Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late appeal filed under excessive four-year statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a second-instance judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that a four-year limitation period was excessive and should allow for restoration of the previous state due to force majeure preventing timely filing. The court held that such a long period is inherently excessive and does not qualify for restoration under civil procedure law, as it serves to ensure legal certainty rather than protect individual circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518(2), 152(1), 153, 155(1), 156, 158 of the Code of Civil Procedure; The four-year limitation period for filing an appeal is excessive and not subject to restoration of the previous state under the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1875 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1875/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Ασημακόπουλου, που ανακάλεσε την από 17-9-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Τσιλιβή, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2014 μη οριστική, 13/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 287/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων και της συμπροσβαλλομένης 9/2014 μη οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή τύποις η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1, 554, 564, 565 και 652 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφότου και έγινε τελεσίδικη.
Διαφορετικά θα μπορούσε ο διάδικος με εκπρόθεσμη έφεση, οποτεδήποτε ασκούμενη, να καταστρατηγεί τις διατάξεις που καθιερώνουν προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης. Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ δύο (2) έτη έτη και αρχίζει, όπως ορίζει αυτή, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο από την ημέρα που αυτή έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα έτη αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα έτη (ΑΠ 728/2021, ΑΠ 810/2018, ΑΠ 793/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της, τη συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας και απορρίπτει την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή (Ολ.ΑΠ 412/1981).
Παρέπεται ότι αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της άνω προυπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το εξ αυτής απαράδεκτο να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 1385/2021, Α.Π. 199/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η 13/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10-10-2012 αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης και β) η 287/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε τόσον η από 23-09-2019 έφεση της ενάγουσας κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη (επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα) όσον και η σωρευθείσα σε αυτήν αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό αριθμό κατάθεσης 17/22-02-2023 και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό κατάθεσης 09/22-02-2023. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, προεχόντως ως εκπρόθεσμη, διότι, με δεδομένο ότι, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης αρχίζει όχι από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, το δε δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 22-2-2023, αυτή ασκήθηκε μετά και την πάροδο της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας αναίρεσης, η οποία άρχισε την επομένη της εκπνοής της διετούς προθεσμίας άσκησης έφεσης, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι μετά την πάροδο συνολικά τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση στις 28-4-2017, της απόφασης του τελευταίου δικαστηρίου, που δεν επιδόθηκε.
Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της 13/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... η οποία δημοσιεύθηκε στις 28-04-2017 θα συμπληρωνόταν στις 29-4-2021, πλην όμως αυτή ανεστάλη για το χρονικό διάστημα από 13-03-2020 έως 31-05-2020 και από 07-11-2020 έως 06-04-2021, ήτοι για χρονικό διάστημα 231 ημερών, με τις νομοθετικές ρυθμίσεις λόγω της πανδημίας (άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020, 83 παρ 1 του Ν. 4790/2021, 49 του Ν. 4963/2022), πλέον χρονικού διαστήματος 10 ημερών (άρθρο 83 του Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του Ν.4792/2021).
Συμπληρώθηκε επομένως στις 27-12-2021, δηλαδή πριν την κατάθεση της αναίρεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά την ως άνω τελεσίδικη απόφαση ήτοι την υπ' αριθμ. 287/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το λόγο της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει τη σχετική προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, είτε με το δικόγραφο της αναίρεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.
Οι καταχρηστικές, όμως, προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ` αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της άσκησης του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγή στο δικαστήριο (Α.Π. 1385/2021, Α.Π. 1049/2019, Α.Π. 1030/2019, Α.Π. 264/2013, Α.Π. 2064/2009).
Περαιτέρω, για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει α) το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο πρέπει να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, β) με τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης να παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και γ) η απόφαση να μην έχει καθόλου αιτιολογίες ή να διαλαμβάνει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 287/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 152 επ. ΚΠολΔ.
Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικής φύσης, δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η παράβασή τους δεν ελέγχεται με το λόγο του αριθμού 19 του 559 ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς αλλά απέρριψε την αίτηση επαναφοράς ως απαράδεκτη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί με το λόγο του αριθμού 19.
Σε κάθε δε περίπτωση αν ήθελε θεωρηθεί, κατ' εκτίμηση του πρώτου λόγου αναίρεσης, ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη αληθώς η πλημμέλεια του αριθμού 14 και όχι του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο με την απόρριψη της αίτησης επαναφοράς ως απαράδεκτης και συνακόλουθα και της έφεσης ως εκπρόθεσμης, ο λόγος είναι αβάσιμος.
Και τούτο διότι ως προς το ζήτημα αυτό, οι παραδοχές της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τους, έχουν ως εξής : "......Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της έφεσης, ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Κατά μεν το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου ν. 4335/2015, "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η προθεσμία επί εφέσεως, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατ' απόφασης που έχει δημοσιευθεί μετά την 1-1-2016, είναι διετής από τη δημοσίευσή της, εφόσον δεν έχει επιδοθεί.
Αποτελεί δε καταχρηστική προθεσμία, διότι τάσσεται από τον νόμο με στόχο τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας ως προς τους τρίτους και την προαγωγή της ασφάλειας στη συναλλακτική ζωή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου, με το ίδιο ή χωριστό δικόγραφο ή ακόμη και με τις προτάσεις.
Οι καταχρηστικές, όμως, προθεσμίες, σε αντίθεση με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά, κατά τα προαναφερόμενα, τάσσονται από τον νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ' αυτές, αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων, που συνιστούν την ανώτερη βία ή τον δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν, ενδεχομένως, να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία. .........
Ωστόσο, η κρινόμενη έφεση, που ασκήθηκε με κατάθεση στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, στις 23-9-2019, ασκήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 13/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί, ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται το αντίθετο, δημοσιεύτηκε στις 28-4-2017 και δη μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης διετούς προθεσμίας στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, με ισχύ από 1-1-2016 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε μετά την 1-1-2016.
Στο δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης σωρεύεται και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια προσδόσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της έννομης ενέργειας, που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, επικαλούμενη ότι η έφεσή της ασκήθηκε εκπρόθεσμα, διότι κατά τη διάρκεια της διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, συνέβησαν περιστατικά, που παρακώλυσαν τη άσκηση της έφεσης και δεν μπορούσαν να αποτραπούν με την επίδειξη της προσήκουσας επιμέλειας από την ίδια, ήτοι ότι.......
Ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, η αίτηση αυτή επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι η προβλεπόμενη, στην ως άνω διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, διετής προθεσμία από την δημοσίευση της απόφασης, που περάτωσε τη δίκη, είναι καταχρηστική και ως τέτοια δεν είναι δεκτική αποκατάστασης με αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, αφού δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά τάσσεται από τον νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, η δε παρέλευση του χρονικού διαστήματος από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της έφεσης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα προσωπικές συνθήκες, που την εμπόδισαν να προβεί στην εμπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης έφεσης, που συνιστούν, κατά την εκκαλούσα, ανώτερη βία, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσε να τηρήσει την ανωτέρω προθεσμία. ....Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου άσκησής της, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και η εφεσίβλητη, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου.......".
Από την προρρηθείσα επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει η ορθή παραδοχή της, ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 518 παρ 2 ΚΠολΔ διετής προθεσμία από τη δημοσίευση της απόφασης που περάτωσε τη δίκη είναι καταχρηστική και ως τέτοια δεν είναι δεκτική αποκατάστασης με αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση κατά τις διατάξεις των άρθρων 152 επ.
ΚΠολΔ. Ορθώς, επομένως, η προσβαλλομένη κήρυξε απαράδεκτο ως προς την αίτηση επαναφοράς και την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-02-2023 αίτηση αναίρεσης α) της υπ' αριθμ. 13/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης και β) της υπ' αριθμ. 287/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ