Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of evidence sufficiency in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and individuals against a first-instance court ruling in a traffic accident case. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific evidence proving the pedestrian's sole fault. The court found that the lower court had properly evaluated all submitted documents, including photographs and expert reports, to determine liability. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94(1), 96(1), 104, 568(4), 576(2), 226(4)(b)-(c) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider evidence is not grounds for appeal if the evidence was duly evaluated and considered in the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1873 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1873/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Φ. του Ν. και 3) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Βερτέλλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) S. K. (Σ. Κ.) χας J. S. (Τ. Σ.), 2) K. S. (Κ. Σ.), 3) P. S. (Π. Σ.), 4) D. S. (Ν. Σ.), κατοίκων ... και 5) G. S. (Γ. Σ.) του K. (Κ.), κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 3ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καραμαριά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο K. S. (Κ. Σ.) (2ος), του οποίου ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα του (1η), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν, ενώ ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2011 μη οριστική και 1035/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 4-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 50/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή μετά η διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως.
Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ’ αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, η επίδοση της αίτησης αναίρεσης και της κλήσης για συζήτηση, για άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1815/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση ο τέταρτος αναιρεσίβλητος. Οι αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αναιρέσεως κατά της 50/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τον απολιπόμενο τέταρτο των αναιρεσιβλήτων D. S., κλήτευσαν ως αγνώστου διαμονής και κοινοποίησαν γι’ αυτόν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 13-5-2016 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτούς υπ’ αριθμ. ... /21-12-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών
Κ. Λ.. Επίσης, περίληψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 13-5-2016, δημοσιεύθηκε στα φύλλα των εφημερίδων .../22-12-2015 "..." αντίστοιχα. Κατά την δικάσιμο της 13-5-2016 η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείοντες με βάση τα προαναφερόμενα επέσπευσαν τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 13-5-2016 και για την οποία είχαν κλητεύσει νόμιμα τον απολιπόμενο τέταρτο αναιρεσίβλητο, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει ο Άρειος Πάγος να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ’ ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, έκρινε ότι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος (παράσυρση πεζού από αυτοκίνητο) κατά ποσοστό 30% είναι και ο εναγόμενος-εφεσίβλητος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων οδηγός του αυτοκινήτου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, που αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση της αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και του Ν. ΓΠΝ/1911.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, δικάζοντας την ως άνω έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 19/3/2009 και περί ώρα 20.20 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς πλην όμως υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, επί της ... ..., η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, στο δε πιο πάνω σημείο της διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, διπλή διαχωριστική γραμμή στο μέσο του οδοστρώματος, του οποίου το πλάτος είναι συνολικά 8 μέτρα, ειδικότερα δε από 4 για το κάθε ρεύμα πορείας.
Στο πρώτο χιλιόμετρο της πιο πάνω ..., ο οδηγός του αυτοκινήτου επέπεσε με σφοδρότητα και παρέσυρε τον αλλοδαπό πεζό J. S. 46 ετών, Ινδικής καταγωγής, ο οποίος εκινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, ομόρροπα με την πορεία του αυτοκινήτου. Ο αλλοδαπός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης με περιεκτικότητα οινοπνεύματος 2,05 g.
ανά λίτρο αίματος, ενώ ήταν γυμνός από τη μέση και κάτω. Αυτός δε έπασχε από τη νόσο του AIDS. Το σώμα του πεζού επέπεσε με σφοδρότητα λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του αυτοκινήτου στο δεξιό τμήμα του καπό και έθραυσε τον υαλοπίνακα του αυτοκινήτου, το οποίο στη συνέχεια εξετράπη αριστερά της πορείας του σε μήκος 50 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εκτίναξε τον αλλοδαπό στο έρεισμα που υπάρχει στο αντίθετο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα, ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου, μη έχοντας τη δυνατότητα να το ακινητοποιήσει κινήθηκε προς τα δεξιά άλλα 35 μέτρα, όπου τελικά το ακινητοποίησε στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος.
Ο αλλοδαπός υπέστη κατάγματα κεφαλής, θώρακος, σπονδυλικής στήλης και κάτω άκρων, εξαιτίας των οποίων απεβίωσε στις 10/4/2009 στο πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά 70% είναι ο αλλοδαπός πεζός, ο οποίος βάδιζε στην άκρη του οδοστρώματος της ... προς Λευκάδα, ομόρροπα με την κατεύθυνση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ΚΟΚ, αυτός είχε υποχρέωση να βαδίζει αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα, από εκείνο στο οποίο εκινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Επίσης το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης συνετέλεσε, ώστε να μην έχει σταθερότητα στο βηματισμό του και την κριτική ικανότητα να κινηθεί δεξιότερα, .εκτός του οδοστρώματος και στο έρεισμα της οδού, ώστε να αποφύγει την παράσυρσή του από το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Συνυπαίτιος όμως του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 30% είναι και ο οδηγός του αυτοκινήτου, διότι δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή του ατυχήματος, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να δύναται να διακόψει την πορεία του πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο.
Ενώ είχε υποχρέωση να κινείται με ταχύτητα μικρότερη των 90 χιλιομέτρων, αυτός ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα κατά πολύ υπερβαίνουσα το πιο πάνω ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, γεγονός που ενισχύεται α) από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης του πεζού στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, το οποίο έθραυσε, β) από το ότι εκτινάχθηκε το σώμα του αλλοδαπού στο αριστερό αντίθετο ρεύμα πορείας και σε απόσταση 50 μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης και γ) από το ότι κατόρθωσε τελικά να ακινητοποιήσει το όχημά του διανύοντας συνολικά απόσταση 85 μέτρων από το σημείο της πρόσκρουσης (βλ.
και προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα τροχαίας Λευκάδας). Η εκκαλουμένη όμως απόφαση, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο θανών πεζός εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεώς τους...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών.
Ειδικότερα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος-εναγομένου, αφού αναφέρεται στην απόφασή του ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς, πλην όμως υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, εξ αιτίας της οποίας δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή του ατυχήματος, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να δύναται να διακόψει την πορεία του πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο, επέπεσε με σφοδρότητα και παρέσυρε τον αλλοδαπό πεζό J.
S., 46 ετών, Ινδικής καταγωγής, ο οποίος εκινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, ομόρροπα με την πορεία του αυτοκινήτου, το σώμα του οποίου, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του αυτοκινήτου, επέπεσε με σφοδρότητα στο δεξιό τμήμα του καπό και έθραυσε τον υαλοπίνακα του αυτοκινήτου, το οποίο στη συνέχεια εξετράπη αριστερά της πορείας του σε μήκος 50 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εκτίναξε τον αλλοδαπό στο έρεισμα που υπάρχει στο αντίθετο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, τραυματίζοντάς τον θανάσιμα.
Επίσης, ως προς τη συμπεριφορά του θανατωθέντος πεζού αναφέρεται ότι υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά 70% είναι ο αλλοδαπός πεζός, ο οποίος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια μέθης, με περιεκτικότητα οινοπνεύματος 2,05 g. ανά λίτρο αίματος, βάδιζε στην άκρη του οδοστρώματος της ... προς Λευκάδα, ομόρροπα με την κατεύθυνση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αν και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ΚΟΚ, αυτός είχε υποχρέωση να βαδίζει αντίθετα με την κατεύθυνση της κυκλοφορίας, δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα, από εκείνο στο οποίο εκινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ενώ ακόμη το γεγονός ότι αυτός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης συνετέλεσε, ώστε να μην έχει σταθερότητα στο βηματισμό του και την κριτική ικανότητα να κινηθεί δεξιότερα, εκτός του οδοστρώματος και στο έρεισμα της οδού, ώστε να αποφύγει την παράσυρσή του από το ζημιογόνο αυτοκίνητο.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν διευκρινίζεται σ’ αυτή, αν κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ημέρα ή νύκτα και στη δεύτερη περίπτωση αν υπήρχε ή όχι τεχνητός φωτισμός, αν η οδός στο σημείο του ατυχήματος ήταν ή όχι ευθεία και σε πόση απόσταση, αν ο παθών πεζός ήταν ή όχι ορατός από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, αν ο πεζός πριν το ατύχημα εκινείτο στο υπάρχον στην οδό έρεισμα, πλάτους 0,40 εκ.μ.
ή μέσα στο οδόστρωμα και σε πόση απόσταση από το άκρο αυτού, αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου μπορούσε να αντιληφθεί τον παθόντα και να τον αποφύγει αν εκινείτο με μικρότερη ταχύτητα, αν υπάρχουν επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπεδήσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η έλλειψη των οποίων κατά τους αναιρεσείοντες είναι ενδεικτική ότι ο πεζός συνεπεία της πλήρους μέθης του πετάχθηκε αιφνιδίως μπροστά στο ζημιογόνο αυτοκίνητο σε απόσταση τέτοια που ο οδηγός δεν μπορούσε να αντιδράσει και για το λόγο αυτό δεν εικονίζονται στο σχεδιάγραμμα ίχνη τροχοπεδήσεως, απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον αυτές αφορούν στην πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των σχετικών περιστατικών, με δεδομένες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αλλοδαπός πεζός βάδιζε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, όταν ο αναιρεσείων οδηγός του αυτοκινήτου, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, με την οποία εκινείτο, εξ αιτίας της οποίας δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματος του, επέπεσε με σφοδρότητα σ’ αυτόν και τον παρέσυρε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την επίκληση δε των ελλείψεων αυτών από τους αναιρεσείοντες, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί συντρέχουσας υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού, στην πρόκληση του ατυχήματος, συνιστάμενη στα περιστατικά που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού και πεζού, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε προσκομισθέντα και επικληθέντα απ’ αυτούς αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) την από 20-3-2009 προανακριτική κατάθεση της αναφερόμενης στην έκθεση αυτοψίας μάρτυρος Ι.
Φ., 2) το από 23-9-2009 απολογητικό υπόμνημα του εκ των εναγομένων οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, 3) σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και 4) φωτογραφίες εικονίζουσες το ζημιογόνο αυτοκίνητο και το σημείο του ατυχήματος, τα οποία, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους, τόσο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο, προς απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν αποκλειστική υπαιτιότητα στο ατύχημα του θανατωθέντος πεζού και έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, καθώς και από έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και από το όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, και συνεπώς ο σχετικός, δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4, εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρ. 3 του ν. 4335/2015, που ισχύει κατ’ άρθρο 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ δεν γίνεται λόγος για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, καθόσον αυτός δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα, αφού ερημοδίκησε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2015 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …2015) αίτηση για αναίρεση της 50/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς διπλοτύπων ... (Δημοσίου) και ... (ΤΑΧΔΙΚ), στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ