Supreme Court dismisses appeal for procedural errors due to vague grounds and failure to specify document content.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by three individuals against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellants alleged procedural violations regarding the distortion of a guarantee letter and the non-application of specific legal provisions. The court dismissed these claims because the grounds for appeal were too vague, failing to specify the actual content of the alleged distorted document or the factual assumptions underlying the alleged errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14), 559(20), 561, 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on procedural error requires precise specification of the document's true content and the factual assumptions of the lower court; vague allegations without these details do not establish a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1874 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1874/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.X1, 2. X2, 3. X3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραγεώργο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG EUROBANK ERGASIAS AE", ως καθολικής διαδόχου δι'απορροφήσεως της τραπζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Αθανάσιο Κόκκινο και Νικόλαο Ανδριόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2000 αγωγή της UNIPAK SAL UNION PACKAGING CORPORATION ΑΕ που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 21-11-2001 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2293/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 4339/2004 και 8231/2005 διορθωτική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που παρέχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου (Ολ,ΑΠ 12/2000, 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός ή το περί αυτού αίτημα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια, μη αρκούσης της προβολής του περί απαραδέκτου ισχυρισμού μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος του), πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης, ορθώς εκτιμώμενο, κατ' επίκληση πλημμέλειας αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθμό 1 και 19 της ΚΠολΔ 559 αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την εις βάρος αυτών ασκηθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή εξ αναγωγής αγωγή, διότι α) δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως ότι η εκδοθείσα κατ' εντολή του πρώτου εξ αυτών από την εξ αναγωγής ενάγουσα εγγυητική επιστολή υπέρ της κυρίως ενάγουσας πωλήτριας εταιρίας με την επωνυμία "UΝΙΡΑΚ SΑL", την πληρωμή της οποίας είχαν εγγυηθεί (αντεγγυηθεί) οι λοιποί, είχε συμφωνηθεί να ισχύει για ορισμένο χρόνο (πρώτος λόγος) β) διότι η προσεπίκληση και η ενωμένη εξ αναγωγής εις βάρος τους αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ήταν αόριστη (πέμπτος λόγος) και γ) διότι παρά το νόμο δέχτηκε το εφετείο την εξ αναγωγής αγωγή μολονότι δεν συνέτρεχαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις αναγωγής, αφού η εξ αναγωγής ενάγουσα δεν είχε ικανοποιήσει την κυρίως ενάγουσα εταιρία, υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί για την καταβολή του χρέους του πρωτοφειλέτη (έκτος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον τρόπο επαναφοράς στο εφετείο τους άνω περί απαραδέκτου ισχυρισμούς, ούτε επίσης εκθέτουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη ως άνω αναιρετική αιτίαση.
ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 588 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου... ", συνάγεται ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφαρμόσει ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ολ.
ΑΠ 7/2005). Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού , αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, και δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Από αυτά παρέπεται ότι αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επί πλέον να αναφέρονται α) με πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια β) η εξ αιτίας του σφάλματος καταγνωσθείσα εσφαλμένη έννομη συνέπεια με τη μορφή του διατακτικού γ) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.), όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και δ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα.
Εξ άλλου έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει και, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο εφετείο, που δέχτηκε την εις βάρος τους εξ αναγωγής αγωγή της αναιρεσίβλητης και τις εξής αιτιάσεις: α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δέχθηκε ότι η μεταξύ των μερών σύμβαση αποτελούσε εγγυοδοτική σύμβαση (ΑΚ 361) και εφάρμοσε τις ΑΚ 847 επ., παραβίασε την ΑΚ 866 γιατί έπρεπε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το γεγονός ότι επρόκειτο περί εγγυήσεως για ορισμένο χρόνο (πρώτος λόγος - πρώτο μέρος).
β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η μεταξύ του πρώτου εξ αυτών ως πρωτοφειλέτη (εντολέα), και της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης καταρτισθείσα σύμβαση, τις εκ της οποίας υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη αντεγγυήθηκαν οι λοιποί, είναι εγγυοδοτική σύμβαση, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως ακολούθως αντιφατικώς εφάρμοσε τις περί εγγυήσεως διατάξεις των άρθρων του ΑΚ (2ος και 7ος λόγος κατά το οικείο μέρος του) γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται το Εφετείο, ότι η μεταξύ του πρώτου εξ αυτών και της ενάγουσας τράπεζας καταρτισθείσα σύμβαση είναι σύμβαση άμισθης εντολής επί της οποίας δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 722 στη συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι έχει εφαρμογή αναλογικά και η διάταξη του άρθρου 722 ΑΚ (3ος λόγος) δ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η εξ αναγωγής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, που είχε εγγυηθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρώτου εναγομένου προς την αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "UΝΙΡΑΚ S.Α.L." δεν ικανοποίησε αυτή, αντιφατικώς δέχτηκε την εξ αναγωγής αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του πρωτοφειλέτη και των αντεγγυητών και έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε την ΑΚ 858, αρκούμενη σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τη διάταξη αυτή (4ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν ποίο ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας και τον νόμιμο τρόπο προβολής αυτού, ούτε εκθέτουν με πληρότητα και σαφήνεια τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι άνω παραβιάσεις, με την παραδοχή της εξ αναγωγής αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτών.
ΙΙΙ. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη εξ αυτών λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ'αυτό σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση του (Ολ.ΑΠ 1/1999) Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ.1 και 559 αρ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναίρεσης πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθινού γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, για την απόδειξη ή όχι κρισίμων για την έκβαση της δίκης πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.20 και 1 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο αποδίδουν στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις:
α) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ............. εγγράφου εγγυητικής επιστολής της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας προς την δανείστρια του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "UΝΙΡΑΚ SΑL" (7ος λόγος κατά το οικείο μέρος του) και β) παραβίασε μη εφαρμόζοντας ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της υπ' αριθμ. ..........
απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και του άρθρου 174 ΑΚ (8ος λόγος). Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, ο πρώτος μεν (7ος της αναίρεσης) διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν ποίο ήταν το περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος ως άνω εγγράφου και ποίο προσέδωσε σ' αυτό το εφετείο, ο δεύτερος δε (8ος) διότι δεν αναφέρει τις παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες έπρεπε το Δικαστήριο εκείνο να εφαρμόσει τις διατάξεις της 975/1956 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής και του άρθρου 174 ΑΚ.
ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιουλίου 2006 αίτηση των X1, X2 και X3 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4.339/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 8.231/2005 απόφαση του ιδίου Εφετείου Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ