέρ της αναιρεσείουσας ο Ζ, αναγκαίος ομόδικος αυτής ως προελέχθηκε, ο οποίος όμως υπήρξε διάδικος, ως εκκαλών στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει τούτων η παραπάνω πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε απαραδέκτως και για την αιτία αυτή πρωταρχική πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω και δεδομένου ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας πρέπει να κλητεύεται στη συζήτηση και ο μη ασκήσας την αναίρεση αναγκαίος ομόδικος, στην προκειμένη περίπτωση παρίσταται ο άνω αναγκαίος ομόδικος της αναιρεσείουσας, παρελκούσης της κλητεύσεως του και πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεως πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από το δικαστήριο αυτό. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 435 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αναίρεση στρέφεται τόσο κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2286/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και κατά της υπ` αριθμ. 732/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναγκαίου ομοδίκου της αναιρεσείουσας Ζ κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως μεν διότι δεν προκύπτει κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και διότι με την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως ως προαναφέρθηκε, επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση (άρθρ. 577§1 ΚΠολ.Δ).

Επειδή κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ζήτησε με την ειδική αγωγή της τη διάρρηξης της γενόμενης απαλλοτρίωσης, με το υπ' αριθ. 54773/2000 συμβόλαιο από τον πρώτο προς την δεύτερη εναγομένη, των στην αγωγή αναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου κυριότητας του 1ου εναγομένου.

Το Εφετείο όμως, ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης με αριθμό 2286/04 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού απέρριψε την κατ' αυτής έφεση, κήρυξε διαρρηγμένη την πώληση που έγινε με το ανωτέρω συμβόλαιο, όχι μόνον κατά το ποσοστό συγκυριότητας (1/2) του 1ου εναγομένου, αλλά για όλο το ακίνητο, δηλαδή και για το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος κατά συγκυριότητας στον σύζυγο του 1ου εναγομένου.

Με την κρίση του αυτή το εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν αγωγικώς και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και συνεπώς ο 1ος λόγος αίτησης αναίρεσης από τη διάταξη αυτή είναι βάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση, σαφώς και επαρκώς, τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η ενάγουσα έχει βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του πρώτου εναγομένου ποσού 50.000.000 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ο τελευταίος, ενώ υφίστατο η παραπάνω οφειλή, απαλλοτρίωσε δυνάμει του 54773/4-12-2000 συμβολαίου (αγοραπωλητηρίου), το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, προς τη δεύτερη εναγόμενη αλλοδαπή εταιρεία, το 1/2 εξ αδιαιρέτου της κυριότητάς του επί των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά θέση, έκταση και όρια οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Στην άνω απαλλοτριωτική του πράξη προέβη ο οφειλέτης με πρόθεση προς βλάβη της δανείστριάς του (ενάγουσας), εν γνώσει της αγοράστριας, δηλαδή των νομίμων εκπροσώπων της, ότι ο οφειλέτης ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας. Ο οφειλέτης, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν είχε άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, όντας αφερέγγυος, αφού το μόνο φανερό περιουσιακό στοιχείο του είναι η επικαρπία του αναφερόμενου ακινήτου στο Δήμο ..., η οποία όμως έχει ήδη κατασχεθεί αναγκαστικώς από τον επισπεύδοντα κατ' αυτής πλειστηριασμό, δανειστή του πρώτου εναγομένου, ...

και η αξία της έχει εκτιμηθεί με την έκθεση κατασχέσεως σε 38.000.000 δραχμές, για την ικανοποίηση τους δε εξ αυτής έχουν αναγγελθεί και άλλοι δανειστές, ούτως ώστε το εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας; εν όψει και του ύψους της απαίτησης της τελευταίας.

Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναγκαίου ομόδικού της (Ζ) κατά της αναιρσίβλητης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η άνω αγωγή. Mε τις άνω παραδοχές του, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ΑΚ 939 με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αφού δεν εκθέτει την αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, σε σχέση με την απαίτηση, γιατί η διάρρηξη θίγει την απαλλοτρίωση μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως από τον αριθ 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που προτάθηκε από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, είναι βάσιμος. (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Επειδή κατά το άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι διατάσσεται η επαναφορά των πραγμάτων, μόνο όταν έγινε εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση, της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως και όχι οποιασδήποτε άλλης αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της που κατέθεσε κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 208/2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία της επιδικάσθηκε ποσό 50.000.000 δραχμών πλέον τόκων, εις βάρος του αναγκαίου ομοδίκου της Ζ, κατάσχεσε και εξέθεσε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 28-2-2007 το 1/2 εξ αδιαιρέτου δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών του, που βρίσκονται στη θέση ...

της νήσου ..., ποσοστό που ο ίδιος είχε μεταβιβάσει στην αναγκαία ομόδικό του εταιρεία (αναιρεσείουσα), δυνάμει του υπ' αριθμ. 54773/2000 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ήμελλου, ότι ο πλειστηριασμός αυτός διενεργήθηκε στις 28-7-2007 και οι ανωτέρω ιδιοκτησίες, κατά το προαναφερθέν ποσοστό, κατακυρώθηκαν στην αναιρεσίβλητη αντί πλειστηριάσματος 200.000 ευρώ, συμψηφιστικά με την ως άνω απαίτησή της.

Ζητεί δε ακολούθως να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την ανωτέρω εκτέλεση και συγκεκριμένα: α) να διαγραφούν από την μερίδα του αναγκαίου ομοδίκου της Ζ στο Υποθηκοφυλακείο Μυκόνου οι σημειωθείσες υπ' αριθ. 2286/04 και 732/06 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, β) να ακυρωθούν οι ως άνω διενεργηθείσες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ως άνω ποσοστού των ιδιοκτησιών του, περιλήψεις αυτής, έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και έκθεση κατακύρωσης) και γ) να αναγνωρισθεί ότι το ανωτέρω ποσοστό των κατασχεθεισών ιδιοκτησιών του πρέπει να επανέλθει στον αναγκαίο ομόδικό της Ζ.

Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, ως προς μεν τα υπό στοιχεία β' και γ' αιτήματα, διότι η διενεργηθείσα από την αναιρεσίβλητη αναγκαστική εκτέλεση, έγινε, όπως συνομολογεί η αναιρεσείουσα αλλά και αποδεικνύεται από τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, όχι με βάση την αναιρούμενη απόφαση που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κηρυχθεί διαρρηκτέα η ως άνω αναφερόμενη μεταβιβαστική δικαιοπραξία, αλλά με βάση την υπ' αριθμ. 208/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 50.000.000 πλέον τόκων και εξόδων, ως προς δε το υπό στοιχείο α' αίτημά της, διότι στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται διαγραφή των άνω αποφάσεων, αλλά αρκεί η σημείωση της αναιρετικής αποφάσεως στο περιθώριο της μεταγεγραμμένης δικαιοπραξίας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1202 ΑΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 732/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ