Greek Supreme Court dismisses appeal on pension supplement as it does not constitute EU equal pay wage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by former employees against the National Bank of Greece regarding their supplementary pension. The appellants argued that the monthly pension supplement should be classified as 'wages' under EU law to ensure equal pay between genders. The court rejected this, ruling that the supplement is a private social security benefit and does not fall within the scope of the EU equal pay principle.
Legislator headnote
AI generatedArticles 157(2) TFEU; Article 17 Charter of Fundamental Rights: The supplementary pension benefit provided by a private social security fund does not constitute 'wages' under EU equal pay provisions and is not a pecuniary right protected by the Charter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 2. Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 3. Α. Γ. του Π., κατοίκου ..., 4. Α. Α. του Μ., κατοίκου ..., 5. Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 6. Α. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 7. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 8.Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 10. Α. Ε. του Β., κατοίκου ..., 11. Α. Ε. του Π., κατοίκου ..., 12. Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 13. Β. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 14. Β. Δ. του Α., κατοίκου ..., 15. Β. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 16. Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., 17. Β. Κ.-Ι. του Ν., κατοίκου ..., 18. Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 19. Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 20. Γ. Ο. του Σ., κατοίκου ..., 21. Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 22. Δ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 23. Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 24. Δ. Δ. του Η., κατοίκου ..., 25. Δ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 26. Δ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 27. Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 28. Ζ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 29. Ζ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 30. Θ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 31. Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 32. Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 33. Κ. Λ. του Η., κατοίκου ..., 34. Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 35. Κ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 36. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 37. Κ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 38. Λ. Α. του Π., κατοίκου ..., 39. Μ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 40. Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 2η, 3ος, 10η και 25η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σκιαδιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Πηνιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 202/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5586/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-8-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1836/2023, 318/2022, 1269/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 100/2024, 1836/2023, 318/2022, 1374/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1836/2023, 318/2022, 1711/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της, από 28.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6936/770/14.09.2022, ένδικης αίτησης για αναίρεση της 5586/01.10.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που άσκησαν οι σαράντα (40) συνολικά αναιρεσείοντες - ενάγοντες, η οποία στρέφεται κατά της αναιρεσιβλήτου ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, έλαβε χώρα με επίσπευση των ανωτέρω αναιρεσειόντων, κατόπιν επίδοσης της αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου προς την αναιρεσίβλητο και με πρόσκληση αυτής για να παρασταθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 05.12.2023, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, φερομένων ως εκπροσωπούμενων των αναιρεσειόντων δια πληρεξουσίου δικηγόρου (Μαρίας Σκιαδιώτη), για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν ....2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
Κ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 2η, 3ος, 10η και 25η των αναιρεσειόντων, δηλαδή οι Β. Α., Γ. Α., Ε. Α. και Θ. Δ. αντιστοίχως, δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι, η δικηγόρος Αθηνών Μαρία Σκιαδιώτη, που, φερόμενη ότι εκπροσωπεί όλους του αναιρεσείοντες, έδωσε την έγγραφη παραγγελία στον ανωτέρω δικαστικό επιμελητή προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και της κλήσεως για συζήτηση στην αναιρεσίβλητη, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους (2η, 3ο, 10η και 25η) αναιρεσείοντες, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτήν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους των λοιπών διαδίκων (αναιρεσιβλήτων ή παρισταμένων αναιρεσειόντων), κλήτευση των παραπάνω αναιρεσειόντων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ή της αρχικής [05.12.2023, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, φερόμενων ως εκπροσωπούμενων των άνω διαδίκων δια πληρεξουσίου δικηγόρου, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, η, μετ' αναβολή, αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα (μετ' αναβολή) δικάσιμο και συνεπώς δεν χρειάζεται (νέα) κλήση αυτών (ΑΠ 371/2023, 1466/2021, 46/2021), παρά την απουσία τους].
Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και ως προς μεν τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσειόντες (2η, 3ο, 10η και 25η) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.
Η κρινόμενη, από 28.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6936/770/14.09.2022, αίτηση αναίρεσης των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 5586/01.10.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.
Με τη δεύτερη διάταξη από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κ.λπ. και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ. 3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".
Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ. 3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012).
Επίσης και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθή ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".
Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κ.λπ.), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946, με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισις των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται .....
να συστήση εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν ... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' άπαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020, ΟλΣτΕ 2197 - 2200/2010).
Ειδικότερα στον τομέα των τραπεζών συστάθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και τα οποία παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023). Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους. Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023).
Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και τον χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.
Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".
Ακόμη, με τον άνω ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.
του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ιδίου νόμου, με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων", ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.
Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.
Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Με το ανωτέρω άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2227/1994, ορίζεται ότι "Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4.
Φορείς κοινωνικής ασφάλισης: Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος. ...".
Με το άρθρο 46 παρ. 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.
Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%" και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.
Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1.
Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992".
Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992 (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19.07.2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19.09.2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 01.01.2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β' 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ. 19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κ.λπ.), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.
Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α' και β' του ανωτέρω Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 ορίζεται ότι: "... 4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.
Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.
Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα ...".
Συνεπώς, με τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.
Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών προς το ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι η τράπεζα δεν έχει αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχει αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, οπότε ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.
Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο σε μια τέτοια περίπτωση μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την Τράπεζα - εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη νόμιμη ή την τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.
Σύμφωνα, με όσα προεκτέθηκαν κύρια διαφορά των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.
Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές (ΑΠ 536/2024, 1836/2023).
Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).
Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).
Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).
Με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α' 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
Με τις εν λόγω ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 726/2025, 100/2024, 929/2023, 1238/2020, 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).
Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις παρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί αυτοί να έχουν συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και ο λογαριασμός στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του λογαριασμού, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησης του συγκεκριμένου λογαριασμού υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023, 929/2023, 1238/2020).
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Είναι, όμως, ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική (ΑΠ 726/2025, 536/2024, 1836/2023, 287/2022).
Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ν. 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια (ΑΠ 726/2025, 536/2024, 1836/2023).
Περαιτέρω, το έτος 1949 συνεστήθη από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, και τέθηκε σε ισχύ από 01.10.1949.
Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το έτος 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού.
Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής: Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.
του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).
Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λπ. (άρθρο 5).
Στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το με αριθμό ....1995 πρακτικό του Δ.Σ. της ΕΤΕ, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.
της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ. 2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά στοιχεία της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).
Με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίσθηκαν στις παρ. 1 εδαφ. α και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.
ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως [...]".
Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α' 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ. 1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).
Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 726/2025, 100/2024, 1836/2023).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, ο ΛΕΠΕΤΕ, συνεστήθη μεν συμβατικά (άρθρο 361 ΑΚ) με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής στους συνταξιούχους, πρώην εργαζόμενους της ΕΤΕ (ήδη αναιρεσίβλητης), πλην, όμως, αντιμετωπίσθηκε από τον νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης, οι σχετικές δε ουσιαστικές ρυθμίσεις του κανονισμού του αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου καθότι έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και ίσχυαν ex lege για όλο το προσωπικό που υπαγόταν (υποχρεωτικά) στην επικουρική ασφάλιση του ΛΕΠΕΤΕ, ανεξαρτήτως της θέλησης αυτού ή του χρόνου πρόσληψης αυτού έως την 01.01.2005 (καθότι, όπως προαναφέρθηκε, από 01.01.2005 προβλέφθηκε με το άρθρο 58 του ν. 3371/2005 η υποχρεωτική υπαγωγή των προσλαμβανόμενων στα πιστωτικά ιδρύματα μισθωτών στο ενιαίο ταμείο επικούρησης ασφάλισης μισθωτών), με σκοπό κυρίως τη χορήγηση της ως άνω επικουρικής συνταξιοδοτικής παροχής με ομοιόμορφους κανόνες (ΑΠ 726/2025, 99/2024, 1836/2023).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1836/2023, 539/2023, 1477/2022, 475/2022) ούτε, με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση που υπάρχει στη δικογραφία (ΑΠ 1836/2023, 539/2023, 1477/2022, 374/2020). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 1836/2023, 475/2022, 1199/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 100/2024, 1836/2023).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 2/2023, 3/2022, 4/2021). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1836/2023, 732/2023, 1201/2022, 598/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29.03.2018 με αριθμό κατάθεσης 39815/1303/2018 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (πλην των 2ης, 3ου, 10ης και 25ης αναιρεσειόντων, ως προς του οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης), ισχυρίσθηκαν ότι τυγχάνουν συνταξιούχοι, πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα τη Ελλάδος Α.Ε." (ΕΤΕ) και δικαιούχοι της προβλεπόμενης μισθολογικής μετεργασιακής παροχής (μηνιαίας επικούρησης) του Λογαριασμού Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε."), ο οποίος ιδρύθηκε το έτος 1949 κατόπιν συμφωνίας των εργαζομένων της εναγομένης και της Διοίκησής της, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης.
Ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." συνιστά καταθετικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, χωρίς νομική προσωπικότητα, διοικούμενο και διαχειριζόμενο κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του από Διαχειριστική Επιτροπή, όχι όμως φορέα υποχρεωτικής κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης, με βάση δε τις καταστατικές του διατάξεις, έχει σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή στους ασφαλισμένους του μηνιαίας επικούρησης μισθολογικού (μετεργασιακού) χαρακτήρα, αντάλλαγμα για την εργασία που παρείχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.
Ότι κατά τον ως άνω Κανονισμό ως πόροι του Λογαριασμού προβλέπονται (άρθρο 5) οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, ως και οι λοιποί πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν, εντούτοις η εναγομένη, πέραν των εισφορών της, ανέλαβε να εγγυάται την επίτευξη του μοναδικού σκοπού του Λογαριασμού, που ήταν εξ αρχής, η καταβολή της μηνιαίας επικούρησης στους συνταξιούχους-πρώην εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και οι ίδιοι, τόσο καταβάλλοντάς τους την εν λόγω παροχή όσο με την κάλυψη των εκάστοτε οργανικών ελλειμμάτων που τυχόν δημιουργούντο στο λογαριασμό (καθώς επί μία δεκαετία, ήτοι από το έτος 2007, οπότε εμφανίσθηκαν το πρώτον, έως και τον Νοέμβριο του έτους 2017 κάλυπτε πράγματι τα ελλείμματα ρευστότητας του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.), ώστε να τους καταβάλλονται οι παροχές που δικαιούντο, έχοντας δημιουργήσει σύστημα καθορισμένων παροχών, που αποτέλεσαν όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.
Ότι η καταβαλλόμενη σ' αυτούς παροχή δεν είναι οικειοθελής εκ μέρους της εναγομένης, αλλά μετεργασιακή αμοιβή, αντάλλαγμα για την εργασία που παρείχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, η δε κάλυψη από την εναγομένη των εκάστοτε οργανικών ελλειμμάτων που τυχόν δημιουργούντο στο λογαριασμό συνιστά νόμιμη υποχρέωση αυτής σύμφωνα τα άρθρα 10 παρ. 1 εδ.
β και 11 παρ. 2 εδ. β του ν. 1902/1990. Ότι τα επικαλούμενα ελλείμματα ρευστότητας του Λογαριασμού δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πλημμελούς και ζημιογόνου διαχείρισης των αποθεματικών του λογαριασμού, των προγραμμάτων της εναγομένης για εθελουσία έξοδο του προσωπικού της από την εργασία καθώς μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι εισφορές των εργαζόμενων προς τον ΛΕΠΕΤΕ και της αιφνίδιας ένταξης των νεοπροσλαμβανόμενων από 01.01.2005 και εφεξής υπαλλήλων της στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, χωρίς επιδότηση του Λογαριασμού από την εναγόμενη για τις απώλειες των εσόδων του από τις ως άνω αιτίες.
Ότι τον Δεκέμβριο του έτους 2017 η εναγομένη με μονομερή απόφασή της διέκοψε τις τακτικές καταβολές της προς τον Λογαριασμό, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η συνέχιση των πληρωμών της μηνιαίας επικούρησής τους και ότι η παράλειψή της να συνεχίσει από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017 να καλύπτει τα ελλείμματα συνιστά υπαίτια αθέτηση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσής της και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και, επιπρόσθετα, είναι πράξη παράνομη και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους.
Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι τις διατάξεις περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών, υποχρέωσης σε λογοδοσία όποιου έχει τη διαχείριση ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εντολής, επικουρικά περί συμβάσεως υπέρ τρίτου, παρακαταθήκης, μεσεγγύησης, προστασίας της αμοιβής, κοινωνίας δικαιώματος, αδικοπραξίας ως και εκείνες περί προστασίας της περιουσίας του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ζήτησαν, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίσθηκε, 1.
να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται: α) να συνεχίσει να τους καταβάλει κάθε μήνα από (τον Δεκέμβριο του έτους 2017 και ήδη μετά τον περιορισμό του αιτήματος) τον Ιανουάριο του έτους 2018 και στο διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούντο και ελάμβανε έκαστος εξ αυτών μέσω του Λογαριασμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2017, καθώς και μια (1) μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, 1/2 της μηνιαίας επικούρησης ως δώρο Πάσχα και 1/2 της μηνιαίας επικούρησης ως επίδομα αδείας ετησίως και εις το διηνεκές, β) να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ειδικότερο (ως προς έκαστο) αναφερόμενο ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στη μηνιαία επικούρηση για κάθε μήνα από (τον Δεκέμβριο του έτους 2017 και ήδη μετά τον περιορισμό του αιτήματος) τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2018 και εντεύθεν και εις το διηνεκές, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε μηνιαία παροχή είναι απαιτητή, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, 2.
άλλως, επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεχίσει να καταβάλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό ("Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.") τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για την συνέχιση της καταβολής σε αυτούς μέσω του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών από (τον Δεκέμβριο του έτους 2017 και ήδη μετά τον περιορισμό του αιτήματος) τον Ιανουάριο του 2018 (όπως είχαν διαμορφωθεί και τους καταβάλλονταν μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2017) και στο διηνεκές και 3.
να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης που συνιστά και προσβολή της προσωπικότητας τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 202/2019 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή.
Ειδικότερα, απέρριψε αυτή: 1. ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, κατά το αίτημα περί υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων την επίμαχη μηνιαία παροχή ως εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η ίδια, 2. ως αόριστη κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 713 επ ΑΚ περί εντολής, 822 επ.
ΑΚ περί παρακαταθήκης και 833 ΑΚ περί μεσεγγύησης, 3. ως μη νόμιμη κατά το μέρος που γίνεται επίκληση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1902/1990, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1976/1991, των διατάξεων της σύμβασης υπέρ τρίτου, εκείνων περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, ως και τη βάση αυτής εκ της κοινωνίας δικαιώματος και 4.
ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά (ήτοι κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη ως εδραζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 57, 281, 288, 330, 361, 648 επ., 914, 922, 926 και 932 ΑΚ). Επί της, από 25.02.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18625/1365/2019, έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη (5586/2020) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές δέχθηκε τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, για την άσκηση της ένδικης αγωγής με το προεκτεθέν στην παρ.
II περιεχόμενο και αιτήματα, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά, δεδομένου ότι επικαλούνται ότι ο "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.)" συνεχίζει να υφίσταται και να λειτουργεί, διατηρώντας την περιουσία του και στον οποίο συνεχίζουν να είναι ασφαλισμένοι και να παραμένουν δικαιούχοι των ασφαλιστικών του παροχών, σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτού.
Και τούτο διότι κατ' άρθ. 68 και 73 ΚΠολΔ αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτοί είναι φορείς του ασκούμενου ένδικου δικαιώματος και η εναγομένη της αντίστοιχης υποχρέωσης ... Ως εκ τούτων στην αγωγή περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία περιστατικά για την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων.
Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά τα άνω κεφάλαια ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς τους, οι οποίοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί, γι' αυτό και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τα σχετικά κεφάλαιά της και να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.
Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, χωρίς το Δικαστήριο να εμποδίζεται προς τούτο από την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως των εκκαλούντων (άρθ. 536 παρ.1 ΚΠολΔ) ... Και τούτο διότι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στην ως άνω με αριθ.
III μείζονα σκέψη, ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του Ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1/1/2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (άρθ. 58 Ν. 3371/2005).
Οι διατάξεις δε του ως άνω νόμου (άρθ. 57 έως 64 Ν. 3371/2005) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθ. 4, 5 παρ. 1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Δεν γεννάται, συνεπώς, αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγόμενη εργοδότριά τους τις παροχές επικούρησης (= επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.
Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγόμενης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγόμενη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι νομικά αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18/11/1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρησής τους. [...].
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη, και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά ως μη νόμιμη.
Περαιτέρω η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση της, η οποία είναι θεμελιούμενη, στην αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης, αφού αυτή με τη μη χορήγηση στους ενάγοντες των ανωτέρω παροχών επικούρησής τους, αλλά και τη μη κάλυψη εκ μέρους της των ελλειμμάτων που προέκυψαν από τη λειτουργία του άνω λογαριασμού, δεν ενήργησε παράνομα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αφού δεν είχε αντίστοιχη υποχρέωση.
Εξάλλου ως προς τη βάση της αγωγής με την οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγόμενης να καλύπτει τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ ευθέως εκ του νόμου, επικαλούμενοι οι ενάγοντες για τη θεμελίωση αυτής, τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. β του Ν. 1902/1990, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1976/1991, αυτή είναι νομικά αβάσιμη.
Και τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. β του Ν. 1902/1990, ως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με την οποία "Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα", αφορά σε φορείς κύριας ασφάλισης, όπως σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι η μνημονευόμενη παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου αναφέρεται σε ταμεία (φορείς) κύριας κοινωνικής ασφάλισης (...) και όχι επικουρικής ασφάλισης μισθωτών ειδικών ταμείων, ως εν προκειμένω.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τη βάση αυτή της αγωγής ως νομικά αβάσιμη δεν έσφαλε. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο σχετικός λόγος εφέσεως ως αβάσιμος. Επίσης, ως προς τις επικουρικές της νομικές βάσεις, περί εντολής, περί παρακαταθήκης, και περί μεσεγγύησης, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν γίνεται επίκληση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας να καταρτίσουν αντιστοίχου περιεχομένου συμβάσεις.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση η οποία δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τη βάση αυτή της αγωγής δεν έσφαλε, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβάσιμου.". Με βάση τα ανωτέρω Το Εφετείο δέχτηκε και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής με το οποίο κρίθηκε ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής και αφού κράτησε την υπόθεση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και δίκασε επί της αγωγής ως προς αυτό απέρριψε κατά τούτο την αγωγή (ως μη νόμιμη) και κατά τα λοιπά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Οι προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, αντιστοίχως, ότι 1. με το να κρίνει: α) ότι η επικουρική παροχή που ελάμβαναν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη μέσω του λογαριασμού ΛΕΠΕΤΕ που δημιούργησε η ίδια δεν αποτελεί όρο των συμβάσεων εργασίας τους και μέρος των αμοιβών τους και ότι δεν ευθύνεται η εναγόμενη για την καταβολή της και β) ότι εργοδοτική παροχή που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται στον ΛΕΠΕΤΕ ως όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, ήδη λυθέντων λόγω συνταξιοδότησής τους, συνιστά μόνο η εργοδοτική εισφορά και όχι η επικούρηση αυτή καθαυτή, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 200, 288, 361, 648, 649, 653, 914, 919 και 932 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 2.
ενώ έκρινε ότι το πρόγραμμα επικούρησης που δημιουργήθηκε με ιδιωτική πρωτοβουλία, κατ' άρθρο 361 του ΑΚ, αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ακολούθως έκρινε παράλληλα εσφαλμένα και αντιφατικά ότι δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη εργοδότριά τους τις παροχές επικούρησης (=επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωση της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους, και επιπροσθέτως έκρινε εσφαλμένα ότι ο θεσπιστείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "ΛΕΠΕΤΕ" να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους ολικά ή μερικά και ότι ο λογαριασμός που δημιούργησε η τράπεζα για τη συγκέντρωση των πόρων του προγράμματος επικούρησης, είναι όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας και ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 και ότι ρυθμίζει ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ενώ αυτός είναι απλός καταθετικός λογαριασμός που συνεστήθη στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ) και ότι με τις κρίσεις της αυτές παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 361 ΑΚ, 12, 16, 18, 21 και 29 του ν. 281/1914, 9, 33, 34 του β.δ/ος 15.5.1920, 4, 5 και 11 του ν. 2868/1922, 13 και 48 του ν. 6298/1934, 1 και 50 του α.ν. 543/1935, 1 του α.ν. 1367/1938, 1 και 4 του ν. 1022/1946, που ίσχυαν κατά το χρόνο δημιουργίας του προγράμματος, 3.
αν και έκρινε ότι το πρόγραμμα επικούρησης της εναγομένης αποτελεί φορέα ιδιωτικής ασφάλισης δεν δέχθηκε ότι η επικουρική παροχή αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή αμοιβή και ότι με την κρίση της αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ 5, 22 παρ. 5 του Συντάγματος, 21 του ν. 3239/1955, 4 του ν. 330/1976, 18 του ν. 1902/1990, 43, 44, 47 και 52 του ν. 2084/1992, 11 του ν. 2227/1994, 62 του ν. 3371/2005 και 12 του ν. 1405/1983, που ίσχυαν μετά τη δημιουργία του επίμαχου προγράμματος επικούρησης και 4.
κρίνοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ θεωρείται φορέας κοινωνικής ασφάλισης παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του ν. 1902/1990, 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992, 33 του ν. 2843/2000 και 11 εδ. 1 του ν. 2227/1994, διότι το πρόγραμμα επικούρησης της εναγομένης τράπεζας δεν είναι ασφαλιστικός φορέας, ούτε ταμείο, ούτε ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ. 7 του ν. 1022/1946 και ο υπολογισμός και η απονομή των παροχών δεν διέπεται από το νόμο αλλά από τους όρους της ιδιωτικής συμφωνίας, δηλαδή με βάση τις καταστατικές του διατάξεις.
Οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η αντίφαση ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, κατά τις προαναφερθείσες σ' αυτή διακρίσεις.
Κατά το μέρος με το οποίο, με τον άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 914, 919 και 932 του ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο κατά το μέρος που απέρριψε τα στηριζόμενα στην αδικοπρακτική βάση αιτήματα της αγωγής ως μη νόμιμα, με τις προαναφερθείσες, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογίες.
Τέλος, κατά το μέρος που με όλους τους άνω λόγους (πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) αναίρεσης προβάλλεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση της ευθείας παραβίασης των λοιπών ως άνω διατάξεων αντιστοίχως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενόψει του ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι α) δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη, εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρησης (επικουρικές συντάξεις), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, β) δεν θεμελιώνεται ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους, γ) η επικουρική παροχή δεν φέρει μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα και δ) ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί (ιδιωτικής φύσεως) φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες νομοθετικές, συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αντιστοίχως.
Και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες στην ένδικη αγωγή τους δεν επικαλούνται διατάξεις άρθρων του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) που να θεμελιώνουν: α) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης -πέραν των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (9%) επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπαγόμενου στον ως άνω λογαριασμό προσωπικού της που καταβάλει-, να καλύπτει, τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ προκειμένου να καταβάλλονται οι μηνιαίες παροχές επικούρησης στους ασφαλισμένους σ' αυτόν συνταξιούχους, πρώην μισθωτούς της (αναιρεσίβλητης), β) εγγυητική ευθύνη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της μηνιαίας παροχής επικούρησης σ' αυτούς, ως ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ και γ) συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει απευθείας σ' αυτούς, τη μηνιαία παροχή επικούρησης, ή τμήμα αυτής σε περίπτωση ολικής ή μερικής αδυναμίας, αντίστοιχα, του ΛΕΠΕΤΕ ως προς την καταβολή αυτής.
Αντίθετα: α) στο άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ ορίζεται ότι η Διαχειριστική Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού Λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους και β) στο άρθρο 5 του ιδίου Κανονισμού ορίζεται ότι οι πόροι του Λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κ.λπ., χωρίς μέσα σ' αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής.
Όπως, δε, προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης και η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά φέρει τον χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ασφαλιστικής παροχής, για την καταβολή της οποίας δεν είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια, αλλά ο αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός ΛΕΠΕΤΕ στον οποίο η αναιρεσίβλητη ευθύνεται μόνο για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.
Σε κάθε δε περίπτωση ακόμα και αν στο Καταστατικό του ΛΕΠΕΤΕ, υπήρχε πρόβλεψη κάλυψης των ελλειμμάτων του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως εργοδότρια του, ασφαλισμένου στον ως άνω φορέα επικουρικής ασφάλισης, προσωπικού της, με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ.
γ του ν. 2084/1992, που ορίζει ότι "αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992", η αναιρεσίβλητη ως εργοδότης θα κάλυπτε τα οργανικά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού (Καταστατικού) ή με άλλες διατάξεις, μόνο μέχρι του ποσού που δεν θα υπερέβαινε το ποσό που, τυχόν, καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία (κάλυψη ελλειμμάτων) το έτος 1992, οι, δε, αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους, ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάλυψη ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ το έτος 1992, αντίθετα με το δικόγραφο της αγωγής ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε επί δέκα (10) συναπτά έτη τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2017 (δηλαδή το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως και το έτος 2017).
Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν υφίσταται από τις καταστατικές διατάξεις του ΛΕΠΕΤΕ υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει ευθέως στους ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ τη μηνιαία παροχή επικούρησης και να καλύπτει τα ελλείμματα του ως άνω Λογαριασμού, προκειμένου να καταβάλλεται αυτή.
Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης του ΛΕΠΕΤΕ προς τους πρώην υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και ήδη συνταξιούχους, δεν φέρει μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα, καθώς δεν αποτελεί εργοδοτικό αντάλλαγμα για το σύνολο των υπηρεσιών που προσέφερε ο κάθε ένας από αυτούς, αντιθέτως, πρόκειται για ασφαλιστική παροχή (μηνιαία επικουρική σύνταξη), χορηγούμενη από τον ΛΕΠΕΤΕ, για την οποία υπόχρεη προς καταβολή της δεν είναι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης, αλλά ο ως άνω λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ".
Επομένως, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης να καταβάλει ευθέως στους ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ τη μηνιαία παροχή επικούρησης και να καλύπτει τα ελλείμματα αυτού (ΛΕΠΕΤΕ), προκειμένου να καταβάλλεται αυτή και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Όπως προεκτέθηκε, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και δεν συνιστά θεσμό μετεργασιακής μέριμνας του εργοδότη, και επομένως οι παροχές, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι - συνταξιούχοι, μέσω αυτού, δεν φέρουν μισθολογικό (μετεργασιακό) χαρακτήρα, αντιθέτως, πρόκειται για ασφαλιστικές παροχές (μηνιαίες επικουρικές συντάξεις), χορηγούμενες από τον ΛΕΠΕΤΕ, οι οποίες ρυθμίζονται από τον Κανονισμό του, οι διατάξεις του οποίου είναι δεσμευτικές, στο μέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου.
Επομένως το Εφετείο ορθά δεν δέχθηκε ότι η επικουρική παροχή του ΛΕΠΕΤΕ που καταβάλλεται στους συνταξιούχους, πρώην εργαζομένους της αναιρεσίβλητης, όπως και οι παριστάμενοι προσηκόντων αναιρεσείοντες, αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή παροχή, εφόσον η ως άνω παροχή δεν αποτελεί εργοδοτικό αντάλλαγμα, αλλά αποτελεί συνταξιοδοτική επικουρική παροχή που καταβάλλεται από τον ΛΕΠΕΤΕ και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή η ως άνω παροχή αποτελεί προστατευόμενη μετεργασιακή παροχή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Τέλος, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), που συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση στα πλαίσια του άρθρου 361 του ΑΚ, ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης -(αντιμετωπίσθηκε από το νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης)-, λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως εργοδότριας και των εργαζομένων της, με σκοπό την παροχή ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης στους ασφαλισμένους του με την καταβολή μηνιαίας συνταξιοδοτικής παροχής σ' αυτούς Επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και ως εκ τούτου ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 του ν. 1902/1990 και 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2227/1994 και ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2843/2000 που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθώς με αυτές ρυθμίζονται θέματα ασφαλισμένων και συνταξιούχων που υπάγονταν στην ασφάλιση των κοινών Ασφαλιστικών Φορέων του Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Κτηματικής Τράπεζας και που καθίστανται από 02.10.1998 ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι των ασφαλιστικών φορέων του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996, ΑΠ 1836/2023, 308/2020). Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος), καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 1836/2023, 1559/2022).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1836/2023, 1064/2021, 289/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, επιπροσθέτως, επικαλούμενοι τις ίδιες αιτιάσεις όπως ανωτέρω αναφέρονται, την αναιρετική πλημμέλεια εκ των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο, λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι προταθέντες ή οι μη προτεθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί που ελήφθησαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη, ούτε ο διάδικος που τους πρότεινε.
Επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι ο ως άνω λόγος προϋποθέτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπεισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με τον νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Πέραν του μισθού, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα).
Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για τον λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Είναι, ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. (ΑΠ 726/2025, 536/2024, 1836/2023, 287/2022).
Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή, οπότε παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της.
Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" ή κάποια άλλη ανάλογη ρήτρα (ΑΠ 1395/2023, 287/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε (ρητά) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 257/2023, 1627/2022, 297/2019, 545/2019) ή όταν παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2020, 618/2018).
Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή τους ισχυρισμό, τον οποίο επανέλαβαν και ως λόγο έφεσης με την ένδικη έφεσή τους λόγω της απόρριψής του πρωτοδίκως, που αναφέρεται στη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας για την κάλυψη από την εργοδότριά τους - αναιρεσίβλητη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, συναγόμενη εκ της αδιάλειπτης εκ μέρους της εναγομένης - εργοδότριάς τους συμπλήρωσης, επί μια δεκαετία τουλάχιστον, των ταμειακών διαθεσίμων του ΛΕΠΕΤΕ κάθε μήνα, ώστε να καταβάλλονται σ' αυτούς ως δικαιούχους οι επικουρήσεις.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στην ένδικη αγωγή υπήρχε ο ισχυρισμός περί δημιουργίας επιχειρησιακής συνήθειας, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεν υπήρχε τέτοιος ισχυρισμός, αντιθέτως οι αγωγικοί ισχυρισμοί εκθεμελίωναν τυχόν εκτίμηση δημιουργίας τέτοιας, καθώς ρητώς αναφέρεται στην αγωγή ότι η επικουρική παροχή δεν είναι οικειοθελής παροχή (σελ. 39-40) και ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε τη νομική υποχρέωση, βάσει των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1 εδ.β και 11 παρ. 2 εδ.
β του ν. 1902/1990, να καλύπτει τα τυχόν ελλείμματα του λογαριασμού (σελ. 44) και επομένως ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Σε κάθε όμως περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε εκτιμηθεί ότι εκ της αναφοράς και μόνο στην αγωγή ότι η εναγομένη επί μία δεκαετία τουλάχιστον κάλυπτε τα ελλείμματα του λογαριασμού, θεμελιώνεται επιχειρησιακή συνήθεια, και ότι απορρίφθηκε αυτή πρωτοδίκως με την αιτιολογία ότι "με τις επαναλαμβανόμενες χρηματοδοτήσεις του ΛΕΠΕΤΕ εκ μέρους της εναγομένης μέσω των επί σειρά ετών ταμειακών διευκολύνσεων, δεν αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε αντίστοιχη συμβατική πρακτική της εναγομένης" λόγω της επιφύλαξης που διατύπωνε κάθε φορά η τελευταία και πάλι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος έφεσης, με τον οποίο να προσβάλλεται το ως άνω απορριπτικό κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, η κρίση δηλαδή περί μη θεμελίωσης επιχειρησιακής συνήθειας και, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν μεταβιβάσθηκε αυτό στο Εφετείο και ως εκ τούτου το τελευταίο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε αυτό δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Σε κάθε επίσης περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν θεμελιώνεται ευθύνη της εργοδότιδας τράπεζας (αναιρεσίβλητης) να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων (αναιρεσειόντων) για την καταβολή των παροχών τους (επικούρησης) απάντησε και απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων.
Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο οικείο μέρος την νομικής σκέψη που προηγήθηκε, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός, όπως η επίμαχη, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ν. 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια.
Με το άρθρο 157 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρώην άρθρο 141 Συνθήκης ΕΚ) ορίζεται ότι "1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως:
EL30.3.2010 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/117. β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας. 3....4...". Ακόμη, με το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι "1. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί.
Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον".
Εξάλλου, με το άρθρο 1 της με αριθμό 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955 ορίζεται ότι "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει -οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού- την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν' αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι' εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι' υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν".
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ/μα 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος) ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ/μα 53/1974 και έχει την αυτή κατ' άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, 2/2011, 6/2007, ΑΠ 1836/2023).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), 17 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, κατά τις οποίες και σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δ.Ε., όπως ισχυρίζονται, κάθε παροχή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο από οποιαδήποτε αιτία και εξ αφορμής της παρεχόμενης εκ μέρους του εργασίας, ακόμη και αν αποτελεί κοινωνικοασφαλιστική παροχή και ακόμη και αν καταβάλλεται μετεργασιακά, εμπίπτει στην έννοια της προστατευόμενης από το ενωσιακό δίκαιο "αμοιβής" του άρθρου 157 ΣΛΕΕ που οφείλεται από τον εργοδότη, όπως στην προκείμενη περίπτωση που οι μηνιαίες επικουρήσεις καταβάλλονταν από την εναγόμενη Τράπεζα στους πρώην εργαζομένους της μέσω των ταμειακών διαθεσίμων του λογαριασμού (ΛΕΠΕΤΕ) στον οποίο συγκεντρώνονταν οι πόροι του προγράμματος επικούρησης, στους οποίους περιλαμβάνονταν τόσο οι εργοδοτικές όσο και οι εισφορές του προσωπικού που παρακρατούνταν από τη μισθοδοσία τους κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, ενώ οι ίδιοι δεν συνδέονταν με οποιαδήποτε ενοχική σχέση με τον έντοκο λογαριασμό "ΛΕΠΕΤΕ" καθότι αυτός στερείται νομικής προσωπικότητας, η δε προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η εναγομένη δεν ευθύνεται ενδοσυμβατικά απέναντί τους για την καταβολή της επικουρικής εργοδοτικής παροχής ως πρόσθετο όρο των συμβάσεων εργασίας τους, επειδή η παροχή είναι σύνταξη και όχι μετεργασιακή αμοιβή και ότι ο λογαριασμός "ΛΕΠΕΤΕ" είναι φορέας ιδιωτικής ασφάλισης ομόλογος προς κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και ως εκ τούτου δεν γεννάται αξίωση των αναιρεσειόντων, ασφαλισμένων του, να ζητήσουν ευθέως από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία τις παροχές επικούρησης, δηλαδή τις μηνιαίες επικουρικές συντάξεις τους, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερθείσες στη αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη υπερονομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ειδικώς δε, ως προς τη διάταξη του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ που ορίζει ότι για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας "ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας", στην έννοια της "αμοιβής" (για τους σκοπούς του άρθρου αυτού) εμπίπτουν οι αποδοχές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα πρόσθετα οφέλη που καταβάλει ο εργοδότης λόγω της σχέσεως εργασίας (bonus κ.λπ.) δεν εμπίπτει, όμως, η ένδικη μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται από τον ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του πρώην εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, αφού αυτή, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελεί μετεργασιακή παροχή, αλλά μηνιαία ιδιωτική επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.
Με το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης - ΣΛΕΕ (ενοποιημένη απόδοση) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και ότι (μεταξύ άλλων) Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το από 17.10.2024 υπόμνημά τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλουν αίτημα υποβολής των αναφερομένων σ' αυτό προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) που συνοψίζονται στο αν η μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται μετά τη συνταξιοδότηση των πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ, από λογαριασμό που χρηματοδοτείται από εισφορές των εργαζομένων της και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας, εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, αν οι ως άνω εισφορές των εργαζομένων και της εργοδότριας αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και αν η αμοιβή αυτή αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των συνταξιούχων εναγόντων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, διότι από τα ερωτήματά του δεν προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των συνθηκών ή του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, ώστε να οφείλει το Δικαστήριο τούτο να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, ενώ περαιτέρω δεν κρίνεται αναγκαία η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.
Εξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, ορίζουν την έννοια της αμοιβής από τη σχέση εργασίας για το σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, που αφορά την επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που καταβάλλεται από το φορέα επικουρικής ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζόμενους της αναιρεσίβλητης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, να συμψηφιστούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσηκόντως παρισταμένων (1ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ου, 9ου, 11ης, 12ου, 13ης, 14ου, 15ης, 16ης, 17ης, 18ου, 19ου, 20ης, 21ης, 22ης, 23ου, 24ου, 26ου, 27ου, 28ου, 29ου, 30ου, 31ης, 32ης, 33ης, 34ης, 35ου, 36ης, 37ης, 38ης, 39ης και 40ου) αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης (άρθρο 179 εδ.
α ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της δίκης ως προς τους 2η, 3ο, 10η και 25η αναιρεσείοντες.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 28.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6936/770/14.09.2022, αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω (2η, 3ο, 10η και 25η) αναιρεσείοντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 28.08.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6936/770/14.09.2022, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 5586/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8ο, 9ο, 11η, 12ο, 13η, 14ο, 15η, 16η, 17η, 18ο, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο, 30ο, 31η, 32η, 33η, 34η, 35ο, 36η, 37η, 38η, 39η και 40ο αναιρεσείοντες.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ