Legislator Case Law & Legislation
1874/2013 AI generated

Supreme Court allows bank appeal, ruling it must verify signature authenticity on back of crossed cheques.

Case Number 1874/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment, which had ordered the bank to pay €42,000 for forged cheques. The bank argued that under Article 35 of Law 5960/1933, it was not legally required to verify the signature on the back of generally crossed cheques, as the forgery occurred during a prior transfer. The court agreed, finding the lower court erred in applying the law by ignoring the specific provisions regarding crossed cheques and the lack of a duty to check the back signature.

Legislator headnote

AI generated

Art. 35 of Law 5960/1933; crossed cheques: the drawer or holder may cancel them with two parallel lines, and the bank is not legally obligated to verify the signature on the back of such cheques if the cancellation is general.

Keywords

AI generated
crossed cheques signature verification bank liability forged cheques negligence Article 35 Law 5960/1933

Cited Legislation

AI generated
Art. 35 of Law 5960/1933
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577§1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577§3 of the Code of Civil Procedure
Art. 922 of the Civil Code
Art. 176, 183 and 191 para.2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para.3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1874 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμος Εταιρείας" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Στεφάνου

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούτσικο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4672/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η 3696/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 7-1-2010 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφανίστηκε η 4672/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει κατ'ουσίαν την αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα του οφείλει ως αποζημίωση από αδικοπραξία το ποσό των 42.000 ευρώ.

Στη συνέχεια με την εφετειακή απόφαση η αγωγή έγινε δεκτή και αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 37 εδ.

α-δ Ν 5960/1933 "περί επιταγής" ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δύο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη.

Κατά την έννοια της διάταξης, του άρθρου 38 παρ. 1 του ίδιου νόμου επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή. Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα του πελάτη τραπέζης αρκεί το άνοιγμα λογαριασμού, εφόσον η τράπεζα προβεί στις απαιτούμενες προηγούμενες επαληθεύσεις Εξάλλου, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης που δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνο γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, εφόσον προκλήθηκε ζημία. Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή, δεν απαιτείται δε για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης (ΑΠ 659/2011).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 1 και 3, 16 εδ. β` και γ`, 17 και 19 του Ν 5960/1933 προκύπτει ότι η επιταγή, που εκδόθηκε ως πληρωτέα υπέρ κατονομαζόμενου προσώπου, μπορεί να μεταβιβαστεί με οπισθογράφηση, η οποία υπογράφεται από τον οπισθογράφο, μπορεί δε αυτή (οπισθογράφηση) να μη σημειώνει το δικαιούχο ή να συνίσταται απλώς στην υπογραφή του οπισθογράφου (οπισθογράφηση εν λευκώ), ο κάτοχος δε της οπισθογραφήσιμης επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής αυτής, αν στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, ακόμη και όταν η τελευταία οπισθογράφηση είναι εν λευκώ.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 5960/1933 ίδιου νόμου, που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων", προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων.

Τούτο δε ισχύει αναλόγως - για την ταυτότητα του νομικού λόγου - και στην περίπτωση που η επιταγή εμφανίζεται σε τράπεζα διαφορετική από την πληρώτρια για "λογιστικό κανονισμό", κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω. Επίσης, το άρθρο 39 του ιδίου ως άνω ν. 5960/1933, ορίζει ότι: "Ο εκδότης, ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγίως την μνείαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονισμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν, γύρος ή συμψηφισμός). Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή. Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη". Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών.

Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ' αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση της ρήτρας αυτής γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή -χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινή) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική.

Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό, β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου., Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο:

ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών-ενάγων (σημ. και ήδη αναιρεσίβλητος) ασχολείται επαγγελματικά ως εκτελωνιστής, διατηρώντας σχετικό γραφείο. Την 6.5.2003, η εταιρεία με την επωνυμία "INFO QUEST AEBE Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Προϊόντων και Υπηρεσιών Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών", με την οποία ο εκκαλών είχε αναπτύξει μακρόχρονη συνεργασία, εξέδωσε σε διαταγή αυτού την υπ' αριθ. ...

δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού 24.000 ευρώ πληρωτέα στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (υποκατάστημα περιοχής Μακρυγιάννη) και την 13.5.2003 η ίδια εταιρεία εξέδωσε σε διαταγή του εκκαλούντος την υπ' αριθ. ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή ποσού 18.000 ευρώ πληρωτέα στην παραπάνω τράπεζα και στο ίδιο υποκατάστημά της...Οι συγκεκριμένες δύο επιταγές περιήλθαν στην κατοχή του Χ.

Α., υπαλλήλου του εκκαλούντος, χωρίς τη γνώση και τη βούληση του τελευταίου. Ο ανωτέρω δε υπάλληλος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εργοδότη του στην πίσω πλευρά της κάθε επιταγής, καθώς επίσης και την επαγγελματική του σφραγίδα, προσιτή σ' αυτόν από την μεταξύ τους σχέση. Στη συνέχεια και ειδικότερα στις 7.5.2003 εμφάνισε την πρώτη των προαναφερομένων επιταγών στο επί του Αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος" υποκατάστημα της εφεσίβλητης- εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, όπου διατηρούσε τον υπ' αριθ. ...

τραπεζικό λογαριασμό και πέτυχε την εξόφληση της επιταγής με την πίστωση του ανωτέρω λογαριασμού κατά το ισόποσο της επιταγής, ενώ στις 14.5.2003 εμφάνισε τη δεύτερη των προαναφερόμενων επιταγών στο ίδιο υποκατάστημα της εφεσίβλητης και πέτυχε την εξόφληση της επιταγής, με την πίστωση του ιδίου πιο πάνω λογαριασμού κατά το ισόποσο της επιταγής, με τον τρόπο αυτό δε αυτός ιδιοποιήθηκε, χωρίς να το δικαιούται, το συνολικό ποσό των επιταγών εκ 42.000 ευρώ (24.000 ευρώ συν 18.000 ευρώ), ζημιώνοντας έτσι αντιστοίχως τον εκκαλούντα παράνομα.

Και στις δύο προεκτιθέμενες συναλλαγές του με την εφεσίβλητη ο Χ. Α. εμφανίσθηκε παριστάνοντας τον νόμιμο κομιστή των επιταγών, (που ήταν ο εκκαλών), ενώ οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εφεσίβλητης, ενεργώντας πλημμελώς έλεγχο ταυτότητας, προέβησαν σε εξόφληση των επιταγών, χωρίς προηγουμένως να ελέγξουν την ταυτοπροσωπία του κομιστή και εκείνου που εμφάνισε τις επιταγές για πληρωμή, πράγμα που προϋπέθετε την εξακρίβωση των στοιχείων-ταυτότητας του εκκαλούντος, από το αντίστοιχο αστυνομικό δελτίο του και, κυρίως, χωρίς να αντιπαραβάλουν τις δύο παρόμοιες υπογραφές που έθεσε στο σώμα των αξιόγραφων ο Χ.

Α., δηλαδή τόσο εκείνη κατ' απομίμηση μαζί με την επαγγελματική σφραγίδα του εκκαλούντος που μνημονεύθηκε, όσο και αυτή κάτω από την ένδειξη "πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. κλπ" κατά την τελική οπισθογράφηση της κάθε επιταγής για την εξόφλησή της στο ταμείο της πληρώτριας τράπεζας, (οι οποίες υπογραφές και ομοιάζουν ουσιωδώς μεταξύ τους), με την υπογραφή του εκκαλούντος, που ήταν προσιτή στην εφεσίβλητη, καθότι ο αντίδικός της διατηρούσε σ' αυτή τον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό, από την καρτέλα του οποίου θα μπορούσε ευχερώς να διαγνωσθεί η γνησιότητα της υπογραφής του εκκαλούντος. Επομένως, η εφεσίβλητη που ενέχεται κατ' αρθ. 922 ΑΚ, λόγω της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της, απορριπτόμενης της ένστασης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτής, οφείλει ν' αποζημιώσει τον εκκαλούντα με το ποσό των 42.000 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό των επιταγών, κατά τα προμνημονευόμενα".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 35 του ν. 5960/1933. Τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του προεκτεθέντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι στο πίσω μέρος των επίμαχων (με γενική διγράμμιση) επιταγών, στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης είχε τεθεί από τον ανωτέρω Χ.

Α., όπως άλλωστε ομολογείται, κατ'απομίμηση και εν αγνοία του αναιρεσιβλήτου η υπογραφή του τελευταίου, σε διαταγή του οποίου είχαν εκδοθεί, και κατά συνέπεια οι εν λόγω επιταγές φέρονται ότι μεταβιβάστηκαν με λευκή οπισθογράφηση στον Χ. Α., ότι ο τελευταίος τις εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό, αφού τις μετέτρεψε σε λογιστικές επιταγές, με την έννοια όχι της πληρωμής σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού του, με την προσθήκη επί του σώματος των επιταγών της φράσεως " πληρώσατε σε διαταγή-Τράπεζα Πειραιώς, αξία σε πίστωση".

Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 35 του ν. 5960/1933, η οποία - όπως προεκτέθηκε - έχει ανάλογη εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίστατο κατά νόμο υποχρέωση των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσείουσας να εξετάσουν και τη γνησιότητα της υπογραφής των οπισθογράφων, όπως αντίθετα δέχθηκε το Εφετείο για να στηρίξει την παραπάνω κρίση του περί ευθύνης της αναιρεσείουσας για την πληρωμή των επίδικων επιταγών.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσίβλητος θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ),

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3696/2011 απόφαση του Eφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις18 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ