Supreme Court dismisses appeal for vague procedural errors and failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the parents' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding child custody and debt disputes. The appellants argued the lower court ignored specific evidence and failed to properly analyze legal grounds, but the court found their arguments vague and lacking specific details about the evidence or legal violations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 KPolD; Art. 96 K.D. (as amended): An appeal cannot be based on one's own acts or those of their representatives unless concerning public order, and grounds for appeal must be specific and detailed regarding evidence and legal violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874 /2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1...., κατοίκου ... και 2. ..., κατοίκου ... ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων ... και ... κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουτρούλη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2122/1999 προδικαστική, 2741/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6868/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεων της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αθηνών ... τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της αντίγραφο της από 01.04.2008 κλήσης της αναιρεσίβλητης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε εκπροσωπήθηκαν δια δηλώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 2 και 6 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση και τροποποίηση του εν λόγω άρθρου από τα άρθρα 2 παρ.1 ν.1640/1986, 5 παρ.11 ν.2.408/1996 και 3 παρ.13β ν.2479/1997 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συζήτησης της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων (11.5.2006) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η μη κατάθεση από τον παριστάμενο δικηγόρο γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ως μόνη συνέπεια έχει την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στο ταμείο του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου αυτός είναι μέλος, το ποσό που έπρεπε να έχει προεισπραχθεί και την πειθαρχική του τιμωρία με πρόστιμο 100.000 έως 500.000 δρχ., στην περίπτωση δε που είναι υπότροπος με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης 15 ημερών μέχρι 6 μηνών.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο κατ' εκτίμηση την πλημμέλεια ότι, δεχθέν πως αυτοί παραστάθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο, ο οποίος όμως δεν κατέθεσε γραμμάτιο προείσπραξης της δικηγορικής του αμοιβής, παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν διότι, κατά τα εκτιθέμενα, η μη κατάθεση γραμματίου προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής οφείλεται στην παράλειψη του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, αφετέρου δε διότι, όπως επίσης έχει εκτεθεί, η παράλειψη κατάθεσης του εν λόγω γραμματίου δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο.
'Οπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 149 παρ. 4 και 344 του ΚΠολΔ, που καταργήθηκαν με τα άρθρα 1 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά, σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του ν. 2915/2001 και 15 του ν.2943/2001, εφαρμόζονται στις υποθέσεις που η πρώτη συζήτησή τους στον πρώτο βαθμό είχε ορισθεί πριν από την 1-1-2002, η χορήγηση ή μη νέας προθεσμίας εξέτασης μαρτύρων από το δικαστήριο, όταν αυτό δικάζει την ουσία της υπόθεσης ή η μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων διάταξη νέων αποδείξεων, απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως ο 6ος και 17ος λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8,10 και 11 του άρθρου 559ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε το αίτημά τους για χορήγηση νέας προθεσμίας προς εξέταση μαρτύρων, είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη και ανταπόδειξη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμών τους.
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που αποδίδει σ'αυτό ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική αξία σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξάλλου, τα δικαστικά τεκμήρια συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δηλαδή αυτά έχουν ίση αποδεικτική δύναμη με τα λοιπά που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και άρα λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε ορισμένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, είναι απαράδεκτος.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις ,α) ότι, μολονότι βεβαιώνει στην προσβαλλομένη πως έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται, δεν αναλύει εκ ποιων εγγράφων σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση και ποιος προσκόμισε και επικαλέσθηκε αυτά και β) ότι δεν αναλύει ποια αποδεικτικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για άμεση απόδειξη και ποια για έμμεση δια δικαστικών τεκμηρίων, είναι απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις: α) ότι "η αναιρεσιβαλλομένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση του προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού, απέρριψεν την ένδικο έφεσή μας ενώ έδει να γίνει δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμος (2ος λόγος), β)"διότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα και παράνομα εδέχθη ότι το παρόν δάνειο χορηγήθηκε στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων κατά τη διάρκεια της οποίας ο εναγόμενος προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ενάγουσα ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και συνεργάτης (7ος λόγος), γ) "διότι η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα και παράνομα εδέχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως συνεργασίας και της δανειστικής συμβάσεως είναι έγκυραι..." (8ος λόγος), δ) διότι "η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα και παράνομα επικαλείται ότι ούτε κατέβαλε τας δόσεις του δανείου" (9ος λόγος), ε) διότι "η προσβαλλομένη εσφαλμένα και παράνομα εδέχθη ότι απορριπτέος κρίνεται ο λόγος εφέσεως ότι δεν συνεκτίμησε τις προσαγόμενες και επικαλούμενες είκοσι αποδείξεις...." (13ος λόγος), στ)διότι "η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα εδέχθη ότι η σύζυγός του γνώριζε όχι μόνον ως σύζυγος ει μη και εκ του λόγου ότι η ιδία ήταν συνεργαζόμενη με τον σύζυγό του στο Γραφείον του και ως εκ τούτου γνώριζε τον δανειολήπτη και το ποσό του δανείου" (14ος λόγος) ζ) διότι "αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα και παράνομα εδέχθη ότι με το ...
συμβόλαιόν του μεταβίβασε ένεκα γονικής παροχής στα παιδιά του, προέβη εις τούτο ενώ γνώριζε ότι μεταβιβάζει το ακίνητό του αυτό εις βλάβη της ενάγουσας εις την οποία όφειλε το αναφερόμενο ποσό το οποίο ληξιπρόθεσμα από υπαίτια παράβαση της συμβάσεως και ματαιώθηκε η ικανοποίησή των κατ'αυτού απαιτήσεων από τα δάνεια δεδομένου ότι δεν διέθετε καμία ακίνητη περιουσίαν" (15ος λόγος) και η) διότι "επίσης η αναιρεσιβαλλομένη εδέχθη ότι η σύμβαση συνεργασίας ελύθη υπαιτιότητί μου ενώ ο 'Αρειος Πάγος με την υπ'αριθμ. 784/03 απόφασή του εδέχθη ότι "ενώ του απεστέρεσε χωρίς ευθύνη του ιδίου τον μόνον τρόπο που θα εξασφάλιζε την πληρωμήν του δανείου ήτοι της συνεργασίας του ως συνεργάτη της ιδίας" (16ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.8 εδ. β'ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήρο ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αρ.8 εδ.β', ότι δηλαδή, όπως επί λέξει αναφέρουν, "η αναιρεσιβαλλομένη δεν απάντησε εις όλους τους λόγος εφέσεώς μας και κατέστησε αυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιον, ουσιώδη ισχυρισμό που επανεφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 11ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσεόντες, οι την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8, 10 και 11 ΚΠολΔ αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη δύο αγωγές, μία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 10.1.2000 και ετέρα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8.12.2003, από τις οποίες, όπως επί λέξει αναφέρουν, "προκύπτει ότι δεν όφειλον την 22.5.1997 τρείς δόσεις εκ του δανεισθέντος ποσού εκτός τούτου μου όφειλε τους μισθούς μου δια ποσό 9.000.000....".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι τα έγγραφα αυτά τα προσκόμισαν και τα επικαλέσθηκαν στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε καθορίζουν τον νόμιμο τρόπο που τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν στο Εφετείο.
Με τον 12ο λόγο οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να δεχθεί πως "οι αιτιάσεις των εκκαλούντων κατά των δανειστικών συμβολαίων απορρίφθηκαν από τις τελεσίδικες αποφάσεις", υπέπεσε στις από τις άνω διατάξεις πλημμέλειες, διότι, όπως επί λέξει αναφέρουν, "δεν αναλύει και αιτιολογεί το Εφετείο ποίες είναι οι αιτιάσεις και με ποίες αποφάσεις απορρίφθησαν και αν εκ των αποφάσεων αυτών προκύπτει δεδικασμένο και κατέστησε εαυτή αναιρετέα". Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες, δεν αναφέρουν τη φερόμενη ως εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αλλ'ούτε και τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ως αιτίαση δε από τον αριθμό 16 του άρθρου 559, είναι επίσης αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ορισμένως και παραδεκτώς στο Εφετείο ισχυρισμό περί δεδικασμένου.
Με τον 10ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι "το Εφετείο Αθηνών παράνομα και εσφαλμένα με την υπ' αριθμ. 6.806/2004 απόφασή του απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή μου". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε μη πληττομένη με την αναίρεση άλλη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07.11.2006 αίτηση των ... και ..., ως ασκούντων την γονική μέριμνα των αληλίκων τέκνων τους ... και ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.6.868/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 1009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ