Supreme Court dismisses appeal against lower court rejection of appeal as inadmissible due to lack of substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn final and non-final judgments regarding a guarantee bond. The appellant argued the lower courts failed to examine the merits of the case, but the court found the second ground for appeal inadmissible because the lower courts had already rejected the appeal on procedural grounds. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellant to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 and 14 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court rejects the appeal on procedural grounds without examining the substance, as such errors are covered by other appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Π., κατοίκου ..., ως συνδίκου της πτωχευσάσης ανωνύμου εταιρείας "TELEDOME-ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στη …. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στο … και 2. Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παπαρηγόπουλο και ο δεύτερος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-2009, 12-10-2009 9-12-2009 αιτήσεις ανακλήσεως δικαστικής απόφασης των ανωτέρω διαδίκων και την από 12-3-2010 πρόσθετη παρέμβαση της τράπεζας Κύπρου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5610/2009 μη οριστική, 172/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3499/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-9-2013 αίτησή του και τους από 4-4-2014 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 5-5-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου κυρίου λόγου της αναίρεσης (στοχείοΑ1) και την απόρριψη των λοιπών κύριων και πρόσθετων αναιρετικών λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση αποφάσεων Εφετείου και Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οριστικής και μη οριστικής με τις οποίες κρίθηκε αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, για ανάκληση απόφασης, η οποία την είχε υποχρεώσει στην καταβολή, της από το άρθρο 169 ΚΠολΔ εγγυοδοσίας, μετά την άσκηση της αγωγής της κατά των ήδη αναιρεσίβλητων.
Επιπρόσθετα, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 569§2 Κ.Πολ.Δ.) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (βλ. 44/7.4.2014 πράξη κατάθεσής τους και 15412/8.4.2014, 15413/8.4.2014 εκθέσεις επίδοσής τους στους αναιρεσίβλητους της δικαστικής Επιμελήτριας Πειραιά Π. Β.). Σημειώνεται ότι: α) παραδεκτά η αναίρεση στρέφεται και κατά των αποφάσεων του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού έχει κατατεθεί στο δικαστήριο αυτό (βλ.
από 9.9.2013 βεβαίωση της αρμοδίας Γραμματέως) β) εφ'όσον η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται και η πρωτόδικη απόφαση, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτή κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε, για τυπικούς λόγους, την έφεση (ΑΠ 1010/2009) γ) η μη οριστική απόφαση, δεν υπόκειται, αυτοτελώς, σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ'αυτής (ΑΠ 2148/2007) δ) αν, όπως στην παρούσα περίπτωση, η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει από την επίδοση της απόφασης του εφετείου, ε) η προσθέτως παρεμβάσα, στον πρώτο βαθμό, υπέρ της αναιρεσείουσας, Τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ", άσκησε, στη συνέχεια, αυτοτελώς, έφεση, η οποία απερρίφθη, ουδόλως δε άσκησε μετά ταύτα, αναίρεση και, έτσι, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.
ΙΙ. Στην υπο κρίση περίπτωση, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: 1) Η ήδη (σε πτώχευση τελούσα) αναιρεσείουσα εταιρεία είχε ασκήσει μαζί με τους Α. Π. και Α. Π., την από 29.12.2008 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων για αποκατάσταση ζημίας, που πρόβαλε πως υπέστη από αποδιδόμενη στους αντιδίκους της αδικοπρακτική συμπεριφορά (παραβίαση απόφασης, καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης από κατέχοντα δεσπόζουσα θέση στην αγορά τηλεπικοινωνιών, αθέμιτη απόσπαση πελατείας, δυσφήμιση, προσβολή προσωπικότητας). 2) Ακολούθως, εκδόθηκε η 321/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα, κηρύχθηκε σε πτώχευση. 3) Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3610/2009 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση αυτής και υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα (ομού με τους έτερους ενάγοντες Α.
και Α. Π., μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), να παράσχουν υπέρ των εναγομένων, με κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το ποσό του 1.081.774 Ευρώ, ως εγγυοδοσία, για την εξασφάλιση της πληρωμής της τυχόν υπέρ των εναγομένων επιδικασθησομένης δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. 4) Ακολούθησε η έκδοση της 172/2011 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε επί ασκηθείσας ενώπιόν του από την ως άνω ενάγουσα (και τους συνενάγοντες) αιτήσεως ανακλήσεως της αμέσως προηγούμενης απόφασης, την οποία και απέρριψε. 5) Κατά της τελευταίας ασκήθηκε έφεση για την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3499/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη, αφού δέχτηκε, πως η εκκληθείσα απόφαση δεν ήταν οριστική.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ως "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΑΠ 862/2011 ΑΠ 2104/2007). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 169 Κ.Πολ.Δ.
το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο δικαστήριο, αν αυτό κρίνει, ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεστεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του εναγόμενου (του καθ'ου η κύρια παρέμβαση ή του καθού ασκήθηκε το ένδικο μέσο) για την είσπραξη των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 171 και 172 ΚΠολΔ, προκύπτει: α) Ότι για να υπάρξει υποχρέωση προς παροχή εγγυοδοσίας του ενεργούντος την επιθετική πράξη διαδίκου υπέρ του αντιδίκου του, απαιτείται να υποβληθεί αίτηση του τελευταίου και μάλιστα κατά την πρώτη συζήτηση, με ποινή απαραδέκτου (άρθρ. 263 περ.
γ Κ.Πολ.Δ.). β) Ότι κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή άλλου διαδίκου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ιδίου του αιτούντος και εν γένει, αφερέγγυος.
γ) Ότι, για να διαταχθεί η ανωτέρω εγγυοδοσία πρέπει, κατά την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει και σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη προαποδεικτικά, υπό τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπ' όψιν του, να υπάρχει προφανής κίνδυνος για τη μη εκτέλεση της διάταξης για τα δικαστικά έξοδα, σε περίπτωση ενδεχόμενης καταδίκης σ' αυτά του υπόχρεου στην καταβολή της εγγυοδοσίας διαδίκου.
δ) Ότι το δικαστήριο που δέχεται τη διακωλυτική ένσταση της δίκης για εγγυοδοσία καθορίζει, όχι μόνο το μέγεθος αυτής, αλλά και την προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει ο υπόχρεος να την καταβάλει. Αν αυτή παρέλθει άπρακτη, το δικαστήριο, με αίτηση εκείνου που ζήτησε την εγγυοδοσία, "αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή, κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο", πράγμα που είναι υποχρεωτικό για το δικαστήριο και δεν απόκειται στην διακριτική του ευχέρεια.
Η ανάκληση δε θεωρείται, ότι αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής ,της κύριας παρέμβασης ή του ένδικου μέσου (άρθρ. 171, 172, 162 Κ.Πολ.Δ.). ε) Ότι το βάρος αποδείξεως των προϋποθέσεων της εν λόγω δικονομικής αναβλητικής ένστασης, η οποία εισάγει εξαιρετικού χαρακτήρα δικονομικό κανόνα φέρει ο εναγόμενος, ο καθού η κυρία παρέμβαση και εκείνος, κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο, ενώ η ένσταση είναι βάσιμη, αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 990/2008).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 309 εδ.α Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις, που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν από το δικαστήριο το οποίο τις εξέδωσε. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 Κ.Πολ.Δ. εξάγεται, πως οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο, απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση.
Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση δικαστικής απόφασης. Εξ άλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφ' όσον όμως, στην τελευταία περίπτωση, δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για την βασιμότητα του εξεταζομένου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, για την παραδοχή ή απόρριψή του (ΑΠ 358/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε συναφώς, πλην άλλων και τα εξής: "'Ηδη φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι εφέσεις: (Α) από 31-3-2011 και υπ' αριθ. καταθ. 2189/31-3-2011 έφεση του Αντωνίου Φραντζή, ως συνδίκου της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "TELEDOME - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ.
ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (B) από 29-3-2011 και υπ αριθ. καταθ. 2184/31-3- 2011 έφεση των α) Α. Π. και β) Α. Π. και (Γ)- από 1-4-2011 και υπ' αριθ. καταθ. 2253/1-4-2011 έφεση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ". Με τις εφέσεις αυτές πλήττεται η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 172/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων...
Σύμφωνα όμως με όσα λεπτομερώς προεκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, η ως άνω υπ' αριθ. 172/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν είναι εκκλητή, δεν υπόκειται δηλονότι αυτοτελώς σε έφεση ως προς κανένα από τα κεφάλαιά της, αφού με αυτήν αφ' ενός απορρίφθηκαν αιτήσεις ανακλήσεως, κατ' άρθρ. 309 ΚΠολΔ, μιας μη οριστικής αποφάσεως όπως ήταν η τοιαύτη υπ' αριθ. 5610/2009 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η διακωλυτική ένσταση του άρθρου 169 ΚΠολΔ και αφ' ετέρου, στην ίδια λειτουργία της παραπάνω διακωλυτικής ενστάσεως, αποφάνθηκε ότι το δικόγραφο της από 29-12-2008 και υπ' αριθ.
καταθ. 236487/ 12432/2008 αγωγής ανακλήθηκε, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της ορισθείσας εγγυήσεως. Με την εκκαλουμένη δηλονότι απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε, σε κανένα επίπεδο (ουδέ καν του παραδεκτού), την ενώπιον του αχθείσα προς κρίση, από 29-12-2008 και υπ' αριθ. καταθ. 236487/12432/2008 αγωγή, και δεν έκρινε αντιστοίχως το επικαλούμενο δικαίωμα των εναγόντων, ούτε διέγνωσε έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ιστορική αιτία) ούτε και τη νόμιμη αιτία ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που ήταν προσδοτέος στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους σε σχετική διάταξη νόμου και τις λοιπές ενστάσεις που προτάθηκαν, έτσι ώστε να δημιουργεί δεδικασμένο επί δικονομικού και ουσιαστικού ζητήματος (κατ' άρθρ. 322 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού αυτά ουδέποτε κρίθηκαν αναφορικά με την αγωγή.
Ας σημειωθεί τέλος, ότι είναι ενδεικτική η εκφορά της διατάξεως του άρθρου 172 ΚΠολΔ "...αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή" (που, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανάκληση, αφορά το δικόγραφο και όχι το δικαίωμα προς άσκηση της αγωγής...) η οποία διάταξη φέρεται να συστοιχείται με την τοιαύτη του άρθρου 295 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία αφορά στην παραίτηση (κατ' άρθρ. 294 ΚΠολΔ) από το δικόγραφο της αγωγής "...η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε", η οποία επίσης τελευταία αυτή απόφαση, που κρίνει την παραίτηση του ενάγοντα ανενεργή, δεν είναι οριστική και δεν προσβάλλεται αυτοτελώς με έφεση, η οποία, ασκηθείσα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη...
αφού οι αποφάσεις αυτές έχουν απλώς χαρακτήρα αναγνωριστικό της επελθούσης καταργήσεως της δίκης... Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, οι κρινόμενες εφέσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες...". Σύμφωνα με τα ανωτέρω νομικά δεδομένα, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν ήταν, όντως, εκκλητή, εφ' όσον, ούτε την ουσία της διαφοράς έκρινε, ούτε το νόμιμο και παραδεκτό της ένδικης αγωγής.
Πρόκειται δε, απλά για απόφαση, η οποία διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1721/2007, ΑΠ 1717/2007). 'Αρα, ο πρώτος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη ωσαύτως 172/2011 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έκρινε, δικάζοντας αίτηση της αναιρεσείουσας, κατά των αντιδίκων της, ότι: 1) η αίτηση της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε την ανάκληση της εγγυοδοσίας, έπρεπε ν' απορριφθεί. Προηγουμένως δε, αποφάνθηκε (κατά πλειοψηφία), πως η αίτηση αυτή "... η οποία επιχειρεί να επαναφέρει προς συζήτηση την ως άνω αγωγή χωρίς να έχει προηγηθεί η καταβολή της ορισθείσας εγγυοδοσίας... δεν δημιουργεί νόμιμη στάση της δίκης ..." β) ακολούθως έκρινε, κατ'αποδοχή της αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι εφ' όσον η εγγυοδοσία δεν καταβλήθηκε εντός του νομίμου προθεσμίας, "η αγωγή είχε ανακληθεί". Με τις παραδοχές αυτές, και με βάση τα προεκτεθέντα, ορθώς έκρινε το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή των υποχρεωθέντων σε εγγυοδοσία εναγόντων (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) είχε κατά νόμον "ανακληθεί". Άρα, ο πρώτος κύριος λόγος της αναίρεσης με στοιχείο β1, ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν προβάλλεται παραβίαση κανόνος δικονομικού δικαίου. Τέτοιοι δε κανόνες είναι και εκείνοι των άρθρων 169, 171 και 172 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ρυθμίζεται, υπό μορφή εξασφάλισης του αιτούντος διαδίκου διαδικαστικό ζήτημα στην δίκη που ανοίγεται με την αγωγή, την κυρία παρέμβαση ή το ένδικο μέσο.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 169 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με την εξαίρεση του άρθρου 17 §1 Κ.Πολ.Δ. είναι συμβατή με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αλλά και προς το Κοινοτικό Δίκαιο, καθώς και με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (Ευρ. ΕΣΔΑ) ή Σύμβασης της Ρώμης (4.11.1950), σύμφωνα με την οποία, "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ...", έχει δε σκοπό, όχι μόνο την διασφάλιση της απαίτησης για τα δικαστικά έξοδα, αλλά και την περιστολή της καταχρηστικής προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Είναι δε συμβατή και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 21 § 1 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης. Και τούτο διότι, δεν πρόκειται για εισαγωγή διάκρισης των πολιτών, λόγω περιουσίας, ούτε παρεμποδίζεται η πραγματική προσφυγή σε αμερόληπτο δικαστήριο.
Άλλωστε, το θέμα της καταβολής της εγγυοδοσίας κρίνεται ακριβώς από το αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπ' όψιν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, σειρά διατάξεων (περί καταβολής παραβόλου, δικαστικού ενσήμου, επιδίκασης δικαστικής δαπάνης κλπ), θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι αντίκεινται στις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις, πράγμα που, βέβαια, δεν είναι ορθό.
Άρα, ο δεύτερος κύριος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ως προς την απόφαση του Εφετείου, είναι αβάσιμος. Στη συνέχεια, εκτίθεται, ότι, η εφαρμογή των άρθρων 172, 308, 309, 322, 513, 539 και 533 Κ.Πολ.Δ. ως έγινε από το Εφετείο, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.
Όμως, σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν, πέραν του ότι η παραβίαση, καθ' εαυτήν, των διατάξεων αυτών, ως δικονομικού δικαίου, δεν ελέγχεται με την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ουδόλως αντίκειται στο Σύνταγμα, στην ΕΣΔΑ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επιπρόσθετα, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι: 1) με τις παραδοχές του, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε τα άρθρα 20 §1, 4 § 1, 5 § 1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 § 1 τη ΕΣΔΑ, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τα άρθρα 21 § 1 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, εφ' όσον δέχτηκε την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 169, 171, 172 Κ.Πολ.Δ.
που σαφώς αντιβαίνουν στις πιο πάνω διατάξεις, γιατί πλήττουν την οικονομική ελευθερία, το δε δικαστήριο, δεν αξιολόγησε την ήδη μεσολαβήσασα πτώχευση της αναιρεσείουσας. Κατ' αρχήν, για όσους λόγους, έχουν ήδη αναφερθεί, η εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, που είναι δικονομικές, απαραδέκτως πλήττεται με την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Το τι έπρεπε να κρίνει το δικαστήριο, ως προς τις οικονομικές δυνατότητες της αναιρεσείουσας, είναι θέμα ουσίας ,το οποίο δεν ελέγχεται (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Αν το νόημα των σχετικών παραπόνων είναι, περαιτέρω, πώς κακώς εφαρμόσθηκαν οι πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις και η ΕΣΔΑ, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, για τους ήδη αναφερθέντες, προηγούμενα, λόγους, οι σχετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συντρέχουν ή μη λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του (ΑΠ 1149/2008). Άρα και ο με στοιχείο Γ1 κύριος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον με στοιχείο Β1 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλονται οι με το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 πλημμέλειες των πιο πάνω πρωτόδικων αποφάσεων, γιατί το δικαστήριο παραβίασε τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, αλλά και τα άρθρα 11, 16, 17, 21, 22, 25, 72 και 172 του Πτωχευτικού Κώδικος, δοθέντος ότι η ήδη αναιρεσείουσα πτώχευσε και βρίσκονταν σε νομική αδυναμία να καταβάλει την εγγύηση, γι' αυτό και "έπρεπε να είχε και αυτεπαγγέλτως απορριφθεί από το δικαστήριο ως απαράδεκτη" η αίτηση για ανάκληση της αγωγής.
Τα παραπάνω, όμως, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι το δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία της διαφοράς ή την οικονομική ή μη αδυναμία του αναιρεσείοντος. Άρα ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό (1.081.774 ευρώ), που ορίσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως εγγυοδοσία, δεν άγει, σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, διότι αφορά εξασφάλιση δικαστικής δαπάνης, το ύψος της οποίας συναρτάται προς το αγωγικό αίτημα, το οποίο, στην ένδικη περίπτωση, ανερχόταν σε ποσό που (συνολικώς) υπερέβαινε τα 54.000.000 ευρώ.
Επομένως, οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμοι.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πρέπει δε το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, όχι να απέρριψε την αγωγή (και για την ταυτότητα του νομικού λόγου την έφεση), την ανακοπή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με το λόγο του αρ. 1 ή 14, κατά περίπτωση (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 12/2009, ΑΠ 1821/2008). Στην ερευνώμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, χωρίς να χωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Ακόμη, και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν ερεύνησαν την ουσία της κυρίως υπόθεσης. Άρα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης (στοιχεία Α2 και Β2) είναι απαράδεκτος.
Εν όψει των όσων έγιναν δεκτά, ως προς τη μη αντίθεση των ανωτέρω διατάξεων προς τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ουδείς λόγος υφίσταται για αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, ως αιτείται, ήδη, η αναιρεσείουσα. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 12 § 2 Ν. 4055/2012) και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.9.2013 αίτηση του Α. Φ., ως συνδίκου της πτωχεύσασας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "TELEDOME-ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ και ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 4.4.2014 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 3499/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και των 172/2011, και 5610/2009 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ioυλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ