Legislator Case Law & Legislation
1874/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling health status irrelevant to forgery claim.

Case Number 1874/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of First Instance's decision regarding the invalidity of a will. The appellant argued that the testator's health condition rendered her legally incapable of understanding her actions, but the court found this argument baseless. The court determined that the lower court correctly focused on the forgery of signatures rather than applying incapacity statutes, as the health issues were merely evidentiary support for the forgery conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1719 no. 4 and 1749 no. 4 of the Code of Civil Procedure; The court held that allegations of mental incapacity or lack of consciousness are inadmissible if the primary ground for invalidity is the forgery of signatures, as the health status serves only as evidence for the forgery rather than a basis for applying incapacity provisions.

Keywords

AI generated
will invalidity forgery of signatures mental incapacity annulment appeal code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 1719 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 1749 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1874 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1874/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Δ. και Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο, που ανακάλεσε την από 26-10-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Δ. Τ., το γένος Π. Κ., 2) Ε. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά, που ανακάλεσε την από 16-11-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4200/2011 εν μέρει οριστική, 1265/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 379/2015 μη οριστική, 4563/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο 'Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντα, … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.

Σ. Δ., σε συνδυασμό με την … έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη Ι.

Κ. του Δ.. Η τελευταία όμως δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 4563/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγιναν τυπικά δεκτοί και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1265/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της συνταχθείσας στις …. από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Σ. Κ. - Κ. ως μυστικής διαθήκης της αποβιώσασας στην Αθήνα στις … θείας των αναιρεσιβλήτων, Π. χήρας Γ. Π., με την οποία η διαθέτης φέρονταν ότι εγκατέστησε ως κληρονόμο της τον τρίτο - μη συγγενή της, αναιρεσείοντα, λόγω μη γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδας, τόσο στο δακτυλογραφημένο κείμενο της διαθήκης και στη σημείωση επί του φακέλου που την περιείχε, όσο και στην πράξη κατάθεσης αυτής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 1716, 1730, 1738, 1741, 1742 και 1743 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.

Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Επ' αυτού του σφραγισμένου εγγράφου ή του περικαλύμματός του ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία παραδόσεώς του, η σημείωση δε αυτή πρέπει να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων.

Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία πρέπει να περιέχει την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, να βεβαιώνεται σ' αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παραδόσεως του εγγράφου και προφορικής δηλώσεως του διαθέτη, τα περί σφραγίσεως του εγγράφου ή του περικαλύμματός του και της επ' αυτού σημειώσεως του συμβολαιογράφου, να βεβαιώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξεως, να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και τέλος η πράξη αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν.

Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. (ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 566/2019, ΑΠ 392/2018). Επί πλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1740 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ, επί μυστικής διαθήκης, το έγγραφο που εγχειρίζεται (στο Συμβολαιογράφο), γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο), πρέπει με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1744 ΑΚ, να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, ενώ, σύμφωνα με το εδ.

β' του ίδιου άρθρου, αν είναι το κείμενο γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση απαιτείται η υπογραφή του διαθέτη, είτε δηλαδή το έγγραφο έχει γραφεί από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο ή με μηχανικό μέσο, δηλαδή ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή.

Με βάση τα παραπάνω η μυστική διαθήκη μπορεί να ακυρωθεί όταν δεν πληρούνται οι προβλέψεις του νόμου που αφορούν είτε το έγγραφο που συντάσσει ο διαθέτης, είτε τη διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον συμβολαιογράφου, είτε την πράξη που συντάσσει ο συμβολαιογράφος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα και απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων και προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 504/2018). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ.

α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β') και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).

Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 532 και 533 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και των προσθέτων λόγων έφεσης, ήτοι αν αυτοί (έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης) ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.

Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλουμένης απόφασης, η κατάθεση του δικογράφου της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άλλων διατυπώσεων εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Αν λείπει μία από αυτές η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1429/2018), το ίδιο δε συμβαίνει και με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως. Αντιθέτως, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι για την άσκηση των προσθέτων λόγων εφέσεως, έχουν τηρηθεί οι ως άνω νόμιμες διατυπώσεις, δέχεται ότι αυτοί ασκήθηκαν παραδεκτά και στη συνέχεια εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο του κάθε λόγου τους.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμά της. Επί πλέον, από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά απαιτείται να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα, η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.

Επομένως, εάν με το λόγο της έφεσης δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η αιτιολογία της απόφασης, που στηρίζει το διατακτικό της, ο λόγος έφεσης που αφορά άλλη αιτιολογία απορρίπτεται ως αλυσιτελής.(ΑΠ 28/2020). Οι δε πρόσθετοι λόγοι έφεσης αποτελούν νέες αιτιάσεις του εκκαλούντος κατά της εκκαλουμένης απόφασης, τελούν δε σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν παρακολουθηματικό, σε σχέση με αυτήν, χαρακτήρα, άμεση εκδήλωση των οποίων αποτελεί το γεγονός ότι ασκούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 532 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, εφαρμόζεται και επί των προσθέτων λόγων έφεσης για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "κεφάλαιο" είναι κάθε οριστική διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει, αντίστοιχα, ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 907/2021, ΑΠ 411/2021, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 93/2018).

Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό "κεφάλαιο" της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα εκκληθέντα κεφάλαια της απόφασης είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα είτε διότι έχουν ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του. (ΑΠ 411/2021, ΑΠ 93/2018, ΑΠ 1340/2017).

Εάν η αγωγή στηρίζεται σε κύρια και επικουρικές βάσεις, που διαφέρουν μεταξύ τους κατά την ιστορική αιτία και το νομικό λόγο, ήτοι όταν ο ενάγων, στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα κατ' εξαίρεση της από το άρθρο 219 ΚΠολΔ απαγόρευσης ασκήσεως αγωγής υπό αίρεση, να στηρίξει την αγωγή του σε άλλη βάση για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της, οι διατάξεις της απόφασης, που αναφέρονται στις διαφορετικές βάσεις, συνιστούν διαφορετικά κεφάλαια, που δεν συνέχονται μεταξύ τους, διότι κάθε βάση και αίτημα της αγωγής διατηρούν την αυτοτέλειά τους, έστω και αν σωρεύονται στο ίδιο δικόγραφο (ΑΠ 1340/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12.11.2009 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία εξέθεταν ότι είναι οι μοναδικές πλησιέστερες συγγενείς της αποβιώσασας στην κατοικία της στην …, στις …, θείας τους (τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της), ηλικίας 87 ετών, με αιτία θανάτου, κατόπιν νεκροψίας - νεκροτομής "αποφρακτικός ειλεός επί εδάφους συμφύσεων" και ότι πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της φερομένης ως συνταχθείσας από αυτήν, πληκτρολογημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, από… , μυστική διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ. - Κ., με την οποία φέρεται να καταλείπει πολύ μεγάλης αξίας περιουσιακά της στοιχεία (οικόπεδο στην … και τραπεζικές καταθέσεις) στον ήδη αναιρεσείοντα, μη συγγενή της. Σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή οι ενάγουσες προσέβαλαν την ως άνω διαθήκη, με την επίκληση ότι ήταν "οφθαλμοφανές", ότι αυτή έφερε επεμβάσεις από τρίτο πρόσωπο και σημεία αντικανονικής κατάρτισης, βρίθουσα ανακριβειών και αναληθών δηλώσεων, μη προερχομένων από τη θανούσα, αλλά από τρίτο πρόσωπο, με την ειδικότερη μνεία ότι οι υπογραφές της διαθέτιδας στο μη συνταχθέν από την ίδια δακτυλογραφημένο κείμενο της διαθήκης, στη σημείωση επί του φακέλου που την περιείχε και στη με αριθμό … πράξη κατάθεσής της που συνέταξε η ως άνω συμβολαιογράφος δεν ήταν γνήσιες καθόσον ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματική υπογραφή της, με λεπτομερείς αναφορές στον διαφορετικό τρόπο που αυτή υπέγραφε εν ζωή, περιστατικά, τα οποία, μαζί με άλλα, που αφορούσαν τον τρόπο διευθετήσεως από την διαθέτιδα των περιουσιακών της στοιχείων τόσο κατά το χρόνο που ζούσε ο σύζυγός της, όσο και κατά την εν χηρεία διαβίωσή της, τις οδήγησαν στην αμφισβήτηση της γνησιότητας των υπογραφών αυτής σε όλα τα παραπάνω έγγραφα, ώστε προσέφυγαν σε γραφολόγο στα πορίσματα της οποίας και αναφέρονταν αναλυτικά στην αγωγή, σχετικά με τη γενικότερη αντικανονική κατάρτιση όλων των ως άνω εγγράφων.

Στη συνέχεια στην αγωγή γινόταν αναφορά στην επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας από χρόνιες ασθένειες για τις οποίες λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, οι οποίες την είχαν οδηγήσει σε σημαντική σωματική αδυναμία και πνευματική κατάπτωση, με συνέπεια την ανικανότητά της για τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης κατά την επίδικη χρονική περίοδο, με την αναλυτική μνεία ότι την κατάσταση αυτή της διαθέτιδας εκμεταλλεύθηκε ο αναιρεσείων και την οδήγησε στην ως άνω συμβολαιογράφο με εξαπάτηση ότι θα υπογράψει πληρεξούσιο προς τον ίδιο, όπως της είχε δηλώσει, για τη διευθέτηση συγκεκριμένης υποθέσεώς της, οπότε αυτή υπέγραψε την επίμαχη διαθήκη και τα σχετικά με αυτήν έγγραφα υπολαμβάνοντας πεπλανημένα ότι υπογράφει το εν λόγω πληρεξούσιο.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 4200/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι αυτή στηρίζεται κυρίως μεν στην ακύρωση της επίδικης διαθήκης, λόγω μη γνησιότητας των υπογραφών της διαθέτιδας, τόσο στο κείμενο της διαθήκης, όσο και στα λοιπά έγγραφα της διαδικασίας ενώπιον συμβολαιογράφου και επικουρικά, σε κάθε περίπτωση, στην ακυρότητα της ίδιας διαθήκης ως προϊόν απάτης, λόγω της επίκλησης των εναγουσών ότι ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η διαθέτης ήταν βαριά ασθενής και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, συνεπεία της οποίας είχε διαταραχθεί η διανοητική της κατάσταση, την εξαπάτησε και υπέλαβε αυτή πεπλανημένα ότι υπέγραφε πληρεξούσιο προς αυτόν, όπως ο ίδιος της είχε δηλώσει, ενώ υπέγραφε την επίμαχη μυστική διαθήκη.

Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη ως προς το προαναφερόμενο κύριο αίτημά της και διατάχθηκε η ενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τα ζητήματα αυτά, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η 1265/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το άνω αίτημά της και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης με το σκεπτικό ότι όλες οι υπογραφές της διαθέτιδας είναι πλαστές, δεν έχουν τεθεί από την ίδια, αλλά από τρίτο πρόσωπο, κατ' απομίμηση της υπογραφής της ίδιας, χωρίς να ερευνηθεί το επικουρικό αίτημα της ίδιας, αφού τούτο ερευνάται μόνο εφόσον απορριφθεί το κύριο αίτημα της αγωγής, προϋπόθεση που δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση.

Μετά την άσκηση εφέσεως και προσθέτων λόγων εφέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων (μη οριστικής και οριστικής) από τον αναιρεσείοντα, εκδόθηκε αρχικά η 379/2015 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως και τη διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την γνησιότητα ή μη των υπογραφών της διαθέτιδας τόσο στη διαθήκη, όσο και στις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, μετά δε τη διενέργεια αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4563/2020 οριστική απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' αρχήν ως αλυσιτελής ο όγδοος λόγος της έφεσης με τις ακόλουθες παραδοχές: "...με τον όγδοο λόγο της έφεσής του ο εκκαλών πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση, αιτιώμενος ότι εσφαλμένως απέρριψε τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο έπρεπε να κάνει δεκτό για το λόγο ότι δεν αναφέρουν οι ενάγουσες ποιος και με ποιο τρόπο εξαπάτησε τη διαθέτιδα για να προκαλέσει σε αυτή την πλάνη για την υπογραφή της διαθήκης ούτε το συγκεκριμένο στοιχείο της πνευματικής βλάβης και το βαθμό της ούτε ποια ισχυρά φάρμακα ελάμβανε και τη δοσολογία αυτών ούτε σε ποιο βαθμό αυτά επέδρασαν, ώστε να προκύπτει ο αιτιώδης σύνδεσμος με την προκληθείσα βλάβη του εγκεφάλου της.

Ο λόγος αυτός της έφεσης ... κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής καθότι δεν πλήττεται καθόλου με αυτόν η αιτιολογία της εκκαλουμένης, που στηρίζει το διατακτικό της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση, η ένδικη αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς το κύριο αίτημά της, που ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδας, ενώ ο ανωτέρω λόγος της έφεσης αφορά την επικουρική βάση και αίτημα της αγωγής, ήτοι την κήρυξη από το Δικαστήριο της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης (ακυρωσία) λόγω εξαπάτησης της διαθέτιδος (άρθρο 1782 εδ.

β ΑΚ), ενόψει και της διανοητικής κατάστασης της υγείας της, η οποία δεν εξετάσθηκε κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν αποτέλεσε αιτιολογία, στηρίζουσα οριστική διάταξη της εκκαλουμένης. Οι υπόλοιποι λόγοι εφέσεως κρίθηκαν παραδεκτοί και νόμιμοι και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν, όπως και η έφεση στο σύνολό της.

Σχετικά με τους συνεκδικαζόμενους με την έφεση πρόσθετους λόγους εφέσεως το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ακόλουθες παραδοχές: "...όπως προαναφέρθηκε, με την εκκαλουμένη, με αριθμό 1265/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, η...

αγωγή των εφεσιβλήτων, ως προς το κύριο αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας της επίδικης μυστικής διαθήκης, ως προς το οποίο κρίθηκε νόμιμη η αγωγή με τη συνεκκαλούμενη ... 4200/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ο εκκαλών - εναγόμενος, με τους ... λόγους της εφέσεώς του...

παραπονείται κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, αιτιώμενος ότι από κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημά της και ότι από εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν απορρίφθηκε ως αόριστη, όπως αυτός είχε προτείνει η βάση της αγωγής με αίτημα την κήρυξη της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης, λόγω απάτης (επικουρική), ενώ ουδόλως αμφισβήτησε, με κάποιο λόγο της έφεσής του, τη νομιμότητα της κύριας βάσης του αιτήματος της αγωγής.

Για πρώτη φορά δε, με το από 22-12-2013 ... αυτοτελές δικόγραφο ... προβάλλει και πρόσθετο λόγο έφεσης, με το οποίο διατυπώνει το παράπονό του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έλαβε υπόψη του και αποφάνθηκε επί αντικειμένου της αγωγής όλως ανυπάρκτου, ως μηδέποτε υποβληθέντος από τις ενάγουσες και ότι επί τη βάσει της εσφαλμένης αυτής παραδοχής του προέβη σε παραδοχή της αγωγής του ως νομίμου και ουσιαστικά βασίμου, επικαλούμενος ότι οι ενάγουσες δεν αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των υπογραφών της διαθέτιδος σε όλα τα έγγραφα της μυστικής διαθήκης και δεν υπέβαλαν προς δικαστική κρίση αγωγικό αίτημα προς αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης για το λόγο αυτό, αλλά αντιθέτως ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης κατ' άρθρο 1719 αριθμ. 3 (ήδη 4) λόγω ανικανότητας της διαθέτιδος προς το διατιθέναι επειδή κατά το χρόνο συντάξεως αυτής δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, οπότε εσφαλμένως θεώρησε η παρεμπίπτουσα απόφαση ότι η αγωγή είχε αίτημα αναγνωρίσεως της ακυρότητας διαθήκης λόγω μη γνησιότητας και εξ αυτού του λόγου αφενός λανθασμένως διέταξε διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου δεν διέταξε τη διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης...".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε, στα όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε με τον πρόσθετο λόγο εφέσεώς του ο αναιρεσείων και στο προβαλλόμενο με αυτόν αίτημά του να εξαφανισθούν αμφότερες οι αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να διακρατηθεί και εκδικασθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων από το ίδιο και να απορριφθεί αυτή, άλλως να διαταχθεί διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για να διαπιστωθεί αν η διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ικανή να συντάξει διαθήκη και να διαταχθεί και η διενέργεια γραφολογικής επιπραγματογνωμοσύνης επί των γραφολογικώς συναπτέων προς το αποδεικτικό θέμα σημείων της αγωγής, διέλαβε στην απόφασή του σχετικά με το ζήτημα αυτό τα ακόλουθα: " Ο μοναδικός αυτός λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού...

δεν αναφέρεται ούτε στα εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης ούτε στα συνεχόμενα αναγκαίως με αυτά κεφάλαια, κατά τη νόμιμη επί του προκειμένου ένσταση των εφεσιβλήτων, η οποία ένσταση άλλωστε, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Διότι, συνιστά διαφορετικό κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης η οριστική διάταξή της, με την οποία έγινε δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη η αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ήτοι της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης λόγω μη γνησιότητας των υπογραφών της διαθέτιδας, το οποίο (κεφάλαιο) δεν συνέχεται με το κεφάλαιο της επικουρικής της βάσης και αιτήματος, ήτοι της κήρυξης της ακυρότητας της διαθήκης, λόγω απάτης, που μετήλθε ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη διανοητική κατάσταση της διαθέτιδος, κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της μυστικής διαθήκης, εξαιτίας των προβλημάτων υγείας της και των φαρμάκων που λάμβανε και η οποία (επικουρική βάση) θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 1782 ΑΚ και διατηρεί την αυτοτέλειά της, έστω και αν σωρεύθηκε στο ίδιο δικόγραφο.

Η βάση αυτή της αγωγής εσφαλμένα εκλαμβάνεται από τον εκκαλούντα ως κύρια βάση της αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης με ιστορική αιτία αυτής την ανικανότητα της διαθέτιδος προς το διατιθέναι, λόγω έλλειψης συνείδησης των πραττομένων..." Καταλήγει δε το Εφετείο στην παραδοχή ότι, επομένως, με τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης απαράδεκτα πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της που δεν εξέτασε την αγωγή των εφεσίβλητων ως προς την επικουρική βάση της, επειδή αυτός ουδόλως συνέχεται με τα εκκληθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης ή με τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο, αντίστοιχα, παραβίαση των αριθμών 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο αφενός μεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω πρόσθετο λόγο εφέσεως, αφετέρου δε ως αλυσιτελή τον προαναφερόμενο όγδοο λόγο της έφεσης, λαμβάνοντας υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν.

Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς, κατά την εκτίμησή τους, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι κύρια βάση της αγωγής των αναιρεσίβλητων ήταν η ακυρότητα της επίδικης διαθήκης, λόγω πλαστότητας της υπογραφής της διαθέτιδας σε αυτήν, αλλά και στα λοιπά σχετικά έγγραφα της διαδικασίας ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με την αγωγή, αλλά, αντιθέτως, κύρια βάση αυτής αποτέλεσε η έλλειψη συνείδησης της διαθέτιδας, κατά το χρόνο υπογραφής της διαθήκης και των λοιπών εγγράφων.

Επίσης αιτιάται ο αναιρεσείων ότι ενώ με την μη οριστική 379/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχαν γίνει τυπικά δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεώς του με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ο ως άνω πρόσθετος λόγος εφέσεως ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τα όσα ως άνω δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτο τον μοναδικό πρόσθετο λόγο εφέσεως, αλλά και τον όγδοο λόγο εφέσεως ως αλυσιτελή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 14 και 8 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεν παραβίασε τις διατάξεις δικονομικού δικαίου των άρθρων 520 παρ. 1 και 2 και 532 ΚΠολΔ., που ρυθμίζουν το παραδεκτό των λόγων έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης, ούτε έλαβε υπόψη της "πράγματα" που δεν είχαν προταθεί.

Ειδικότερα ορθά δέχθηκε το Εφετείο: α) ότι ο όγδοος λόγος εφέσεως ήταν απορριπτέος ως αλυσιτελής, επειδή δεν πλήττονταν καθόλου με αυτόν η αιτιολογία της εκκαλουμένης, που στήριζε το διατακτικό της, εφόσον η ένδικη αγωγή είχε γίνει δεκτή ως προς το κριθέν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κύριο αίτημά της, που ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδας, ενώ ο ανωτέρω λόγος της έφεσης αφορούσε την, επίσης, κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επικουρική βάση και αίτημα της αγωγής, ήτοι την κήρυξη της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης (ακυρωσία) λόγω εξαπάτησης της διαθέτιδος (άρθρο 1782 εδ.

β ΑΚ), ενόψει και της διανοητικής κατάστασης της υγείας της, η οποία επικουρική βάση, κατά τα προαναφερόμενα, δεν είχε εξετασθεί κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν αποτέλεσε αιτιολογία, στηρίζουσα οριστική διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης και συνεπώς, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δεν ήταν ερευνητέα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και β) ότι ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης ήταν απαράδεκτος καθόσον δεν αφορούσε στα εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια, αλλά ούτε και τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, ήτοι εκείνα με τα οποία πλήττονταν η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ακυρότητα της επίδικης μυστικής διαθήκης, εξαιτίας παραβίασης των αναφερομένων στην ως άνω σχετική νομική σκέψη άρθρων 1738, 1741, 1740 παρ. 1 εδ.

α', 1742, 1743 και 1730 παρ. 2 ΑΚ, καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση δεν πληρούνταν οι προβλέψεις του νόμου που αφορούσαν τη μη γνησιότητα των υπογραφών τις διαθέτιδας, τόσο στη φερομένη ως μυστική διαθήκη, όσο και στα έγγραφα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, αλλά και στην πράξη που συνέταξε η συμβολαιογράφος.

Επίσης, ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι ο πρόσθετος λόγος έφεσης αφορούσε σε χωριστό κεφάλαιο, στηριζόμενο σε διαφορετικά περιστατικά από εκείνα των εκκληθέντων κεφαλαίων, το οποίο είχε διαφορετική νομική θεμελίωση, αλλά και διαφορετική ιστορική αιτία, εφόσον αναφέρονταν στην ακυρότητα διαθήκης εξαιτίας ανικανότητας της διαθέτιδας κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1719 παρ. 3 του ΑΚ., λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων της διαθέτιδας και ψυχικών και διανοητικών διαταραχών αυτής που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής της κατά το χρόνο συντάξεώς της.

Συνεπώς και εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, ο αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι, και στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η κύρια βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, έπρεπε να είναι διαφορετική από εκείνη που κρίθηκε ως κύρια βάση από το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι της ακυρότητας της επίδικης διαθήκης εξαιτίας του ότι δεν πληρούνταν οι προβλέψεις του νόμου που αφορούσαν στο έγγραφο της διαθήκης και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου, αλλά και στην πράξη που συνέταξε η συμβολαιογράφος, λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδας στα ως άνω έγγραφα.

Επίσης, οι αναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στους ίδιους ως άνω λόγους αναιρέσεως, ότι το Εφετείο Αθηνών απαραδέκτως απέρριψε με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του τον προαναφερόμενο πρόσθετο λόγο της εφέσεως, ως απαράδεκτο, με την αιτιολογία ότι με αυτόν δεν πλήττονταν κεφάλαια που είχαν προσβληθεί με την έφεση, ούτε κεφάλαια αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά, ενώ με την προηγηθείσα μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί η επανάληψη της δίκης και η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως είχαν γίνει τυπικά δεκτοί, είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την μη οριστική 379/2015 απόφασή του ερεύνησε αυτεπαγγέλτως στο στάδιο αυτό μόνο εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της με ιδιαίτερο δικόγραφο άσκησης των προσθέτων λόγων εφέσεως εμπρόθεσμα και με τις νόμιμες διατυπώσεις και εφόσον έκρινε ότι για την άσκησή τους τηρήθηκαν οι σχετικές νόμιμες διατυπώσεις, δέχθηκε ότι αυτοί ασκήθηκαν παραδεκτά, χωρίς να προβεί στην εξέταση του παραδεκτού και βάσιμου του μοναδικού ως άνω πρόσθετου λόγου εφέσεως, η έρευνα του οποίου ακολούθησε με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011) ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Οι παραπάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγοι αναιρέσεως, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 462/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης 4563/2020 απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο Αθηνών, κατόπιν της προαναφερόμενης απόρριψης ως αλυσιτελούς του όγδοου λόγου εφέσεως και ως απαράδεκτου του πρόσθετου λόγου εφέσεως, μετά από την εκτίμηση των αναφερομένων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις … απεβίωσε στην οικία της, επί της … , αριθ.

… , στο …, όπου εν ζωή κατοικούσε, Π. χήρα Γ. Π., το γένος Π. Κ., ηλικίας … ετών, με αιτία θανάτου αποφρακτικό ειλεό επί εδάφους συμφύσεων, σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτ. … ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομίας του ιατροδικαστή Ι. Α. Την ως άνω αποβιώσασα, που ζούσε μόνη της από το έτος 1990, που είχε χηρεύσει, την βρήκαν νεκρή στις , ημέρα Δευτέρα, στο διαμέρισμά της, ο πρώτος της εξάδελφος Δ.

Σ. και η σύζυγός του Ε. Σ.. Οι τελευταίοι την είχαν επισκεφθεί στις …, ημέρα Σάββατο, της πήγαν φαγητό και καθαρά σεντόνια, όπως η ίδια τους είχε ζητήσει, καθότι τους ανέφερε από την προηγούμενη ημέρα ( …) ότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, λόγω της εξάντλησης και της κατάπτωσης που ένοιωθε εξαιτίας έντονου κοιλιακού άλγους και συνεχών εμετών, γεγονότα που διαπίστωσαν και οι ίδιοι κατά την επίσκεψή τους, πλην όμως αρνήθηκε ιατρική βοήθεια που της συνέστησαν, επειδή πίστευε ότι ήταν μία απλή ίωση, που θα περνούσε.

Η αποβιώσασα Π. χήρα Γ. Π. ήταν άτεκνη και μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς, κατά το χρόνο θανάτου της, ήταν οι ενάγουσες, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Π. Κ. οι δύο πρώτες εξ αυτών και τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού Δ. Κ. η τρίτη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τα με αριθμό 2173/27-3-2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δημοσιεύθηκε η από…, φερόμενη ως μυστική διαθήκη της ανωτέρω αποβιώσασας, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ. - Κ.. Η ανωτέρω διαθήκη είναι εξ ολοκλήρου πληκτρολογημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, σε φύλλο λευκού χάρτου Α4, εκτός από το ονοματεπώνυμο της διαθέτιδος. το οποίο είχε αφεθεί, κατά την πληκτρολόγηση, κενό και συμπληρώθηκε αργότερα χειρόγραφα. Το κείμενο της διαθήκης είναι κατανεμημένο σε δύο σελίδες, που φέρουν εκτυπωμένη αρίθμηση 3 στο κέντρο της πρώτης σελίδας και 4 στο κέντρο της δεύτερης, ενώ το αναμενόμενο θα ήταν να φέρει εκτυπωμένους τους αριθμούς 1 και 2.

Το περιεχόμενό της δε είναι ακόλουθο: <<ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ. Σήμερα την …, η υπογράφουσα την παρούσα Π. Π. - Κ. έχουσα σώας τας φρένας, επειδή τα χρόνια περνούν και φτάνω στο τέλος της ζωής μου, κρίνω αναγκαίο να προβώ στη σύνταξη της παρούσας διαθήκης μου και να διευθετήσω μ' αυτή τη διάθεση μέρους των περιουσιακών μου στοιχείων μετά το θάνατό μου ως εξής:

Επιθυμώ το οικόπεδό μου στην …, εκτάσεως 350 τ.μ. περίπου (…), το οποίο απέκτησα με την … του … πράξη της συμβολαιογράφου Ε. Γ. και ότι καταθέσεις βρεθούν στο όνομά μου στις τράπεζες … στα καταστήματα στο …, να περιέλθουν στον πολυαγαπημένο μου φίλο Φ. Κ. του Δ. και Κ., ο οποίος τόσο πολύ μου έχει σταθεί όλα αυτά τα χρόνια τόσο συναισθηματικά, όσο και εμπράκτως με το να με πηγαίνει στους γιατρούς κλπ.

Τέλος θέλω να παρακαλέσω τους τυχόν μακρινούς συγγενείς που θα είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι μου και με τους οποίους δεν έχω ιδιαίτερες επαφές, να σεβαστούν την τελευταία μου επιθυμία και να αρκεστούν στην λοιπή περιουσία μου που δεν διέθεσα με αυτήν η με άλλη διαθήκη μου. Η παρούσα διαθήκη δακτυλογραφήθηκε από εμένα την ίδια στις … και αφού βεβαιώθηκε από εμένα υπογράφηκε από εμένα στο τέλος αυτής.

Η ΔΙΑΘΕΤΙΣ (υπογραφή) …>>. Φέρεται, δηλαδή, με την ανωτέρω διαθήκη ότι η αποβιώσασα Π. Π. εγκατέστησε κληρονόμο της τον εναγόμενο Φ. Κ. και κατέλειπε σε αυτόν ένα οικόπεδό της, εκτάσεως 350 τ.μ., κείμενο στην… , αντικειμενικής αξίας 283,933,84 ευρώ και τις καταθέσεις της στις ανωτέρω τράπεζες, συνολικού ποσού 971.311,77 ευρώ, ενώ παρακαλεί τους νόμιμους κληρονόμους της, αναφέροντάς τους ως <<τυχόν μακρινούς συγγενείς>> να μην εναντιωθούν στην τελευταία της βούληση και να αρκεσθούν στην λοιπή περιουσία της, που δεν διέθεσε << με αυτή ή με άλλη διαθήκη>>.

Τον εναγόμενο, που ήταν υπάλληλος της … η αποβιώσασα τον γνώρισε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της, όταν αυτός εκτελούσε εργασίες για λογαριασμό της … μπροστά από την οικοδομή της και του ζήτησε να τη βοηθήσει με τα υδραυλικά του διαμερίσματός της και έκτοτε ανέπτυξαν κοινωνική σχέση. Επίσης, φέρεται με την ανωτέρω διαθήκη, ότι η διαθέτης γνώριζε και πληκτρολόγησε όλα τα ατομικά στοιχεία του τετιμημένου της, όπως το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και το μητρώνυμο αυτού, ενώ άφησε κενό (με τελίτσες) κατά τη δακτυλογράφηση το ονοματεπώνυμο της ίδιας, το οποίο συμπληρώθηκε χειρόγραφα μετά τη δακτυλογράφηση και την εκτύπωση ολόκληρου του κειμένου της διαθήκης.

Όπως αποδεικνύεται, όμως, από όλες σχεδόν τις ανωτέρω γραφολογικές γνωμοδοτήσεις, η χειρόγραφη συμπλήρωση του ονοματεπώνυμου της διαθέτιδος στην πρώτη σελίδα της διαθήκης δεν έχει γραφεί από την ίδια, αλλά από άλλο πρόσωπο, καθότι διαφέρει πλήρως από τη γραφή και τις υπογραφές της Π. Π. στην ποιότητα της χάραξης, που είναι πολύ ανώτερη των δυνατοτήτων της τελευταίας, κατά το χρόνο χαράξεως, αλλά και από τα λοιπά γενικά χαρακτηριστικά της γραφής της και τη δομή των γραμμάτων της.

Εκτός αυτού η πληκτρολογημένη στην ως άνω διαθήκη δήλωση, που φέρεται ότι διατύπωσε η διαθέτις <<Η παρούσα διαθήκη δακτυλογραφήθηκε από εμένα την ίδια στις ...>>, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ανωτέρω χειρόγραφη συμπλήρωση της διαθήκης από άλλο πρόσωπο, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι η Π.

Π. ούτε γνώσεις χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή διέθετε ούτε κατείχε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή στο διαμέρισμά της, όπως προκύπτει από τη με αριθμό … έκθεση αποσφράγισης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αλλά επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγουσών Ε. Σ. και από τη με αριθμό … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Σ., πρώτου εξαδέλφου της αποβιώσασας, οι οποίοι μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν ότι η Π. Π., αν και ήταν απόφοιτη της Νομικής Σχολής και εργαζόταν μέχρι τη σύνταξή της στο Υπουργείο… , ούτε γνώσεις χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή είχε ούτε κατείχε στην οικία της ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε είχε ιδέα από δακτυλογράφηση και ότι κατά τις τελευταίες μέρες της ζωής της, που φέρεται ότι συντάχθηκε η ανωτέρω διαθήκη, η υγεία της ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη και σε πολύ κακή κατάσταση, οπότε ήταν αδύνατο να προβεί η ίδια στη σύνταξη και την υπογραφή της επίδικης διαθήκης, η οποία δεν αποτελεί προϊόν της ελεύθερης και αληθινής βούλησής της.

Περαιτέρω, στη με αριθμό … πράξη περί κατάθεσης της ανωτέρω μυστικής διαθήκης, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Σ. Κ. - Κ., η οποία, εκτός από τα στοιχεία των μαρτύρων και της διαθέτιδος, τα οποία έχουν συμπληρωθεί χειρόγραφα, είναι επίσης πληκτρολογημένη σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, σε φύλλο λευκού χάρτου Α4 και το κείμενό της επίσης είναι κατανεμημένο σε δύο σελίδες, που φέρουν εκτυπωμένη αρίθμηση 1 στο κέντρο της πρώτης σελίδας και 2 στο κέντρο της δεύτερης, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: <<Στην Αθήνα σήμερα στις δέκα έξι (16) του μηνός Ιανουαρίου του έτους δύο χιλιάδες εννέα (…) ημέρα …, στο Συμβολαιογραφείο μου,.... .........

παρουσιάσθηκε η άγνωστη σ' εμένα, που με βεβαίωσαν όμως για την ταυτότητά της τα παραπάνω πρόσωπα τα οποία συμπράττουν σ' αυτήν την πράξη κ. Π. χήρα Γ. Π., το γένος Π. και Ε. Κ., Συνταξιούχος.... .. και κατέθεσε σ' εμένα φάκελο κλειστό ή σφραγισμένο με 2 ή 3 σφραγίδες με βουλοκέρι που παριστάνουν (θα γραφτεί η παράσταση ή εικόνα της σφραγίδας) με τέτοιο τρόπο που να μην είναι δυνατόν να ανοιχθεί χωρίς να σπάσουν οι σφραγίδες και μου δήλωσε ότι το εντός του φακέλου έγγραφο είναι η διαθήκη της σε έντυπη μορφή που αυτή η ίδια έχει με μεγάλο κόπο καταφέρει να δακτυλογραφήσει (γράψει)- λόγω αδυναμίας της να γράψει ιδιοχείρως κείμενα μεγαλύτερα της πρότασης όπως μου δήλωσε- αποτελούμενη από ένα φύλλο γραμμένο και στις δύο όψεις του- όπως μου δήλωσε- την οποία τη διάβασε, βεβαιώθηκε για την ακρίβεια του περιεχομένου της και την υπέγραψε στο τέλος της δεύτερης σελίδας του μοναδικού φύλλου από το οποίο αποτελείται και ζήτησε να την καταθέσει σ' εμένα τη Συμβολαιογράφο.

Στη συνέχεια εγώ η συμβολαιογράφος στον κλειστό και σφραγισμένο φάκελο που μου κατέθεσε, έγραψα τη σημείωση που προβλέπει το άρθρο 1742 του Αστικού Κώδικα που υπογράφηκε από εμένα τη Συμβολαιογράφο, τη διαθέτη και τα συμπράττοντα πρόσωπα, σημειωθείσα πάνω σ' αυτό τον αριθμό της πράξης αυτής και το προσάρτησα σ' αυτήν.

Βεβαιώνεται ότι σ' όλη τη διάρκεια της σύνταξης αυτής της πράξης παρευρέθηκαν η διαθέτης και τα πρόσωπα που σύμπραξαν και ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1730 παρ. 2, 1738,1739,1741 και 1743 του Αστικού Κώδικα. Σε βεβαίωση όλων των ανωτέρω συντάχθηκε η παρούσα πράξη σε ένα (1) φύλλο, για την οποία με ένα αντίγραφο εισπράχθηκαν για τέλη και δικαιώματά μου ευρώ...

και η οποία αφού διαβάσθηκε καθαρά και μεγαλοφώνως εις επήκοον της καταθέτου και των μαρτύρων βεβαιώθηκε και υπογράφτηκε απ' όλους και εμένα τη Συμβολαιογράφο έτσι όπως ορίζει ο νόμος. Η ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ- ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ- Η ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ (υπογραφές)>>. Στην ανωτέρω πράξη υπάρχουν δύο υπογραφές της φερόμενης διαθέτιδος, μια κάθετη υπογραφή σε σχέση με την ένδειξη <<Η ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ>>, αποτελούμενη από δύο τμήματα και κάτωθεν αυτής μία άλλη, γραμματικού τύπου, υπογραφή, τεθείσα οριζοντίως σε σχέση με την ένδειξη << Η ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ>>, αποτυπώνουσα με κεφαλαία γραφή τα επώνυμα <<… >>.

Σύμφωνα με την ανωτέρω πράξη η προαναφερθείσα μυστική διαθήκη κατατέθηκε στη συντάξασα την πράξη συμβολαιογράφο Σ. Κ.-Κ. κλεισμένη σε φάκελο, στον οποίο έχει γραφεί και σχετική σημείωσή της περί κατάθεσης μυστικής διαθήκης την …, ο οποίος φέρει τον αριθμό της ως άνω πράξης (…) και υπογράφεται από τη φερόμενη ως διαθέτιδα, από τους μάρτυρες και από τη συμβολαιογράφο.

Από την εξέταση, όμως, του φύλλου χάρτου, στο οποίο είναι γραμμένη η διαθήκη, στην ηλεκτρονική συσκευή ανίχνευσης λανθάνουσας γραφής (ESDA) διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη σελίδα της διαθήκης υπάρχουν ίχνη λανθάνουσας χειρόγραφης γραφής, ήτοι γραφής που δεν έχει χαραχθεί απευθείας πάνω στο εξεταζόμενο χαρτί, αλλά έχει χαραχθεί σε άλλο χαρτί, τοποθετημένο πάνω στο εξεταζόμενο, με αποτέλεσμα από τη γραφική πίεση η χαρασσόμενη γραφή στο πρώτο φύλλο να αποτυπώνεται στο δεύτερο.

Η λανθάνουσα αυτή γραφή, που εμφανίζεται κάτω από τον 5ο στίχο του κειμένου της διαθήκης μέχρι και πάνω από το 13ο στίχο αντιπαραβαλλόμενη με τις χειρόγραφες συμπληρώσεις της συμβολαιογράφο, ως προς τα στοιχεία των μαρτύρων που συνέπραξαν, στη με αριθμό … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, ταυτίζεται πλήρως ως προς τους γραμματικούς σχηματισμούς με τις συμπληρώσεις αυτές και είναι ακριβώς το αποτύπωμα των χειρογράφων αυτών συμπληρώσεων, οι οποίες φέρονται ότι είναι μεταγενέστερες κατά μία ημέρα (…) από την ημέρα που συντάχθηκε και υπογράφηκε η διαθήκη (…).

Επειδή δε, δεν βρέθηκαν αντίστοιχα ίχνη λανθάνουσας γραφής, προερχόμενα από τη χάραξη της γραφής και των υπογραφών επί του φακέλου, εντός του οποίου φέρεται ότι ήταν τοποθετημένη και κλεισμένη η διαθήκη, όπως βεβαιώνεται στη σχετική … πράξη κατάθεσης (ότι δηλαδή ο φάκελος που περιείχε τη διαθήκη εμφανίσθηκε σφραγισμένος στις…) αποδεικνύεται από τα ανωτέρω ευρήματα ότι οι χειρόγραφες συμπληρώσεις της πρώτης σελίδας της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης αποτυπώθηκαν στην πρώτη σελίδα της διαθήκης πριν η διαθήκη τοποθετηθεί εντός του φακέλου της, διαφορετικά θα υπήρχαν τα ίδια ίχνη λανθάνουσας χάραξης επί της διαθήκης και επί του φακέλου της ή θα υπήρχαν μόνο στο φάκελο, εάν δεν είχαν μεταδοθεί στο περιεχόμενό του.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω ευρήματα αποδεικνύεται ότι η από …διαθήκη δεν ήταν κλεισμένη στο φάκελό της, όταν συμπληρώθηκαν τα στοιχεία των μαρτύρων στη με αριθμό … πράξη κατάθεσης αυτής από τη συμβολαιογράφο, παρά τα αντιθέτως αναφερόμενα και βεβαιωθέντα στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, αλλά ήταν τοποθετημένη κάτω από την πράξη αυτή.

Από το συνδυασμό δε, των ανωτέρω ευρημάτων με την ενιαία αύξουσα αρίθμηση των σελίδων των δύο εγγράφων ως 1, 2, 3, 4 με έναρξη από την πράξη κατάθεσης (σελίδες 1,2) και συνέχεια από τη διαθήκη (σελίδες 3,4) που ανήκουν και οι τέσσερις αριθμοί στον ίδιο τύπο γραμματοσειράς <<times new Roman, μέγεθος 12 pt>> είναι και οι τέσσερις αριθμοί μεγέθους 3 χιλιοστών και είναι εκτυπωμένοι στην ίδια απόσταση των 14 χιλιοστών από το άνω άκρο του χάρτου της σελίδας, προκύπτει ότι τα έγγραφα της πράξης κατάθεσης και της διαθήκης συντάχθηκαν και εκτυπώθηκαν ως μέρη ενός αρχείου τεσσάρων σελίδων και, συνεπώς, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι η διαθήκη συντάχθηκε στις … και η πράξη κατάθεσης αυτής στη συμβολαιογράφο συντάχθηκε στις ….

Το γεγονός δε, ότι το κείμενο της … πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, που φέρει την αρίθμηση 1, 2 έχει πληκτρολογηθεί και εκτυπωθεί με τα στοιχεία της γραμματοσειράς Arial μεγέθους 10 χιλιοστών, ενώ το κείμενο της από … διαθήκης, που φέρει την αρίθμηση 3, 4 έχει πληκτρολογηθεί και εκτυπωθεί με τα στοιχεία της γραμματοσειράς Century Gothic, italic, μεγέθους 14 χιλιοστών, δεν αναιρεί τα ανωτέρω αποδειχθέντα, καθότι η επιλογή της γραμματοσειράς σε ορισμένες μόνο σελίδες ή σε τμήματα ενός ηλεκτρονικού εγγράφου, που είναι εξαιρετικά απλή διαδικασία, δεν συνεπάγεται και την αλλαγή στον τύπο της αριθμοσειράς στην αρίθμηση των σελίδων του, για την οποία απαιτείται ιδιαίτερη διαδικασία μέσω του προγράμματος <>.

Επίσης, από την εργαστηριακή διερεύνηση της 257 σελίδας του Γενικού Βιβλίου Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου, σχετικά με την καταχώρηση της με αριθμό … πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, στη στήλη <<Υπογραφές των συμβαλλομένων>>, την οποία φέρεται ότι υπέγραψε η διαθέτης ως <<… >>, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός …, που έλαβε η ως άνω πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, είχε ήδη καταχωρηθεί στο βιβλίο αυτό της συμβολαιογράφου και αφορούσε μία άλλη πράξη, ήτοι πράξη αποδοχής κληρονομιάς, που έγινε στην Αθήνα την …, εκτός του γραφείου της και στην οποία προέβησαν οι τρίτοι, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ….

η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο ως επόμενη πράξη με αριθμό…. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι α) στον πρώτο στίχο της σελίδας, στη στήλη της ημερομηνίας καταχώρισης της πράξης, σβήστηκε ολοσχερώς με γομολάστιχα ο αριθμός εννέα (9) και γράφηκε ο αριθμός έξι (6), προκειμένου να σχηματιστεί ο αριθμός <<16>>, ώστε η ημερομηνία καταχώρισης της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης να φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε στις… , που ήταν εν ζωή η Π.

Π. και ότι προηγήθηκε της… , που αυτή είχε ήδη αποβιώσει και κατά την οποία (…) είχε ήδη καταχωρηθεί η ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς, β) στους τέσσερις στίχους της σελίδας, στη στήλη <<Ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και κατοικία συμβαλλομένων>> σβήστηκε με γομολάστιχα προϋπάρχουσα συμπλήρωση, που είναι μερικώς διακριτή, διατηρήθηκε η λέξη <<χήρα>> ανάμεσα στο όνομα της διαθέτιδος <<… >> και του συζύγου της <<… >>, ενώ οι λοιπές λέξεις της εγγραφής των ατομικών στοιχείων της διαθέτιδος <<Π.

Π., το γένος Π. Κ.- κάτοικος Αθήνας, … αρ. …- Συνταξιούχος>> έχουν γραφεί πάνω στην προηγούμενη εγγραφή καταχώρησης της πράξης αποδοχής κληρονομιάς, όπου υπήρχαν τα στοιχεία <<Ε. (..) Κ. Κ.>>, η κατοικία και το επάγγελμα αυτής, γ) στους δύο πρώτους στίχους της σελίδας, στη στήλη <<Είδος πράξης>> σβήστηκε με γομολάστιχα προϋπάρχουσα εγγραφή και συμπληρώθηκαν από πάνω οι λέξεις <<Πράξη κατάθεσης Μυστικής Διαθήκης>>, δ) στον τρίτο και τέταρτο στίχο της σελίδας, στη στήλη <<Υπογραφές των συμβαλλομένων >> κάτω από την υπογραφή <<… >> υπάρχει απόσβεση- απόξεση και τα υπολείμματα της αρχικής χάραξης, που παρέμειναν στην επιφάνεια του χάρτου, παραπέμπουν στη χάραξη των λέξεων <<εκτός γραφείου>> και <<Αθήνα>>, ήτοι στον τόπο που πραγματοποιήθηκε την …η πράξη αποδοχής κληρονομιάς των προαναφερθέντων τρίτων προσώπων, η οποία εν τέλει, καταχωρήθηκε με αριθμό … και ε) όσον αφορά την καταχώρηση της με αριθμό …πράξης αποδοχής κληρονομιάς, υπάρχει αλλοίωση με επιχάραξη του αριθμού, με τον οποίο καταχωρήθηκαν οι προαναφερθέντες πέντε συμβαλλόμενοι και συγκεκριμένα ο δεύτερος συμβαλλόμενος, που είχε καταχωρηθεί με τον αριθμό 2 φέρεται ως πρώτος με επιχάραξη του αριθμού 1 στον υπάρχοντα αριθμό 2, ο τρίτος συμβαλλόμενος, που είχε καταχωρηθεί με τον αριθμό 3 φέρεται ως δεύτερος με επιχάραξη του αριθμού 2 στον υπάρχοντα αριθμό 3, ο τέταρτος συμβαλλόμενος, που είχε καταχωρηθεί με τον αριθμό 4 φέρεται ως τρίτος με επιχάραξη του αριθμού 3 στον υπάρχοντα αριθμό 4, ο πέμπτος συμβαλλόμενος, που είχε καταχωρηθεί με τον αριθμό 5 φέρεται ως τέταρτος με επιχάραξη του αριθμού 4 στον υπάρχοντα αριθμό 5 και η πρώτη συμβαλλόμενη Ε.

Κ., που είχε καταχωρηθεί με αύξοντα αριθμό 1 στη θέση, όπου πλέον καταχωρήθηκαν τα στοιχεία της Π. Π., καταχωρήθηκε με τον αριθμό 5 χωρίς επιχάραξη, ενώ από τα στοιχεία της καταχωρήθηκαν στριμωγμένα μόνο το ονοματεπώνυμό της και η οδός και ο αριθμός κατοικίας της, ώστε να καταλαμβάνουν το περιθώριο, κάτω από τον τελευταίο στίχο της καταχώρησης, που τη διαχωρίζει από την επόμενη.

Επίσης, από την εξέταση του πρωτοτύπου της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς των Ε. Κ. και λοιπών συμβαλλομένων που έγινε στις … και καταχωρήθηκε με τον αριθμό … στο ως άνω βιβλίο της συμβολαιογράφου, διαπιστώθηκε ότι στο συμβόλαιο αυτό υπάρχουν δύο πρώτα φύλα, το ένα εκ των οποίων φέρει ως αριθμό του συμβολαίου τον αριθμό … με χειρόγραφη σημείωση και δεύτερο φύλλο, που έχει δακτυλογραφηθεί ως προς το στοιχείο αυτό, φέρει ως αριθμό του συμβολαίου τον αριθμό …, αλλά και στα δύο φύλλα ως πρώτος συμβαλλόμενος αναγράφεται η Ε., χήρα Κ.

Κ., η οποία στο προαναφερθέν Γενικό Βιβλίο της συμβολαιογράφου έχει αναγραφεί ως 5η συμβαλλόμενη και με ελλιπή στοιχεία. Επίσης, στη δεύτερη σελίδα του αρχικού πρώτου φύλλου με αριθμό … έχουν τεθεί οι υπογραφές των (5) συμβαλλομένων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του δακτυλογραφημένου πρώτου φύλλου με αριθμό … λείπει η υπογραφή ενός συμβαλλομένου.

Από τα διασταυρωθέντα αυτά στοιχεία προκύπτει με σαφήνεια ότι στο ως άνω Γενικό Βιβλίο Σ. Π. Σ. Κ. - Κ. καταχωρήθηκε πλήρως στις… , που είχε ήδη αποβιώσει η Π. Π., με αριθμό … ολόκληρη η πράξη αποδοχής κληρονομιάς των συγκληρονόμων Κ. Κ. και αφού εκ των υστέρων έγιναν οι περιγραφείσες ανωτέρω αποσβέσεις, αλλοιώσεις, επιχαράξεις και προσθήκες, ώστε να ευρεθεί χώρος για την καταχώριση της προγενέστερης χρονολογίας επίδικης πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία έλαβε τον αριθμό …, έλαβε εν τέλει η πράξη αποδοχής κληρονομιάς ως επόμενη πράξη τον αριθμό … και κατέστη αναγκαία και η αλλαγή του αριθμού στο σώμα του συμβολαίου αυτού, που έγινε με δακτυλογράφηση νέου (δεύτερου) πρώτου φύλλου με αρίθμηση …, στο οποίο λείπει μία από τις υπογραφές των πέντε (5) συμβαλλομένων.

Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι το κείμενο της, κατ' άρθρο 1742 ΑΚ, χειρόγραφης σημείωσης της συμβολαιογράφου επί του φακέλου, στον οποίο φέρεται ότι ήταν κλεισμένη η διαθήκη, δεν έχει ομοιογένεια μεγέθους γραμμάτων και αποστάσεων λέξεων και στίχων και μετά το 2ο στίχο το κείμενο συμπυκνώνεται σταδιακά, παρότι υπάρχει χώρος για την καταχώρηση της σημείωσης.

Όμοιο μέγεθος γραμμάτων έχουν η ένδειξη <<

Αριθμός …>>, ο πρώτος στίχος του κειμένου και οι ενδείξεις <<Η Διαθέτης>> κάτω από το κείμενο και <<Η Συμβολαιογράφος>> κάτω δεξιά του φακέλου. Ειδικότερα, το κείμενο του φακέλου αρχίζει με την αναγραφή της λέξης και του αριθμού της πράξης κατάθεσης <<

Αριθμός …>> και μετά από νοητό διάστημα μη διαγραμμισμένης γραμμής συνεχίζει με την αναγραφή ιδίου μεγέθους γραμμάτων και στους επόμενους επτά-οκτώ στίχους η γραφή, καθώς και τα διαστήματα μεταξύ των στίχων, μικραίνουν πλέον του ημίσεως της κανονικής νοητής οριζόντιας γραμμής. Μετά το τέλος του κειμένου υπάρχει διάστημα δύο νοητών οριζόντιων γραμμών και γράφεται αρχικά η ένδειξη <<…>> και σε απόσταση τριών-τεσσάρων νοητών οριζόντιων γραμμών υπάρχει χαραγμένη η φερόμενη ως υπογραφή της αποβιώσασας Π.

Π. με κεφαλαία αλφαβητική γραφή ως <<… >>. Η χάραξη των ανωτέρω χειρόγραφων στοιχείων στο φάκελο της μυστικής διαθήκης δεν είναι ενιαία, όπως διαπιστώθηκε από την εξέταση του στην ειδική συσκευή VSC 400, με την οποία, μεταξύ άλλων ελέγχεται, υπό την επίδραση ακτινοβολίας η ομοιογενής ή όχι συμπεριφορά μελανιών, αλλά η λέξη <<…>> και η υπογραφή κάτω από αυτή έχουν χαραχθεί με στυλογράφο ή στυλογράφους όμοιας συμπεριφοράς μελάνης, ενώ το υπόλοιπο κείμενο, καθώς και οι λέξεις <<ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ>>, <<Η Συμβολαιογράφος>> και η τελευταία συλλαβή <<της>> της λέξης <<Η Διαθέτης>> έχουν χαραχθεί με άλλο στυλογράφο ή στυλογράφους όμοιας συμπεριφοράς μελάνης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι φερόμενες ως υπογραφές της Π. Π. στην από … διαθήκη, στο φάκελο, στον οποίο σημειώθηκε ότι ήταν τοποθετημένη η διαθήκη, στη με αριθμό …. συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης και στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών πράξεων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Κ.

δεν είναι γνήσιες υπογραφές αυτής, αλλά έχουν τεθεί από άλλο πρόσωπο και είναι υπογραφές <<ιδίας εμπνεύσεως>> του πλαστογράφου. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, η αποβιώσασα Π. Π. χάρασσε τη γνήσια υπογραφή της με μικτού τύπου υπογραφή, που περιείχε γράμματα και συμβολισμούς γραμμάτων και κατέληγε πάντοτε σε μια παράφα.

Οι γνήσιες υπογραφές της περιελάμβαναν κυρίως ολόκληρο το επώνυμο της ιδίας μετά το γάμο της- με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα <<…>> και με πεζά αλφαβητικά γράμματα τα υπόλοιπα <<… >>, με συμβολισμό πάντοτε στην κατάληξη <<..>> της υπογραφής πριν την καταληκτική παράφα, αλλά υπήρχαν και συμβολισμοί άλλοτε του αρχικού κεφαλαίου <<..>> του υποκοριστικού <<…>> ή του αρχικού κεφαλαίου <<..>> του ονόματός της <<… >> ή του επωνύμου <<… >>.

Το κύριο σώμα της υπογραφής, που αποτελούνταν από το συζυγικό της επώνυμο, έφερε πολλές συνδέσεις γραμμάτων, σπανίως έθετε ως προσθήκη, κάτω από τη συνήθη υπογραφή της, το όνομά της και το συζυγικό επώνυμο, ενώ ουδέποτε υπέγραφε με γραμματική αναγραφή του ονοματεπωνύμου της. Οι επίδικες υπογραφές είναι όλες αμιγώς γραμματικού τύπου με κεφαλαία, ως επί το πλείστον, αλφαβητικά γράμματα και περιέχουν όχι μόνο το συζυγικό της επώνυμο <<…>>, αλλά και ολόκληρο το πατρικό της επώνυμο <<…>>, το οποίο δεν χρησιμοποιούσε.

Έχουν τεθεί δηλαδή οι επίδικες υπογραφές στα ανωτέρω κρίσιμα για τη σύνταξη και την ολοκλήρωση μυστικής διαθήκης έγγραφα με τρόπο που δεν υπέγραφε ποτέ η αποβιώσασα και ο οποίος υποδηλώνει διαφορετική σύνθεση και απόδοση υπογραφής. Όλες δε, οι ανωτέρω υπογραφές, έχουν χαραχθεί από το ίδιο άτομο, πλην της κάθετης υπογραφής, που τέθηκε στην … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, η οποία κατά το πρώτο τμήμα της, που αποδίδει κατερχόμενο με πεζά γράμματα το επώνυμο <<…>> έχει γραφεί από το χέρι της αποβιώσασας Π.

Π., ενώ το έτερο πίσω τμήμα της που περιλαμβάνει την ένδειξη <<…>> έχει χαραχθεί από το χέρι του ίδιου ατόμου, του πλαστογράφου, που χάραξε και τις υπόλοιπες υπογραφές στα ως άνω κρίσιμα έγγραφα, με γράμματα που απομιμήθηκε με ελεύθερη απομίμηση της γνήσιας γραφής της φερόμενης διαθέτιδος. Το γεγονός βέβαια αυτό, υποδηλώνει την παρουσία της Π.

Π. στο γραφείο της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Όπως αποδείχθηκε, όμως, από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγουσών Ε. Σ., για την αξιοπιστία της οποίας το Δικαστήριο δεν έχει κάποιο λόγο να αμφιβάλλει, η οποία ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από τη με αριθμό …. ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. Σ., πρώτου εξαδέλφου της θανούσας και συζύγου της μάρτυρος Ε.

Σ., η αποβιώσασα Π. Π., με την οποία είχαν καθημερινά τηλεφωνική επαφή και τους επισκεπτόνταν σταθερά κάθε Τρίτη και Πέμπτη κάθε εβδομάδας στην οικία τους, από τις …., ημέρα … που συναντήθηκαν στην οικία τους και κατά την οποία οι ίδιοι διαπίστωσαν ότι είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην αποβιώσασα τα συμπτώματα του αποφρακτικού ειλεού (στομαχικές διαταραχές, εμετοί), τους ενημέρωσε ότι στις… , ημέρα …, θα περνούσε να την πάρει από την οικία της με το αυτοκίνητό του ο εναγόμενος, τον οποίο αποκαλούσε ο <<… >>, για να μεταβούν σε δικηγορικό γραφείο και να του χορηγήσει εξουσιοδότηση-πληρεξούσιο, προκειμένου να διευθετήσει αυτός, επειδή η ίδια δεν μπορούσε το ζήτημα που ανέκυψε με ένα ακίνητό της, που βρίσκεται στα … και το οποίο ένας εκ των λοιπών δύο (2) συγκυρίων είχε εκμισθώσει σε τρίτο πρόσωπο-παλιατζή, χωρίς την άδειά της.

Την Πέμπτη (…) η κατάσταση της υγείας της Π. Π. επιδεινώθηκε με έντονο κοιλιακό άλγος και εμετούς και δεν επισκέφθηκε τους ανωτέρω μάρτυρες. Επικοινώνησε, όμως, όπως κατέθεσαν, τηλεφωνικά με την πρώτη εξ αυτών και την …(…) περί ώρα … της τηλεφώνησε και πάλι και την ενημέρωσε ότι, παρότι η κατάσταση της υγείας της ήταν άθλια, θα πήγαινε στη δικηγόρο που συμφώνησαν με τον <<…>, για να κάνει το πληρεξούσιο και ότι θα περνούσε ο ίδιος να την πάρει με το αυτοκίνητό του.

Όταν επέστρεψε από το συμβολαιογραφείο, περί ώρα 8.20 με 8.30 της ίδιας ημέρας, η αποβιώσασα τηλεφώνησε και πάλι στην ως άνω μάρτυρα και την ενημέρωσε ότι δεν έκανε τίποτα ούτε την υπογραφή της δεν μπόρεσε να βάλει <<στο πληρεξούσιο>>, διότι έκανε συνεχώς εμετό και έγινε ρεζίλι στο δικηγόρο. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση και ένορκη βεβαίωση), συνδυαζόμενα με τα προαναφερθέντα αντικειμενικά ευρήματα στα κρίσιμα έγγραφα της μυστικής διαθήκης, αποδεικνύεται ότι πράγματι η Π.

Π., μετέβη στις .., υπό τις ανωτέρω συνθήκες της υγείας της, με τη συνδρομή και τη συνοδεία του εναγομένου στο γραφείο της συμβολαιογράφου Σωτηρίας Κ. - Κ. και, πιστεύοντας η ίδια ότι υπογράφει πληρεξούσιο προς τον εναγόμενο με την προαναφερθείσα εντολή, άρχισε να θέτει την υπογραφή της επί του εκτυπωθέντος από ηλεκτρονικό υπολογιστή υποδείγματος πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, που της υποδείχθηκε, την οποία όμως, δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει, λόγω των έντονων εμετών, συμπτωμάτων της ασθένειάς της, όπως η ίδια περιέγραψε στην ως άνω μάρτυρα και στη συνέχεια αποχώρησε.

Την ως άνω ημιτελή υπογραφή (κάθετη), στην οποία διακρίνεται και με γυμνό οφθαλμό η τρομώδης και με μεγάλη παθολογικότητα υπογραφή της, συμπλήρωσε με το χέρι του με το επώνυμο <<…>> το ίδιο άτομο, που έθεσε και τις υπόλοιπες τέσσερις υπογραφές στα ως άνω έγγραφα. Επομένως, το κείμενο της διαθήκης και η υπογραφή επ' αυτής, καθώς και τα κείμενα και οι υπογραφές επί του φακέλου, που καταχωρήθηκε η κατ' άρθρο 1742 ΑΚ σημείωση της συμβολαιογράφου, επί της … συμβολαιογραφικής πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης και επί του Γενικού Βιβλίου Συμβολαιογραφικών Πράξεων της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ. Κ. δεν αποτελούν προϊόντα ελεύθερης και αληθινής βούλησης της αποβιώσασας Π. Π., αλλά είναι προϊόντα πλαστογραφίας και ως τέτοια άκυρα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στην κατάθεση της μάρτυρος των εναγουσών Ε. Σ., η οποία επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της 3863/1-4-2010 ένορκης βεβαίωσης του Δ.

Σ., πρώτου εξαδέλφου της θανούσας, οι οποίοι είχαν άμεση και προσωπική επαφή με την αποβιώσασα στις …, ήτοι δύο ημέρες πριν βρεθεί από τους ίδιους νεκρή και, έχοντες προσωπική αντίληψη κατέθεσαν ότι λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας της ήταν αδύνατον να συντάξει στις … διαθήκη και να οργανώσει την κατάθεσή της σε συμβολαιογράφο, ότι δεν είχε ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε διέθετε γνώσεις χειρισμού του, ότι στις …, που τους επισκέφτηκε για τελευταία φορά στην οικία τους, η ίδια τους ανέφερε ότι ο <<..>, όπως αποκαλούσε τον εναγόμενο, της είχε κανονίσει ραντεβού για την Παρασκευή … σε ένα δικηγορικό γραφείο για να του κάνει ένα πληρεξούσιο, ώστε να ξεκαθαρίσει ένα ακίνητό της στα …, που η ίδια το αποκαλούσε <<… >> και <<… >>, ώστε να πουλήσει το μερίδιό της, υποσχόμενος ότι αυτός μπορούσε να το ξεμπερδέψει, ότι η αποβιώσασα είχε άριστες σχέσεις και σχέση εμπιστοσύνης με τις ενάγουσες πρωτανεψιές της, ιδιαίτερα με την τρίτη εξ αυτών, στην οποία είχε δωρίσει το έτος 2000 και ένα ακίνητό της, ενώ παράλληλα την είχε καταστήσει δικαιούχο και σε τραπεζικό της λογαριασμό και τις οποίες ποτέ δεν θα χαρακτήριζε μακρινούς συγγενείς της, καταθέσεις που επιβεβαιώνονται, ως προς τη σοβαρή κατάσταση της υγείας της από τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου της, σε συνδυασμό και με την από … ιατροδικαστική γνωμάτευση του ειδικού ιατροδικαστή Σ.

Μ., ως προς τα συμπτώματα, την κλινική εικόνα και τις συνέπειες του αποφρακτικού ειλεού του εντέρου. Επίσης κατέθεσαν ότι τον εναγόμενο η αποβιώσασα τον είχε γνωρίσει κατά τα τελευταία 3 με 3,5 χρόνια της ζωής της, ως εργαζόμενο σε συνεργείο της … έξω από την οικία της, που είχαν πρόβλημα και έκτοτε, αφού γνωρίσθηκαν, αυτός την εξυπηρετούσε μέσω ενός ατόμου Αλβανικής καταγωγής, που την επισκεπτόταν, όταν του το ζητούσε, για να τις κάνει διάφορες μικροεξυπηρετήσεις.

Επίσης κατέθεσαν ότι ο εναγόμενος, που είχε στην … μαζί με τα τέκνα του κατασκευαστική εταιρεία και ασχολούνταν με εργολαβίες οικοδομών, της είχε ζητήσει το οικόπεδο, που η αποβιώσασα είχε στην…, για να ανεγείρει επ' αυτού, με το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομή, αλλά αυτή αρνήθηκε. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος εκμεταλλεύθηκε την αποβιώσασα Π.

Π. που ζούσε μόνη, ήταν μεγάλης ηλικίας και με προβλήματα υγείας και αφού την παρέπεισε ότι θα υπογράψει πληρεξούσιο προς αυτόν την οδήγησε στο γραφείο της συμβολαιογράφου Σ. Κ. - Κ. για να συνταχθεί η επίδικη μυστική διαθήκη - και έτσι εξηγείται η παρουσία της και η θέση της μισής (κάθετης) υπογραφής της στην επίδικη πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης - επιβεβαιώνεται και από τη με αριθμό … ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ι.

Β., της μάρτυρος των εναγουσών Γ. Σ. του Κ. από την οποία προκύπτει ότι ο εναγόμενος πλησίαζε ηλικιωμένες και με προβλήματα γυναίκες, προκειμένου να επωφεληθεί από την περιουσία τους. Ειδικότερα, η ως άνω ενόρκως βεβαιώσασα μάρτυρας αναφέρει ότι γνωρίζει τον εναγόμενο Φ. Κ., ο οποίος, ενεργώντας με δόλο, εκμεταλλεύτηκε τη διανοητική κατάσταση της θείας και νονάς Μ., χήρας Α.

Ζ., ηλικίας .. ετών, η οποία έπασχε από άνοια, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και στις … φέρεται ότι μετέβη στη συμβολαιογράφο … Α. Μ.-Α. και υπέγραψε το με αριθμό … πωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο του μεταβίβασε (στον εναγόμενο), έναντι ευτελούς τιμήματος, δύο διαμερίσματα ιδιοκτησίας της, ευρισκόμενα σε πολυκατοικία επί της οδού … , στην …και ότι στις ..η ίδια φέρεται ότι μετέβη σε συμβολαιογράφο της Αθήνας, όπου δήθεν υπέγραψε πληρεξούσιο, με το οποίο φέρεται να διόρισε ως ειδικό αντιπρόσωπο, πληρεξούσιο και αντίκλητό της κάποιον Αλβανό, ονόματι Β.

Κ. του Ι., κάτοικο ..., τον οποίο της είχε γνωρίσει ο εναγόμενος Φ. Κ. και του παρέσχε δήθεν την εντολή και πληρεξουσιότητα να πουλήσει, με οποιουσδήποτε όρους, συμφωνίες ή τίμημα, το επί της οδού … αριθ. .. στην … διαμέρισμά της, επιφάνειας 72 τ.μ.. Ότι με αυτό το ψευδοπληρεξούσιο στις .. . ο Β. Κ. προσήλθε ως πληρεξούσιος της νονάς της στον ίδιο συμβολαιογράφο και πούλησε το ανωτέρω διαμέρισμα σε κάποια Χ.

Τ. με τίμημα κατά πολύ χαμηλότερο της αξίας του, το οποίο εισέπραξε ο ίδιος αλλά δεν απέδωσε στην εντολέα του. Ότι με την 2036/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η θεία της τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, λόγω των ανωτέρω προβλημάτων της υγείας της και διορίσθηκε η ίδια οριστική δικαστική συμπαραστάτης και με την ιδιότητά της αυτή άσκησε κατά του εναγομένου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τη με αριθμό καταθέσεως 151108/7400/2008 αγωγή και κατά του Αλβανού Β.

Κ. και της Χ. Τ. τη με αριθμό καταθέσεως … αγωγή, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας των προαναφερομένων δικαιοπραξιών. Επίσης, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών, αλλά και από προσκομισθέντα συμβολαιογραφικά έγγραφα, η αποβιώσασα καθώς και ο σύζυγός της είχαν πάντοτε ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών τον Ε.

Π. και κατάρτιζαν τα σχετικά με τις αγοραπωλησίες ακινήτων τους συμβόλαια στη σύζυγο αυτού, συμβολαιογράφο Αθηνών, Ε. Γ., ενώ από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα από τα βιβλία μερίδων του Υποθηκοφυλακείου Ηλιούπολης (Τόμος …

Αριθμός…) προκύπτει ότι με τη συμβολαιογράφο Σ. Κ.-Κ. συνεργαζόταν και τη γνώριζε ο εναγόμενος, ο οποίος επίσης γνώριζε και είχε φιλικές σχέσεις με τους μάρτυρες Γ. Κ. του Κ., Γ. Κ. του Χ. και Σ. Μ. του Α., κατοίκους όλους…, οι οποίοι συνέπραξαν στην επίδικη … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης και έδωσαν αντίστοιχα τις με αριθμούς … ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, από τις οποίες ουδόλως αναιρείται η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, καθότι κρίνονται αναξιόπιστες.

Του περιβάλλοντος του εναγομένου και συνεργάτιδα αυτού είναι επίσης και η μάρτυρας Α. Ν., αρχιτέκτων, κάτοικος επίσης …, από την κατάθεση της οποίας δεν αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, καθότι δεν πείσθηκε από την κατάθεσή της ότι η Π. Π. στις …, που φέρεται ότι πληκτρολόγησε η ίδια την επίδικη διαθήκη, ήταν απολύτως καλά στην υγεία της, ότι δεν εμφάνιζε κανένα σύμπτωμα ειλεού, παρότι μετά από τρεις ημέρες απεβίωσε, ότι γευμάτισαν μαζί και της εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σκοπό να ανταμείψει τον εναγόμενο.

Πέραν αυτών, όμως, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί ακυρότητας της επίδικης μυστικής διαθήκης, λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδος, στηρίζεται ειδικότερα, κυρίως στην από … και με αριθμό καταθέσεως … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ. Β., που διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 4200/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιβεβαιώνεται ως προς το περιεχόμενο και πλήρως ως προς τα συμπεράσματά της από την από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης των δικαστικών γραφολόγων Δ.

Κ. και Ν. Κ., που διορίσθηκαν από τις ενάγουσες ως τεχνικοί σύμβουλοι αυτών, επιστηρίζεται δε και από την από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ. Λ., που προσκόμισαν οι ενάγουσες. Ειδικότερα, ο διορισθείς ως πραγματογνώμονας δικαστικός γραφολόγος Κ. Β., αφού έλαβε υπόψη του σε πρωτότυπο ενενήντα πέντε (95) αδιαμφισβήτητης γνησιότητας δειγματικές υπογραφές της Π.

Π. από δημόσια έγγραφα (συμβόλαια - αστυνομική ταυτότητα) που καλύπτουν μεγάλο χρονικό διάστημα του βίου της, από το έτος 1991 και μέχρι οκτώ ημέρες πριν το θάνατό της, δηλαδή γραφολογικό υλικό ποιοτικά και ποσοτικά επαρκές, αλλά και πλησιόχρονο των ελεγχόμενων υπογραφών, τις οποίες εξέτασε ενδελεχώς, και, αφού προέβη σε έλεγχο όλων των αναγκαίων και σημαντικών για τη σύνταξη και την ολοκλήρωση της μυστικής διαθήκης εγγράφων, με την κατάθεση αυτής σε συμβολαιογράφο και τη σύνταξη της σχετικής πράξης, αλλά και των βιβλίων της συμβολαιογράφου Σ.

Κ. Κ., όπου διαπίστωσε τις προαναφερθείσες αποσβέσεις, αλλοιώσεις, προσθέσεις και αντικαταστάσεις στοιχείων στο Γενικό Βιβλίο των Συμβολαιογραφικών της Πράξεων (ευρετήριο), στις οποίες προέβη η ανωτέρω προκειμένου να εξοικονομηθεί χώρος και να καταχωρηθεί με πλαστή ημεροχρονολογία η πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα υπάρχοντα πάρα πολλά <<αντικειμενικά ίχνη πλαστογραφίας>> δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την πλαστότητα των εγγράφων, που έχουν σχέση με τη φερόμενη ως μυστική διαθήκη της Π.

Π., ιδιαίτερα μάλιστα ως προς την ημερομηνία καταχώρησης της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης στο ευρετήριο συμβολαιογραφικών πράξεων της συμβολαιογράφου, που έγινε πραγματικά χρονικά μετά τον επισυμβάντα θάνατο της Π. Π. και μετετράπη ως δήθεν γενόμενη προ του θανάτου της, την ... Κατέληξε δε, με βαθμό βεβαιότητας και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία της φερόμενης διαθέτιδος Π.

Π., που γράφηκαν χειρόγραφα στην από … πληκτρολογημένη διαθήκη δεν γράφηκαν με το χέρι της, αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, παρά τα διαβεβαιωθέντα στη διαθήκη αυτή και ότι όλες οι επίδικες υπογραφές, που χαράχθηκαν στην ως άνω διαθήκη, στο φάκελο που την περιείχε, στη με αριθμό … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης της συμβολαιογράφου ….

και στο Γενικό Βιβλίο των Πράξεων αυτής δεν χαράχθηκαν από το χέρι της Π. Π., αλλά από το χέρι του ίδιου αγνώστου προσώπου με τη μέθοδο υπογραφής <<ιδίας εμπνεύσεως>> του πλαστογράφου, δηλαδή ότι πρόκειται για υπογραφές που τις σκέφθηκε και τις χάραξε ο πλαστογράφος με αποτυχημένη απομίμηση γραμμάτων της γνήσιας γραφής της και επομένως είναι πλαστές, με τη διάκριση ότι η πρώτη (κάθετη) υπογραφή κάτω από τη λέξη <<ΚΑΤΑΘΕΤΗΣ>> στην … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης χαράχθηκε κατά ένα τμήμα της, το αρχικό μπροστινό, που περιλαμβάνει την ένδειξη <<Π.>> από το χέρι της αποβιώσασας και το έτερο πίσω τμήμα της, που περιλαμβάνει την ένδειξη <<…>> έχει χαραχθεί από το χέρι του ίδιου πλαστογράφου με γράμματα που απομιμήθηκε επίσης με ελεύθερη απομίμηση της γνήσιας γραφής της.

Στο συμπέρασμα δε αυτό κατέληξε αφού αξιολόγησε τα γραφολογικά ευρήματα που εξέτασε φυσικοτεχνικά και διαπίστωσε α) αντικειμενικά ίχνη πλαστογραφίας και β) σημαντικές διαφορές στα γενικά χαρακτηριστικά της υπογραφής, όπως στο ρυθμό, στην ποιότητα, στα άγκιστρα, στον αριθμό των γραφικών κινήσεων, στην ποικιλομορφία των γραφικών σχηματισμών, στη δομή και στον τρόπο των σχηματισμών αυτών, στη δυναμική ισορροπία του ρυθμού και της μορφής αυτών και γ) διαφορά στον τύπο των συγκρινόμενων υπογραφών και δη διαφορά στο σύνολο των ιδιαζόντων χαρακτηριστικών και στοιχείων, που συνθέτουν την ατομικότητα των υπογραφών της Π.

Π., που είναι καταφανείς και χαρακτηριστικές, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο γνησιότητας των ελεγχόμενων υπογραφών, καθότι, όπως επισημαίνει, σε αντίθεση με τις γνήσιες δειγματικές της υπογραφές, που είναι όλες μικτού τύπου και με πεζά, πλην του πρώτου γράμματα, περιλαμβάνουν το συζυγικό της επώνυμο, φέρουν πολλές συνδέσεις γραμμάτων και σχηματίζονται με δύο (2) ή τρεις (3) κινήσεις, οι ελεγχόμενες είναι αμιγώς γραμματικού τύπου υπογραφές, περιέχουν μόνο δύο επώνυμα (συζυγικό και πατρικό), τα περισσότερα γράμματα είναι χαραγμένα με κεφαλαία, που εύκολα χαράσσονται και απομιμούνται και από ερασιτέχνη πλαστογράφο, δεν φέρουν συνδέσεις, αλλά είναι σε απόσταση μεταξύ τους, χαράσσονται με 17 ή 18 κινήσεις (μία κίνηση για κάθε γράμμα) και τα περισσότερα των γραμμάτων δεν παρουσιάζουν φυσιολογικό τρέμουλο, το οποίο εμφανίζεται έντονο στις γνήσιες υπογραφές της Π.

Π. από τον Σεπτέμβριο του 2007 και μετά και ιδιαίτερα από 14-10-2008. Τα ανωτέρω πορίσματα του πραγματογνώμονος Κ. Β. επιβεβαιώνονται πλήρως και από την από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης των δικαστικών γραφολόγων Δ. Κ. και Ν. Κ., τεχνικών συμβούλων των εναγουσών, που κρίνεται επίσης πειστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη και οι οποίοι μάλιστα, εξέτασαν τα έγγραφα της διαθήκης και του φακέλου της με την ηλεκτρονική συσκευή ανίχνευσης (ESDA) και ανακάλυψαν τα ίχνη λανθάνουσας γραφής επί της διαθήκης, που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, και οι ως άνω δικαστικοί γραφολόγοι, αφού εξέτασαν τα ανωτέρω κρίσιμα έγγραφα, καθώς και το Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της συμβολαιογράφου και το γραφολογικό υλικό που τους προσκόμισαν οι διάδικοι και αφού αξιολόγησαν τα ευρήματα, κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: 1) Όταν συμπληρώθηκε η … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης από τη συμβολαιογράφο, η προγενέστερη, κατά μία ημέρα (… ), διαθήκη δεν ήταν κλεισμένη στο φάκελο, παρά τα αντιθέτως αναφερόμενα στην πράξη κατάθεσης. 2) Ότι η διαθήκη και η πράξη καταθέσεώς της συντάχθηκαν και εκτυπώθηκαν, κατά πάσα πιθανότητα, ως μέρη ενός αρχείου τεσσάρων (4) σελίδων. 3) Στην εγγραφή (στο Γενικό Βιβλίο της Συμβολαιογράφου) ..

είχε καταχωρηθεί αρχικά η με ημερομηνία … πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της οποίας σβήστηκαν α) το δεύτερο ψηφίο της χρονολογίας <<..>> και με νέα χάραξη έγινε <<…>>, β) η καταχώρηση των στοιχείων του πρώτου συμβαλλόμενου ως <<…Ε. χήρα Κ. Κ....>> (η λέξη χήρα δεν αποσβέσθηκε) που στη συνέχεια καταχωρήθηκε ως πέμπτος συμβαλλόμενος συνεπτυγμένα σε ένα στίχο, ο οποίος προοριζόταν προς διαχωρισμό της μίας πράξης από την επόμενη, γ) το είδος της πράξης και δ) η ένδειξη <<εκτός γραφείου (Αθήνα)>> στη θέση της υπογραφής των συμβαλλομένων και στη συνέχεια στην πράξη αυτή δόθηκε ο αριθμός …, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την αλλαγή του αριθμού του σώματος του συμβολαίου αυτού, η οποία έγινε με εκτύπωση και δεύτερου πρώτου φύλλου του συμβολαίου αυτού με τον νέο αριθμό … και στη συνέχεια, εκ των υστέρων, στη θέση αυτή ως … καταχωρήθηκε η πράξη καταθέσεως της επίδικης διαθήκης. 4α) Οι τέσσερις υπογραφές που τέθηκαν ως <<…>> στη διαθήκη, στο φάκελο που την περιείχε, η δεύτερη υπογραφή στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης και η υπογραφή στο Γενικό Βιβλίο (ευρετήριο) της συμβολαιογράφου είναι μεταξύ τους όμοιες στον ρυθμό και την ποιότητα χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά του και στη δομή και τα χαρακτηριστικά των επί μέρους γραμμάτων, που τις αποτελούν και συνεπώς έχουν τεθεί από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο ευρίσκεται σε πολύ καλή γραφική κατάσταση και γράφει δυναμικά με πλήρη έλεγχο της κινήσεως της γραφίδας και σταθερότητα χαρακτηριστικών.

Με τις υπογραφές αυτές εμφανίζει σημαντική ομοιότητα και το δεύτερο μέρος ως <<…>> της πρώτης κάθετης υπογραφής στην πράξη καταθέσεως της διαθήκης, η οποία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και αυτή η υπογραφή συνδέεται με τις λοιπές υπογραφές από πλευράς χειρός χαράξεως. β) Το πρώτο μέρος της <<κάθετης>> υπογραφής, που αποδίδει το επώνυμο <<… >> διαφέρει από το δεύτερο μέρος της ίδιας υπογραφής (το επώνυμο <<… >>) και από το αντίστοιχο τμήμα των λοιπών υπό διερεύνηση υπογραφών, στην ποιότητα της χαράξεως και στο γραφο-κινητικό επίπεδο του γράφοντος, στον τρόπο αποδόσεως του επωνύμου με μικρά γράμματα έναντι κεφαλαίων γραμμάτων, ενώ το δεύτερο μέρος της υπογραφής αυτής ως <<… >> έχει ομοιότητα χαρακτηριστικών με το αντίστοιχο τμήμα των λοιπών, υπό έλεγχο υπογραφών, στην ποιότητα της χαράξεως, στο ολοκληρωμένο και κανονικό του σχηματισμού των γραμμάτων με πολύ καλό γραφο-κινητικό επίπεδο του γράφοντος και στη δομή και τα χαρακτηριστικά των γραμμάτων του και συνεπώς το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ότι άλλο πρόσωπο έγραψε το πρώτο επώνυμο <<… >> στην πρώτη και <<κάθετη>> υπογραφή της πράξεως καταθέσεως της διαθήκης και άλλο πρόσωπο έγραψε το δεύτερο μέρος της υπογραφής αυτής, την δεύτερη υπογραφή στο ίδιο έγγραφο και τις άλλες τρεις υπογραφές στη διαθήκη, στο φάκελο της διαθήκης και στο ευρετήριο της συμβολαιογράφου.

γ) Το επώνυμο <<… >> στην έναρξη της κάθετης υπογραφής στην πράξη κατάθεσης είναι όμοιο με τις πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές της Π. Π. στον τύπο των γραμμάτων, στο ρυθμό και την ποιότητα της χαράξεως, που μαρτυρεί έντονη γραφοκινητική κατάπτωση, χαρακτηριστικό το οποίο ευρίσκεται στις πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές και με στοιχεία επιδεινώσεως της γραφοκινητικής της καταστάσεως και στη δομή των αποδιδομένων γραμμάτων και ομοιωμάτων γραμμάτων και συνεπώς το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ότι το πρώτο επώνυμο <<…>> στην πρώτη <<κάθετη υπογραφή της πράξης κατάθεσης της διαθήκης, κατά πάσα πιθανότητα έχει χαραχθεί από την Π.

Π.. δ) Οι όμοιας προελεύσεως υπογραφές στα έγγραφα της διαθήκης, του φακέλου, του Γενικού Βιβλίου, το δεύτερο μέρος της πρώτης κάθετης υπογραφής και η δεύτερη υπογραφή στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης διαφέρουν από τις πλησιόχρονες γνήσιες υπογραφές της Π. Π. 1) στον τυπογραφικό τύπο, διότι χαρασσόμενες γραμματικά και με κεφαλαία γράμματα αποτελούν παραβίαση του αυτοματοποιημένου, διαχρονικού και σταθερού τύπου της υπογραφής της Π.

Π., 2) στον τρόπο της συνθέσεώς τους, οι οποίες από <<… >> έγιναν <<… >> και ιδιαίτερα διαφέρουν διότι έχουν χαραχθεί με ποιότητα γραφής πολύ ανώτερη και τελείως ανέφικτη για την γραφική κατάσταση της Π. Π. κατά την χρονολογία υπογραφής των ως άνω εγγράφων (όπως αυτή προσδιορίζεται από τις πλησιόχρονες υπογραφές και από το κάθετο τμήμα της πρώτης κατερχόμενης υπογραφής της πράξεως καταθέσεως), δηλαδή η Π.

Π. στις … δεν είχε σωματικά την ικανότητα να γράψει υπογραφές αυτής της ποιότητας και συνεπώς οι υπογραφές αυτές δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ως γνήσιες υπογραφές της και είναι πλαστές. ε) Η χειρόγραφη συμπλήρωση του ονοματεπώνυμου της διαθέτιδος στην πρώτη σελίδα της μυστικής διαθήκης διαφέρει πλήρως από τη γραφή και τις υπογραφές της Π.

Π. στην ποιότητα της χαράξεως, η οποία είναι πολύ ανώτερη των δυνατοτήτων της τελευταίας κατά τον χρόνο χαράξεώς της, αλλά και στα λοιπά γενικά χαρακτηριστικά και στη δομή των γραμμάτων και συμπεραίνεται ότι δεν έχει γραφεί από την Π. Π., αλλά είναι γραφή άλλου προσώπου. Τα πορίσματα των ως άνω δικαστικών γραφολόγων ενισχύονται και από την από 16-6-2009 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Μ.

Λ., που προσκομίζουν οι ενάγουσες, σύμφωνα με την οποία είναι παράδοξη η εκτυπωμένη αρίθμηση των σελίδων της διαθήκης, της πρώτης ως 3 και δεύτερης ως 4 και σε συνδυασμό με την εκτυπωμένη αρίθμηση των σελίδων της συμβολαιογραφικής πράξης κατάθεσης αυτής ως 1 και 2 και με την ίδια γραμματοσειρά και στην ίδια απόσταση των εγγράφων πιθανολογεί ότι η διαθήκη και η πράξη κατάθεσης αποτελούν το περιεχόμενο ενός και του αυτού εγγράφου και ότι η χειρόγραφη σημείωση της συμβολαιογράφου στο φάκελο της διαθήκης παρουσιάζει σημεία αντικανονικής κατάρτισης.

Επίσης και αυτή γνωματεύει ότι ο τύπος, με τον οποίο εκφέρονται οι τέσσερις επίδικες υπογραφές ως <<… >> δεν είναι ο υπογραφικός τύπος, με τον οποίο υπέγραφε συνήθως η Π. Π., η οποία στα πλησιόχρονα προς τις ελεγχόμενες υπογραφές δείγματα γνησίων υπογραφών υπογράφει είτε ως <<….>> είτε ως <<… >>. Η κρίση του Δικαστηρίου περί ακυρότητας λόγω μη γνησιότητας της επίδικης μυστικής διαθήκης δεν αναιρείται από την από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Α.

Κ., τεχνικού συμβούλου του εναγομένου, ο οποίος επίσης γνωμοδοτεί μετά βεβαιότητας ότι η χειρόγραφη χάραξη του ονόματος και των επωνύμων της διαθέτιδος στην πρώτη σελίδα της επίδικης διαθήκης δεν έχει γραφεί από το χέρι της Π. Π. και ότι το έντυπο κείμενο της διαθήκης αυτής δεν έχει πληκτρολογηθεί από την ίδια.

Το συμπέρασμά του, όμως, ότι όλες οι υπογραφές που έχουν τεθεί στα ως άνω κρίσιμα έγγραφα(οριζόντιες και η επικλινής), πέραν πάσης αμφιβολίας, έχουν τεθεί από το χέρι της Π. Π., δεν κρίνεται πειστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο. Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι οι δέκα επτά (17) δειγματικές υπογραφές της Π.

Π., χαραχθείσες μεταξύ των ετών… , που έλαβε υπόψη του και εξέτασε, είναι όλες μικτού υπογραφικού τύπου, ότι αποδίδονται κατά τον καλλιγραφικό/ γραμματικό τύπο και διακρίνονται σε κεφαλαία γραφή τα αρχικά γράμματα Β και Π (… ή …), ενώ το υπόλοιπο χαρακτικό μέρος δομείται από σύνολα κινήσεων ανά γράμμα ή συνδεδεμένων γραμμάτων με εμφανή τη χάραξη <<..>>, ότι στο συγκριτικό υλικό δεν παρουσιάζεται υπογραφή με κεφαλαία γράμματα, αποτελούμενη και από τα δύο επώνυμα και ότι οι επίδικες υπογραφές δεν φέρουν τη συνήθη υπογραφική επιλογή της Π.

Π., εντούτοις δεν εξηγεί με τρόπο πειστικό, αντικειμενικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο γιατί θεωρεί ότι άλλαξε την υπογραφική της επιλογή η φερόμενη ως διαθέτις για πρώτη φορά στη ζωή της και ειδικά για την περίπτωση της μυστικής αυτής διαθήκης. Ούτε παρέχει κάποια εξήγηση για ποιο λόγο η διαθέτις έχει υπογράψει δύο (2) φορές και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο την … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, ενώ όσον αφορά τις αποσβέσεις, αλλοιώσεις, επιχαράξεις και προσθήκες στοιχείων στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου, σε σχέση με την καταχώρηση της πράξης αυτής, συνεπεία των οποίων εμφανίζεται η πράξη ως καταχωρηθείσα την…, ουδεμία εξήγηση παρέχει.

Αναληθώς δε, βεβαιώνει ότι <<η εγγραφή του αριθμού … στο βιβλίο συμβολαιογραφικών πράξεων είχε πράγματι αφιερωθεί για περαιτέρω καταχώριση και των υπολειπομένων στοιχείων της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης της Π.- Π.-Κ., γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη φυσική υπογραφή, γραμματικού τύπου της Π. Π.- Κ.

και το χρόνο εκτύπωσης του ηλεκτρονικού αρχείου που περιέχει το πρωτότυπο του εντύπου που χρησιμοποιήθηκε για την περαιτέρω χειρόγραφη χάραξη της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης κατά την …>>. Επίσης, μη πειστική, πρόχειρη, ελλιπής και ατεκμηρίωτη επιστημονικά κρίνεται και η από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Π.

Κ., που προσκομίζει ο εναγόμενος, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες υπογραφές έχουν χαραχθεί δια χειρός της <<… >> (αντί του ορθού…) Π. – Κ. και είναι γνήσιες, βάσει του γραφολογικού υλικού που του προσκόμισε ο εναγόμενος, το οποίο ανάγεται σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της χάραξης των επίδικων υπογραφών, δεν είναι ποιοτικά, αλλά ούτε ποσοτικά επαρκές, αφού χαρακτηρίζεται από ένδεια πλησιόχρονων δειγματικών υπογραφών της φερόμενης διαθέτιδος, ενώ και αυτός αντιπαρέχεται, χωρίς καμία αιτιολογία ή σχολιασμό, τις προαναφερθείσες αποσβέσεις, αλλοιώσεις, επιχαράξεις και προσθήκες στοιχείων στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου σε σχέση με την καταχώρηση της … πράξης, παρότι τις παρατηρεί και τις εντοπίζει.

Συνεπώς, ούτε από τη γνωμοδότηση αυτή αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν κρίνονται πειστικές και τεκμηριωμένες επιστημονικά οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα, που περιλαμβάνονται στην από … έκθεση ιδιωτικής γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Ε. Φ., που προσκομίζει ο εναγόμενος προς αντίκρουση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Κ.

Β., η οποία επίσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύνολο των υπό κρίση υπογραφών έχουν τεθεί από τη φερόμενη διαθέτιδα Π. Π. και είναι γνήσιες υπογραφές αυτής, ενώ δέχεται ότι υπάρχει διαφοροποίηση των υπογραφών αυτών από τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές της ως προς τον υπογραφικό τύπο, χωρίς όμως πειστική εξήγηση για το λόγο, για τον οποίο αυτός άλλαξε πρώτη φορά στη ζωή της και μόνο για τη σύνταξη και την ολοκλήρωση της επίδικης μυστικής διαθήκης.

Αιτιολογεί δε, το ανωτέρω συμπέρασμά της, γενικόλογα και μετά από εξέταση δειγμάτων της γραφής και όχι των γνήσιων υπογραφών της φερόμενης διαθέτιδας, επισημαίνοντας ότι οι διαπιστούμενες διαφοροποιήσεις δεν συνιστούν αρκετά και σημαντικά διαφοροποιητικά στοιχεία, ότι εντοπίσθηκαν γραφολογικά γνωρίσματα ενδεικτικά απομιμητικής προσπάθειας και ίδιας επινόησης χάραξης.

Με τρόπο δε μεροληπτικό υπέρ του εναγομένου, που καθιστά αναξιόπιστο το πόρισμά της, δικαιολογεί τις προαναφερθείσες αποσβέσεις και τις διορθωτικές επιχαράξεις στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ανωτέρω συμβολαιογράφου (ημερομηνία από … σε …, αρίθμηση της επίδικης πράξης προερχόμενη από επόμενη πράξη, των ενδείξεων <<εκτός γραφείου (Αθήνα)>> και των αυξόντων αριθμών καταχώρισης των συμβαλλομένων της επόμενης πράξης), υποστηρίζοντας ανακόλουθο τρόπο καταχώρησης, αφού γνωμοδοτεί ότι η διαθέτις έθεσε την υπογραφή της στην οικεία θέση της σελίδας καταχώρησης του ως άνω βιβλίου, χωρίς όμως να έχουν συμπληρωθεί τα στοιχεία της σχετικής πράξης κατάθεσης (αριθμός, ημεροχρονολογία, ατομικά στοιχεία συμβαλλομένου, είδος πράξης) και ότι πριν η συμβολαιογράφος ή η βοηθός της προβούν στην εν λόγω συμπλήρωση διενεργήθηκε στις … πράξη αποδοχής κληρονομίας και το άτομο που προέβη στη συγκεκριμένη εγγραφή της πράξης αυτής, από παραδρομή δεν είδε την υπογραφή της Π.

Π. και προχώρησε σε εγγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομιάς ως … και κατέγραψε τα ονόματα των συμβαλλομένων αυτών και στη συνέχεια, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη υπογραφής της διαθέτιδος πραγματοποιήθηκαν οι συγκεκριμένες αποσβέσεις και διορθωτικές επιχαράξεις. Με τις ανωτέρω αιτιολογίες, όμως, που αντίκεινται και στη λογική, καθότι υπονοεί η ως άνω γραφολόγος ότι η φερόμενη διαθέτις υπέγραψε <<εν λευκώ>> και χωρίς να καταχωρηθεί το κείμενο για να διαπιστώσει τι υπογράφει, γίνεται προσπάθεια υποτίμησης της σημασίας της ως άνω καταχώρησης, που είναι σημαντική για τη διαπίστωση του χρόνου, κατά τον οποίο αυτή έγινε, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, την…, που πραγματοποιήθηκε και καταχωρήθηκε με αριθμό … η πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας των προαναφερομένων τρίτων προσώπων η φερόμενη διαθέτης Π.

Π. είχε ήδη αποβιώσει, γεγονός που ουδόλως προβλημάτισε τη συντάξασα την ανωτέρων έκθεση γραφολόγο. Περαιτέρω η κρίση του Δικαστηρίου ότι η από … μυστική διαθήκη της Π. Π. δεν είναι γνήσια και δεν αποδίδει την ελεύθερη και πραγματική βούλησή της δεν αναιρείται ούτε από την από … έκθεση του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 4334/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου δικαστικού γραφολόγου Ι.

Δ., ο οποίος κατέληξε, μετά βεβαιότητας, στο συμπέρασμα ότι χαράχθηκαν από την Π. Π. οι υπογραφές που τέθηκαν στη διαθήκη, στο φάκελο που την περιείχε, στο Βιβλίο Διαθηκών (υπονοεί το Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων) καθώς και η δεύτερη υπογραφή στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, ενώ για την πρώτη (κάθετη) υπογραφή γνωμοδοτεί, χωρίς να αναφέρει γι' αυτή το βαθμό βεβαιότητας, ότι και αυτή χαράχθηκε από την ίδια ότι είναι η μοναδική υπογραφή, που έχει τεθεί κατά τον μεικτό τύπο, ότι παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με τις δειγματικές υπογραφές της διαθέτιδας, ότι προφανώς χαράχθηκε από μη φυσική θέση και ότι παρουσιάζει μεγαλύτερο βαθμό παθολογικότητας από τις υπόλοιπες.

Η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης κρίνεται μη πειστική, ως μη αντικειμενική, ελλιπής, πλημμελής και μη επιστημονικά τεκμηριωμένη. Ειδικότερα, ο ως άνω δικαστικός γραφολόγος, ενώ δέχεται και αυτός ότι οι γνήσιες δειγματικές υπογραφές της Π. Π. χαράσσονται κατά τον μικτό τύπο με τη χάραξη του αρχικού συμβολικού μορφώματος, των πεζών γραμμάτων του επωνύμου <<Π.>> σε μικρογράμματη γραφή και του αποληκτικού μορφώματος, δέχεται ότι οι ελεγχόμενες υπογραφές, που έχουν χαραχθεί με δύο επώνυμα, αμιγώς γραμματικού τύπου κεφαλαίας, ως επί το πλείστον, γραφής, είναι γνήσιες, πλην όμως, για να διαπιστώσει τη γνησιότητα ή μη των υπογραφών αυτών δεν τις συνέκρινε με τις δειγματικές μικτού τύπου γνήσιες υπογραφές της φερόμενης διαθέτιδας, εκφράζοντας το σκεπτικό ότι <<οι επίδικες υπογραφές αποδίδονται δια κεφαλαίων και πεζών γραμμάτων, οπότε κρίνεται άσκοπο να συγκριθούν με τις γνήσιες υπογραφές της φερόμενης διαθέτιδας, διότι δεν είναι δυνατόν να συγκριθούν ανόμοια στοιχεία>> και για το λόγο αυτό τις συνέκρινε με τη δειγματική γραφή της.

Με το σκεπτικό του αυτό, όμως, παραδέχεται την ανομοιότητα των ελεγχόμενων υπογραφών με τις γνήσιες, παραβλέπει και αγνοεί εντελώς τον υπογραφικό τύπο, με τον οποίο χάρασσε η Π. Π. τις γνήσιες υπογραφές της, τον οποίο και ο ίδιος διαπίστωσε και ουδόλως προβληματίζεται από το γεγονός ότι για πρώτη φορά εμφανίζονται υπογραφές της θανούσας αμιγώς γραμματικού τύπου και με κεφαλαία γράμματα, που εύκολα απομιμούνται.

Δεν παρέχει δε καμία πειστική εξήγηση για ποιο λόγο μόνο η μικτού τύπου <<κάθετη>> υπογραφή, που τέθηκε στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, παρουσιάζει ομοιότητες με τις δειγματικές υπογραφές της θανούσας και μεγαλύτερο βαθμό παθολογικότητας από τις υπόλοιπες τέσσερις υπογραφές, για τις οποίες εκτός από ομοιότητες διαπίστωσε και ανομοιότητες, μη ουσιαστικές, όπως αναφέρει, με τα κεφαλαία γράμματα της γραφής της Π.

Π.. Συμπεραίνει δε, μετά βεβαιότητας μάλιστα, τη γνησιότητα των επίδικων τεσσάρων υπογραφών, παρότι αυτές είναι ανώτερης γραφικής κατάστασης από το μεγάλο βαθμό παθολογικότητας που έχουν οι δειγματικές υπογραφές της αποβιώσασας από το έτος 2007 και εντεύθεν - τις οποίες απέφυγε να εξετάσει και να συγκρίνει, θεωρώντας τες ανόμοιες με τις υπό έλεγχο, σύμφωνα με το ανωτέρω σκεπτικό του- αλλά και η <<κάθετη>> πρώτη υπογραφή στην επίδικη πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης.

Δεν προέβη δε, σε κανένα προσωπικό συμπέρασμα για τις αλλοιώσεις, αποσβέσεις, επιχαράξεις και προσθήκες στη σελίδα του Γενικού Βιβλίου Συμβολαιογράφων Πράξεων της ως άνω συμβολαιογράφου, σχετικά με την καταχώρηση στις … της διαπίστωσε, αλλά ανήγαγε σε συμπέρασμά του τις εξηγήσεις της συμβολαιογράφου, στις οποίες αρκέσθηκε και τις έκρινε ως επαρκείς, ότι δηλαδή <<την…, ημέρα Παρασκευή, προσήλθε η διαθέτις στο συμβολαιογραφείο, υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και απεχώρησε και αυτή (συμβολαιογράφος) δεν καταχώρησε αμέσως τα στοιχεία, αλλά τα άφησε για τη Δευτέρα …, που άργησε να προσέλθει στο γραφείο της και η γραμματέας της, χωρίς να προσέξει ότι η πρώτη σειρά ήταν εν μέρει συμπληρωμένη, άρχισε να καταχωρεί την επόμενη πράξη, που ήταν η αποδοχή κληρονομιάς και αφού είχε συμπληρώσει το ένα όνομα από τους αποδέκτες της κληρονομίας τότε κατάλαβε το λάθος της και αποσβέσθηκε το καταχωρηθέν όνομα και το είδος της πράξης και συνέχισε την καταχώριση>>.

Δεν εξηγεί, όμως, ο ως άνω πραγματογνώμονας, που θεώρησε επαρκείς τις ανωτέρω εξηγήσεις της συμβολαιογράφου, γιατί δόθηκε ο αριθμός … από την ίδια συμβολαιογράφο και στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς στις .. και στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης στις …ούτε γιατί υπάρχει μεταβολή της αρίθμησης των πέντε συμβαλλομένων, από την οποία προκύπτει ότι όταν παρέστη ανάγκη μετακινήσεως της εγγραφής των στοιχείων της πρώτης συμβαλλόμενης είχαν ήδη καταχωρηθεί τα στοιχεία των επόμενων τεσσάρων συμβαλλομένων ούτε γιατί γράφηκε συνεπτυγμένα και με ελλιπή στοιχεία το όνομα της πρώτης συμβαλλόμενης, στο περιθώριο μίας σειράς, που μεσολαβεί από την καταχώρηση της … πράξης με την επόμενη (3565), από την οποία διαχωρίζεται με έντονη διαγράμμιση, και συνεπώς ήταν αναληθή τα ανωτέρω, που του ανέφερε η συμβολαιογράφος και αυτός τα θεώρησε ως επαρκείς εξηγήσεις.

Ούτε περιλαμβάνει στην έκθεσή του οτιδήποτε, σχετικά με τα ευρήματα της λανθάνουσας γραφής επί του κειμένου της διαθήκης από τις χειρόγραφες συμπληρώσεις της συμβολαιογράφου στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, τα οποία του είχαν γνωστοποιηθεί πριν συντάξει την έκθεσή του από τον τεχνικό σύμβουλο των εναγουσών, ούτε διερεύνησε αν η χειρόγραφη αναγραφή του ονοματεπωνύμου της Π.

Π. στο κείμενο της πληκτρολογημένης με ηλεκτρονικό υπολογιστή διαθήκης είναι της ιδίας, όπως αναφέρεται στο κείμενο της διαθήκης, ή άλλου προσώπου, οπότε παραλείπει κρίσιμα στοιχεία για τη διάγνωση του κύρους της επίδικης διαθήκης, ελλείψεις που καθιστούν μη πλήρη και αναξιόπιστη την έκθεσή του. Η έκθεση του ανωτέρω πραγματογνώμονος Ι.

Δ., αντικρούεται σε όλα της τα σημεία και συμπεράσματα από την από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης των τεχνικών συμβούλων των εναγουσών Δ. Κ. και Ν. Κ., δικαστικών γραφολόγων, αλλά και από την από … έκθεση παρατηρήσεων επ' αυτής, του τεχνικού συμβούλου των εναγουσών Δ. Κ., στην οποία επισημαίνεται ότι ο μεγάλος βαθμός παθολογικότητας των γνησίων υπογραφών της Π.

Π. και του επώνυμου <<Π.>> στην κάθετη υπογραφή δεν εξηγείται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δεν μπορεί να αποδοθεί σε δυσμενή θέση χαράξεως της γράφουσας, όπως, χωρίς επιστημονική αιτιολογία αναφέρει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του αυτή, γιατί δεν αφορά ασυνήθη μορφολογική παραλλαγή, αλλά την ποιότητα της γραμμής χαράξεως, η οποία είναι απότοκος του μεγάλου βαθμού παθολογικότητας, ο οποίος δεν θεραπεύεται από την αλλαγή της θέσης του γράφοντος ούτε από την αλλαγή του τύπου γραφής, αλλά ως βάση της γραφής, δηλαδή ως χαρακτηριστικό της παραγόμενης γραμμής χαράξεως, υπάρχει και σε υπογραφές και σε κεφαλαία γράμματα και σε μικρά, εφόσον βέβαια έχουν γραφεί από την ίδια.

Επίσης επισημαίνεται ότι διορισθείς πραγματογνώμονας υπερπηδά το ανυπέρβλητο εμπόδιο της ποιοτικής διαφοράς των συγκρινόμενων υπογραφών, που αποδεικνύει ότι οι επίδικες είναι πλαστές, διότι η Π. Π. δεν ήταν σε θέση να γράψει υπογραφές αυτής της ποιότητας, δεν αιτιολογεί την αλλαγή του αυτοματοποιημένου τύπου υπογραφής της ούτε την αλλαγή των γραμμάτων από μικρά σε κεφαλαία και σαν να είναι όλα αυτά ομαλά, προβαίνει σε σύγκριση των επίδικων υπογραφών με τη γραφή της Π.

Π. προγενέστερου και απροσδιόριστου χρόνου και διαμορφώνει συμπεράσματα περί γνησιότητας αυτών των υπογραφών, που πρακτικά δεν είναι δυνατόν να έχουν γραφεί από αυτή, αφού ποιοτικά υπερβαίνουν τις γραφικές της δυνατότητες κατά το χρόνο γραφής τους και προγενέστερα, αφού, όπως προκύπτει από τις πλησιόχρονες υπογραφές της έγραφε με μεγάλο βαθμό παθολογικότητας και σημαντικά αποδομημένη γραφή, χαρακτηριστικά που δεν υπάρχουν στις επίδικες υπογραφές.

Επισημαίνεται επίσης ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ελλιπής για το λόγο ότι ο πραγματογνώμονας δεν καταγράφει και δεν ερμηνεύει ορθά πληθώρα στοιχείων της έρευνας, από τα οποία αποδεικνύεται ότι α) όταν καταχωρήθηκε η πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης στο Βιβλίο της συμβολαιογράφου υπήρχε ήδη καταχωρημένο ολόκληρο το επόμενο (…) αλλά και το μεθεπόμενο συμβόλαιο, β) όταν εγράφη στο σχετικό σημείο η αποσβεσθείσα ένδειξη <<εκτός γραφείου>> δεν υπήρχε η υπογραφή <<… >> διότι η ύπαρξή της θα απέτρεπε τον γράφοντα να γράψει την ένδειξη <<εκτός γραφείου>>, γ) η πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης γράφηκε, ενώ ακουμπούσε πάνω στη διαθήκη, γεγονός που μαρτυρεί ότι η διαθήκη βρισκόταν εκτός του φακέλου της και δ) ενώ το κείμενο της διαθήκης είναι δακτυλογραφημένο άρτια, το ονοματεπώνυμό της στην πρώτη σελίδα δεν δακτυλογραφήθηκε, αλλά αφέθηκε κενό με δακτυλογραφηθείσες τελίτσες και συμπληρώθηκε χειρόγραφα από άλλο πρόσωπο.

Η ανωτέρω έκθεση παρατηρήσεων δεν αντικρούεται από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο, προς ενίσχυση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Ι. Δ., γραφολογικά υπομνήματα και δη α) το από 15-1-2017 αξιολογικό γραφολογικό υπόμνημα της γραφολόγου Ε. Φ. και β) την από … έκθεση κριτικής αξιολόγησης του γραφολόγου Α.

Κ., που προκειμένου να υποστηρίξουν την ορθότητα των συμπερασμάτων της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, προβάλλουν τα ίδια επιχειρήματα και συμπεράσματα, που ανέπτυξαν και στις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις τους, που κρίθηκαν μη πειστικές. Επίσης, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την από …, έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Φ.

Γ., που διενεργήθηκε δυνάμει της … διάταξης του 17ου τακτικού Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να διερευνήσει την γνησιότητα ή μη των προαναφερόμενων επίδικων εγγράφων και να γνωμοδοτήσει επ' αυτού, στα πλαίσια κύριας ανάκρισης, ενεργηθείσας δυνάμει της … εισαγγελικής παραγγελίας σε βάρος α) της συμβολαιογράφου Σ.

Κ. Κ., β) του εναγόμενου Φ. Κ., γ) του μάρτυρα του εναγομένου Σ. Μ., δ) του μάρτυρα του εναγομένου Γ. Κ., ε) του μάρτυρα του εναγομένου Γ. Κ. και στ) της μάρτυρος του εναγομένου Α. Ν., κατηγορουμένων για τις αντίστοιχες πράξεις 1) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, 2) της απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου (τελεσμένης και σε απόπειρα) από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη βλάβη υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.00 ευρώ, κατ' εξακολούθηση, γ) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης, δ) της ψευδούς βεβαίωσης, ε) της ηθικής αυτουργίας στην υπό στοιχείο δ πράξη, στ) της ψευδορκίας μάρτυρα και ζ) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή.

Ο ως άνω διορισθείς δικαστικός γραφολόγος κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: 1) Οι χειρόγραφες ενδείξεις συμπλήρωσης <<Π.-Π. Κ.>> επί του 2ου γραφικού στίχου του κειμένου της από … διαθήκης δεν έχουν χαραχθεί από την Π. Π. ούτε από τους κατηγορουμένους Σ. Κ.-Κ. και Φ. Κ., αλλά συνιστούν προϊόντα χάραξης κάποιου άλλου άγνωστου προσώπου η ταυτότητα του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί ελλείψει δειγματικής γραφής του. 2) Οι πέντε υπό έλεγχο υπογραφές <<γραμματικού τύπου>>, που διαλαμβάνονται αντίστοιχα στη μυστική διαθήκη, στον επιστολικό της φάκελο, στην από … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης (δύο υπογραφές) και στη σελίδα … του Γενικού Βιβλίου Συμβολαίων έχουν χαραχθεί δια χειρός της Π.

Π. και συνιστούν γνήσιες ολόγραφες υπογραφές της, καθόσον παρουσιάζουν ουσιώδεις μορφολογικές και δομικές ομοιότητες και ανάλογου τύπου ποιοτικά χαρακτηριστικά με εκείνα της διατεθείσας πλησιόχρονης δειγματικής γραφής της. Η εικόνα που παρουσιάζουν οι πέντε (5) υπογραφές υποδηλώνουν, κατά την άποψη του υπογράφοντος, τη φυσική αδυναμία και τη μειωμένη χαρακτική ικανότητα και λειτουργία της Π.

Π., ως αποτέλεσμα της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας και της ηλικίας της, καθόσον παρατηρείται σ' αυτές - κατά περίπτωση - έλλειψη προσανατολισμού στο διατιθέμενο γραφικό πεδίο (κάθετη απόδοση της 1ης υπογραφής της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης) αδυναμία τήρησης του νοητού οριζόντιου στίχου κατά τη χάραξή τους (ανοδική ή καθοδική προς τα δεξιά πορεία) σύγχυση και έλλειψη συντονισμού (ως εκ της επανάληψης/παράλειψης γραμμάτων και της μη ορθής σύμμειξης κεφαλαίων και μικρών χαρακτήρων στην ίδια υπογραφή). 3) Στην από … μυστική διαθήκη και συγκεκριμένα στην επιφάνεια της 1ης σελίδας της, στο χώρο μεταξύ του 5ου και του 13ου γραφικού στίχου, εντοπίσθηκαν ίχνη λανθάνουσας χειρόγραφης γραφής υπό μορφή κειμένου.

Κατά την εν λόγω εξέταση κατέστη δυνατό να διακριθούν γραμματικοί χαρακτήρες και λέξεις, η μορφή, η δομή και η θέση εγχάραξης των οποίων παραπέμπει σε αποσπάσματα του χειρόγραφου κειμένου, που υπάρχει στην 1η σελίδα της υπ' αριθμ. … επίμαχης πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης. Μετά ταύτα προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στο κείμενο της από … πράξης περί κατάθεσης στη συμβολαιογράφο Αθηνών Σ.

Κ.-Κ. της από … επίμαχης διαθήκης εντός κλειστού ή σφραγισμένου με βουλοκέρι φακέλου, δεν ισχύουν για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα προέκυψε ξεκάθαρα ότι το φύλλο χάρτου της από … επίμαχης μυστικής διαθήκης βρισκόταν τοποθετημένο κάτωθι του φύλλου χάρτου της από …. πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, όταν χαρασσόταν από τη συμβολαιογράφο το χειρόγραφο κείμενο αυτής, γι' αυτό και ένα τμήμα του αποτυπώθηκε - λόγω της ασκούμενης με τον στυλογράφο γραφικής πίεσης - στην επιφάνεια της 1ης σελίδας του φύλλου χάρτου της επίμαχης μυστικής διαθήκης. 4) Δεδομένης της ανομοιογένειας του κειμένου επί του επιστολικού φακέλου, που περιείχε τη διαθήκη ως προς το μέγεθος των χαρακτήρων, τις μεσογραμματικές και μεσολεξικές αποστάσεις και τα διαστήματα των κάθετων διάστιχων και της διαφοροποίησης της φωτοχημικής συμπεριφοράς της μελάνης δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να προηγήθηκε χρονικά η χάραξη των ενδείξεων <<Η Διαθέ>> της λέξης <<Η Διαθέτης>> και της υπογραφής <<… >> και ακολούθως να χαράχθηκε με άλλο στυλογράφο το υπόλοιπο χειρόγραφο κείμενο να συμπληρώθηκαν οι ενδείξεις <<της>> της λέξης <<Η Διαθέτης>>, οι ενδείξεις <<ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ>> και <<Η Συμβολαιογράφος>> και να χαράχθηκαν οι προβλεπόμενες υπογραφές. 5) Η από … μυστική διαθήκη έχει καταρτισθεί στις δύο όψεις λευκού φύλλου χάρτου διαστάσεων Α4 και φέρει εκτυπωμένη στο άνω κεντρικό τμήμα την αρίθμηση <<3>> για την πρώτη σελίδα και <<4>> για τη δεύτερη σελίδα, ενώ τα φυσιολογικά θα ήταν να φέρει την αρίθμηση <<1>> και <<2>>.

Η από … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης έχει καταρτισθεί στις δύο όψεις λευκού φύλλου χάρτου διαστάσεων Α4 και φέρει εκτυπωμένη στο άνω κεντρικό τμήμα την αρίθμηση <<1>> για την πρώτη σελίδα και <<2>> για τη δεύτερη σελίδα. Οι αριθμοί σελίδων <<3, 4>> της μυστικής διαθήκης και της πράξης κατάθεσης <<1, 2>> έχουν καταρτισθεί μέσω Η/Υ με επιλογή από το λογισμικό του της γραμματοσειράς <<Times New Roman>> μεγέθους 12 pt και είναι εκτυπωμένοι σε απόσταση 14 mm από το άνω άκρο των φύλλων χάρτου.

Το κείμενο της διαθήκης έχει καταρτισθεί με επιλογή από το λογισμικό του Η/Υ της γραμματοσειράς <<Century Gothic>> με μορφή πλάγιας γραφής <> με μέγεθος χαρακτήρων 14pt, ενώ το κείμενο της πράξης κατάθεσης, έχει καταρτισθεί με επιλογή από το λογισμικό του H/Y της γραμματοσειράς <<Arial>> σε μορφή κάθετης γραφής και με μέγεθος χαρακτήρων 10pt.

Από την αξιολόγηση των ανωτέρω γραφολογικών ευρημάτων, παρά το "μη συμβατό" της αρίθμησης <<3, 4>> των σελίδων της μυστικής διαθήκης, δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή, αξιόπιστο και επιστημονικά τεκμηριωμένο εάν τα δύο έγγραφα συνιστούν τμήμα ενός ενιαίου αρχείου που φέρει ίδια ημερομηνία και ώρα δημιουργίας, ή εάν αντίθετα αποτελούν δύο διαφορετικά μεταξύ τους ψηφιακά αρχεία.

Κάτι τέτοιο θα ήταν πιθανότατα εφικτό να διαπιστωθεί από την εξέταση του σκληρού δίσκου του υπολογιστή, στον οποίο φέρονται να έχουν καταρτισθεί από ειδικό προς τούτο πραγματογνώμονα εξεταστή ψηφιακών πειστηρίων. 6) Η καταχώριση της υπ' αριθ. … πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης (εξαιρουμένης της υπογραφής) δεν είναι η αρχικά χαραχθείσα στο χώρο, αλλά συμπληρώθηκε μετά την απόσβεση δια αποξέσεως με γομολάστιχα του μεγαλύτερου τμήματος της προϋπάρχουσας αρχικής εγγραφής, από την οποία έχει διατηρηθεί αυτούσια μόνο η ένδειξη <<χήρα>>.

Από την αξιολόγηση των ευρημάτων προκύπτει ότι αρχικά χαράχθηκε στη στήλη <<Υπογραφές των συμβαλλομένων>> από την Π. Π. η υπογραφή της με την ένδειξη <<… >>, κατόπιν καταχωρήθηκε για άγνωστο λόγο τμήμα έτερης συμβολαιογραφικής πράξης, το οποίο στη συνέχεια αποσβέστηκε με γομολάστιχα και ακολούθως καταχωρήθηκαν στο σημείο εκείνο τα στοιχεία της ….

πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, που εμφαίνονται τώρα. Επισημαίνεται ότι στο σημείο που έχει χαραχθεί η υπογραφή <<… >> δεν υπάρχουν ίχνη απόσβεσης, απόπλυσης ή απόξεσης ούτε στοιχεία ιχνογράφησης, γεγονός που καταδεικνύει την εξ αρχής χάραξη της υπογραφής από την εκλιπούσα στο χώρο που εμφαίνεται και τώρα.

Τα υπό στοιχεία 2 και 6 συμπεράσματα της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, κρίνονται μη πειστικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα, αντικρούονται δε, βάσει των εξετασθέντων στοιχείων από την από … έκθεση παρατηρήσεων του τεχνικού συμβούλου των εναγουσών Δ. Κ.. Ειδικότερα, το συμπέρασμα του πραγματογνώμονος Φ.

Γ. περί γνησιότητας των πέντε επίδικων υπογραφών στα ως άνω έγγραφα είναι αναιτιολόγητο και βασίζεται σε λανθασμένη αξιολόγηση της γραφικής κατάστασης των επίδικων υπογραφών, αφού δεν εξηγεί, για ποιο λόγο το πρώτο μέρος της κάθετης υπογραφής στην πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης έχει έντονα τα συμπτώματα της αδυναμίας ελέγχου της γραφίδας και τη συναίσθηση του γραφικού χώρου σε σχέση με τις λοιπές υπογραφές, ούτε εξηγεί το λόγο για τον οποίο μπορεί να άλλαξε ο καθιερωμένος και αυτοματοποιημένος υπογραφικός τύπος της Π.

Π. ειδικά για την περίπτωση της επίδικης μυστικής διαθήκης, ενώ επιπλέον ενοποιεί χωρίς αιτιολογία και χρησιμοποιεί ως σύνολο από πλευράς ποιότητας χαράξεως κατά τη σύγκριση με τις γνήσιες υπογραφές, τις διαφορετικές υπογραφές στα ως άνω έγγραφα (κάθετη-λοιπές) ενώ είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Επίσης..." συνεχίζει το Εφετείο "αναιτιολόγητο και ελλιπές είναι το συμπέρασμά του ως προς τις συνθήκες καταχώρισης στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της … πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης, καθότι αφενός δεν περιγράφει την πραγματική κατάσταση της εγγραφής αυτής και τι αποδεικνύεται από τη διερεύνησή της, αφού δεν καλύπτει όλα τα ευρήματα που εντοπίσθηκαν στον χώρο αυτό και αφετέρου δεν την αξιολογεί ως προς την κανονικότητα της καταχωρήσεως αυτής, αλλά και σε συνδυασμό με τις λοιπές παρατυπίες και αντικανονικότητες, που εντόπισε κατά την έρευνά τους, τις οποίες αναφέρει στα υπό στοιχεία 1, 3, 4 και 5 συμπεράσματά του (μη χάραξη ονοματεπωνύμου της διαθέτιδος από το χέρι της στο κείμενο της πληκτρολογημένης διαθήκης, εμφανή ίχνη λανθάνουσα γραφής στη διαθήκη, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν εντός φακέλου, όπως αναφέρει η πράξη κατάθεσης που συνέταξε η συμβολαιογράφος, ανομοιογένεια κειμένου επιστολικού φακέλου, αρίθμηση σελίδων διαθήκης και πράξης κατάθεσης).

Λανθασμένη και μη αξιόπιστη επομένως είναι και η επισήμανσή του ότι η εκλιπούσα χάραξε με το χέρι της εξ αρχής την υπογραφή της στη .. σελίδα του ανωτέρω βιβλίου, στο χώρο που εμφαίνεται και τώρα, για το λόγο ότι στο σημείο αυτό δεν υπάρχουν ίχνη απόσβεσης, απόπλυσης ή απόξεσης ούτε στοιχεία ιχνογράφησης.

Διότι, από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει το αντίθετο, εφόσον αν υπήρχε εξ αρχής υπογραφή της Π. Π. στο σημείο αυτό, όπως επισημαίνει με τρόπο παραπειστικό ο πραγματογνώμονας Φ. Γ., δεν θα είχε γραφεί και μάλιστα αμέσως κάτω από αυτή η ένδειξη <<εκτός γραφείου (Αθήνα)>>, που αποσβέστηκε με γομολάστιχα, αλλά έμειναν ίχνη της και η οποία (αποσβεσθείσα διάταξη) αφορά, όπως προαναφέρθηκε, το επόμενο σμβόλαιο (πράξη αποδοχής κληρονομίας) που καταρτίσθηκε στις … πράγματι εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και είχε λάβει τον αριθμό …, που έχει και η επίδικη πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης, για την οποία (πράξη αποδοχής κληρονομίας) οι πέντε συμβαλλόμενοί της δεν είχαν θέσει τις υπογραφές τους στο ως άνω βιβλίο, εφόσον συντάχθηκε <<εκτός γραφείου>> και ακριβώς για αυτό το λόγο ο κενός χώρος των υπογραφών καλύφθηκε με την ένδειξη εκτός γραφείου, που αποσβέσθηκε.

Και ενώ είναι βέβαιο από τα αντικειμενικά ευρήματα (απόσβεση του στοιχείου 9 της ημεροχρονολογίας ώστε από … να γίνει …, απόσβεση των στοιχείων της πρώτης συμβαλλόμενης ώστε να καταχωρηθούν τα στοιχεία της φερόμενης διαθέτιδος, μεταβολή της αρίθμησης των πέντε συμβαλλομένων, πο μαρτυρά ανάγκη μετακινήσεως της εγγραφής, συνεπτυγμένη και με ελλιπή στοιχεία εγγραφή της πρώτης συμβαλλόμενης στο περιθώριο που μεσολαβεί από την καταχώριση της πράξης με την επόμενη (… πράξη) ότι η καταχώριση της πράξης κατάθεσης μυστικής διαθήκης έγινε την…, που είχε αποβιώσει η Π.

Π. και ότι δεν ήταν δυνατόν να την υπογράψει και, ενώ είναι εμφανής ο λόγος, για τον οποίο έγιναν οι ανωτέρω αποσβέσεις, επιχαράξεις, μετατροπές, ώστε να καταχωρηθεί ως επόμενο συμβόλαιο αυτής η αρχικώς … και στη συνέχεια …. πράξη αποδοχής κληρονομίας, ο πραγματογνώμονας Φ. Γ. απλώς <<πιθανολογεί>>, χωρίς ίχνος αντικειμενικότητας, ότι στο σημείο που είναι γραμμένη η επίδικη πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης <<για άγνωστο λόγο>> καταχωρήθηκε τμήμα του επόμενου συμβολαίου, την οποία όμως ουδόλως αξιολογεί και επομένως, λανθασμένα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκλιπούσα είχε θέσει την υπογραφή της στο προαναφερθέν σημείο.

Για τους αυτούς, εξάλλου, λόγους δεν αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί ακυρότητας της επίδικης μυστικής διαθήκης λόγω μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της φερόμενης διαθέτιδος στα κρίσιμα για τη σύνταξή της και ολοκλήρωσή της έγγραφα, από τις μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο από … έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης και από … έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων και σχολιασμού του δικαστικού γραφολόγου Θ.

Τ. επί της από 21-12-2016 έκθεσης των δικαστικών γραφολόγων Δ. Κ. και Ν. Κ., καθώς και επί των λοιπών γραφολογικών εκθέσεων και γνωμοδοτήσεων. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Κ. Β., στην οποία στηρίχθηκε κυρίως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίδικης μυστικής διαθήκης, είναι ψευδής, προϊόν εγκληματικών ενεργειών του πραγματογνώμονος και μεροληπτική σε βάρος του, επειδή αυτός δεν υπέκυψε στον εκβιασμό του πραγματογνώμονος να του καταβάλλει 70.000 ευρώ, προκειμένου να προβεί σε ευνοϊκό γι' αυτόν πόρισμα, όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν με κάποιο αποδεικτικό μέσο, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε η αβασιμότητά τους τόσο από το σκεπτικό όσο και από το διατακτικό της με αριθμό 3699/2018 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν αθώοι τόσο ο πραγματογνώμονας Κ.

Β. όσο και οι τρεις ενάγουσες για τα αντίστοιχα αδικήματα της απόπειρας εκβίασης και της ψευδορκίας πραγματογνώμονα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία πραγματογνώμονα, εναντίον των οποίων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, εξ αφορμής αντίστοιχης εγκλήσεως του εναγομένου Φ. Κ., που παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων, στην οποία διαλαμβάνονταν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του.

Αντιστοίχως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα της με αριθμό 3852/2019 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων τόσο ο εναγόμενος Φ. Κ. όσο και οι μάρτυρες κατηγορίας, που πρότεινε με την έγκλησή του και κατέθεσαν ενόρκως στο ως άνω Δικαστήριο για την υποστήριξη των ανωτέρω κατηγοριών, Γ.

Γ. και Γ. Γ., κρίθηκαν ένοχοι, ο μεν εναγόμενος για τις πράξεις της ψευδορκίας, της ψευδούς καταμήνυσης, της συκοφαντικής δυσφήμισης, της ηθικής αυτουργίας σε δύο ψευδορκίες κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών και οι ως άνω μάρτυρες αυτού για τις πράξεις της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμισης και επιβλήθηκε σε καθέναν εξ αυτών συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών...".

Καταλήγοντας δε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στις παραδοχές της ότι ενόψει των ανωτέρω "...εφόσον αποδείχθηκε ότι η από 15-1-2009 φερόμενη ως μυστική διαθήκη της Π. χήρας Γ. Π., το γένος Π. Κ., που δημοσιεύθηκε με τα... 2173/2009 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η σημείωση της συμβολαιογράφου επί του φακέλου, που φέρεται ότι περιείχε τη διαθήκη και ότι κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Σ.

Κ. - Κ., καθώς και η με αριθμό … πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης της ανωτέρω συμβολαιογράφου, αλλά και η καταχώριση της πράξης αυτής στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ίδιας συμβολαιογράφου, δεν έχουν υπογραφεί με το χέρι της ως άνω φερόμενης διαθέτιδος, αλλά έχουν υπογραφεί με το χέρι τρίτου ατόμου, με δικής του εμπνεύσεως υπογραφή, κατ' απομίμηση της γνήσιας γραφής της, η ως άνω μυστική διαθήκη είναι άκυρη, ως μη γνήσια και πλαστή και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα..." Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί ομοίως την ακυρότητα της επίδικης διαθήκης για τους ίδιους ως άνω λόγους της μη γνησιότητας και πλαστότητας των υπογραφών της φερόμενης διαθέτιδας στα κρίσιμα για τη σύνταξη και ολοκλήρωση της μυστική διαθήκης έγγραφα.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1716, 1718, 1738, 1739, 1740, 1741, 1742, 1743 ΑΚ, καθόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εφόσον στις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται, ότι η επίδικη από 15.1.2009 φερόμενη ως μυστική διαθήκη της Π.

χήρας Γ. Π., το γένος Π. Κ., είναι άκυρη ως μη γνήσια και πλαστή, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι προβλέψεις του νόμου που αφορούν τόσο στο έγγραφο της διαθήκης, όσο και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, αλλά και στην πράξη που συνέταξε η ίδια και συγκεκριμένα ότι το έγγραφο της επίδικης διαθήκης, η σημείωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Κ. - Κ.

επί του φακέλου, που φέρεται ότι περιείχε τη διαθήκη και ότι κατατέθηκε σε αυτήν, η με αριθμό …πράξη κατάθεσης μυστικής διαθήκης της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, καθώς και η καταχώριση της πράξης αυτής στο Γενικό Βιβλίο Συμβολαιογραφικών Πράξεων της ίδιας, δεν έχουν υπογραφεί με το χέρι της ως άνω φερόμενης διαθέτιδος, αλλά έχουν υπογραφεί με το χέρι τρίτου ατόμου, με δικής του εμπνεύσεως υπογραφή, κατ' απομίμηση της γνήσιας γραφής της.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη μυστική διαθήκη είναι άκυρη για τους ως άνω λόγους.

Ειδικότερα, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδας σε όλα τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται να συντάχθηκαν ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, ανταποκρινόμενο στην προσβολή αυτών ως πλαστών από τις αναιρεσίβλητες, για τους προαναφερόμενους λόγους, διέλαβε στις παραδοχές του, όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων- ειδικών δικαστικών γραφολόγων, τόσο στα πλαίσια της προκειμένης δίκης, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, όσο και στα πλαίσια ποινικής δίκης σε βάρος του αναιρεσείοντος της ως άνω συμβολαιογράφου, αλλά και των φερομένων ως συμπραττόντων προσώπων (μαρτύρων) κατά την κατάθεσή της, αλλά και όλες τις αναφορές, επισημάνσεις και συμπεράσματα των γραφολογικών εκθέσεων που συντάχθηκαν από ειδικούς γραφολόγους με εντολή των διαδίκων, τις οποίες αξιολόγησε και σύγκρινε μεταξύ τους, με λεπτομερή μνεία όλων των επί μέρους διαπιστώσεων, των αντικειμενικών ευρημάτων, των επιστημονικών απόψεων και με αναλυτική αναφορά του τρόπου με τον οποίο καθένας από τους ειδικούς γραφολόγους κατέληξε στο συμπέρασμά του περί της γνησιότητας ή μη των υπογραφών της διαθέτιδας στα ως άνω έγγραφα.

Επίσης, το Εφετείο αναφέρθηκε λεπτομερώς σε όλες τις περιεχόμενες στις γραφολογικές εκθέσεις διαπιστώσεις περί αντικανονικότητας των πράξεων που φέρεται να έγιναν ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου και της Πράξεως Καταθέσεως της επίδικης διαθήκης, προκειμένου, σύμφωνα με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι περισσότεροι από τους ειδικούς γραφολόγους, μετά από αποσβέσεις, αποξέσεις και αλλοιώσεις άλλης συμβολαιογραφικής πράξης που είχε καταχωρηθεί προηγουμένως, στο Βιβλίο Πράξεων Καταθέσεως, να φέρεται ότι αυτή (διαθήκη) είχε καταχωρηθεί στις …, δηλαδή προ του θανάτου της φερομένης ως διαθέτιδας με την επί πλέον αιτιολογία ότι οι λοιποί ειδικοί γραφολόγοι, είτε δεν ποιούν μνεία των ευρημάτων αυτών, είτε καταλήγουν σε διαφορετικό συμπέρασμα, χωρίς επιστημονική εξήγηση.

Επί πλέον, το Εφετείο, ποιεί με τις παραδοχές του ειδική μνεία περί της αξιοπιστίας της κάθε μίας από τις γραφολογικές εκθέσεις, με αναλυτική αναφορά των λόγων για τους οποίους έκρινε συγκεκριμένες από αυτές ως πλήρεις, επιστημονικά τεκμηριωμένες, με σαφή και απολύτως αιτιολογημένα συμπεράσματα, σε αντίθεση με εκείνες που έχουν καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, κατά το πλείστον τις συνταχθείσες για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, τις οποίες έκρινε είτε ως μη αντικειμενικές, μεροληπτικές υπέρ του ίδιου, πρόχειρες, ελλιπείς με απουσία σημαντικών στοιχείων της έρευνας και επιστημονική εξήγηση αντικειμενικών ευρημάτων.

Τέλος, διέλαβε στις παραδοχές του, όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αξιολόγησε σε συσχετισμό με τις γραφολογικές εκθέσεις, με την αναφορά: α) στον εντελώς διαφορετικό τρόπο που υπέγραφε η φερομένη ως διαθέτης καθόλη τη διάρκεια του βίου της, από εκείνον με τον οποίο φέρεται να υπογράφει για πρώτη φορά στη διαθήκη και στα λοιπά ως άνω έγγραφα, β) στις περιστάσεις που προηγήθηκαν της μετάβασής της με τη συνοδεία του αναιρεσείοντος στο συμβολαιογραφείο της ως άνω συμβολαιογράφου, τις σχετιζόμενες με την επιβάρυνση της υγείας της, με εξάντληση και κατάπτωση, εξαιτίας έντονου κοιλιακού άλγους και συνεχών εμετών, συνεπεία της οποίας δεν δυνήθηκε να προβεί σε υπογραφή των ως άνω εγγράφων, όπως είχε σκοπό, πιστεύοντας ότι θα υπογράψει πληρεξούσιο προς τον αναιρεσείοντα για τη διευθέτηση διαφορετικού ζητήματος, γ) τις άριστες σχέσεις της διαθέτιδας με τις αναιρεσίβλητες, ανιψιές της, πλησιέστερες συγγενείς της, ως τέκνα προαποβιωσάντων αδελφών της, και στην ολιγόχρονη γνωριμία της με τον "τρίτο" αναιρεσείοντα, με τον οποίο είχε απλή κοινωνική επαφή, δ) της αναφοράς στην επίδικη διαθήκη ότι συντάσσεται από την ίδια τη διαθέτιδα, ενώ αυτή έχει εγγραφεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, χωρίς η διαθέτης να κατέχει στην οικία της ηλεκτρονικό υπολογιστή, ούτε να διαθέτει γνώσεις χειρισμού αυτού, ούτε δακτυλογράφησης, ε) των περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η διαθέτης φέρεται να γνωρίζει και να πληκτρολογεί όλα τα πλήρη ατομικά στοιχεία του φερομένου ως τετιμημένου με αυτήν αναιρεσείοντος και αντιθέτως να μη συμπληρώνει τα δικά της ατομικά στοιχεία, ήτοι το ονοματεπώνυμό της, το οποίο συμπληρώθηκε χειρόγραφα μετά τη δακτυλογράφηση και την εκτύπωση ολόκληρου του κειμένου της διαθήκης, ενώ φέρεται επί πλέον να μην γνωρίζει ούτε αν διαθέτει συγγενείς ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, πλην των αναγραφομένων στο κείμενο της επίδικης διαθήκης, καθώς επίσης και περιστατικά που αφορούν στον τρόπο με τον οποίο η διαθέτης, τόσο κατά το χρόνο που ήταν εν ζωή ο σύζυγός της, όσο και μετέπειτα που εν χηρεία διαβίωνε μόνη της, χρησιμοποιούσε συγκεκριμένο δικηγόρο και συγκεκριμένη συμβολαιογράφο, διάφορη από την προαναφερόμενη, για τη διευθέτηση περιουσιακών ζητημάτων, με την αναφορά και συμβολαιογραφικών και άλλων εγγράφων από τα οποία προκύπτουν τα παραπάνω.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το σκέλος τους, που αφορά στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των ως άνω άρθρων 1716, 1718, 1738, 1739, 1740, 1741, 1742, 1743 ΑΚ.

Κατά τα λοιπά, ως προς το σκέλος τους αυτό, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται σε επισημάνσεις και πορίσματα των γραφολόγων, τα οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος οδηγούν σε διαφορετική αξιολόγησή τους, από εκείνη που υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και σε διαφορετική αιτιολόγηση των αντικειμενικών ευρημάτων, τόσο της επίδικης διαθήκης, όσο και των λοιπών συμβολαιογραφικών πράξεων, αλλά και των συνθηκών της συντάξεώς τους, είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι (τρίτος και τέταρτος), ως προς το σκέλος τους με το οποίο αποδίδονται ομοίως στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες επίσης από τους αριθμούς 1 α και β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1719 αρ. 4 ΚΠολΔ (εκ παραδρομής αναφερομένου στο φύλλο 42 του αναιρετηρίου ως άρθρου 1749 αρ 4 ΚΠολΔ), καθώς και παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με τις αιτιάσεις, ότι οι διατάξεις αυτές εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν, εφόσον, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η περιγραφόμενη κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας δεν αφορούσε σε έλλειψη συνείδησης των πράξεων από νοσηρό ή μη αίτιο που την εμπόδιζε να διαγνώσει το περιεχόμενο της πράξης που επιχειρούσε, ούτε στέρηση χρήσης του λογικού, λόγω πνευματικής ασθένειας που υπήρχε κατά την απαιτούμενη από το νόμο απλή νοητική μείωση, που συνόδευε τη γήρανσή της και ήταν φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό, είναι αβάσιμοι.

Τούτο δε, διότι, στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές περί της ανικανότητας της συντάξεως διαθήκης από εκείνους οι οποίοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, επειδή τέτοιοι λόγοι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της διαθέτιδας κατά τη σύνταξή της, ενώ, όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον αυτό ασχολήθηκε μόνο με την κύρια βάση της αγωγής περί ακυρότητας της εν λόγω μυστικής διαθήκης εξαιτίας πλαστότητας των υπογραφών της διαθέτιδας τόσο στο έγγραφο αυτής, όσο και στα λοιπά προαναφερόμενα έγγραφα της διαδικασίας ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, την οποία έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Οι οποιεσδήποτε αναφορές στην προσβαλλόμενη απόφαση που σχετίζονται με την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας, πριν τη μετάβασή της στο ως άνω συμβολαιογραφείο, και κατά την παραμονή της εκεί, αλλά και του επισυμβάντος θανάτου της, έγιναν μόνο προς ενίσχυση του αποδεικτικού συμπεράσματος του Εφετείου, ότι αυτή δεν έθεσε τις υπογραφές της στην επίδικη διαθήκη και στα λοιπά έγγραφα και όχι κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 1719 ΑΚ.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 8.9.2020 αίτηση αναίρεσης του Φ. Κ. κατά της 4563/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.9.2020 αίτηση του Φ. Κ. για αναίρεση της 4563/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ