Legislator Case Law & Legislation
1875/2007 AI generated

1875/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1875/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1875/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ Α.Ε. αναφέρονται στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι από το χρόνο της σύστασης της η ΑΤΕ Α.Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1875 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1875/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Συσκευασίας Τυποποίησης και Συντήρησης Αγροτικών Προϊόντων" με το διακριτικό τίτλο "Τυποποιητήρια Θήβας" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της ............. και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Πετρόγλου Ιωάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκρποσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1098/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.

Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδρυτικού της Αγροτικής Τράπεζας Ν. 4332/1929, η ΑΤΕ Α.Ε. αποτελεί αυτόνομο τραπεζιτικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτικής πίστης σε όλες της μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.

Ως ειδικότεροι σκοποί της ΑΤΕ Α.Ε. αναφέρονται στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η χορήγηση δανείων και πιστώσεων πάσης φύσεως σε γεωργούς, γεωργικούς συνεταιρισμούς κάθε μορφής και γενικά σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την καλύτερη διεξαγωγή των γεωργικών τους επιχειρήσεων κ.ά. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι από το χρόνο της σύστασης της η ΑΤΕ Α.Ε.

αποτελούσε φορέα ενάσκησης της αγροτικής πίστης, έχοντας ως σκοπό τη συστηματική παροχή στα ασχολούμενα με τη γεωργία πρόσωπα των απαιτούμενων μέσων για τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των αγροτικών εργασιών. Ο ιδιότυπος χαρακτήρας της ΑΤΕ Α.Ε. οδήγησε στο χαρακτηρισμό της ως οργανισμού διφυούς χαρακτήρα, που αποτελεί αφενός νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση των τραπεζικών εργασιών και αφετέρου νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ως προς τον έλεγχο των συνεταιριστικών οργανώσεων, ο οποίος αποτελούσε εξουσία που ασκείτο από το Υπουργείο Γεωργίας και μεταβιβάστηκε στην ΑΤΕ Α.Ε.

δυνάμει του άρθρου 16 του Ν. 4332/1929. Πέραν όμως της άσκησης δημόσιας εξουσίας, η ΑΤΕ Α.Ε. εμφάνιζε ιδιαιτερότητες ως προς την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, αφού ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν ήταν πρωτεύων, ενώ οι πιστοδοτήσεις των προσώπων που είχε ως αντισυμβαλλόμενους στη χορήγηση δανείων (αγρότες, αγροτικοί, συνεταιρισμοί, πρόσωπα ασχολούμενα με τη γεωργία) εμφάνιζαν αυξημένους κινδύνους, ως προς την έγκαιρη και ασφαλή εξόφληση.

Αποτέλεσμα αυτών ήταν η καθιέρωση με τις διατάξεις των άρθρων 8 έως 15 του καταστατικού Ν. 4332/1929 σειράς ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καθιέρωση της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου του τόπου της έδρας του επισπεύδοντος την εκτέλεση καταστήματος, υποκαταστήματος ή πρακτορείου ή ανταποκριτή της Τράπεζας, ως αρμοδίου για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως δικαστηρίου, με σκοπό τη διευκόλυνση και αποτελεσματικότερη εξασφάλιση της ΑΤΕ Α.Ε.

Αργότερα όμως, με σειρά νομοθετικών διατάξεων, μεταβλήθηκε ο νομικός χαρακτήρας και η δομή της ΑΤΕ Α.Ε. Αρχικά με το άρθρο 8 του Ν. 1697/1987 προστέθηκε εδάφιο ια' στην παρ. 5 του άρθρου 1 του Ν. 4332/1929, με το οποίο επεκτάθηκε ο σκοπός της ΑΤΕ Α.Ε. στη διενέργεια οποιασδήποτε τραπεζικής εργασίας στο πλαίσιο του καταστατικού της κατόπιν αποφάσεων των νομισματικών αρχών.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 26 παρ.1 του Ν. 1914/1990, η ΑΤΕ Α.Ε. μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού της σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών και η έγκρισή του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο.

Τέλος, ο Ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ, και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ Α.Ε. δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, ορίζει στο άρθρο 26 παρ.9 ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλες τις τράπεζες, αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργία τους.

Παρά την επέκταση όμως της εφαρμογής του ως άνω Ν. Δ/τος σε όλες τις τράπεζες, και τις ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν στο νομικό χαρακτήρα και το σκοπό της ΑΤΕ Α.Ε., το νομοθετικό καθεστώς των προνομίων αυτής διατηρήθηκε. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του Ν. 1914/1990, διατηρήθηκαν σε ισχύ όλες οι ειδικές ρυθμίσεις, που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα και αναφέρονται στα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια της, χωρίς να θιγούν από τις διατάξεις του Ν. 2076/1992 "Ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες συναφείς διατάξεις", που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων πρόσβασης στην τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών τραπεζών.

Σημειώνεται, ότι ούτε η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του τελευταίου αυτού νόμου (2076/1992), με την οποία ορίσθηκε, ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, έθιξε τις αναφερόμενες στα ως άνω προνόμια της ΑΤΕ Α.Ε. ειδικές ρυθμίσεις, ενόψει του ότι αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικά του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 26 του Ν. 1914/1990.

Για τις άλλες Τράπεζες, στις οποίες εφαρμόζεται χωρίς εξαίρεση το Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, για την εκδίκαση της ανακοπής κατά της εκτελέσεως, αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (αρθρ. 53 παρ.2 του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923 σε συνδ. με 933 παρ.1 του ΚΠολΔ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι διατάξεις που αναφέρονται στο ανωτέρω προνόμιο της ΑΤΕ Α.Ε.

και συγκεκριμένα οι ρυθμίσεις των άρθρων 11 παρ.4 και 14 παρ.1 του Ν.4332/1929, με τις οποίες αποκλειστικά αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής είναι το Ειρηνοδικείο, παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτουν τους οφειλέτες της ΑΤΕ Α.Ε. σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους οφειλέτες άλλων Τραπεζών, χωρίς να επιβάλλεται η εξαίρεση αυτή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Η προαναφερόμενη ειδική ρύθμιση, η οποία εντάσσεται στις προνομιακές υπέρ της ΑΤΕ Α.Ε. διατάξεις, και ήταν ανεκτή από την έννομη τάξη πριν από τη μετατροπή της νομικής μορφής και του σκοπού της, δεν είναι νομικά λογικό να διατηρείται υπέρ αυτής μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με σκοπούς και δραστηριότητες που δεν διαφοροποιούνται από αυτούς μιας κοινής εμπορικής τράπεζας.

Συνεπώς, οι διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 4 και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929, είναι ανίσχυρες. Αντί αυτών ισχύουν οι διατάξεις του Ν.Δ. 17/7/13-8-1923, που ισχύουν και για όλες τις άλλες Τράπεζες και κατά συνέπεια αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο.(Ολ.ΑΠ 24 και 25/2006). Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι οι σχετικές με τα προνόμια της ΑΤΕ Α.Ε. διατάξεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες των άρθρων 11 παρ.4 και 14 παρ.1 του Ν. 4332/1929, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, ακολούθως δε επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής και παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο. Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, δεύτερο λόγο της αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του άνω λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1.098/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από ευρώ 1.500

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ