Legislator Case Law & Legislation
1875/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of security bond request in civil litigation.

Case Number 1875/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their request for a security bond. The appellants argued the bond amount was disproportionate and the lower court failed to examine the merits of their appeal. The court held that the bond amount was legally justified given the high value of the underlying claim and that the lower court's procedural rejection was not subject to substantive review on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 169, 559, 569 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the substantive discretion of lower courts regarding the necessity and proportionality of security bonds, and appeals against procedural rejections must be based on specific grounds of inadmissibility rather than substantive errors.

Keywords

AI generated
security bond security deposit proportionality principle appeal admissibility substantive review lower court discretion civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 169 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 569 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 180 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1875 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1875/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Π., κατοίκου ... και 2. Α. Π., κατοίκου ..., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Δημόπουλο και ο δεύτερος με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Δημοπούλου .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στο … και 2. Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παπαρηγόπουλο και ο δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-2009, 12-10-2009 και 9-12-2009 αιτήσεις ανακλήσεως δικαστικής απόφασης των ανωτέρω διαδίκων και την από 12-3-2010 πρόσθετη παρέμβαση της τράπεζας Κύπρου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν δε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5610/2009 μη οριστική, 172/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3499/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-9-2013 αίτησή του και τους από 4-4-2014 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 5-5-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου κυρίου λόγου της αναίρεσης (στοχείοΑ1) και την απόρριψη των λοιπών κύριων και πρόσθετων αναιρετικών λόγων της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσείοντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση αποφάσεων δευτεροβάθμιου και πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, (οριστική και μη οριστική), με τις οποίες κρίθηκε αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων για ανάκληση απόφασης, η οποία τους είχε υποχρεώσει στην καταβολή της, κατ' άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ. εγγυοδοσίας, μετά την άσκηση αγωγής τους κατά των αναιρεσιβλήτων.

Επιπρόσθετα, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 569 § 2 Κ.Πολ.Δ.) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (βλ. 43/7.4.2014 πράξη κατάθεσής τους και 510Γ', 509Γ'/8.4.2014 εκθέσεις επίδοσής τους στους αναιρεσιβλήτους της δικαστικής Επιμελήτριας Αθηνών Ελένης Παγώνη). Σημειώνεται, πως παραδεκτά η αναίρεση στρέφεται και κατά των αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι έχει κατατεθεί και στο δικαστήριο αυτό (βλ.

από 9.9.2013 βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως). Διευκρινίζεται ότι: α) εφ'όσον η έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται και η πρωτόδικη απόφαση, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτή κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε, για τυπικούς λόγους, την έφεση (ΑΠ 1000/2009) β) η μη οριστική απόφαση, δεν υπόκειται σε αυτοτελή αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ'αυτής (ΑΠ 2148/2007) γ) αν, όπως στην παρούσα περίπτωση, η έφεση απερρίφθη ως απαράδεκτη, η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης του Εφετείου (ΑΠ 1158/1980) δ) η προσθέτως παρεμβασα στον πρώτο βαθμό υπερ των εναιρεσειόντων Τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ", άσκησε αυτοτελώς έφεση, η οποία απερρίφθη, ουδόλως δε προσέβαλε την εφετειακή απόφαση, και, έτσι, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

ΙΙ. Στην υπό κρίση περίπτωση, η υπόθεση ακολούθησε την πιο κάτω δικονομική πορεία: 1) Η ήδη, σε πτώχευση τελούσα εταιρεία με την επωνυμία "TELEDOME ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ και ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", είχε ασκήσει μαζί με τις αναιρεσείουσες, την από 29.12.2008 αγωγή κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, για αποκατάσταση ζημιών, που πρόβαλαν, ότι υπέστησαν από αποδιδόμενη σ' αυτούς αδικοπρακτική συμπεριφορά (παραβίαση δικαστικής απόφασης, καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης από κατέχοντα δεσπόζουσα θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών, αθέμιτη απόσπαση πελατείας, δυσφήμιση, προσβολή προσωπικότητας). 2) Επακολούθησε η έκδοση της 321/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ανωτέρω εταιρεία κηρύχτηκε σε πτώχευση. 3) Για την ένδικη αγωγή, εξεδόθη αρχικά η 3610/2009 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής και υποχρέωσε τους ενάγοντες να παράσχουν υπέρ των εναγομένων, με κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ως εγγυοδοσία για την εξασφάλιση της πληρωμής της τυχόν επιδικασθησομένης υπέρ των εναγομένων, δικαστικής δαπάνης, για την περίπτωση απόρριψης της αγωγής, το ποσό του 1.081.774 ε3υρώ. 4) Στη συνέχεια, εξεδόθη η 172/2011 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί ασκηθείσας ενώπιόν του από τους ανωτέρω ενάγοντες αίτηση ανάκλησης της αμέσως προηγούμενης απόφασης, την οποία και απέρριψε. 5) Κατά της τελευταίας ασκήθηκε έφεση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη αφού δέχτηκε, πως η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν μη οριστική.

III. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 2104/2007). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ., το δε δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή τον διάδικο που άσκησε την κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας, που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγόμενου (του καθ' ου η κύρια παρέμβαση) ή του καθ' ου ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας στο οικείο δικαστήριο, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 171 και 172 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει: (α) για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του είναι ανάγκη να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση με ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ.

γ' Κ.Πολ.Δ.). β) Ότι κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπερ του ενός ή του άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος δεν έχει εμφανή περιουσία, έχει άγνωστη διαμονή, είναι αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του αιτούντος και, εν γένει, αφερέγγυος.

Γ) Ότι για να διαταχθεί η εγγυοδοσία, πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη, προαποδεικτικά, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για την αδυναμία εκτέλεσης της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου.

δ) Ότι το δικαστήριο, που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία, ορίζει όχι μόνο το ποσό της, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγυοδοσία, "αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, η κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο", πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια.

Η ανάκληση δε, θεωρείται, πως αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής, της κύριας παρέμβασης ή του ενδίκου μέσου. ε) Ότι το βάρος της απόδειξης των προϋποθέσεων της ανωτέρω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ' ου η κυρία παρέμβαση ή εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 990/2008).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 309 εδ. α Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν από το δικαστήριο, το οποίο τις εξέδωσε. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 Κ.Πολ.Δ. εξάγεται, πως οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο, απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες, που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί νόμιμη για έκδοση δικαστικής απόφασης. Εξ άλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου, συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφ' όσον, όμως, στην τελευταία περίπτωση, δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για την βασιμότητα του εξεταζομένου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, για την παραδοχή ή απόρριψή του (ΑΠ 358/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε συναφώς τα ακόλουθα: " 'Ηδη φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι εφέσεις: (Α) από 31-3-2011 και υπ' αριθ. καταθ. 2189/31-3-2011 έφεση του Α. Φ., ως συνδίκου της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TELEDOME - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ.

ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (B) από 29-3-2011 και υπ αριθ. καταθ. 2184/31-3- 2011 έφεση των α) Α. Π. και β) Α. Π. και (Γ)- από 1-4-2011 και υπ' αριθ. καταθ. 2253/1-4-2011 έφεση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ". Με τις εφέσεις αυτές πλήττεται η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 172/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων...

Σύμφωνα όμως με όσα λεπτομερώς προεκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η ως άνω υπ' αριθ. 172/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είναι εκκλητή, δεν υπόκειται, δηλονότι, αυτοτελώς σε έφεση ως προς κανένα από τα κεφάλαιά της, αφού με αυτήν, αφ' ενός απορρίφθηκαν αιτήσεις ανακλήσεως, κατ' άρθρ. 309 ΚΠολΔ, μιας μη οριστικής αποφάσεως, όπως ήταν η τοιαύτη υπ' αριθ. 5610/2009 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η διακωλυτική ένσταση του άρθρου 169 ΚΠολΔ και αφ' ετέρου, στην ίδια λειτουργία της παραπάνω διακωλυτικής ενστάσεως, αποφάνθηκε ότι το δικόγραφο της από 29-12-2008 και υπ' αριθ.

καταθ. 236487/12432/2008 αγωγής ανακλήθηκε, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της ορισθείσας εγγυήσεως. Με την εκκαλουμένη δηλονότι απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε, σε κανένα επίπεδο (ουδέ καν του παραδεκτού), την ενώπιον του αχθείσα προς κρίση, από 29-12-2008 και υπ' αριθ. καταθ. 236487/12432/2008 αγωγή, και δεν έκρινε αντιστοίχως το επικαλούμενο δικαίωμα των εναγόντων, ούτε διέγνωσε έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ιστορική αιτία) ούτε και τη νόμιμη αιτία ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που ήταν προσδοτέος στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους σε σχετική διάταξη νόμου και τις λοιπές ενστάσεις που προτάθηκαν, έτσι ώστε να δημιουργεί δεδικασμένο επί δικονομικού και ουσιαστικού ζητήματος (κατ' άρθρ. 322 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού αυτά ουδέποτε κρίθηκαν αναφορικά με την αγωγή.

Ας σημειωθεί τέλος, ότι είναι ενδεικτική η εκφορά της διατάξεως του άρθρου 172 ΚΠολΛ "...αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή" (που, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανάκληση, αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής η οποία διάταξη φέρεται να συστοιχείται με την τοιαύτη του άρθρου 295 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία αφορά στην παραίτηση (κατ' άρθρ. 294 ΚΠολΔ) από το δικόγραφο της αγωγής "...η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε", η οποία επίσης τελευταία αυτή απόφαση, που κρίνει την παραίτηση του ενάγοντα ανενεργή, δεν είναι οριστική και δεν προσβάλλεται αυτοτελώς με έφεση, η οποία, ασκηθείσα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη...

αφού οι αποφάσεις αυτές έχουν απλώς χαρακτήρα αναγνωριστικό της επελθούσης καταργήσεως της δίκης... Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, οι κρινόμενες εφέσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες...". Σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, η ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν ήταν, όντως, εκκλητη, εφ' όσον, ούτε την ουσία της διαφοράς έκρινε, ούτε το νόμιμο και παραδεκτό της αγωγής.

Πρόκειται, απλώς, για απόφαση, η οποία διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1721/2007, ΑΠ 1717/2007). Κατά ταύτα, ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η συμπροσβαλλόμενη 172/2011 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έκρινε, δικάζοντας αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων και των αναιρεσίβλητων: α) Ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητήθηκε η ανάκληση της εγγυοδοσίας έπρεπε ν' απορριφθεί. Προηγουμένως δε, αποφάνθηκε (κατά πλειοψηφία), πως η αίτηση αυτή "... η οποία επιχειρεί να επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω αγωγή, χωρίς να έχει προηγηθεί η καταβολή της ορισθείσας εγγυοδοσίας ... δεν δημιουργεί νόμιμη στάση δίκης ...". β) Στη συνέχεια δε έκρινε, κατ' αποδοχή της αίτησης των αναιρεσιβλήτων, ότι, εφ' όσον η εγγυοδοσία δεν καταβλήθηκε εντός του νομίμου προθεσμίας, "η αγωγή είχε ανακληθεί". Με τις παραδοχές αυτές και με βάση τα προεκτεθέντα, ορθώς έκρινε το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή των υποχρεωθέντων σε εγγυοδοσία (αναιρεσειόντων) είχε κατά νόμον "ανακληθεί". Άρα, ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης (με στοιχείο β1), ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν προβάλλεται παραβίαση κανόνος δικονομικού δικαίου, όπως είναι και εκείνος των άρθρων 169, 171 και 171 Κ.Πολ.Δ., αφού μ'αυτούς ρυθμίζεται διαδικαστικό ζήτημα της δίκης που ανοίγεται με την αγωγή, στην κυρία παρέμβαση, η το ένδικο μέσο.

Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 169 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με την εξαίρεση του άρθρου 170 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι συμβατή με τα άρθρα 4 §1, 20 §1 του Συντάγματος αλλά και με το Κοινοτικό Δίκαιο, καθώς και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και της Σύμβασης της Ρώμης (4.11.1950), σύμφωνα με την οποία "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο...", έχει δε σκοπό, όχι μόνο τη διασφάλιση της απαίτησης για τα δικαστικά έξοδα, αλλά και την περιστολή της καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Μάλιστα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου έχει κρίνει, ότι δεν προσβάλλεται το θεμελιακό δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στα δικαστήρια, με τη διατασσόμενη εγγυοδοσία για τα δικαστικά έξοδα και δεν παραβιάζεται, κατ'αυτό τον τρόπο, το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Είναι δε συμβατή και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 21 § 1 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.

Και τούτο, διότι δεν πρόκειται για εισαγωγή διάκρισης των πολιτών λόγω περιουσίας, ούτε παρεμποδίζεται η πραγματική προσφυγή σε δικαστήριο. 'Αλλωστε, το θέμα της καταβολής εγγυοδοσίας κρίνεται ακριβώς, από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπ' όψιν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου. Υπο την αντίθετη δε εκδοχή, σειρά διατάξεων (περί καταβολής παραβόλου, δικαστικού ενσήμου, δικαστικής δαπάνης κλπ), θα μπορούσε να θεωρηθεί, πως αντίκειται στις πιο πάνω, αυξημένης τυπικής ισχύος, διατάξεις, πράγμα που βέβαια δεν είναι ορθό.

Άρα, ο δεύτερος κύριος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει, για τον ανωτέρω λόγο, την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Στη συνέχεια, εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως, πως, η εφαρμογή των άρθρων 172, 308, 309, 322, 513, 539 και 533 Κ.Πολ.Δ., καθ'ον τρόπο έλαβε χώραν από το Εφετείο, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης". Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, πέραν του ότι η παραβίαση των διατάξεων αυτών, ως δικονομικού δικαίου, δεν ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, ουδεμία αντίφασή τους με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων παρίσταται και ο πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ακόμη, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι: 1) Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις παραδοχές του, παραβίασε τα άρθρα 20 §1, 4 §1, 5 §1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, τα άρθρα 21 § 1 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, γιατί δέχτηκε, πως είναι συνταγματικές οι ανωτέρω διατάξεις (άρθρ. 169, 171, 172 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δι' αυτών πλήττεται σαφώς η οικονομική ελευθερία, το δε δικαστήριο ουδόλως αξιολόγησε τις οικονομικές δυνατότητες των μερών β) προβάλλεται επίσης, πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε και το άρθρο 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, αφού η εγγύηση, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, υπερέβη κάθε λογικό ποσό.

Όμως, για τους προεκτεθέντες λόγους: 1) ορθά έκρινε το πιο πάνω δικαστήριο, δεχθέν, πως δεν υφίστατο έδαφος ανάκλησης της ως άνω απόφασης, πολύ περισσότερο, αφού δεν υφίστατο "στάση δίκης" 2) απαράδεκτα και αύθις προσβάλλονται με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο, οι ως άνω δικονομικές διατάξεις 3) Το θέμα των οικονομικών δυνατοτήτων των μερών κείται πέραν του πεδίου της έρευνας του δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.). 4) Υπό την παραδοχή, πως το νόημα των σχετικών αιτιάσεων είναι, πως το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξει, οι σχετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συντρέχουν ή μη λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ 1149/2008). Άρα ο με στοιχείο Γ1 κύριος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (1.081.774 ευρώ) που ορίσθηκε ως εγγυοδοσία, δεν άγει σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι αφορά εξασφάλιση δικαστικής δαπάνης, το ύψος της οποίας συναρτάται προς το αγωγικό αίτημα, το οποίο στην ένδικη περίπτωση ανερχόταν σε ποσό υπερβαίνον (συνολικώς) τα 54.000.000 ευρώ.

Επομένως, οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε θέμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πρέπει, όμως, το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν επιτρέπεται, άρα, η επίκληση της ως άνω διάταξης, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την έφεση, ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή για κάποιον άλλο τυπικό λόγο, γιατί τότε, το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με την από του αρ. 1 ή 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους, κατά περίπτωση (Ολ. ΑΠ 3/1997 ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009 ΑΠ 1821/2008). Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη, χωρίς να χωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Άρα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης που προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος.

Στη συνέχεια, μετά απ' όσα έγιναν δεκτά ως προς τη μη αντίθεση των προδιαληφθεισών διατάξεων προς το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν υφίσταται λόγος για αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, ως αιτούνται ήδη, οι αναιρεσείοντες. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 12 § 2 Ν. 4055/2012) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.9.2013 αίτηση των Α. Π. και Α. Π., όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 4.4.2014 πρόσθετους λόγους, προς αναίρεση της 3499/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των 172/2011 και 5610/2009 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ