Legislator Case Law & Legislation
1875/2016 AI generated

1875/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1875/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1875/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.

Keywords

AI generated
economic offence misappropriation of funds counterfeit currency fraudulent insurance claim declaration of false identity benefit fraud
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1875 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1875/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Παπανδρικόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 676/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2015 (με αριθ.πρωτ.5507/2015) αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 862/2015.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά.

Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Οι ψευδείς δε παραστάσεις πρέπει να είναι πρόσφορες να παραπλανήσουν τον παθόντα.

Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της.

Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Τέτοια υποχρέωση ανακοινώσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στην από τις διατάξεις των άρθρων 197, 288 και 330 ΑΚ επιβαλλόμενη συμπεριφορά στον συναλλασσόμενο κατά τα συναλλακπκά ήθη και την καλή πίστη, η δε εξαπάτηση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, έγγραφο ή προφορικά, ρητά ή σιωπηρά.

Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή και άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 τταρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο Ιδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται:

α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεως του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.

Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θελήσεως του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε.

Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ., να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωση του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.

Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 παρ. 1του Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ• αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται όπ υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα. που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της απολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του π προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 676/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις αποδιδόμενες σ'αυτήν πράξεις: 1)της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και 2)απόπειρας εκβίασης από κοινού και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... Αττικής περί το τέλος Ιανουαρίου του 2009, έχοντας προηγουμένως η ίδια αναπτύξει φιλικές σχέσεις με την εγκαλούσα Κ.

Μ., παρέστησε ψευδώς προς αυτήν ότι θα της χορηγείτο δάνειο από την ALPHA BANK ύψους 250.000 ευρώ για να ιδρύσει μαζί με τον αδελφό της Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο στη Λ., δηλαδή ότι είχε τις προϋποθέσεις για να εγκριθεί αυτό και πως δήθεν είχε πράγματι εγκριθεί, αλλά καθυστερούσε η εκταμίευσή του. Της ζήτησε δε να την διευκολύνει με δάνειο 50.000 ευρώ, η ίδια ή οι φίλες της, μέχρι να εισπράξει το τραπεζικό δάνειο, που δήθεν ανέμενε, οπότε θα επέστρεφε στην εγκαλούσα και τις φίλες της τα χρήματα της μεταξύ τους δανειακής διευκολύνσεως.

Με τους ισχυρισμούς αυτούς έπεισε την εγκαλούσα και αυτή με τη σειρά της τις δύο (2) μάρτυρες κατηγορίας Ε.Γ. και Μ.Φ. να δώσουν, μέσω της ίδιας της εγκαλούσας, στην κατ/νη τα ποσά αντίστοιχα των 18.000 και 24.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 42.000 ευρώ, ως δανειακή άτοκη διευκόλυνση. Μάλιστα το ποσό των 18.000 ευρώ εξασφαλίσθηκε και με την δόση δύο επιταγών των 9000 ευρώ η καθεμία.

Όμως, ούτε οι επιταγές αυτές πληρώθηκαν, ούτε η κατ/νη επέστρεψε τα ανωτέρω ατόκως δανεισθέντα ποσά στην εγκαλούσα και στις δανείστριες αυτήν Ε.Γ. και Μ.Φ., αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, προκαλώντας προς αυτές αντίστοιχη ζημία και ειδικότερα προς την εγκαλούσα με την μορφή αξίωσης αποζημιώσεως που έχουν εναντίον της οι πραγματικές δανείστριες των εν λόγω ποσών.

Αργότερα στις 3-3-2009 στην κεντρική πλατεία της Γ. προ του ναού των ... η κατ/νη, από κοινού με 4 άγνωστους δράστες, έχοντας κλείσει εκεί ραντεβού στην εγκαλούσα για να ρυθμίσουν δήθεν την μεταξύ τους οικονομική εκκρεμότητα, αφού συναντήθηκαν με την εγκαλούσα που είχε μαζί της την Ε.Γ., προσπάθησαν να την αποτρέχουν ν'ασκήσει τις νόμιμες αξιώσεις της από τις ανωτέρω επιταγές (και το όλο δάνειο), με απειλές κατά της ζωής της.

Όμως δεν πέτυχαν τον σκοπό τους, διότι η εγκαλούσα δεν πτοήθηκε, αλλά εξέδωσε διαταγές πληρωμής με βάση δύο από τις επιταγές αυτές (των 9000 ευρώ από 6-2-09 και των 24.000 ευρώ) και ακολούθως υπέβαλε την επίδικη μήνυση, ενόψει του ότι ήταν δικαιούχος .....ως κομίστρια των εν λόγω επιταγών. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν ....από τις αξιόπιστες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και δεν αναιρούνται από την εκδοχή των κατ/νων, ότι δήθεν απώλεσε τις ανωτέρω επιταγές, τις οποίες βρήκαν οι αντίδικοι της (και ειδικά η εγκαλούσα) και ότι επιχειρούν να αποκομίσει παράνομο όφελος εις βάρος της.

Ειδικότερα η πρώτη επιταγή των 9000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 6-2-2009 έχει εκδοθεί από τον γνωστό στην κατ/νη εργολάβο Κ. Μ., με τον οποίο είχε συναλλαγές, έχει οπισθογραφηθεί στην ίδια την κατ/νη και επόμενη κομίστρια φέρεται η εγκαλούσα, που είναι και η τελευταία, μετά τις διαγραφές δύο επόμενων οπισθογράφων.

Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε 12/2 και σφραγίσθηκε στις 13-2-2009 εμπρόθεσμα και κανένα στοιχείο δεν υπάρχει για δήθεν απώλειά της. Η δεύτερη επιταγή 9000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 27-2-2009, έχει τον ίδιο εκδότη και την ίδια σειρά οπισθογράφων, αλλά δεν εμφανίσθηκε για πληρωμή και δεν απαιτήθηκε το ποσό της. Όμως την ίδια ημέρα (27-2-2009), η κατ/νη προσήλθε στο Α.Τ.

Ελληνικού και έκανε δήλωση απώλειας για την τρίτη επιταγή των 24.000 ευρώ, που έχει εκδώσει η ίδια υπό ημερομηνία (μεταχρονολογημένη), 13-7-2009. Η τελευταία αυτή επιταγή έχει κομίστρια την εγκαλούσα και εμφανίσθηκε προς πληρωμή εμπρόθεσμα στις 21-7-2009, οπότε και σφραγίσθηκε. Συνάγεται, επομένως, ότι η κατ/νη είχε προηγουμένως δοσοληψίες με την εγκαλούσα και είχε προμελετήσει να αποποιηθεί την τελευταία μεγαλύτερη υποχρέωσή της, των 24.000 ευρώ, με την ανωτέρω δήλωση περί δήθεν απώλειας της αντίστοιχης επιταγής.

Είναι δε λογικά απίθανο να απωλέσθηκαν και οι τρείς επιταγές, (παρά το ότι για τις πρώτες δεν έγινε δήλωση απώλειας), και να περιήλθαν και οι τρείς στην εγκαλούσα συγχρόνως. Επομένως η κατ/νη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη και για τις δύο πράξεις που της αποδίδονται με το επίδικο κατηγορητήριο". Στη συνέχεια, δε, το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείουσα, ότι: "1)Στην ...

Αττικής, περί το τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2009, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με τηv εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο σε μια από τις πολλές επισκέψεις που πραγματοποιούσε στο σπίτι της εγκαλούσας - ζημιωθείσας Κ. Μ. παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, πως είχε ήδη ξεκινήσει μαζί με τον αδελφό της, που είναι επίσης ιατρός, συγκεκριμένα καρδιολόγος, τη δημιουργία Ιατρικού Διαγνωστικού Κέντρου στη Λ., πως για την αιτία αυτή ήθελε κατεπειγόντως χρήματα μετρητά και.

ότι η Τράπεζα (ALPHA ΒΑΝΚ),ενέκρινε το δάνειο που ζήτησε, λέγοντας επί λέξει στην εγκαλούσα : "επιτέλους μου εγκρίθηκε το δάνειο των 250.000€ από την Τράπεζα, επειδή όμως αργεί η εκταμίευση του, θέλω κατεπειγόντως 50.000 ευρώ και αν δεν τα έχεις ζήτησε τα από τις φίλες σου". Με τον τρόπο αυτό έπεισε την εγκαλούσα η οποία δανειζόμενη από φίλες της, μεταξύ των οποίων από την Μ.

Φ., από την οποία δανείστηκε 24.000€, να συγκεντρώσει το ποσό των 42.000€, το οποίο παρέδωσε, ως άτοκο δάνειο, εντός της οικίας της. Η κατηγορουμένη έλαβε από την εγκαλούσα το ποσό των 42.0006, προκαλώντας της ζημία ισόποση η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ δεν της επέστρεψε ουδέποτε το ως άνω ποσό. 2) Στη Γ. Αττικής, στον Προαύλιο χώρο του ..., την 3-3-2009, ενεργώντας από κοινού με άλλους τέσσερις άγνωστους δράστες έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το πλημμέλημα της εκβίασης (άρθρο 385§1γ Π.Κ.)επιχείρησαν πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, δεν ολοκληρώθηκε όμως από λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσει η κατηγορουμένη παράνομο περιουσιακό όφελος, ενεργώντας από κοινού με τέσσερις (4) άλλους άγνωστους δράστες, επιχείρησαν να εξαναγκάσουν την εγκαλούσα Κ. Μ. με βία και απειλή σε παράλειψη, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου.

Ειδικότερα, όταν η εγκαλούσα προσήλθε στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού, ... στη Γ. την 3-3-2009 και ανέμενε την κατηγορουμένη στο ραντεβού που είχαν εμφανίστηκε η κατηγορουμένη αρχικά μόνη της η οποία, μετά τις πρώτες λέξεις της, είπε στην εγκαλούσα: " ...μην ξανατολμήσεις να μου τηλεφωνήσεις, μην ξανατολμήσεις να εμφανιστείς μπροστά μου, μην διανοηθείς να πας τις επιταγές σε δικηγόρο, μην τολμήσεις και μου κάνεις δικαστήρια, γιατί την επομένη θα γίνει η κηδεία σου" και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ενώπιον της εγκαλούσας τέσσερα (4) άτομα, άντρες νεαροί και μεσήλικες, άγνωστοι εντελώς στην εγκαλούσα, οι οποίοι αφού την περικύκλωσαν, της είπαν: "εάν ξανατηλεφωνήσεις ή ξαναενοχλήσεις τη γιατρό ή κάνεις οτιδήποτε εναντίον της, θα έχεις να κάνεις μαζί μας, θα σε ψάχνουν οι δικού σου και δεν πρόκειται να σε βρουν ποτέ και πουθενά" και στη συνέχεια μπήκαν άπαντες σε ένα αυτοκίνητο και απομακρύνθηκαν.

Η πράξη της αυτή όμως δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της, αφού η εγκαλούσα επέλεξε να τηλεφωνήσει επανειλημμένα στην κατηγορουμένη, κατέθεσε σε βάρος αυτής αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για έκδοση διαταγής πληρωμής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 31678/2009 διαταγή πληρωμής ενώ κατέθεσε σε βάρος της κατηγορουμένης την από 14-10-2009 έγκληση της για παράβαση του άρθρου 79 Ν.5960/1933".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την οποία είναι απαράδεκτη η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης. Και τούτο γιατί εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των πιο πάνω αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 380 παρ.1, 386 παρ.1, 42 παρ.1 ΠΚ), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλειπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ο τρόπος με τον οποίο έπεισε την εγκαλούσα, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, προκειμένου να της αποσπάσει τα αναφερόμενα στο σκεπτικό χρηματικά ποσά, δήθεν με τη μορφή δανείου, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για τη δημιουργία ιατρικού κέντρου στη Λ. και ότι για το σκοπό αυτό της είχε χορηγηθεί και σχετικό δάνειο ποσού 250.000 € από την Τράπεζα, ότι είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, επιτυγχάνοντας με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις να πείσει την εγκαλούσα να δανεισθεί τα αναφερόμενα στο σκεπτικό χρηματικά ποσά από φίλες της, έναντι των οποίων η εγκαλούσα ήταν οφειλέτρια των ποσών αυτών και συνεπώς, ζημιωθείσα λόγω της, μη αποδόσεως του χρηματικού ποσού που της απέσπασε με τον τρόπο αυτό η αναιρεσείουσα.

Τέλος, εκτίθεται και ο τρόπος με τον οποίο αποπειράθηκε η αναιρεσείουσα, συνεπικουρούμενη από τέσσερα (4) άγνωστα άτομα, να την αποτρέψουν κατά τρόπο παράνομο από την άσκηση της νόμιμης αξίωσης της, (δηλαδή, δικαστικής επιδίωξης του ποσού που εισέπραξε παράνομα η αναιρεσείουσα) και ειδικότερα, με απειλές κατά της ζωής της, στον τόπο συνάντησης (προαύλιο ...

Γ.) όπου την περικύκλωσαν, όπως προαναφέρθηκε, άλλα τέσσερα άγνωστα άτομα, τα οποία κινήθηκαν απειλητικά εναντίον της, χρησιμοποιώντας τις ίδιες απειλές κατά της ζωής της πλην, όμως, η εγκαλούσα δεν πτοήθηκε, αλλά, κινήθηκε δικαστικά κατά της αναιρεσείουσας, εκδίδοντας με αίτησή της διαταγή πληρωμής, ενώ κατέθεσε και σχετική έγκληση, λόγω μη πληρωμής των επιταγών.

Προκύπτει, τέλος και το στοιχείο του δόλου, από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης των πιο πάνω πράξεων από μέρους της αναιρεσείουσας και διαλαμβάνεται περί τούτου η σχετική αιτιολογία στην απόφαση, με παράθεση των περιστατικών εκείνων που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την υποκειμενική κάλυψη των πράξεων αυτών.

Επομένως και οι δύο αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει ν'απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2015 (με αριθ.πρωτ.5507/2015) αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της απόφασης 676/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ