Supreme Court dismisses appeal on Article 559(11)(c) Civil Procedure Code grounds for ignoring sworn statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final judgment. The appellant argued the trial court ignored her sworn statements, but the court found the judgment explicitly referenced and weighed these documents alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless under Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged omission of sworn statements is inadmissible if the lower court's judgment explicitly references and considers those documents in its reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1875 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1875/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθ'ης η κλήση: Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Μαγείρου, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Α. Π. του Π., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος (ως εκ της εργασίας του) στη Βούλα Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σταμούλη, και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη προς τους: 1) Χ. Ζ. του Ν., κάτοικο ..., 2) Μ. Γ., κάτοικο Αναβύσσου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χιωτέλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. Ν. χήρα Π. Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κουτήφαρη, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 4-10-2019 ανακοίνωση δίκης και την από 7-10-2019 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 17-12-2019 και 22-11-2019 πρόσθετες παρεμβάσεις, στις δίκες των προαναφερομένων αγωγής και ανταγωγής αντίστοιχα, της ήδη υπό στοιχείο 3 προς ην η κοινοποίηση και τις από 19-12-2019 και 22-11-2019 πρόσθετες παρεμβάσεις, στις δίκες των προαναφερομένων αγωγής και ανταγωγής αντίστοιχα, των ήδη 1ου και 2ης προς ους η κοινοποίηση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 2506/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1764/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 22-11-2022 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-11-2022 και με αριθ. εκθ. καταθ. 202/23-11-2022 κλήση του αναιρεσιβλήτου νομίμως φέρεται προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 2506/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1764/2022 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 4-5-2022, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας τα αποδεικτικά έγγραφα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε επί αγωγής του Α. Π. του Π. κατά της (αδελφής του) Ε. Π. του Π. και επί ανταγωγής της εναγομένης κατά του ενάγοντος, οι οποίες συνεκδικάστηκαν αντιμωλία αυτών κατά την τακτική διαδικασία. Επίσης συνεκδικάστηκαν με την αγωγή και την ανταγωγή η ανακοίνωση δίκης της εναγομένης - αντενάγουσας προς τους Χ. Ζ. του Ν., Μ. Γ. του Χ. χήρα Δ. Ρ. και Α. Ν. του Ε. χήρα Π. Π. και οι πρόσθετες παρεμβάσεις τους κατ' αυτής και υπέρ του ενάγοντος - αντεναγομένου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α' , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 611/2022).
Κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η οριζόμενη από αυτή προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκήσεως αναιρέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για το παραδεκτό της, εξετάζεται όχι μόνο κατ` ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα έγγραφα της δικογραφίας (ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 104/2008, ΑΠ 1763/2006).
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 ΚΠολΔ η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.
Συνεπώς, η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής - πλέον - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 553 αριθμός 1β ΚΠολΔ.
Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).
Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση εφέσεως διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρου (άρθρο 98 περ.
β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως να ισχυροποιείται η παραίτηση αναδρομικά από τον χρόνο ασκήσεως αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, σε αναίρεση υπόκεινται μόνο οι αποφάσεις που είναι τελεσίδικες κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, δηλαδή κατά τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Οι διατάξεις του άρθρου 564 ΚΠολΔ ορίζουν την προθεσμία και το γεγονός που κινεί την προθεσμία, ενώ ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών ορίζεται στο άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά την συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας.
Η επίδοση της απόφασης μπορεί να γίνει και προς τον δικηγόρο που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του αντιδίκου στο δικαστήριο της ουσίας. Αν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την επίδοση της απόφασης αυτής τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες έφεσης και αναίρεσης, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία ή ερήμην.
Συνεπώς, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης (ΑΠ 1000/2001, ΑΠ 680/1996). Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις προθεσμίες των παρ. 1 και 2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, δηλαδή στις γνήσιες προθεσμίες των τριάντα (30) ή εξήντα (60) ημερών για την άσκηση αναιρέσεως από διάδικο που διαμένει στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό αντίστοιχα (ΑΠ 666/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι προς απόδειξη της τελεσιδικίας η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει α) αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 2506/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την ενυπόγραφη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ηλία Δεδούση ότι επιδόθηκε η απόφαση αυτή στην αναιρεσείουσα την 16-7-2020 κατόπιν παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, β) την υπ' αριθ. 11986β/16-7-2020 έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή και γ) το υπ' αριθ. 2006/23-6-2023 πιστοποιητικό του τμήματος πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών, που πιστοποιεί ότι από την 1-1-2020 έως και την 22-6-2023 (προηγούμενη ημέρα της εκδόσεως του πιστοποιητικού) ασκήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η (η υπό κρίση) με ημερομηνία κατάθεσης 14-10-2020 και υπ' αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 74299/124/14-10-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 2506/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει ότι από την επίδοση με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου αντιγράφου αυτής στην αναιρεσείουσα, η οποία διαμένει στην Ελλάδα, την 17-7-2020, που άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία εφέσεως μέχρι και την 15-9-2020, που έληξε, χωρίς να περιλαμβάνεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Από την 16-9-2020 άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία αναιρέσεως, που έληξε την 15-10-2020 και το δικόγραφο αναιρέσεως κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 14-10-2020, ήτοι μέσα στην τασσόμενη τριακονθήμερη προθεσμία αναιρέσεως. Έτσι κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά την κατάθεση του οικείου δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη.
Με βάση τα ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 144 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ), επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση και συνεπώς δεν δικαιολογείται να υφίσταται ο διάδικος, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση.
Ο διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Νομιμοποιούμενοι ενεργητικώς για την άσκηση αναίρεσης είναι κυρίως οι διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ποια είναι αυτά τα πρόσωπα ειδικότερα, προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, συνεπώς αναίρεση μπορεί να ασκήσει ο ενάγων ή ο εναγόμενος, εφόσον προσβάλλεται απόφαση του πρώτου βαθμού.
Κατά το άρθρο 82 εδ. γ ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς και του άρθρου 558 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, χωρίς δε την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 205/2019, ΑΠ 797/2018, ΑΠ 424/2017, ΑΠ 1200/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο παραστάθηκαν οι προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ του αναιρεσιβλήτου και κατά της αναιρεσείουσας, Χ. Ζ. και Μ. Γ. μαζί και η Α. Ν. χωριστά, οι οποίοι είχαν παρασταθεί και πρωτοδίκως με την ίδια ιδιότητα σε χωριστή ομάδα.
Από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τις δικαστικές αποφάσεις, που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι και σχετίζονται με την διερευνώμενη υπόθεση, προκύπτουν ως προς την πορεία της τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος Α. Π. άσκησε κατά της ήδη αναιρεσείουσας αδελφής του Ε. Π. την από 18-9-2019 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ.
εκθ. κατ. ...), με την οποία ζητεί α) να αναγνωριστεί η νομότυπη σύνταξη και να βεβαιωθεί το περιεχόμενο της από 5-6-2012 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος την 5-3-2019 πατέρα τους Π. Π., με την οποία αυτός κατέλειπε κληροδοσίες ποσού 1.000.000 ευρώ σε έκαστο από τους Χ. Ζ., Μ. Γ. και Γ. Σ. και όρισε ότι υπόχρεη για την καταβολή των κληροδοσιών είναι η εναγομένη και β) να αναγνωριστεί ότι μόνη υπόχρεη στην καταβολή των κληροδοσιών προς τους δικαιούχους είναι η εναγομένη.
Με το από 18-9-2019 δικόγραφο ανακοίνωσης δίκης (αριθ. εκθ. κατ. ...) η εναγομένη ανακοίνωσε την δίκη επί της κατ' αυτής αγωγής προς τους Χ. Ζ., Μ. Γ. (κληροδόχους) και προς την Α. Ν. (σύζυγο από δεύτερο γάμο του διαθέτη). Οι ανωτέρω προς τους οποίους ανακοινώθηκε η δίκη επί της αγωγής άσκησαν υπέρ του ενάγοντος και κατά της εναγομένης πρόσθετες παρεμβάσεις, ήτοι η Α.
Ν. την από 17-12-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. 11533/3601/17-12-2019) πρόσθετη παρέμβασή της και οι Χ. Ζ. και Μ. Γ. την από 19-12-2019 (112352/3632/19-12-2019) πρόσθετη παρέμβασή τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον και ζητούν να γίνει δεκτή η αγωγή. Η εναγομένη άσκησε την από 7-10-2019 ανταγωγή (αριθ. εκθ. κατ. 89527/2863//17-10-2019), με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί κυρίως η ακυρότητα ως ιδιόγραφης διαθήκης της από 5-6-2012 επιστολής του αποβιώσαντος πατέρα της προς αυτή και επικουρικώς το ανίσχυρο αυτής, λόγω ανάκλησής της με μεταγενέστερη διαθήκη του.
Οι ανωτέρω προς τους οποίους επίσης ανακοινώθηκε η δίκη επί της ανταγωγής άσκησαν υπέρ του ενάγοντος - αντεναγομένου και κατά της εναγομένης - αντενάγουσας πρόσθετες παρεμβάσεις, ήτοι η Α. Ν. την από 22-11-2019 (αριθ. εκθ. κατ. ...) πρόσθετη παρέμβασή της και οι Χ. Ζ. και Μ. Γ. την από 22-11-2019 (αριθ. εκθ. καταθ. ...) πρόσθετη παρέμβασή τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον και ζητούν να απορριφθεί η ανταγωγή.
Επί της αγωγής, της ανταγωγής, της ανακοίνωσης της δίκης και των πρόσθετων παρεμβάσεων, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, πλην της πρόσθετης παρέμβασης των Χ. Ζ. και Μ. Γ. κατά της Ε. Π. επί της ανταγωγής της, που θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2506/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανταγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) αναγνωρίστηκε ότι ο Π.
Π. του Σ. και Ε. συνέταξε νομότυπα την από 5-6-2012 ιδιόγραφη διαθήκη του, το πρωτότυπο της οποίας έχει απωλεστεί και έχει ανευρεθεί μόνο φωτοαντίγραφό του, δυνάμει της οποίας συνέστησε κληροδοσίες ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000 €) υπέρ εκάστου των προσθέτως παρεμβαινόντων Χ. Ζ., Μ. Γ. και Γ. Σ. ορίζοντας ως υπόχρεη κληρονόμο για την εκπλήρωσή τους την θυγατέρα του Ε.
Παναγοπούλου και β) αναγνώρισε ως αποκλειστικά υπόχρεη κληρονόμο για την εκπλήρωση των προαναφερόμενων κληροδοσιών προς τους δικαιούχους κληροδόχους την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις, επίσης έγιναν δεκτές οι λοιπές (πλην της προαναφερόμενης, που θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα) πρόσθετες παρεμβάσεις.
Εξάλλου, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων Χ. Ζ. του Νικολάου και Μ. Γ. του Χ. την από 20-6-2019 αγωγή της (αριθ. εκθ. καταθ. ...), με την οποία (όπως εκτιμήθηκε το περιεχόμενό της) ζητεί α) κυρίως να αναγνωριστεί η ακυρότητα της επιστολής ως ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της Π.
Π. του Σ. και της Ε., με την οποία συνέστησε κληροδοσίες υπέρ των κατονομαζόμενων κληροδόχων και όρισε αυτή ως βεβαρημένη με τις κληροδοσίες και β) επικουρικώς να αναγνωριστεί το ανίσχυρο της ιδιόγραφης διαθήκης - επιστολής ως προς την διάταξή της, που την ορίζει βεβαρημένη με τις κληροδοσίες κληρονόμο, λόγω ανακλήσεως αυτής με την νεώτερη υπ' αριθ. 5846/7-1-2014 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτας Βενίτη, που περιέχει διάταξη περί συστάσεως των κληροδοσιών χωρίς όμως να την ορίζει βεβαρημένη με τις κληροδοσίες κληρονόμο.
Επί της αγωγής αυτής, με την οποία συνεκδικάστηκαν η ανακοίνωση της δίκης από την σ' αυτή ενάγουσα προς τους Α. Ν. και Α. Π. και οι πρόσθετες παρεμβάσεις τους υπέρ των σ' αυτή εναγομένων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2505/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την επικουρική βάση της.
Επί εφέσεως κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 901/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1756/2022 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, που έκανε δεκτό τον λόγο που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής, την οποία εκτίμησε ως στηρίζουσα αίτημα περί ακυρώσεως της επίδικης επιστολής ως διαθήκης και παρέπεμψε την υπόθεση στο σύνολό της στο Εφετείο Αθηνών, όπου εκκρεμεί η εκδίκασή της κατά τη δικάσιμο της 23-11-2023 μετά από ματαίωση της συζήτησής της κατά την αρχική δικάσιμο της 18-5-2021 (λόγω διεξαγωγής εθνικών εκλογών).
Η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη με τις προτάσεις της ότι το ζήτημα της ακυρότητας της επίδικης επιστολής ως ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος, άλλως του ανίσχυρου της επίδικης επιστολής ως ιδιόγραφης διαθήκης του εκκρεμεί μετά την παραπομπή της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, υποβάλλει αίτημα αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από το δικαστήριο αυτό.
Σε σχέση με το υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής, σημειώνεται ότι ο Άρειος Πάγος δεν ερευνά πραγματικά περιστατικά, αλλά στην αναιρετική δίκη εξετάζονται νομικά ζητήματα, που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν εξαρτάται η έκβαση της δίκης από την έκδοση αποφάσεως δικαστηρίου της ουσίας σε διαφορετική δίκη.
Ωστόσο, το άρθρο 249 ΚΠολΔ μπορεί να εφαρμοστεί, προκειμένου να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο μέχρι να εκδοθεί απόφαση του Εφετείου σε άλλη υπόθεση, όταν κρίνεται αναγκαίο (ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 741/2000). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, δεν συντρέχει λόγος αναβολής, διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος.
Η εγκατάσταση κληρονόμου, μη υποβαλλόμενη, κατά τον ΑΚ, σε πανηγυρικό τύπο γίνεται με διαθήκη, εφόσον από το περιεχόμενό της συνάγεται πρόθεση του διαθέτη να ρυθμίσει τα της περιουσίας του μετά τον θάνατό του και να ορίσει τον κληρονόμο του. Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι ισοδύναμη και μπορεί να έχει το περιεχόμενο κάθε άλλης διαθήκης, ενώ έχει αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τους άλλους τύπους διαθηκών.
Δεν απαιτεί πανηγυρικές διαδικασίες, δεν μαθαίνουν οι τρίτοι ούτε το περιεχόμενό της, ούτε ότι συντάχθηκε, παρέχει την δυνατότητα στον διαθέτη να την αναπροσαρμόζει εύκολα σε νεότερη τελευταία του βούληση. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1712 και 1721 ΑΚ συνάγεται ότι ιδιόγραφη διαθήκη είναι η γραφόμενη καθ' ολοκληρία με το χέρι του διαθέτη, χρονολογουμένη και υπογραφομένη από τον ίδιο.
Η ιδιόγραφη διαθήκη, μπορεί να συνταχθεί και με τον τύπο επιστολής προς τον τετιμημένο ή τρίτο, εφόσον έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη, αρκεί στο περιεχόμενό της να εκφράζεται η οριστική βούληση του συντάκτη της ως προς τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του μετά θάνατο. Η κρίση για την ύπαρξη ή μη τέτοιας πραγματικής βούλησης εξαρτάται από την εκτίμηση του περιεχομένου της επιστολής και, σε περίπτωση αδυναμίας τέτοιας κρίσης, από τη στάθμιση των ειδικών συνθηκών στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 968/2018, ΑΠ 497/2009, ΑΠ 750/2000).
Από τη διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν ένα έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ή ότι το έγγραφο υπάρχει νόμιμα συνταγμένο ή το περιεχόμενό του ή και τα δύο, με κάθε αποδεικτικό μέσο και αν ακόμη πρόκειται για σχέση που για να συσταθεί επιβάλλεται από το νόμο ή από τα μέρη να συνταχθεί έγγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ, που ορίζουν, αντίστοιχα, τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί με νόμιμο τρόπο, συνάγεται και ότι, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση απώλειας της ιδιόγραφης διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής, νόμιμα συντεταγμένης, καθώς και του περιεχομένου της (ΟλΑΠ 1234/1982).
Έτσι, στην περίπτωση που διαθήκη οποιουδήποτε τύπου χαθεί ή καταστραφεί είτε τυχαία είτε από τρίτο άτομο, δεν υπάρχει μεν το έγγραφο, αλλά δεν παύει να υπάρχει νομικά η διαθήκη, να ισχύουν δηλαδή οι διατάξεις που αναγράφονται στο έγγραφο που δεν υπάρχει πια. Ειδικότερα, επί ιδιόγραφης διαθήκης, εκτός από την περίπτωση της καταστροφής του εγγράφου της από τον ίδιο το διαθέτη, η οποία κάτω από ορισμένους όρους σημαίνει ανάκληση αυτής (άρθρο 1765 ΑΚ), είναι ενδεχόμενο να συμβεί τυχαία καταστροφή ή απώλεια αυτής.
Ακόμη, είναι ενδεχόμενο η καταστροφή ή απώλεια της ιδιόγραφης διαθήκης να οφείλεται σε παράνομη πράξη τρίτου. Στις περιπτώσεις αυτές, η καταστροφή του εγγράφου της ιδιόγραφης διαθήκης, (εφόσον το περιστατικό αυτό δεν συνδέεται με ενέργεια του διαθέτη, η οποία συνοδεύεται από τους όρους του άρθρου 1765 ΑΚ) ή η απώλεια αυτού δεν οδηγεί στην εκμηδένιση της σχετικής δικαιοπραξίας, αλλά αυτή διατηρεί τη νομική της ενέργεια και υπόσταση.
Ο Αστικός Κώδικας δεν αντιμετωπίζει το θέμα αυτό, ενώ το ρυθμίζει ρητά, για οποιοδήποτε έγγραφο το άρθρο 435 ΚΠολΔ, ακόμη και για την περίπτωση που το έγγραφο απαιτείται από το νόμο, όπως στη διαθήκη, ως συστατικό στοιχείο. Εκείνος που στηρίζει σ' αυτήν δικαιώματα, ανακύπτοντα μετά το θάνατο του διαθέτη, έχει την δυνατότητα, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει δικαστική βεβαίωση ότι υπήρχε διαθήκη, με ορισμένο περιεχόμενο, η οποία καταρτίστηκε νόμιμα και χάθηκε, οπότε οφείλει να ισχυρισθεί και στην συνέχεια να αποδείξει, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, τη σύνταξη της διαθήκης με τις νόμιμες διατυπώσεις, το περιεχόμενο και την απώλεια αυτής (AΠ 1111/1985, ΑΠ 1552/1977).
Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο κανόνας αυτός για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως την αγωγή νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο (ΑΠ 99/2017).
Η τυχόν δε περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην ελλιπή παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε να είναι, ως λογικό επακόλουθο των περιστατικών αυτών, σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).
Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υπάρχει και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι την μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή την μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών (ΑΠ 958/2013, ΑΠ 961/2011, ΑΠ 480/2010, ΑΠ 1911/2007).
Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της, παρά το νόμο, μη απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας της, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιο σημείο ειδικότερα αυτή δεν είναι πλήρης, καθώς και ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1330/2007).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του (αναφέρεται ως πλημμέλεια μόνο από τον αριθμό 1 της διάταξης αυτής), η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1721, 1718 ΑΚ και 735 ΚΠολΔ, διότι έκρινε ορισμένη και νόμιμη την κατ' αυτής αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή του περί αοριστίας ισχυρισμού της, τον οποίο είχε προτείνει νομίμως και παραδεκτώς κατά την συζήτηση στο δικάσαν Πρωτοδικείο.
Κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται ότι η επίδικη διαθήκη - επιστολή δεν ανευρέθηκε σε πρωτότυπο αλλά υπάρχει μόνο σε φωτοτυπικό αντίγραφο και πρέπει να θεωρηθεί απωλεσθείσα, ενώ απαιτείται να αναφέρεται ότι το πρωτότυπο έχει πράγματι απωλεσθεί και επίσης παραλείπεται η παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των συγκεκριμένων συνθηκών απωλείας του πρωτοτύπου της επιστολής αυτής, ενώ απαιτείται να εξειδικεύεται ότι επήλθε από φυσικά φαινόμενα, είτε από ενέργειες τρίτων, είτε από τυχαίο γεγονός.
Στην προκείμενη περίπτωση, στο παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, εκτίθενται τα εξής: Ότι την 5-2-2019 απεβίωσε ο πατέρας των διαδίκων και κατέλειπε τις αναφερόμενες πέντε (5) διαθήκες, μεταξύ των οποίων και την δεύτερη χρονολογικά από 5-6-2012 επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του, που συνέταξε, υπέγραψε και χρονολόγησε ιδιοχείρως, υπό τον τύπο επιστολής, αποτελούμενης από τρία (3) τμήματα.
Ότι το πρώτο τμήμα της επιστολής, το οποίο απευθύνεται προς τον Χ. Ζ., προσθέτως παρεμβαίνοντα υπέρ του ενάγοντος, το παρέδωσε ο διαθέτης σ' αυτόν σε πρωτότυπο. Ότι επίσης του παρέδωσε σε φωτοτυπία τα υπόλοιπα δύο τμήματα της επιστολής αυτής, τα οποία απευθύνονται προς την εναγομένη. Ότι ο αποβιώσας με το δεύτερο τμήμα της επιστολής του συνέστησε κληροδοσίες ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ υπέρ εκάστου των κληροδόχων, Χ.
Ζ. (προσθέτως παρεμβαίνοντος), Μ. Γ. (προσθέτως παρεμβαίνουσας) και Γ. Σ. (δεν είναι διάδικος στις δίκες αυτές) και όρισε την εναγομένη ως βεβαρημένη κληρονόμο του για την καταβολή των χρημάτων των κληροδοσιών στους κληροδόχους του. Ότι σαφώς και πλήρως εκφράζει στην επιστολή του την τελευταία του βούληση να εγκαταστήσει τους κατονομαζόμενους τρεις (3) τετιμημένους κληροδόχους και να ορίσει την εναγομένη αποκλειστικά υπόχρεη για την καταβολή του ποσού των κληροδοσιών σε έκαστο από αυτούς.
Ότι μετά τον θάνατο του διαθέτη πατέρα τους, αναζητήθηκε στην οικία του (στην ... στο ...) το πρωτότυπο των δύο (2) σε φωτοτυπία επιστολών, που δεν αμφισβητείται ότι συντάχθηκαν από τον ίδιο, όμως δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθούν. Ότι έρευνα στο γραφείο του πατέρα τους (στη λεωφόρο ... στη Βούλα Αττικής) δεν μπόρεσε να γίνει, διότι η εναγομένη κρατά κλειδωμένο το γραφείο και δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανένα, επικαλούμενη διάταξη άλλης διαθήκης του, που ορίζει ότι περιέρχεται στην σ' αυτή οτιδήποτε υπάρχει στο γραφείο του.
Ότι οι δύο σε φωτοτυπία επιστολές, πρέπει να θεωρηθούν απωλεσθείσες, διότι δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί το πρωτότυπο κείμενο αυτών και δεν επικαλούνται ότι το έχουν οι κληρονόμοι ή κληροδόχοι του, ούτε ισχυρίζονται ότι ο συντάκτης του ή κάποιος άλλος το κατέστρεψε. Και ότι οι Χ. Ζ. και Μ. Γ., ζήτησαν με εξώδικες δηλώσεις τους (που απηύθυναν τόσο στον ενάγοντα όσο και στην εναγομένη) την καταβολή του ποσού των κληροδοσιών.
Το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, πλην του μέρους της που αφορά την αναγνώριση της νομότυπης σύνταξης του πρώτου τμήματος της επιστολής, που απευθύνεται προς τον Χ. Ζ., κατά το οποίο η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού, υφισταμένης της εν λόγω επιστολής κατά το πρώτο αυτό τμήμα της σε πρωτότυπη μορφή, αλυσιτελώς υποβάλλεται το αίτημα να αναγνωριστεί η νομότυπη σύνταξη και το περιεχόμενο της επιστολής ως προς το τμήμα αυτό.
Με το παρατιθέμενο περιεχόμενο η αγωγή περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και στο δικόγραφό της αναφέρονται όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατά το νόμο το δικαίωμα και δικαιολογούν την άσκηση αυτού. Συγκεκριμένα, ο ενάγων επικαλείται την επίδικη ιδιόχειρη επιστολή, που είναι συνταγμένη κατά τους νόμιμους τύπους της ιδιόγραφης διαθήκης και την απώλεια του πρωτοτύπου κειμένου της, που δεν σχετίζεται με ενέργεια του συντάκτη της και συνδέει τα επικαλούμενα περιστατικά με το αίτημα της αγωγής του, ήτοι την αναγνώριση της νομότυπης σύνταξης και του περιεχομένου της διαθήκης - επιστολής.
Ο τρόπος και ο χρόνος απώλειας του πρωτοτύπου εγγράφου της δεν αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής αυτής, ούτε απαιτείται να αποδειχθούν στο πλαίσιο της σχετικής δίκης (ΑΠ 2310/2009). Έτσι ο ενάγων ανταποκρίθηκε στο βάρος της επίκλησης με πληρότητα και επάρκεια των περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμά του.
Επομένως, η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 214/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η αναιρεσείουσα αιτιάται επίσης ότι το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 435 ΚΠολΔ.
Ο κανόνας του άρθρου 435 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 621/2019) και δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1368/2022). Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του που πλήττει την δικονομική διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν παραθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών.
Δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 273/2011, 700/2009, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, καταλήξει, έστω και σε εσφαλμένη, περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016) ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές (ΑΠ 45/2014, 259/2007).
Για το ορισμένο του λόγου απαιτείται να αναφέρεται ποια πράγματα (ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς) δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, ποια ήταν η επίδραση αυτών στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι έγιναν δεκτά με αυτή, χωρίς όμως να περιλαμβάνει καθόλου τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξη (ΑΠ 1106/2021).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί απωλείας του πρωτοτύπου της επίδικης διαθήκης - επιστολής, στον οποίο στηρίζει το δικαίωμα αναγνώρισης της νομότυπης σύνταξης και του περιεχομένου αυτής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναφορικά με την επικαλούμενη απώλεια του πρωτοτύπου της επιστολής δέχθηκε ότι αυτό αναζητήθηκε μετά τον θάνατο του συντάκτη της στην οικία του, όπου και δεν ανευρέθηκε, ότι είχε καταστεί ανέφικτη η πρόσβαση στους χώρους του γραφείου του προς αναζήτηση αυτού, ότι το περιεχόμενο του πρωτοτύπου κειμένου είναι όμοιο με του φωτοτυπικού αντιγράφου και ότι η απώλεια δεν συνδέεται με πράξη του διαθέτη, αλλά επήλθε ανεξαρτήτως της βουλήσεώς του.
Το Πρωτοδικείο εκτίμησε τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις παραδοχές για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την απώλεια του πρωτοτύπου κειμένου της επίδικης επιστολής. Επίσης βεβαιώνεται στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο άντλησε την κρίση του για την απώλεια του πρωτοτύπου εγγράφου από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Κατόπιν τούτων το Πρωτοδικείο που δίκασε δεν κατέληξε στην κρίση του χωρίς απόδειξη, επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Τα άρθρα 106, 216 παρ. 1, 262 παρ. 1 εδ. α και 338 ΚΠολΔ επιβάλλουν στον διάδικο το βάρος επίκλησης των γεγονότων που πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, η έννομη συνέπεια του οποίου αντιστοιχεί στην αυτοτελή αίτηση ή στον ισχυρισμό του (αγωγή, ένσταση).
Αν ο διάδικος δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό θα απορριφθεί η αίτησή του, το ίδιο και ο ισχυρισμός του. Μετά την κατάργηση της παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης, που επέβαλλε στον διάδικο το υποκειμενικό βάρος, κατά τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, η διάταξη αυτή αναφέρεται πλέον μόνο στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως.
Προσδιορίζει, δηλαδή, τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για την θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών ή που έχει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή για το αν αποδείχθηκαν ή όχι τα κρίσιμα περιστατικά του ισχυρισμού του (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 1098/2017).
Ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, διότι δεν προσκομίστηκαν (επαρκείς) αποδείξεις περί του αντιθέτου, αν δηλαδή το δικαστήριο μετακυλήσει το βάρος απόδειξης στον αντίδικο εκείνου που το φέρει και θεμελιώσει έτσι την παραδοχή της αγωγής (ή της ένστασης) όχι στην ύπαρξη κύριας απόδειξης, αλλά στην έλλειψη ανταπόδειξης (ΑΠ 658/2014).
Αν όμως ο δικαστής διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων για την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, θέμα εφαρμογής του βάρους αποδείξεως δεν τίθεται (ΑΠ 658/2014). Νομιμοποιείται να προτείνει τον παρόντα λόγο ο διάδικος στον οποίο επιβλήθηκε το βάρος αποδείξεως, ενώ δεν το έφερε κατά τον νόμο και συνεπεία της εσφαλμένης κατανομής του ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίφθηκε για έλλειψη αποδείξεων ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 892/2006).
Τόσο η υποχρέωση απόδειξης (υποκειμενικό βάρος) όσο και οι συνέπειες της μη απόδειξης (αντικειμενικό βάρος απόδειξης) βαρύνουν πάντοτε τον ίδιο διάδικο, αφού ο βαρυνόμενος υποκειμενικώς διάδικος με την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του βαρύνεται και αντικειμενικώς με τις συνέπειες της μη απόδειξής του, είτε αυτή οφείλεται σε μη ανταπόκριση του διαδίκου στο υποκειμενικό του βάρος απόδειξης, είτε οφείλεται στην επιτυχή ανταπόδειξη του αντιδίκου του (ΑΠ 867/1983).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος, πρέπει να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος απόδειξης, η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης και το σφάλμα του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 2305/2009).
Ανάκληση διαθήκης είναι η δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, με την οποία αίρεται, ολικά ή μερικά, το κύρος έγκυρης έως τότε διαθήκης. Κατά το άρθρο 1765 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ανακληθεί και αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης κατέστρεψε το έγγραφό της (παρ. 1), εάν κατέστρεψε δε αυτό τεκμαίρεται ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει την διαθήκη του (παρ. 2).
Η παρ. 2 του άρθρου 1765 ΑΚ καθιερώνει μαχητό τεκμήριο για τον σκοπό ανάκλησης της διαθήκης από τον διαθέτη στην περίπτωση καταστροφής του εγγράφου, με συνέπεια την αναστροφή του βάρους απόδειξης, το οποίο φέρει εκείνος που ισχυρίζεται την έλλειψη πρόθεσης για ανάκληση της διαθήκης (ΑΠ 484/2013). Το τεκμήριο όμως του ως άνω άρθρου 1765 ΑΚ, ενώ καλύπτει το ότι με την καταστροφή του εγγράφου της διαθήκης υπήρχε ανακλητική πρόθεση, δεν καλύπτει και το ότι η καταστροφή έγινε από τον διαθέτη.
Επομένως, αν αμφισβητηθεί ότι αυτή έγινε από τον διαθέτη, ο επικαλούμενος την ανάκληση της διαθήκης με καταστροφή του εγγράφου της, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η καταστροφή αυτή έγινε αυτοπροσώπως από τον διαθέτη. Εξάλλου, αν η διαθήκη έχει συνταχθεί σε περισσότερα ισοδύναμα αντίτυπα και η καταστροφή περιορίστηκε σε ένα ή σε ορισμένα, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η πράξη αυτή, έστω και σε ορισμένα μόνο από τα ισοδύναμα αντίτυπα, έγινε με σκοπό ανάκλησης της διαθήκης.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως του ουσιώδους ισχυρισμού περί απωλείας του πρωτοτύπου της επίδικης επιστολής - διαθήκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι της επέβαλε την υποχρέωση να ισχυριστεί και να αποδείξει την καταστροφή από τον διαθέτη του πρωτοτύπου της διαθήκης του, που έχει ως έννομη συνέπεια ότι τεκμαίρεται (αν αποδειχθεί ότι την κατέστρεψε ο ίδιος) η πρόθεσή του για ανάκληση αυτής και άρα, κατά τον λόγο αυτό της αναιρέσεως, το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού περί απωλείας του πρωτοτύπου της επιστολής, που φέρει ο αναιρεσίβλητος, επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα, που δεν το φέρει.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το βάρος (υποκειμενικό) αποδείξεως του ισχυρισμού περί απωλείας του πρωτοτύπου εγγράφου φέρει ο αναιρεσίβλητος ενάγων, ο οποίος συγχρόνως έχει και τον κίνδυνο δημιουργίας αμφιβολίας του δικαστηρίου της ουσίας για την απόδειξη του ισχυρισμού του (αντικειμενικό βάρος).
Το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του περί απωλείας του εγγράφου στο σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων στοιχείων και δεν προκύπτει εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως του ισχυρισμού αυτού στην αναιρεσείουσα εναγομένη. Δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί της αποδείξεως της απωλείας του πρωτοτύπου της επίδικης διαθήκης - λόγω της μη ανταποδείξεως από την αναιρεσείουσα της καταστροφής αυτού από τον διαθέτη.
Το δικάσαν Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση του στο σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων στοιχείων και ως εκ τούτου δεν προκύπτει εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί απωλείας του εγγράφου στην αναιρεσείουσα. Εξάλλου, όποιος ισχυρίζεται καταστροφή της διαθήκης, έχει το βάρος (υποκειμενικό και αντικειμενικό) να αποδείξει ότι έγινε αυτοπροσώπως από τον διαθέτη.
Η απόδειξη τέτοιας ανακλητικής πράξης του διαθέτη (άρθρο 1765 παρ. 1 ΑΚ) δημιουργεί τεκμήριο ανακλητικής πρόθεσης του διαθέτη (άρθρο 1765 παρ. 2 ΑΚ). Έτσι, όποιος επιδιώκει ανατροπή του τεκμηρίου της πρόθεσης του διαθέτη να μην ισχύσει η διαθήκη του, έχει το βάρος (υποκειμενικό και αντικειμενικό) να ανταποδείξει ότι η καταστροφή της διαθήκης από τον διαθέτη δεν έγινε με τέτοιο σκοπό.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μόνο η επισήμανση ότι η εναγομένη δεν προβάλλει τον ισχυρισμό περί του ιδιαίτερου τρόπου ανακλήσεως της ιδιόγραφης διαθήκης με καταστροφή του εγγράφου της από τον διαθέτη προς τον σκοπό αυτό (άρθρο 1765 ΑΚ) και ουδόλως έγινε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως από τον ενάγοντα για τον ισχυρισμό του στην εναγομένη.
Η κρίση του Πρωτοδικείου στηρίχθηκε στην αξιολόγηση του συνόλου των αποδείξεων, που κρίθηκαν επαρκείς για την απόδειξη του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου ότι το πρωτότυπο της επίδικης διαθήκης χάθηκε χωρίς κάποια εν ζωή ενέργεια του διαθέτη και δεν σχετίζεται με την μη επίκληση και απόδειξη από την αναιρεσείουσα της καταστροφής αυτού από τον διαθέτη.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι αλυσιτελείς λόγοι αναιρέσεως, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν και συνεπώς δεν επιδρούν κατά το νόμο στο διατακτικό της απόφασης, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1231/2017). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 1765 ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι εάν ο διαθέτης είχε καταστρέψει ο ίδιος εν ζωή την επίδικη επιστολή με σκοπό να την ανακαλέσει δεν παρίσταται δικαιολογημένη και δεν δύναται να επεξηγηθεί με βάση τη λογική η στάση του να μην φροντίσει να ανακτήσει τη φωτοτυπία αυτής που είχε εσωκλείσει σε φάκελο που είχε παραδώσει στον Χ.
Ζ.. Με τον λόγο αυτό της αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1765 ΑΚ περί ανάκλησης με καταστροφή από τον διαθέτη της ιδιόγραφης διαθήκης του, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, διότι απαίτησε το επιπλέον στοιχείο της ανάκτησης του φωτοτυπικού αντιγράφου της, χωρίς να το ορίζει η διάταξη αυτή για την εφαρμογή της.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή περί μη καταστροφής του πρωτοτύπου της διαθήκης - επιστολής από τον διαθέτη, η οποία να συγκροτεί αντίστοιχο νομικό συλλογισμό, που να στηρίζει το διατακτικό της. Το Πρωτοδικείο ορθά δεν εφάρμοσε την φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 1765 ΑΚ, διότι δεν προβάλλεται με βάση αυτή ισχυρισμός, αλλά η σχετική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση κατατείνει προς επίρρωση της ουσιαστικής επιχειρηματολογίας του Πρωτοδικείου ως προς την παραδοχή του προβαλλόμενου ισχυρισμού περί απωλείας του πρωτοτύπου της επίδικης διαθήκης χωρίς ενέργεια του διαθέτη.
Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πλήττεται επιτυχώς με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, ο οποίος είναι αλυσιτελής και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κληροδοσία, σύμφωνα με τον ορισμό της διάταξης του άρθρου 1714 ΑΚ, είναι η με διάταξη διαθήκης παροχή σε κάποιον περιουσιακής ωφέλειας, χωρίς αυτός να είναι κληρονόμος. Το εν λόγω άρθρο 1714 καθιερώνει την διαθήκη ως τον μόνο τρόπο, με τον οποίο μπορεί να συστήσει κληροδοσία ο διαθέτης. Η κληροδοσία, ως διάταξη διαθήκης, είναι άκυρη, αν ολόκληρη η διαθήκη για οποιονδήποτε λόγο είναι άκυρη.
Συνήθως, ο διαθέτης υποχρεώνει με την διαθήκη του τον κληρονόμο να δώσει στον κληροδόχο συγκεκριμένη παροχή και ο κληροδόχος δικαιούται αντίστοιχα να απαιτήσει από τον βεβαρημένο κληρονόμο την παροχή. Ο διαθέτης μπορεί να επιτρέψει στον βεβαρημένο με την κληροδοσία να καθορίσει αυτός τον χρόνο, στον οποίο θα εκπληρωθεί η κληροδοσία.
Η περί κληροδοσίας στην διαθήκη δήλωση του διαθέτη πρέπει να είναι σαφής. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ο διαθέτης είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει πανηγυρικό τρόπο της δηλώσεως της βουλήσεώς του, αρκεί από το σύνολο της δηλώσεως αυτού να δύναται να διαγνωστεί η ασφαλής βούληση αυτού περί κληροδοσίας και όχι σκοπός απλής συμβουλής, μη δεσμεύουσας τον βεβαρημένο κληρονόμο.
Εάν βεβαρημένοι είναι πλείονες κληρονόμοι, χωρίς ο διαθέτης να έχει καθορίσει σε ποιο βαθμό βαρύνεται ο καθένας, η διάταξη του άρθρου 1968 ΑΚ ορίζει ότι υποχρεώνονται προς τον κληροδόχο ανάλογα με την μερίδα τους. Αυτό όμως ισχύει εν αμφιβολία, ήτοι μόνο εφόσον στη διαθήκη δεν περιέχεται διαφορετική επιθυμία του διαθέτη.
Τέλος, η διαθήκη που έχει συνταχθεί χωρίς σοβαρή πρόθεση προς παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (με έλλειψη του animus testandi), είναι άκυρη (ΑΠ 138/2002, ΑΠ 209/1980). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η εκκαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε τη κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ορισμένη διάταξη νόμου. Κατά την έννοια αυτή αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 77/2018).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 484/2013).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη της νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποια, δηλαδή, αναγκαία στοιχεία για την επάρκειά της λείπουν, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτουν (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 77/2018, ΑΠ 117/2017).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1749/2005).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Αυτό συμβαίνει ιδίως, όταν το δικαστήριο προβαίνει στον συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 617/2010, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 386/2004, ΑΠ 416/1993) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και, επομένως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1093/2010, ΑΠ 683/2010).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016, ΑΠ 3551/2004, ΑΠ 355/2004).
Επί διαθήκης, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για την αληθινή βούληση του διαθέτη δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 512/2018). Αν όμως το δικαστήριο διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια, που δημιουργεί αμφιβολία, οφείλει να προσφύγει στους κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ (όχι στον αριθμό 200 ΑΚ, που δεν εφαρμόζεται επί διαθήκης), για να εξακριβώσει αυτό που ήθελε ο διαθέτης κατά την υποκειμενική του αντίληψη (ΑΠ 512/2018, ΑΠ 1826/2017, ΑΠ 105/2013, ΑΠ 482/2010).
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (κυρίως) ότι ενώ διαπιστώθηκε η ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο κείμενο της επίδικης επιστολής ως προς το ουσιώδες ζήτημα της βουλήσεως του πατέρα της, διαπίστωση που έγινε εμμέσως από το δικάσαν Πρωτοδικείο, δεδομένου ότι έλαβε υπόψη και αποδεικτικά στοιχεία έξω από το κείμενο της διαθήκης, επίσης χρησιμοποίησε επιχειρήματα (εξειδικεύονται τα αντίστοιχα σημεία της απόφασης), παρέλειψε να προσφύγει στην ερμηνεία του περιεχομένου της δήλωσης βουλήσεως του συντάκτη της επιστολής αυτής, άλλως προσέφυγε σε ερμηνεία της, αλλά το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο με την αληθινή βούλησή του.
Με τον λόγο της αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του) η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση του πατέρα της, ο οποίος συνέταξε απλώς μια επιστολή του και όχι ιδιόγραφη διαθήκη με την μορφή επιστολής.
Με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (επικουρικώς) ότι με τις παραδοχές (που διαλαμβάνονται αναλυτικά στο αναιρετήριο) παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού τις εφάρμοσε για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του πατέρα της κατά τρόπο που καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμη βάση για το ουσιώδες ζήτημα της ανεύρεσης της αληθινής βούλησης του πατέρα της στην επίδικη επιστολή του, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού περιορίζεται στα συμπεράσματα που κατέληξε με βάση την λογική και δεν επεξηγεί για ποιο λόγο ο πατέρας της συνέστησε όμοιες κληροδοσίες στα ίδια πρόσωπα με δύο διαθήκες, ήτοι τόσο με την επιστολή του, όσο και με την χρονολογικά επόμενη δημόσια διαθήκη του, άλλως διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι με την επιστολή του ο πατέρας της εκφράζει τα συναισθήματά του προς το πρόσωπό της, ενώ σε καθεμία των τεσσάρων διαθηκών του εκφράζει τα συναισθήματά του προς όλους τους κληρονόμους του, ότι την κατονομάζει ως βασική ή κύρια κληρονόμο του ενώ με τις διαθήκες του εγκατέστησε κληρονόμους στην περιουσία του και τον αναιρεσίβλητο γιό του και την προσθέτως παρεμβαίνουσα δεύτερη σύζυγό του και ότι θεωρούσε κρίσιμο και ευαίσθητο θέμα τις κληροδοσίες, ενώ τις συμπεριέλαβε και στην δημόσια διαθήκη του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει το Πρωτοδικείο δέχθηκε σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της δήλωσης βουλήσεως στην επίδικη από 5-6-2012 επιστολή του πατέρα των διαδίκων, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Στις 5-3-2019 απεβίωσε στη Βουλιαγμένη Αττικής, όπου κατοικούσε εν ζωή ο Π.
Π. του Σ. και Ε., καταλείποντας ως εγγύτερους συγγενείς του τη σύζυγό του από δεύτερο γάμο του - προσθέτως παρεμβαίνουσα και τα δύο (2) τέκνα του από τον πρώτο του γάμο, ήτοι τον ενάγοντα - αντεναγόμενο - υπέρ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις και την εναγομένη - αντενάγουσα - καθής οι πρόσθετες παρεμβάσεις. Ακολούθως και δη στις 4-3-2019, δημοσιεύθηκαν από το Πρωτοδικείο Πειραιά, κατόπιν αίτησης της Συμβολαιογράφου Πειραιά Π.
συζύγου Π. Β. το γένος Χ. Π., οι κατωτέρω αναφερόμενες τέσσερις (4) διαθήκες του θανόντος: Α) με το υπ' αριθ. 259/4-3-2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά δημοσιεύτηκε η από 10-11-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του, δυνάμει της οποίας ο διαθέτης, αφού ανακάλεσε κάθε προγενέστερη διαθήκη του [.....], όρισε τα εξής ως προς την κληρονομική του διαδοχή: 1) [.....], 2) [.....], 3) [.....], 4) εξέφρασε την επιθυμία του τα τέκνα του και κυρίως η εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις θυγατέρα του να συνεχίσει να φροντίζει εφ' όρου ζωής τον αδελφό του Ν., καθώς και κάποιους παλιούς συνεργάτες κατά την κρίση της, σε περίπτωση ύπαρξης οικονομικού προβλήματος, 5) [.....], 6) [.....], 7) όρισε ως εκτελεστές της εν λόγω διαθήκης του τον προσθέτως παρεμβαίνοντα Χ.
Ζ., την Ή. Β. σύζυγο Σ. Ρ., την ως άνω αναφερόμενη Συμβολαιογράφο Πειραιώς Π. Π. - Β. και τον δικηγόρο Αθηνών Σ. Α. Γ. και 8) δήλωσε ότι το πρωτότυπο της εν λόγω διαθήκης θα παραδιδόταν σε κλειστό φάκελο στην προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο και σε φωτοαντίγραφο στους λοιπούς οριζόμενους εκτελεστές διαθήκης. Β) με το υπ' αριθ. ...
πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά δημοσιεύτηκε η υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Πειραιά [....], δυνάμει της οποίας ο διαθέτης, αφού επιβεβαίωσε την ως άνω από 10-11-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του, που, όπως ανέφερε, είχε παραδώσει προς φύλαξη στην ανωτέρω Συμβολαιογράφο, όρισε τα εξής ως προς την κληρονομική του διαδοχή: 1) [.....], 2) [.....], 3) [.....], 4) κατέλειπε σε έκαστο των προσθέτως παρεμβαινόντων, από τους οποίους τον μεν Χ.
Ζ. χαρακτήρισε ως αγαπημένο φίλο και συνεργάτη, την δε Μ. Γ. ως πολύτιμη συνεργάτιδα, καθώς και στον Γ. Σ., το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ [.....]. Τέλος [.....] υπενθύμισε σε όλους τους κληρονόμους του ότι είχε ζήσει πάνω από είκοσι πέντε (25) συνεχόμενα χρόνια στο εξωτερικό και τους ζήτησε να σεβαστούν απόλυτα τις επιθυμίες του [.....].
Γ) με το υπ' αριθ. 258/4-3-2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά δημοσιεύτηκε η από 2-4-2015 ιδιόγραφη διαθήκη του, δυνάμει της οποίας ο διαθέτης, αφού επιβεβαίωσε την ως άνω από 10-11-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του, [.....], καθώς και την ανωτέρω δημόσια διαθήκη του [.....], κατέλειπε συμπληρωματικά στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις θυγατέρα του τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
α) [.....], β) [.....] και γ) [.....]. Δ) με το υπ' αριθ. 278/4-3-2019 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 6.256/1-2-2018 δημόσια διαθήκη του, συνταχθείσα ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Πειραιά, δυνάμει της οποίας ο διαθέτης, αφού επιβεβαίωσε την ως άνω από 10-11-2010 ιδιόγραφη διαθήκη του, [.....] καθώς και την ανωτέρω δημόσια διαθήκη του [.....], κατέλειπε συμπληρωματικά στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις θυγατέρα του τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) [.....], 2) [.....] και 3) [.....].
Καταληκτικά ο διαθέτης υπενθύμισε στην ανωτέρω κληρονόμο του ότι είχε ζήσει πάνω από είκοσι πέντε (25) συνεχόμενα χρόνια στο εξωτερικό και τους ζήτησε να σεβαστούν απόλυτα τις επιθυμίες του [.....]. Περαιτέρω, ο προσθέτως παρεμβαίνων Χ. Ζ. αιτήθηκε με την από 4-4-2019 αίτησή του στο Ειρηνοδικείο Πειραιά [.....] να δημοσιευτεί η από 5-6-2012 πρωτότυπη ιδιόγραφη - επιστολή διαθήκη του κληρονομουμένου μετά των συνημμένων σε αυτή δύο (2) ιδιόγραφων επιστολών - διαθηκών, η μία από τις οποίες έφερε ημερομηνία 5 Ιουνίου 2012 και ήταν σε φωτοτυπικό αντίγραφο και η δεύτερη αποτελούνταν από κείμενο μιας σελίδας, που το πρώτο μέρος του ήταν φωτοτυπημένο και έφερε ημερομηνία 5 Ιουνίου 2012 και το υπόλοιπο μέρος του ήταν το πρωτότυπο και έφερε ημερομηνία 11 Ιουνίου 2012.
Ειδικότερα, η από 5-6-2012 πρωτότυπη επιστολή του διαθέτη προς τον ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντα έχει επί λέξει το εξής περιεχόμενο: "5 Ιουνίου 2012. Αγαπημένε μου Μ., Σου εμπιστεύθηκα σήμερα τρεις φακέλους (3) προς φύλαξιν που περιέχουν διάφορα έγγραφα τους οποίους παρακαλώ να δώσεις μετά τον θάνατό μου στην κόρη μου Ε., στον γυιό μου Α.
και στην σύζυγό μου Α. (Κ.) όπως αναφέρεται σε κάθε ένα από τους τρεις (3) φακέλους δεόντως κλεισμένους και με την μονογραφή μου στο κλείσιμο. Η παράδοση στους δικαιούχους να γίνει εμπιστευτικά και προσωπικά από εσένα κατ' ιδίαν και χωριστά στον καθένα. Εσωκλείω στην παρούσα φωτοαντίγραφο επιστολών μου (2) δύο προς την κόρη μου Ε.
με οδηγίες για μετά τον θάνατό μου με ημερομηνία επίσης 5 Ιουνίου 2012 όπως αυτή η επιστολή μου. Σε ευχαριστώ και σου εύχομαι κάθε καλό (Υπογραφές στα ελληνικά και στα αγγλικά). Προς τον κύριο Χ. Ζ.", β) η από 5-6-2012 επιστολή του διαθέτη σε φωτοαντίγραφο προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις θυγατέρα του έχει επί λέξει το εξής περιεχόμενο: "Βούλα 5 Ιουνίου 2012.
Αγαπημένη μου Ε., Η παρούσα επιστολή μου προς εσένα ακυρώνει οποιαδήποτε προηγούμενη χρονολογικά επιστολή μου προς εσένα ομοιάζοντος ή περίπου ιδίου περιεχομένου ήτοι κάποια επιστολή μου ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2010 και άλλης 7 Δεκ. 2010. Οι επιστολές αυτές της 2ας και 7ης Δεκ. δεν υπάρχουν διότι εγώ ο ίδιος τις κατέστρεψα (το πρωτότυπο αυτών).
Θα ήθελα να σου γράψω πολλά αγαπημένο μου παιδί αλλά θα γράψω μόνο κάποια ολίγα διότι την επιστολή μου αυτή θα την διαβάσεις μετά τον θάνατό μου. Θέλω να πεθάνω ήρεμος ότι εσείς οι κληρονόμοι μου, εσύ Ε., Α.ς και Κ. δεν θα καταστραφείτε φιλονικούντες. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσετε τα της Διαθήκης μου και τα όσα εγώ σας άφησα.
Προσπάθησα να είμαι δίκαιος αλλά συγχρόνως και συγκεκριμένος. Ε. μου, αποτείνομαι σε σένα διότι ξέρω τα αισθήματά σου προς εμένα πατέρα σου. Θέλω εσύ Ε. να επιβάλεις την τάξη εκτιμώντας τα όσα εγώ προσδιόρισα για τον καθένα σας. Ιδιαίτερα θέλω να σεβαστείς την προσφορά προς εμένα της Κ. η οποία μου προσέφερε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου.
Μου έκανε την ζωή μου όμορφη και ωραία στα γεράματά μου και παρέτεινε πραγματικά την ζωή μου. Θέλω η συμπεριφορά σου απέναντί της να είναι ανάλογη με όσα σου γράφω πιο πάνω. Τώρα στα θέματα και στις εντολές μου προς εσένα ως κυρία κληρονόμο μου στις δουλειές μου. Παρακαλώ να ακολουθήσεις πιστά: 1. Στον αγαπημένο μου φίλο και συνεργάτη Χ.
Ζ. να δώσεις εκ μέρους μου εντός προθεσμίας 18 μηνών από τον θάνατό μου το ποσό ευρώ 1.000.000 (ενός εκατομμυρίου ευρώ). 2. Στην πολύτιμη συνεργάτιδά μου Μ. Γ. - Ρ. επίσης το ποσό του € 1.000.000 (ενός εκατομμυρίου ευρώ) εντός της ίδιας προθεσμίας 18 μηνών από του θανάτου μου. 3. Στον άνθρωπο που με πήρε αγκαλιά την πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής μου και με βοήθησε να επιζήσω, τον Γ.
Σ., να δώσεις εκ μέρους μου εντός προθεσμίας 18 μηνών από του θανάτου μου το ποσό των (ευρώ 1.000.000) ένα εκατομμύριο ευρώ - θα τον διατηρήσεις δε ως υπάλληλο για τουλάχιστον ένα χρόνο από του θανάτου μου. 4. Θα πληρώσεις ή θα καλύψεις μέσω Κ., τα έξοδα της τελευταίας νοσηλείας μου, ιατρικά έξοδα νοσηλείας, όπως και τα έξοδα της κηδείας μου.
Δηλαδή όλα τα έξοδα προηγούμενα και επόμενα του θανάτου μου. Ε. κοριτσάκι μου, αγαπημένο, έχεις λαμπρά παιδιά τα οποία σου εύχομαι να σου δώσουν μεγάλες χαρές. Εγώ σου αφήνω για πάντα την αγάπη μου και την ευχή μου να κάνεις ότι καλό μπορείς στη ζωή σου και ιδιαίτερα στους ανθρώπους που εγώ αγάπησα. Σ' αγαπώ πολύ ο πατέρας σου (Υπογραφές στα ελληνικά και στα αγγλικά).
Υ.Γ. Θα ήθελα να ενταφιαστώ ή στην Βουλιαγμένη κατά προτίμηση ή στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών". Και γ) η από 5-6-2012 και 11-6-2012 συμπληρωματική επιστολή του διαθέτη προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις έχει επί λέξει ως εξής: "Βούλα 5 Ιουνίου 2012. Προς την κόρη μου Ε. Συμπληρωματική επιστολή.
Αγαπημένη μου κόρη, Μετά τον θάνατό μου και όσο αυτό είναι απαραίτητο για την Κ., να βγάζετε επ' ονόματί της ροζ χαρτιά ναυτιλιακού συναλλάγματος. Επίσης να συνεχίσεις για 24 μήνες και για συνολικό ποσό όχι μεγαλύτερο του ενάμισυ εκατομμυρίου ευρώ συνολικά την πληρωμή των φυλάκων, κηπουρών, πληρώματος σκάφους, Ρ., ώστε να διατηρηθή το παρόν καθεστώς λειτουργίας του σπιτιού ...
και σκάφους. Σε δύο χρόνια το ποσόν αυτό δεν θα πρέπει να υπερβή τα ευρώ 1.500.000 συνολικά. Να με θυμάσαι με αγάπη (Υπογραφές στα ελληνικά και στα αγγλικά). Αντίγραφον εις Κ. Χ. Ζ.. Σημ. 11 Ιουνίου 2012 - Με νεότερη απόφασή μου και για περισσότερο ορθολογισμό ο Κ. Χ. Ζ. δεν θα σας παραδώσει φακέλους αλλά από ένα κλειδί στον καθένα σας, ήτοι στον ΚΡΡ, ΙΥΡ και ΑΡΡ (Υπογραφές στα ελληνικά και στα αγγλικά)".
Επί της ανωτέρω αίτησης του προσθέτως παρεμβαίνοντος εκδόθηκε το υπ' αριθ. 442/8-4-2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με το οποίο δημοσιεύτηκε ως διαθήκη η ως άνω υπό στοιχείο "β" από 5-6-2012 ιδιόγραφη επιστολή - διαθήκη του κληρονομουμένου σε φωτοαντίγραφο, επί της οποίας ο επιληφθείς Ειρηνοδίκης έθεσε την ένδειξη "Θεωρήθηκε", την από 8-4-2019 ημερομηνία και την υπογραφή του [.....]".
Από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε ότι οι τρεις (3) προαναφερόμενες επιστολές νοούνταν από το διαθέτη ως ενιαίο κείμενο [.....], αφού η πρώτη από αυτές απευθύνεται στον προσθέτως παρεμβαίνοντα Χ. Ζ., ενώ η δεύτερη και τρίτη, συμπληρωματική της δεύτερης, απευθύνονται στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις.
Ως εκ τούτου, αφού ο διαθέτης συνέταξε κατά την ίδια ημερομηνία τρεις (3) διαφορετικές επιστολές [.....] συνάγεται ότι ο διαθέτης επιθυμούσε κάθε επιστολή να διατηρήσει ως έγγραφο την αυτοτέλειά της σε σχέση με τις υπόλοιπες και να καταλήξει μεμονωμένα στον συγκεκριμένο και αναγραφόμενο επ' αυτής αποδέκτη της [.....].
Ειδικότερα, η πρώτη επιστολή, που απευθυνόταν στον προαναφερόμενο προσθέτως παρεμβαίνοντα, παραδόθηκε σε αυτόν σε πρωτότυπο και από την εκτίμηση του περιεχομένου της συνάγεται ότι εμπεριέχει κατευθυντήριες οδηγίες προς αυτόν για διευθέτηση πρακτικών θεμάτων μετά το θάνατο του διαθέτη, ήτοι την παράδοση ενός σφραγισμένου φακέλου σε έκαστο των τριών (3) κληρονόμων του.
Αντιθέτως, οι δύο (2) επιστολές, που απευθυνόταν προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις, παραδόθηκαν σε αυτόν τον προσθέτως παρεμβαίνοντα σε φωτοτυπίες, διότι ακριβώς δεν απευθυνόταν στον ίδιο. [.....]. Επιπρόσθετα, όπως συνάγεται από τη συνεκτίμηση των μορφολογικών τους χαρακτηριστικών και της νοηματικής τους αλληλουχίας, ούτε η δεύτερη και η τρίτη των επιστολών, που απευθυνόταν προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις, μπορούν να νοηθούν ως ένα ενιαίο κείμενο [.....].Ειδικότερα, με την ανωτέρω δεύτερη από 5-6-2012 επιστολή ο διαθέτης εξέφρασε μεταξύ άλλων τη βούλησή του να συσταθούν κληροδοσίες υπέρ των προσθέτως παρεμβαινόντων Χ.
Ζ. και Μ. Γ. καθώς και του Γ. Σ. εκ ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) σε έκαστο, ορίζοντας ως υπόχρεη κληρονόμο για την εκπλήρωσή τους και δη μέσα σε ταχθείσα προθεσμία δεκαοκτώ (18) μηνών από τον θάνατό του την εναγομένη - αντενάγουσα - καθής οι πρόσθετες παρεμβάσεις. Το προεκτεθέν περιεχόμενο της επίδικης επιστολής του διαθέτη συνιστά διαθήκη, αφού με αυτήν συστάθηκαν κληροδοσίες και παράγει έννομες συνέπειες ως προς την ανυπαρξία της υποχρέωσης του ενάγοντος - αντεναγομένου - υπέρ ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις για την καταβολή μέρους τους, ανάλογα με την κληρονομική του μερίδα [.....].
Ωστόσο, η εν λόγω επιστολή ανευρέθη μόνο σε φωτοτυπία και δη σε αυτήν που εσώκλεισε ο διαθέτης στην από 5-6-2012 πρωτότυπη επιστολή που παρέδωσε στον προσθέτως παρεμβαίνοντα Χ. Ζ., ενώ αντιθέτως δεν κατέστη εφικτό να ανευρεθεί και το πρωτόπυπό της. [.....].
Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε αφενός μεν ότι η επίδικη επιστολή - διαθήκη φέρει τη γνήσια γραφή και υπογραφή του διαθέτη καθώς και όλα τα αναγκαία για το κύρος της στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1712 ΑΚ, ήτοι χρονολογία και υπογραφή του διαθέτη, αφετέρου δε ότι ο διαθέτης δεν την κατέστρεψε με σκοπό να ανακαλέσει το περιεχόμενό της, συνάγεται ότι αυτή συντάχθηκε νομότυπα από τον διαθέτη με το προεκτεθέν περιεχόμενο.
Εξάλλου, οι κληροδοσίες που συστάθηκαν με την επίδικη επιστολή επαναλήφθηκαν κατά περιεχόμενο ως διάταξη τελευταίας βούλησης στην μεταγενεστέρως καταρτισθείσα υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του θανόντος, γεγονός που ενισχύει τη δικανική πεποίθηση ότι η σχετικώς εκφρασθείσα επιθυμία του διαθέτη στην εν λόγω επιστολή - διαθήκη αποτελούσε πράγματι διάταξη τελευταίας βούλησης, ανεξαρτήτως του ότι δεν κατονομάζεται σε αυτή τη δημόσια διαθήκη ο βεβαρημένος για την καταβολή των κληροδοσιών κληρονόμος [.....].
Επομένως, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις τυγχάνει αποκλειστικά υπόχρεη για την εκπλήρωση των επίδικων κληροδοσιών [.....]. Ο ισχυρισμός της εναγομένης - αντενάγουσας - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις ότι με τη συγκεκριμένη επιστολή δεν εκφράζεται οριστική βούληση του θανόντος για σύσταση κληροδοσιών αλλά απλή παράκληση του θανόντος προς αυτήν, δεν ευσταθεί, ως συνάγεται από την εκτίμηση του νοηματικού και λεκτικού περιεχομένου της προκείμενης επιστολής.
Ειδικότερα, ο θανών εξέφρασε ρητά με την εν λόγω επιστολή τη βούλησή του να περιέλθουν τα ως άνω χρηματικά ποσά στους τετιμημένους κληροδόχους, χωρίς να καταλείπει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως προς την υλοποίησή της αλλά αντιθέτως, έδωσε σαφή και ρητή εντολή σε αυτήν ως κύρια κληρονόμο της περιουσίας του που άπτονταν των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων [.....] να καταβάλει η ίδια τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατονομαζόμενους δικαιούχους και μάλιστα μέσα σε ταχθείσα προθεσμία (18) μηνών από το θάνατό του.
Επισημαίνεται ότι η χρήση του ρήματος "παρακαλώ" δεν κατατείνει σε έκφραση παράκλησης προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις [.....]. Η δε χρήση της φράσης "εκ μέρους μου" δεν συνεπάγεται ασάφεια ως προς την προέλευση των χρηματικών ποσών, [.....], αφού με αυτήν δηλώνεται η βούληση του διαθέτη να προσποριστούν τα χρήματα στους κληροδόχους από την καταλειπόμενη κληρονομιαία περιουσία του που θα περιέλθει στην υπόχρεη κληρονόμο [.....].
Άλλωστε, υπέρ της δικανικής κρίσης ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να έχει η προκείμενη επιστολή την ισχύ διαθήκης και να παράγει έννομα αποτελέσματα ως διάταξη τελευταίας βούλησης συνηγορεί το γεγονός ότι ο θανών με αυτήν προέβη στην κατάργηση των από 2 και 7 Δεκεμβρίου προγενέστερων συναφών επιστολών του, καθώς και ότι σκόπευε εξ αρχής η εν λόγω επιστολή - διαθήκη να γνωστοποιηθεί στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις και συνακόλουθα και τους τρίτους μετά το θάνατό του".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η από 5-6-2012 επιστολή, με βάση το κείμενό της και από το κοινό νόημα των λέξεων που χρησιμοποιεί ο αποβιώσας, αποτελεί μία από τις ιδιόγραφες διαθήκες του, με την οποία έχει συστήσει κληροδοσίες υπέρ των Χ. Ζ., Μ. Γ. και Γ. Σ., έμπιστων συνεργατών του, σε έκαστο από τους οποίους καταλείπει το ποσό των ενός εκατομμυρίου ευρώ (1.000.000 €) και ότι ορίζει την αναιρεσείουσα ως αποκλειστικά υπόχρεη κληρονόμο του για την καταβολή των χρημάτων προς τους κληροδόχους.
Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση δεν προκύπτει ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, έστω και εμμέσως, στο περιεχόμενο της επιστολής του αποβιώσαντος και ούτε προκύπτει ότι προσέφυγε σε ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεώς του, η οποία περιέχεται στην επιστολή του. Αντίθετα προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο με βάση το κείμενο της επιστολής και μετά από αναλυτική αξιολόγηση των αποδείξεων έκρινε ότι αποδείχθηκε πλήρως η ασφαλής βούληση και η σοβαρή πρόθεση του αποβιώσαντος να συντάξει, επιτρεπτά υπό τον τύπο ιδιόχειρης επιστολής, ιδιόγραφη διαθήκη, συνταγμένη κατά τους νόμιμους τύπους, περιέχουσα (μόνο) κληροδοτικές διατάξεις υπέρ των κληροδόχων του και ορισμό της βαρυνόμενης κληρονόμου του για την εκπλήρωση αυτών.
Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ανευρεθείσα μόνο σε φωτοτυπία επιστολή είναι χειρόγραφη, ότι συντάκτης εν ζωή ολόκληρου του κειμένου της είναι ο αποβιώσας πατέρας των διαδίκων, ότι υπάρχει χρονολογία, ότι έχει τεθεί υπογραφή του, ότι εκφράζει ρητώς την τελευταία αληθινή του βούληση να περιέλθουν κληροδοσίες χρημάτων στα κατονομαζόμενα πρόσωπα και ότι ορίζει ως αποκλειστικά υπόχρεη την αναιρεσείουσα για την καταβολή των ποσών σε καθένα από τους κληροδόχους μέσα σε ταχθείσα προθεσμία από τον θάνατό του.
Ως εκ τούτου, δεν χωρεί αναζήτηση της βούλησης του διαθέτη με ερμηνεία, καθόσον το κείμενο της διαθήκης, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Πρωτοδικείου, είναι σαφές και πλήρες και αποδίδει πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό που θέλησε ο διαθέτης (ΑΠ 465/2015). Οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό της πόρισμα με βάση τα ανελέγκτως αποδειχθέντα περιστατικά ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το ότι ο αποβιώσας προτρέπει την αναιρεσείουσα να διαβάσει την επιστολή του μετά τον θάνατό του, ότι σε μία από τις διαθήκες του την χαρακτηρίζει κύρια κληρονόμο του στις επιχειρήσεις του, ότι την επιφορτίζει με την φροντίδα του αδελφού του εφ' όρου ζωής του και ότι ο διαφορετικός τρόπος σύνταξης και φύλαξης της καλύπτει την ανάγκη του να απευθυνθεί με αμεσότητα στην κόρη του αποσκοπεί στην διευθέτηση ζητημάτων που ο ίδιος θεωρούσε ευαίσθητα αποτελούν επιχειρήματα του δικάσαντος δικαστηρίου προς ενίσχυση του σχηματισμού της κρίσης του και δεν παραπέμπουν σε ερμηνεία του περιεχομένου της επιστολής.
Εξάλλου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφορικά με το ότι ο αποβιώσας δεν τιτλοφόρησε την επιστολή ως διαθήκη, ότι δεν την παρέδωσε στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο και ότι δεν την μνημόνευσε σε επόμενες διαθήκες του, αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε ευθέως αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1714, 1716, 1718 και 1721 ΑΚ ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της από 5-6-2012 ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη. Τις διατάξεις αυτές δεν παραβίασε εκ πλαγίου το Πρωτοδικείο, διότι το αποδεικτικό του πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διαλαμβάνει ότι το ως άνω έγγραφο, που φέρει τον χαρακτηρισμό επιστολή, έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον διαθέτη και με το περιεχόμενό του ο διαθέτης εκφράζει με σαφήνεια η βούλησή του να συσταθούν κληροδοσίες και να οριστεί βεβαρημένη κληρονόμος για την εκπλήρωσή τους, ενώ οι παρατιθέμενες αιτιολογίες επιτρέπουν την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών που εφαρμόστηκαν.
Το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ούτε τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 173 ΑΚ, αφού την εφαρμογή του απέκλειε η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ρητή και σαφής δήλωση του διαθέτη στην επιστολή του αποτελεί με βάση το κείμενο αυτής και το νοηματικό της περιεχόμενο οριστική διάταξη τελευταίας βουλήσεώς του.
Πρέπει επομένως, να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1763 περ. 1 εδ. α ΑΚ, "Κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1764 παρ. 1 ΑΚ, "Μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενό της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτήν". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 1885 ΑΚ, "Οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των κληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1967 παρ. 1 ΑΚ "Βεβαρημένος με κληροδοσία μπορεί να είναι ο κληρονόμος, ο καταπιστευματοδόχος και ο κληροδόχος. Εφόσον ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, βεβαρημένος είναι ο κληρονόμος". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1968 παρ. 1 ΑΚ, "Αν βαρύνονται περισσότεροι κληρονόμοι ή κληροδόχοι, σε περίπτωση αμφιβολίας ο κάθε κληρονόμος λογίζεται ότι βαρύνεται ανάλογα με τη μερίδα του".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί από τον διαθέτη, είτε με ρητή δήλωση της βουλήσεώς του στη νέα διαθήκη περί μερικής ή ολικής ανακλήσεως της παλαιάς, είτε σιωπηρώς, εάν το περιεχόμενο της νεώτερης διαθήκης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προηγούμενης.
Η διάταξη, επομένως, της ΑΚ 1764 παρ. 1 ΑΚ αποδέχεται την δυνατότητα κάποιου να κληρονομείται από δύο διαθήκες, εφόσον όμως το περιεχόμενο εκάστης δεν είναι ασυμβίβαστο, ολικά ή μερικά, με των υπολοίπων ή της άλλης. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1764 ΑΚ καθιερώνει ότι η σύνταξη νεότερης διαθήκης δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ανάκληση προηγούμενης, αλλά απλώς μπορεί να επιφέρει την ανάκλησή της, αν το περιεχόμενο της μεταγενέστερης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προγενέστερης και μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται προς αυτό.
Εναντίωση δύο διαθηκών υπάρχει κυρίως, όταν αυτές είναι ασυμβίβαστες, όταν δηλαδή λογικά δεν μπορούν να εκτελεστούν και οι δύο. Επίσης, το περιεχόμενο κάποιας διαθήκης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο άλλης και όταν τα περιεχόμενά τους είναι αντίθετα. Στις περιπτώσεις αυτές χωρίς ρητή ανακλητική δήλωση, καταργείται σιωπηρά το περιεχόμενο της παλαιότερης, όσο αντίκειται στο περιεχόμενο της νεότερης.
Προϋπόθεση για να μπορεί κάποια διαθήκη να ανακαλέσει άλλη, ρητά ή σιωπηρά, είναι η διαθήκη που ανακαλεί να είναι μεταγενέστερη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ανάκληση της διαθήκης μπορεί να γίνει, μεταξύ άλλων, με νέα διαθήκη είτε ρητά, κατ' άρθρο 1763 παρ.1 ΑΚ, όταν ο διαθέτης εκφράζει σαφώς και ευθέως με μεταγενέστερη διαθήκη τη βούλησή του να ανακαλέσει μερικά ή ολικά την προηγούμενη είτε σιωπηρά, κατ' άρθρο 1764 παρ.1 ΑΚ, όταν, χωρίς τη χρήση πανηγυρικών εκφράσεων περί ανακλήσεως, το περιεχόμενο της μεταγενέστερης διαθήκης εναντιώνεται στην προηγούμενη.
Σε περίπτωση όμως που οι διατάξεις της νέας διαθήκης είναι όμοιες κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους με εκείνες της παλαιότερης, χωρίς να συνάγεται βούληση του διαθέτη για ανάκληση, δεν θίγεται το κύρος της παλαιότερης, αφού η ουδόλως εναντιούμενη προς αυτή νεώτερη έχει την πρόδηλη έννοια της επιβεβαίωσης της επικύρωσής της, οπότε είναι λογικά δυνατή η παράλληλη εκτέλεση και των δύο διαθηκών, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται.
Δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν υπάρχει δήλωση βουλήσεως του διαθέτη περί ανακλήσεως, ούτε για το αν οι περισσότερες διαθήκες είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους (ΑΠ 465/2015, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 644/2006). Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1763 (από παραδρομή αναφέρεται ως 1769), 1764, 1885, τις οποίες δεν εφάρμοσε ως προς τον επικουρικώς προταθέντα ισχυρισμό της με τις προτάσεις της επί της αγωγής του αντιδίκου της και με την ανταγωγή της περί του ανισχύρου της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω ανακλήσεώς της με μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη, με την οποία δεν ορίστηκε αυτή ως υπόχρεη για την καταβολή του ποσού των κληροδοσιών.
Από το περιεχόμενο της παραδεκτώς επισκοπούμενης προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σχετικά με τον επικουρικώς προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: "Εξάλλου, οι κληροδοσίες που συστάθηκαν με την επίδικη επιστολή επαναλήφθηκαν κατά περιεχόμενο ως διάταξη τελευταίας βούλησης στην μεταγενεστέρως καταρτισθείσα υπ' αριθ. ...
δημόσια διαθήκη του θανόντος, γεγονός που ενισχύει τη δικανική πεποίθηση ότι η σχετικώς εκφρασθείσα επιθυμία του διαθέτη στην εν λόγω επιστολή - διαθήκη αποτελούσε πράγματι διάταξη τελευταίας βούλησης, ανεξαρτήτως του ότι δεν κατονομάζεται σε αυτή τη δημόσια διαθήκη ο βεβαρημένος για την καταβολή των κληροδοσιών κληρονόμος [.....].
Στο πλαίσιο αυτό και δεδομένου ότι το προεκτεθέν περιεχόμενο περί σύστασης κληροδοσιών της ως άνω υπ' αριθ. ... μεταγενεστέρως καταρτισθείσας δημόσιας διαθήκης του θανόντος δεν εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της από 5-6-2012 (από παραδρομή αναφέρεται από 10-11-2010) ιδιόγραφης επιστολής - διαθήκης περί ορισμού υπόχρεης κληρονόμου για την καταβολή των εν λόγω κληροδοσιών, η επίδικη επιστολή - διαθήκη παραμένει ισχυρή κατά τη διάταξή της αυτή και συνακόλουθα οι ανωτέρω δύο διαθήκες αλληλοσυμπληρώνονται και ισχύουν παραλλήλως ως ενιαία διαθήκη σε σχέση με την σύσταση των κληροδοσιών και τον ορισμό της εναγομένης - αντενάγουσας καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως υπόχρεης κληρονόμου [.....].
Στην προκείμενη περίπτωση, ο διαθέτης με την επίδικη επιστολή του προς την εναγομένη - αντενάγουσα - καθής οι πρόσθετες παρεμβάσεις θυγατέρα του και κύρια κληρονόμο του, ως συνάγεται από τη συνεκτίμηση του περιεχομένου της προγενέστερης από 10-11-2010 διαθήκης του αλλά και του συνόλου των διαθηκών του, συνέστησε κληροδοσίες [.....], ορίζοντας ως υπόχρεη για την καταβολή τους [.....] και θέτοντας ως απώτατο χρονικό σημείο εξόφλησής τους [.....].
Ειδικότερα ο θανών εξέφρασε ρητά με την εν λόγω επιστολή τη βούλησή του να περιέλθουν τα ως άνω χρηματικά ποσά στους τετιμημένους κληροδόχους χωρίς να καταλείψει περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στην εναγομένη - αντενάγουσα - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως προς την υλοποίησή της αλλά αντιθέτως, έδωσε σαφή και ρητή εντολή σε αυτήν ως κύρια κληρονόμο της περιουσίας του, που άπτονταν των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων ("Τώρα στα θέματα και τις εντολές μου ως κύρια κληρονόμο μου στις δουλειές μου:" "Παρακαλώ να ακολουθήσεις πιστά:") να καταβάλει η ίδια τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στους κατονομαζόμενους δικαιούχους και μάλιστα μέσα σε ταχθείσα προθεσμία δέκα οκτώ (18) μηνών από το θάνατό του [.....].
Επισημαίνεται ότι η χρήση του ρήματος παρακαλώ από τον διαθέτη δεν κατατείνει σε έκφραση παράκλησης [.....], διότι από την θέση του ρήματος στο κείμενο [.....] και της ακολουθήσασας φράσης [.....] σε συνδυασμό με την προεκτεθείσα νοηματική αλληλουχία του κειμένου συνάγεται ότι αυτό χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για λόγους εκφραστικής ευγένειας [.....].
Η δε χρήση της φράσης εκ μέρους μου δεν συνεπάγεται ασάφεια [.....], αφού με αυτήν δηλώνεται η βούληση του διαθέτη να προσποριστούν τα χρήματα στους κληροδόχους από την καταλειπόμενη κληρονομιαία περιουσία που θα περιέλθει στην υπόχρεη κληρονόμο [.....]. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι πρόκειται για σαφή διάταξη τελευταίας βούλησης περί σύστασης κληροδοσιών με καθορισμό της εναγομένης - αντενάγουσας - καθ' ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις ως υπόχρεης κληρονόμου για την καταβολή τους και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από τον θάνατο του διαθέτη [.....]".
Με αυτές τις παραδοχές το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδικη διαθήκη - επιστολή είναι έγκυρη και ισχυρή, ότι το περιεχόμενο της μεταγενέστερης δημόσιας διαθήκης δεν εναντιώνεται προς το περιεχόμενο αυτής, ότι αλληλοσυμπληρώνονται και ισχύουν παραλλήλως ως ενιαία διαθήκη για σύσταση κληροδοσιών και ορισμό της αναιρεσείουσας ως βαρυνόμενης κληρονόμου και ότι στο κείμενο της ιδιόγραφης διαθήκης δηλώνεται ρητώς και σαφώς η οριστική βούληση του διαθέτη να προσποριστούν τα χρήματα των κληροδοσιών στους κληροδόχους από την καταλειπόμενη στην αναιρεσείουσα κληρονομιαία περιουσία του.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1712, 1714, 1721 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1763 παρ. 1, 1764 παρ. 1, 1885 και 1968 ΑΚ, διότι κατά την ανέλεγκτη κρίση του Πρωτοδικείου ο διαθέτης με την επίδικη έγκυρη και ισχυρή ιδιόγραφη διαθήκη του συνέστησε κληροδοσίες και όρισε βαρυνόμενη κληρονόμο του την αναιρεσείουσα, συνακολούθως οι λοιποί κληρονόμοι του δεν ευθύνονται, εφόσον ο διαθέτης όρισε διαφορετικά.
Η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη σιωπηρής ανάκλησης της από 5-6-2012 ιδιόγραφης διαθήκης του και άρα της μη κατάργησής της με την υπ' αριθ. 5.864/7-1-2014 δημόσια διαθήκη αλλά της ισχύος της παραλλήλως προς αυτή.
Επομένως, ο λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει την αναιρετική πλημμέλεια και μάλιστα ενάριθμα, ούτε και την συγκεκριμένη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου για την ύπαρξη δηλώσεως βουλήσεως του διαθέτη να προβεί σε ρητή ή σιωπηρή ανάκληση προγενέστερης διαθήκης με νεώτερη και για την εναντίωση του περιεχομένου τους δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου στη δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1834/2014).
Είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, όταν στην αίτηση αναιρέσεως αναφέρεται ποιο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε, αλλά δεν το έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, ο ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1538/2022).
Ο λόγος αυτός είναι κατ' ουσία αβάσιμος όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ορισμού με την επίδικη διαθήκη βεβαρημένου κληρονόμου για τις κληροδοσίες, παρά την αναφορά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων γίνεται ειδική μνεία, λόγω της δικονομικής τους φύσης και όλα τα έγγραφα, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις του γιού της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σε κανένα σημείο δεν αναφέρει οτιδήποτε βεβαιώνεται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις του γιού της, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων των αντιδίκων της, στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται ειδικά. Η προβαλλόμενη αιτίαση, ανεξαρτήτως του ότι δεν γίνεται επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης και μάλιστα ενάριθμα, μπορεί να εκτιμηθεί με βάση το περιεχόμενο του λόγου αυτού ως αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.
γ ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικάσαν Πρωτοδικείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού, από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και από τις νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των άλλων και του γιού της αναιρεσείουσας Φ. - Α.
Τ. - Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Γ.. Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 3472/17-1-2020 ένορκη βεβαίωση του προαναφερόμενου ενόρκως βεβαιούντος, που δόθηκε προς αντίκρουση ισχυρισμών των αντιδίκων της μητέρας του και την έτερη υπ' αριθ. 3381/21-11-2019 ένορκη βεβαίωση του ιδίου ενόρκως βεβαιούντος, που δόθηκε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου στο πλαίσιο άλλης πολιτικής δίκης και λήφθηκε υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς όλες τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφιβόλως ότι το Πρωτοδικείο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ορισμού με την επίδικη διαθήκη βεβαρημένου κληρονόμου για τις κληροδοσίες, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις, που θεωρούνται από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθείσες.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ ΚΠολΔ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παραβόλου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και των προσθέτους παρεμβαινόντων (ΑΠ 945/2023), που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό βάσιμο αίτημά τους, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της στη δίκη αυτή (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2020 και υπ' αριθ. εκθ. κατ. 74299/124/14-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2506/2020 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και των προσθέτως παρεμβαινόντων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €) για τον αναιρεσίβλητο, σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €) για τους προσθέτως παρεμβαίνοντες Χ. Ζ. του Ν. και Μ. Γ. του Χ. και σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700 €) για την προσθέτως παρεμβαίνουσα Α. Ν. του Ε.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ