Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and failure to consider evidence due to lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property restitution claim. The appellant argued the claim was time-barred and that the lower court failed to consider specific witness affidavits and procedural summonses. The court ruled that the statute of limitations defense was sufficiently detailed in the lower court's proceedings, and the alleged procedural errors regarding evidence were unfounded because the specific documents and summonses were not clearly identified or referenced in the appeal request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249, 251 et seq., 277 of the Civil Code and Article 262(1) of the Code of Civil Procedure; For a statute of limitations objection to be valid, it must specify the time and starting point. Articles 559(14) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on procedural omission is invalid if the specific evidence or summons was not clearly identified and substantiated in the appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1874/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωστόπουλο. Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Δήμου Φιλιατών, ως καθολικού διαδόχου της τέως κοινότητας Σίδερης, νόμιμα εκπροσωπουμένου, 2. .... ο οποίος απεβίωσε στις 5-11-2005 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Α.... και τα δύο τέκνα του : α) ... και β) .... οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπολόφη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2003 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 10-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της 251/2003 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251 επ, 277 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση της παραγραφής πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 10-12-2000 προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προς απόκρουση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, αυτοί προέβαλαν, επικουρικώς, ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ισχυριζόμενοι, κατά τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του συνόλου των ισχυρισμών τους, ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα κατάληψη του επίδικου τμήματος ακινήτου από αυτούς έλαβε χώρα τουλάχιστον 40 έτη πριν από την άσκηση της αγωγής, κατά το χρονικό αυτό διάστημα εκείνη αδράνησε να ασκήσει κάθε τυχόν δικαίωμά της και επομένως η αξίωσή της, προς απόδοση του ακινήτου, έχει παραγραφεί.
Η ένσταση περιείχε όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, καθώς και ορισμένο αίτημα, για απόρριψη της αγωγής, που περιλήφθηκε στο αιτητικό των προτάσεων. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε αυτήν ορισμένη και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δεν έσφαλε, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, για το ορισμένο τού από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι των 23/2003 και 24/2003 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Φιλιατών, που μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους εναγομένουςκαι ήδη αναιρεσιβλήτους, οι οποίες ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο στην προκείμενη υπόθεση, διότι λήφθηκαν χωρίς προηγουμένως να κλητευθεί η αναιρεσείουσα εμπροθέσμως να παραστεί κατά τη λήψη τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β` ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2915/29-5-2001 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης είχε ορισθεί για την 1-3-2001, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου παραδεκτώς κατ` αρχήν προσκομίζονται στην τακτική διαδικασία τόσο ενώπιον και του μονομελούς πρωτοδικείου όσο στη διαδικασία της αντίστοιχης δευτεροβάθμιας δίκης ενώπιον του εφετείου (άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον συντάχθηκαν πριν από τη δικάσιμο και έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από το διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί, αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη, η έλλειψη δε του στοιχείου αυτού λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ` αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάξας το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ, αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επίδοσης και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, ο διάδικος που επικαλείται ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες δεν βεβαιώνεται ότι παραστάθηκε ο αντίδικός του, οφείλει να ισχυρισθεί και αποδείξει, με την επίκληση και προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών επίδοσης της σχετικής κλήσης, ότι νομότυπα και εμπρόθεσμα είχε καλέσει τον αντίδικό του να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων, προκειμένου να ελεγχθεί αν αυτές αποτελούν υποστατό αποδεικτικό μέσο, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο δεν έκανε αυτή την παράλειψη, το διατακτικό της απόφασης θα ήταν ευνοϊκότερο για τον αναιρεσείοντα, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, με την από 25-9-2003 προσθήκη των προτάσεών της, ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ήτοι στις 26-9-2003 και ώρα 9πμ, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, ότι προσκόμισε την 14045/25-9-2003 πράξη του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία περιέχει ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον αυτού, που λήφθηκαν έπειτα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της, γεγονός που προέκυπτε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, από τις οικείες εκθέσεις επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, .....
Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται αν το Εφετείο έλαβε υπόψη την πράξη αυτή. Με τον τρίτο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, χωρίς ωστόσο να προσκομίζεται, από την αναιρεσείουσα, η εν λόγω πράξη του Ειρηνοδίκη, στην οποία περιέχονται οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ούτε οι εκθέσεις επίδοσης της κλήσης των αντιδίκων της, όπως παραστούν κατ' αυτήν, προκειμένου να ελεγχθεί αν είχε καλέσει τους αντιδίκους της, νομότυπα και εμπρόθεσμα, να παραστούν κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται η από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο της 19/2001 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Φιλιατών, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των ως άνω προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι με αυτές δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης αυτής βεβαίωσης, με αναφορά των ανωτέρω, αναγκαίων για το υποστατό αυτής, ως αποδεικτικού μέσου, στοιχείων, ότι δηλαδή συντάχθηκε ενώπιον ειρηνοδίκη, μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της και, συνεπώς, το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον λόγο αυτό αναίρεσης, πλημμέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2005 αίτηση της ......, για αναίρεση της 251/2003 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ