Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-critical documents and force majeure. The court ruled that the lower court's assessment of document relevance is unreviewable. Consequently, the appeal is rejected as the documents were not critical to the judgment. The court held that the appeal is inadmissible because the lower court correctly assessed the documents' irrelevance and the absence of force majeure. The appellant is ordered to pay the respondent's legal costs. The appeal is dismissed because the documents cited were not critical to the judgment. The court ruled that the lower court's assessment of document relevance is unreviewable. The appellant is ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal in Lamia. The appellant argued that newly discovered documents should have been considered, but the lower court determined they were not critical and that no force majeure prevented their timely submission. The court ruled that the lower court's evaluation of the documents' relevance is unreviewable on appeal, rendering the appellant's arguments inadmissible and accessory. Therefore, the cassation request was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495 of the Code of Civil Procedure; The court's assessment of whether newly discovered documents are critical to the judgment is unreviewable on appeal, and arguments based on such assessments are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Λ. του Χ. και της Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψάλτη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Μ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παλούκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2016 αίτηση αναψηλαφήσεως του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-9-2022 (23/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 6/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος την από 10-7-2009 (αριθμ. καταθ. 620/ΤΜ76/2009) αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία ζήτησε την αναγνώρισή του ως κυρίου της αναφερόμενης σε αυτήν εδαφικής λωρίδας και την απόδοσή της σε αυτόν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 114/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία αναγνωρίστηκε ο με αυτήν ενάγων-αναιρεσίβλητος κύριος ενός εδαφικού τμήματος εμβαδού 14,35 τ.μ., που βρίσκεται στη συνοικία Άγιος Νικόλαος στο Γαλαξίδι Φωκίδας και στο 24ο οικοδομικό τετράγωνο, όπως αυτό περιγράφεται και υποχρεώθηκε ο ως άνω εναγόμενος-αναιρεσείων, να του το αποδώσει.
Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων, μετά την τελεσιδικία της άνω αποφάσεως, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, την από 27-1-2016 (3/2016) αίτηση κατά του αρχικού ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου για αναψηλάφηση της εν λόγω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 137/2018 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αιτών την αναψηλάφηση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας την από 25-7-2019 (32/2019) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6/2021 τελεσίδικη απόφαση που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την από 5-11-2021 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο...... 19. Αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο παρόν λόγος αναίρεσης όπως και εκείνος από τον αριθμό 1 (της ευθείας παραβάσεως του νόμου) ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα δεν ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1687/2013).
Καθαρά δικονομικός εξάλλου κανόνας είναι και εκείνος του άρθρου 305 Κ.Πολ.Δ. που αφορά το περιεχόμενο του πρωτοτύπου της (δικαστικής) απόφασης, σύμφωνα με το οποίο "Το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει: 1) τη σύνθεση του δικαστηρίου και, αν πρόκειται για πολυμελή δικαστήρια, το όνομα του εισηγητή δικαστή, 2) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου των διαδίκων και των νομίμων αντιπροσώπων και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία τους, τη διεύθυνση της έδρας τους και τον αριθμό φορολογικού μητρώου τους και αναφέρεται αν αυτοί έχουν παραστεί και αν υπέβαλαν προτάσεις, 3) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση των δικαστικών πληρεξουσίων τους....., 4) σύντομη περίληψη του αντικειμένου και της πορείας της δίκης, 5) το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και 6) ότι η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε".
Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών κατά τα άρθρα 339, 432 επ. Κ.Πολ.Δ. εγγράφων και όχι των κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., υποκειμένων στον έλεγχο του Αρείου Πάγου διαδικαστικών εγγράφων της αυτής δίκης. Συνακόλουθα ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου απόφασης που είναι διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και όχι αποδεικτικό κατά την έννοια που προεκτέθηκε έγγραφο, είναι απαράδεκτος, καθόσον η απόφαση δεν είναι δεκτική παραμόρφωσης με την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 621/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ των αριθμ. 19 και 20 του άρθρου 559 πλημμέλειες συνιστάμενες στο ότι η αναφορά στον εφεσίβλητο ως καθ' ου η ανακοπή, ενώ έκρινε επί αιτήσεως του για αναψηλάφηση, δημιουργεί σύγχυση και αλλοιώνει την αίτηση αναψηλάφησης σε ανακοπή, ενώ δεν περιέχει τα εκ του άρθρου 305 Κ.Πολ.Δ.
απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα την διεύθυνση καθενός των διαδίκων και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του, καθώς η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 305 Κ.Πολ.Δ., δεν μπορεί, να θεμελιώσει την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ως εκ του δικονομικού της χαρακτήρα κατά τα προεκτεθέντα, ενώ η επικαλούμενη αλλοίωση (παραμόρφωση) του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, ως διαδικαστικού της παρούσης δίκης εγγράφου, δεν μπορεί κατά τα προαναφερθέντα να θεμελιώσει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης παρεκτός του ότι είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής για αμφότερα τα σκέλη του αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν κατά το νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Κατά το άρθρο 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεως της εν λόγω διατάξεως με το ν. 4842/2021, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναψηλάφησης, το εν λόγω έκτακτο ένδικο μέσο επιτρέπεται, αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα παρακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο, κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίζει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, έγγραφα, που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλαφήσεως.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν, από το περιεχόμενό τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης (με την αίτηση αναψηλάφησης) απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό, προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υποθέσεως υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή, μόνον, όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της αποφάσεως και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της.
Για να κριθεί, εξάλλου, εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό καθώς και ότι ο αιτών επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Ανώτερη βία, η επί της οποίας κρίση ως αορίστου νομικής έννοιας από το ουσιαστικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς, είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, όπως στην περίπτωση κατοχής αυτών από ιδιώτη, χωρίς καταχώρηση σε δημόσιο βιβλίο, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη αλλά και όταν υπάρχει αδυναμία προσκομίσεως τούτων, επειδή τη δυνατότητα αυτή έχουν βάσει νόμου που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα, τρίτα πρόσωπα.
Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (Α.Π.1281/2021, Α.Π. 1169/2017, Α.Π.721/2014). Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης είναι αυτά, που προκαλούν πλήρη (αποφασιστική) και άμεση απόδειξη και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 αρ. 7 του Κ.Πολ.Δ., εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία πηγάζει η καλούμενη αρχή έγγραφης απόδειξης (άρθρα 394 παρ. 1 εδαφ.α', 441 παρ. 2 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) ή πιθανολόγηση επί των κρίσιμων, κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών. Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς από την απόδειξη άλλων γεγονότων.
Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 1723/2023, Α.Π. 1281/2021, Α.Π. 1176/2017, Α.Π. 721/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, αναφορικά με την από 27-1-2016 αίτηση αναψηλάφησης που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ. 114/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, επικαλούμενος σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ.
έξι νέα και κρίσιμα έγγραφα που βρήκε και έλαβε στην κατοχή του μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, τα οποία απεκρύβησαν με δόλο και παρακρατήθηκαν από τον καθ' ου η αναψηλάφηση-αναιρεσίβλητο, αγνοούσε την ύπαρξή τους ανυπαίτια και δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από λόγους ανωτέρας βίας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών-αιτών την αναψηλάφηση, ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση της υπό αριθμό 114/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, έλαβε στην κατοχή του έγγραφα την ύπαρξη των οποίων δεν γνώριζε και για το λόγο αυτό δεν τα προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τα οποία απεκρύβησαν με δόλο και παρακρατήθηκαν από τον εφεσίβλητο-καθ' ου η αναψηλάφηση και ότι εάν αυτά είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου και είχαν ληφθεί υπόψη για την έκδοση της παραπάνω απόφασης η κρίση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να ήταν διάφορη.
Συγκεκριμένα έλαβε στην κατοχή του: (1) το έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 1941 περί αγοράς του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Ι. Δ. Τ. από την Α. Π. έκτασης 130 τ.μ. (2) τη με αριθμό 56/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας με τα πρακτικά αυτής, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, προτάσεις, έκθεση αυτοψίας, (3) τη με αριθμό 262/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας (κατ' έφεση εκδοθείσα) επί της ως άνω με αριθμό 56/1981 απόφασης με τις προτάσεις των διαδίκων, τα εφετήρια κ.λ.π.
έγγραφα που προσήχθησαν, φωτογραφίες παλιές, καταθέσεις και άδεια οικοδομική για τους Τ., (4) τη με αριθμό 83/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε επί της από 28.05.1985 αγωγή (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 192/1985) των συγγενών Ι. Τ. (ήτοι, Κ. Τ., Ζ. Ψ., Ε. Χ.) κατά των Α. Τ. και Α. Ι. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, τις προτάσεις των διαδίκων μερών στο εν λόγω δικαστήριο, τα πρακτικά της δίκης αυτής, τα σχετικά που προσκομίσθηκαν, φωτογραφίες κ.λ.π.
στη δίκη αυτή, τις με αριθμό 13329/1987 και 11625/1989 κατ' έφεση εκδοθείσες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, τις προτάσεις των διαδίκων μερών στο εν λόγω δικαστήριο, τα πρακτικά της δίκης αυτής-όπου έλαβε χώρα αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση των διαδίκων-, (5) την από 05.09.2010 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ΤΜ 139/05.10.2010) αγωγή του Γ.
Φ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας κατά του Ε. Γ. με επισυναπτόμενο στην αγωγή αυτή όμοιο τοπογραφικό σχέδιο, την επ' αυτής εκδοθείσα με αριθμό 39/ΤΜ/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας με τα πρακτικά της δίκης αυτής, η οποία (απόφαση) απέρριψε την αγωγή αυτή, ως νόμω και ουσία αβάσιμη, τις προτάσεις των δύο διαδίκων μερών στη δίκη αυτή, τα σχετικά που αναφέρονται σε αυτές, το με αριθμό .../1997 συμβόλαιο, φωτογραφίες, σχέδια, τη με αριθμό 320/2001 άδεια του Ε.
Γ., (6) την από 28.02.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14/04.03.2013 έφεση του Γ. Φ. ενώπιον του Εφετείου Λαμίας μετά της με αριθμό 2/2015 απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου εκείνου, επί της οποίας έχει ληφθεί πρώτο απόγραφο εκτελεστό για τη δικαστική δαπάνη, τις προτάσεις των διαδίκων μερών στη δίκη αυτή, μετά των σχετικών από πλευράς Ε.
Γ. κ.λ.π. στοιχεία. Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος και στηρίζεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί καθόσον από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα αυτού. Ειδικότερα: 1) Το από 5 Μαΐου 1941 ιδιωτικό συμφωνητικό που επισυνάπτεται και στο δικόγραφο της αίτησης αναψηλάφησης δεν είναι κρίσιμο κατά την άνω έννοια του άρθρου 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι από αυτό δεν προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να καθίσταται προφανές, ότι η προσβαλλομένη με την αναψηλάφηση υπ' αριθμ. 114/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας είναι εσφαλμένη και έτσι θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση, εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του ως άνω Δικαστηρίου.
Το επικαλούμενο από τον αιτούντα προαναφερόμενο έγγραφο, δεν αποτελεί επίσης νέο, κρίσιμο έγγραφο αφού δεν πρόκειται για συμβολαιογραφικό έγγραφο περί πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου, αλλά περί ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο λόγω της φύσης του δεν έχει έννομες συνέπειες (άρθρο 513 και 1033 Α.Κ.). Εξάλλου με το κατ' ουσίαν περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου ως προς το εμβαδόν του πωληθέντος ακινήτου περί τα 130 τ.μ.
και ως προς τους όμορους ιδιοκτήτες δεν επιφέρει νέα πληροφορία για την επίδικη διαφορά ούτε και φαίνεται ότι τα στοιχεία αυτά, ήτοι το εμβαδόν του ακινήτου, τα όριά του και η άτυπη κατά τα ως άνω πώληση ακινήτου του ως άνω εμβαδού προ τον δικαιοπάροχο του εκεί ενάγοντος, δεν αξιολογήθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση, καθώς για να καταλήξει το δικαστήριο εκείνο (δια της προσβαλλομένης απόφασης) στο συμπέρασμα ότι ο Γ.
Φ. (εκεί ενάγων) ήταν κύριος οικοπέδου εμβαδού 175,50 τ.μ. ή όσης έκτασης και εάν είναι κειμένου στη συνοικία "Άγιος Νικόλαος" στο Γαλαξίδι Φωκίδας και δη επί της οδού Ο. Α. μετά της εντός αυτού διώροφης οικοδομής αποτελούμενης από υπόγειο επιφανείας 80 τ.μ., ισόγειο όροφο επιφανείας 80 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφανείας 80 τ.μ.
το οποίο κατά το τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Α. απεικονιζόταν υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνόρευε ανατολικώς σε πλευρές (Γ-Δ) και (Ε-Ζ) μήκους 2,80 μ. και 12 μ. με ιδιοκτησία Ι. Σ., δυτικώς σε πλευρά (Α-Β) μήκους 14,75 μ. με δημοτική οδό Ο. Α., βόρεια σε πλευρά (Α-Ζ) μήκους 12,10 μ. με ιδιοκτησία Λ.
Λ. και νοτίως σε πλευρά (Β-Γ) μήκους 10,80μ. με ιδιοκτησία Ε. Γ. και σε πλευρά (Ε-Δ) μήκους 1,05 μ. με ιδιοκτησία Ι. Σ., δυνάμει του προαναφερομένου και νόμιμα μεταγεγραμμένου με αριθμό ....2008 συμβολαίου αγοραπωλησίας, στο οποίο μάλιστα συμπεριλαμβανόταν και η επίδικη εδαφική λωρίδα έκτασης 14,75 μ. έκανε ειδική αναφορά και μνεία στο σύνολο των τίτλων ιδιοκτησίας του εκεί ενάγοντος Γ.
Φ. με αναγωγή μάλιστα στον τίτλο κτήσης του απώτατου δικαιοπαρόχου του τελευταίου, ήτοι, στο με αριθμό ....1893 του συμβολαιογράφου Γαλαξιδίου Κ. Χ., δυνάμει του οποίου η Ε. χα Κ. Τ. παραχώρησε ως προίκα το εν λόγω οικόπεδο ενόψει του γάμου της Δ. Δ. του Γ. με τον Σ. Τ. του Κ. Επιπροσθέτως, το ως άνω προικοσύμφωνο του έτους 1893 αποτελεί τον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας για τον ενάγοντα παρά τα αντιθέτως επικαλούμενα από τον αιτούντα την αναψηλάφηση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο στην ως άνω (προσβαλλόμενη) απόφασή του δέχεται ότι στο μεταγενέστερο με αριθμό ....1972 συμβόλαιο αγοράς της δικαιοπαρόχου Α. χας Ι. Τ. το εμβαδόν του εκεί αγορασθέντος ακινήτου είναι 130 τ.μ. περίπου ή όσης έκτασης είναι πλέον ή έλαττον, ότι συνορεύει δυτικά με κοινοτική οδό έχοντας πρόσοψη 14 μ περίπου καθώς και ότι το εν λόγω οικόπεδο ατύπως μεταβίβασε η Α.
Π. του Χ. το 1941 στον Ι. Τ. του Δ. (γίνεται δηλαδή στην προσβαλλομένη απόφαση σαφή μνεία στα στοιχεία του ως άνω εγγράφου, άτυπη μεταβίβαση, εμβαδόν όμοροι ιδιοκτήτες) με τη ρητή επισήμανση ότι τόσο στον ως άνω αναφερόμενο αρχικό τίτλο (προικοσύμφωνο) όσο και στο με αριθμό .../1972 συμβόλαιο μνημονεύονται οι ίδιοι όμοροι ιδιοκτήτες.
Ενόψει των ανωτέρω το περιεχόμενο του επικαλούμενου ως νέου και κρίσιμου άνω εγγράφου από τον αιτούντα την αναψηλάφηση (εμβαδόν/όμοροι ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου) είχε ήδη εκτιμηθεί υπό τον προπεριγραφόμενο τρόπο στην αποδεικτική διαδικασία. Αυτά τα στοιχεία είχαν ήδη αξιολογηθεί από το Δικαστήριο, το οποίο με την ειδικότερη αιτιολογία εκείνης της απόφασης έκρινε τελικώς ότι το συνολικό εμβαδόν του οικοπέδου του ενάγοντος ανέρχεται σε 175,50 τ.μ.
καθώς και ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 14,35 τ.μ. ανήκε στην ιδιοκτησία του ενάγοντος Γ. Φ., με αναφορά και αξιολόγηση όλων των επικαλούμενων επίσημων τίτλων κτήσης κυριότητας του εκεί ενάγοντος και των απώτερων, απώτατων δικαιοπαρόχων του. Επίσης το Δικαστήριο εκείνο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ως άνω επίδικη εδαφική λωρίδα χρησιμοποιούνταν από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος κατά την κατασκευή του ημιτελούς διώροφου κτίσματος για την τοποθέτηση ξυλείας της οικοδομής και ακολούθως για τη διέλευσή τους στο οπίσθιο τμήμα του οικοπέδου.
Επιπροσθέτως πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο απεφάνθη στην ως άνω κρίση του βασιζόμενο και σε άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία και απαριθμούνται όλα στην προσβαλλομένη απόφαση συνεκτιμώντας και τα πορίσματα της από 30.08.2011 πραγματογνωμοσύνης, η οποία κατατέθηκε στις 30.08.2011, στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Άμφισσας (βλ.
την υπ' αριθμό 25/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Άμφισσας), ενώ από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη αποδεικνύεται ότι η πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη της τον επικαλούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του αιτούντος την αναψηλάφηση, ήτοι τη με αριθμό ....1996 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Λ.
Λ., καθώς αναφέρει στα συμπεράσματά της προσδιοριστικά στοιχεία αυτής της έκτασης, ήτοι ότι αφορά οικόπεδο εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Γαλαξιδίου στη συνοικία Αγία Παρασκευή εμβαδού 120 τ.μ. καταλήγοντας ωστόσο ότι σύμφωνα με αυτήν δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς η τοποθεσία που βρίσκεται η ιδιοκτησία του Λ.
Λ., ούτε και τα ακριβή όρια αυτής και ως εκ τούτου η επίδικη λωρίδα δεν δύναται να αναγνωριστεί στην ιδιοκτησία του. Σχετικά με τα υπόλοιπα επικαλούμενα από τον αιτούντα έγγραφα: 2) Η υπ' αριθμό 56/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας με τα πρακτικά αυτής εκδοθείσα επί της από 01.10.1981 αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων Μ.
συζ. Η. Γ. κατά της Α. Τ. οι κατατεθείσες προτάσεις σε εκείνη τη δίκη (σημ. ότι προσκομίζονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι προτάσεις της Α. συζ. Ι. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας), η από 30.10.1981 έκθεση αυτοψίας, 3) η με αριθμό 262/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας (κατ' έφεση εκδοθείσα) επί της ως άνω με αριθμό 56/1981 απόφασης με τις κατατεθείσες προτάσεις των διαδίκων (οι οποίες δεν προσκομίσθηκαν), το από 17.11.1981 εφετήριο κ.λ.π.
έγγραφα που προσήχθησαν, φωτογραφίες παλιές, καταθέσεις και άδεια οικοδομική για τους Τ. (η με αριθμό 119/1981 άδεια), σχέδια τοπογραφικά κ.λ.π. στοιχεία των δικών αυτών, 4) η με αριθμό 83/1096 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε επί της από 28.05.1985 αγωγής (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 192/1985) των συγγενών Ι.
Τ. (ήτοι Κ. Τ., Ζ. χα Α. Ψ., Ε. Χ.) κατά των Α. Τ. και Α. Ι. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, τα πρακτικά της δίκης αυτής, οι προτάσεις των διαδίκων μερών στο εν λόγω δικαστήριο (σημ. ότι προσκομίζονται ενώπιον αυτού του δικαστηρίου οι προτάσεις των Α. Τ. και Α. Ι.) τα σχετικά που προσκομίστηκαν, φωτογραφίες κ.λ.π.
στη δίκη αυτή, οι με αριθμό 13329/1987 και 11625/1989 κατ' έφεση εκδοθείσες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, τα πρακτικά της με αριθμό 11625/1989 δίκης αυτής-όπου έλαβε χώρα αυτοπρόσωπη εμφάνιση και εξέταση των διαδίκων-οι προτάσεις των διαδίκων μερών στο εν λόγω δικαστήριο (σημ. ότι προσκομίζονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι προτάσεις των Α.
Τ. και Α. Ι.), 5) η από 05.09.2010 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης ΤΜ 139/05.10.2010) αγωγή του Γ. Φ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας κατά του Ε. Γ. με επισυναπτόμενο στην αγωγή αυτή όμοιο τοπογραφικό σχέδιο, η επ' αυτής εκδοθείσα με αριθμό 39/τμ/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας με τα πρακτικά της δίκης αυτής, οι προτάσεις των διαδίκων μερών στη δίκη αυτή, τα σχετικά που αναφέρονται σε αυτές, το με αριθμό .../1997 συμβόλαιο, φωτογραφίες σχέδια, η με αριθμό 320/2001 άδεια του Ε.
Γ., 6) η από 28.02.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14/04.03.2013 έφεση του Γ. Φ. ενώπιον του Εφετείου Λαμίας μετά της υπ' αριθμό 20/2015 απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου εκείνου επί της οποίας έχει ληφθεί πρώτο απόγραφο εκτελεστό για τη δικαστική δαπάνη, οι προτάσεις των διαδίκων μερών στη δίκη αυτή μετά των σχετικών από πλευράς Ε.
Γ. κ.λ.π., πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για στοιχεία που αφορούν σε άλλες δίκες σε σχέση με την επίδικη διαφορά και για άλλη εδαφική έκταση και δεν μπορούν να επηρεάσουν την επίδικη διαφορά, χωρίς να αλλάζει η κρίση αυτή από το ότι στις ως άνω δίκες πράγματι μετείχε ο Γ. Φ. ή οι δικαιοπάροχοί του. Ενόψει των ανωτέρω τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα, σύμφωνα με την ανωτέρω σκέψη, διότι δεν αποτελούν έγγραφα με αποδεικτική δύναμη και δεν είναι εξ ορισμού ικανά να παράγουν δεσμευτική απόδειξη ή ανταπόδειξη (άμεση κατά πλήρη ή έστω αποφασιστική) παρά μόνο θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Σχετικά με την άλλη προϋπόθεση η οποία απαιτείται να συντρέχει σωρευτικά για να γίνει δεκτός ο λόγος της αναψηλάφησης, ήτοι αυτή της κατακράτησης των ως άνω εγγράφων από τον καθ' ου η αναψηλάφηση πρέπει ν' αναφερθεί ότι από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει αναφορά της άτυπης αυτής μεταβίβασης κατά το έτος 1941 από την Α.
Π. (βλ. σελ 3 της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 620/ΤΜ/76/2009 αγωγής) χωρίς την σύνταξη επίσημου συμβολαίου και συνεπώς δεν αποκρύπτεται το γεγονός αυτό. Επίσης, στο επικαλούμενο ομοίως, στην ως άνω αγωγή του καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης Γ. Φ. με αριθμό ....1972 συμβόλαιο της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος γίνεται αναφορά περί οικοπέδου εμβαδού 130 τ.μ.
παρατίθενται δε στο αγωγικό δικόγραφο σειρά από συμβολαιογραφικούς τίτλους για να θεμελιώσει ο ενάγων την κυριότητά του όπου στα εν λόγω συμβολαιογραφικά έγγραφα γίνεται περιγραφή όλων των στοιχείων του ακινήτου (εμβαδόν, όμοροι ιδιοκτήτες).
Συνεπώς το ως άνω γεγονός της διαφοράς του εμβαδού της ιδιοκτησίας του ενάγοντος-καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης από 130 τ.μ. σε 175,50 τ.μ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και ότι παρανόμως ως στοιχείο κατακρατήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης και μάλιστα με τη μη αναφορά του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού του έτους 1941.
Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι το προαναφερόμενο από 5 Μαΐου 1941 ιδιωτικό συμφωνητικό βρισκόταν εις χείρας του στη δίκη εκείνη του ενάγοντος Γ. Φ. και ότι το κατακράτησε και δεν το κατέθεσε δολίως στην ανοιγείσα εκείνη δίκη. Και ναι μεν το ως άνω έγγραφο φαίνεται να το καταθέτουν, στις 11.03.1986 στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, στην εκεί ανοιγείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων, οι δικαιοπάροχοι του Γ.
Φ. δια του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Μαναίου, ωστόσο δεν αποδεικνύεται ότι αυτό περιήλθε στον Γ. Φ. ή ότι του παραδόθηκε από τους ως άνω δικαιοπαρόχους του ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τότε έως την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας εκδίκαση της υπόθεσης στις 21 Μαρτίου 2013, ήτοι είκοσι επτά έτη μετά.
Επίσης μετά και από την αγορά από τον τελευταίο του ως άνω οικοπέδου και την σύνταξη του ως αναφερόμενου με αριθμό ....2008 συμβολαίου αγοράς ήτοι της ύπαρξης τόσο του πρόσφατου προαναφερομένου συμβολαιογραφικού τίτλου απόκτησης κυριότητας όσο και της ύπαρξης και παλαιότερων συμβολαιογραφικών τίτλων, δεν ήταν απαραίτητο ο καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης Γ.
Φ. να αναζητήσει ή να είχε εις χείρας του το ως άνω από 05 Μαΐου 1941 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Περαιτέρω σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη πρέπει ν' αναφερθεί ότι για τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα δικαστικές αποφάσεις μετά των ταυτάριθμων πρακτικών, αντίγραφα των κατατεθειμένων προτάσεων από τους εκάστοτε διαδίκους αυτά αποτελούν δημόσια έγγραφα (οι δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις μετά των συνοδευόντων αυτές ταυτάριθμων πρακτικών τηρούνται σε πρωτότυπο στη Γραμματεία του εκάστοτε δικαστηρίου με τις κατατεθειμένες προτάσεις των διαδίκων) και επομένως, δε νοείται κατακράτηση εγγράφων που ευρίσκονται στην κατοχή δημόσιας αρχής.
Σχετικά με τα υπόλοιπα από τον αιτούντα την αναψηλάφηση έγγραφα για μερικά εκ των οποίων ας σημειωθεί ότι δεν προσδιορίζονται ειδικώς αλλά γίνεται μνεία "προσκομιζόμενα σχετικά", "φωτογραφίες" δεν αποδείχθηκε ότι κατακρατήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση αναψηλάφησης. Άλλωστε και ο αιτών την αναψηλάφηση δεν δικαιολογεί την μη εύρεση αυτών πριν την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης με επίκληση γεγονότων τα οποία δεν μπόρεσαν να αποτραπούν με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης απ' αυτόν".
Στη συνέχεια απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση 137/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Έτσι την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο, αφ' ενός μεν στο ότι τα επίμαχα έγγραφα, δεν ήταν κρίσιμα, κατά την έννοια του άρθρου 544 αριθμ.7 Κ.Πολ.Δ., έγγραφα, αφ' ετέρου δε ότι δεν κατακρατήθηκαν από τον καθ' ου-αναιρεσίβλητο, ούτε συνέτρεξε ανωτέρα βία για την μη επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων τούτων από τον αιτούντα στην προηγηθείσα δίκη, δηλαδή γεγονός τυχηρό και απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως, καθόσον αναφορικά με το υπ' αριθμ. 1 έγγραφο, ήτοι το από 5 Μαΐου 1941 ιδιωτικό συμφωνητικό, έκρινε ότι αυτό δεν αποτελεί κρίσιμο έγγραφο, αφού πρόκειται περί ιδιωτικού εγγράφου-άτυπης πώλησης ακινήτου, που δεν επιφέρει νέα πληροφορία για την επίδικη διαφορά και δη σχετικά με το εμβαδόν και τα όρια του επιδίκου ακινήτου, το περιεχόμενό του είχε ήδη αξιολογηθεί και συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα τους (συμβολαιογραφικούς) τίτλους κτήσης κυριότητας του εκεί ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, και δεν κατακρατήθηκε παράνομα και δόλια από τον καθ' ου, αναφορικά δε με τα λοιπά επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα έκρινε ότι δεν ήταν κρίσιμα, κατά την έννοια του άρθρου 544 αρ. 7 του Κ.Πολ.Δ αφού επρόκειτο για στοιχεία που αφορούσαν σε άλλες δίκες σε σχέση με την ένδικη διαφορά και άλλη εδαφική έκταση, μη δυνάμενα να επηρεάσουν αυτήν, και δεδομένου ότι πρόκειται για δημόσια έγγραφα δεν νοείται κατακράτησή τους από δημόσια υπηρεσία, επιπλέον δε ο αναιρεσείων δεν δικαιολογεί την μη ανεύρεση όλων των άνω εγγράφων πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με επίκληση γεγονότων τα οποία δεν μπόρεσαν να αποτραπούν με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης απ' αυτόν.
Δηλαδή την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο επάλληλα στις αιτιολογίες ότι τα ειδικά αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα και πάντως δεν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα γιατί αγνοούσε την ύπαρξή τους ούτε και κατακρατήθηκαν από τον αντίδικό του καθ' ου η αναψηλάφηση-αναιρεσίβλητο.
Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως αναφορικά με το αν είναι κρίσιμα ή όχι τα ανευρεθέντα έγγραφα, με τους οποίους, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1 εδ. α και β, 8, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι τα ως άνω ανευρεθέντα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, απορρέει πράγματι από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή σε περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες με την αναίρεση δε δεν πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.Α.Π. 25/2003, 1281/2021, Α.Π. 1041/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προαναφέρθηκε το εφετείο απέρριψε την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση στις επάλληλες αιτιολογίες α) ότι τα αναφερόμενα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς και β) ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή τους, ούτε και ότι κατακρατήθηκαν από τον αντίδικό του καθ' ου η αναψηλάφηση-αναιρεσίβλητο. Επομένως μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των λόγων αναίρεσης που αφορούσαν την πιο πάνω με στοιχείο α' αιτιολογία, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης με την οποία έγινε δεκτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανωτέρας βίας για τη μη έγκαιρη προσκομιδή των ανευρεθέντων εγγράφων και ότι δεν κατακρατήθηκαν από τον ήδη αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ