Legislator Case Law & Legislation
1873/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land restitution, upholding adverse possession claim under Agricultural Code.

Case Number 1873/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a lower court ruling that recognized the appellant as the sole owner of a rural plot. The court found that the appellant had acquired full ownership through adverse possession, a process permitted by law after 1968 even if the land was originally allocated to a deceased ancestor. Consequently, the court rejected the claim that the appellant's possession violated agricultural statutes regarding land restitution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 79(2), 1(1) of the Agricultural Code; Article 1(1) of Law 431/1968; Article 9(6) of Law 1189/1972: A restored heir who does not physically possess the land is not considered a possessor under the law, allowing a third party to acquire full ownership via adverse possession after the relevant time period has elapsed.

Keywords

AI generated
adverse possession agricultural code land restitution rural land ownership heir rights possessory title statutory limitation

Cited Legislation

AI generated
Article 79(2) of the Agricultural Code
Article 1(1) of Law 431/1968
Article 9(6) of Law 1189/1972
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1873 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1873/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9, 10. Χ10, 11. Χ11 και 12. Χ12, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρίζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λιούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων λόγω αρμοδιότητας, 135/2005 του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και 264/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-1-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (βδ/μα 29.10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση όμως, ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ.

δ' του α.ν. 431/1968, εκτός άλλων περιπτώσεων, και επί οικοπεδικών κλήρων. Επίσης κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.δ/τος 690/1948, η οποία, καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ, 1 του ν. 651/1977 "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευμένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη. Επομένως δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ 866/2007, ΑΠ 1740/2005), υπό την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση ότι το Δημόσιο έχει αποξενωθεί από την κυριότητα του κλήρου με νόμιμο τρόπο, αφότου και τρέχει ο χρόνο υπολογισμού της χρησικτησίας (ΑΠ 1183/2008, ΑΠ 764/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Δυνάμει της 19/1929 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ιωαννίνων, όπως αυτή διορθώθηκε με τις 4/1939 και 11/1948 αποφάσεις, οι Α και Β αναγνωρίστηκαν κληρούχοι δικαιούμενοι αποκατάστασης επί των εκτάσεων που κατείχαν, καταχωρήθηκαν δε στον με ημερομηνία 10.09.1966 πίνακα κληρούχων του αγροκτήματος .....

με αύξοντες αριθμούς ..... και ..... αντίστοιχα. Ο δεύτερος εξ αυτών με το με ημερομηνία 28.04.1959 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασε άτυπα στον ενάγοντα το κατεχόμενο από αυτόν ακίνητο, ήτοι οικόπεδο έκτασης ενός στρέμματος και τριών τετάρτων, εντός του χωρίου ....., συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία, με κληρονόμους Α ( ήδη αποβιώσαντος από το έτος 1953), με κοινοτικές οδούς και κοινόχρηστη έκταση.

Το έτος 1966 η Επιτροπή Οριστικής Διανομής Συνοικισμού Αγροκτήματος ..... προέβη στη διανομή των κλήρων, η οποία κυρώθηκε με την 49363/1968 απόφαση του Νομάρχη που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 512/05.10.1968 και ακολούθως εκδόθηκε στο όνομα του Α το υπ' αριθμ. ..... παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο .....

και αριθμό ..... στις 03.08.1972. Με αυτό παραχωρήθηκε στον ανωτέρω κληρούχο οικοπεδικός κλήρος, ο οποίος όμως εσφαλμένα περιλάμβανε και το τμήμα εκείνο που κατέχονταν αρχικά από τον κληρούχο Β, για τον οποίο η Επιτροπή Οριστικής Διανομής στην παράγραφο ι του από 25.11.1966 πρακτικού αναφέρει ότι δεν θα λάβει καμία οικοπεδική έκταση διότι " ευρέθη μη κατέχων μπάσταινα".

Ειδικότερα, παραχωρήθηκε ολόκληρο το οικόπεδο με αριθμό ..... στο Ο.Τ. ....., έκτασης 2.545 τ.μ., ενώ έπρεπε να του παραχωρηθεί μόνο το βόρειο τμήμα αυτού έκτασης 1.145 τ.μ., το δε νότιο τμήμα αυτού έκτασης 1.400 τ.μ. έπρεπε να παραχωρηθεί στον Β. Οι κληρονόμοι του Α αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την ..... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χρήστου Κωνσταντόπουλου και στη συνέχεια με το .....

συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία, στην οποία δεν περιέλαβαν το επίδικο, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι ουσιαστικά μόνο ο ενάγων, που έστω και άτυπα το είχε αγοράσει από τον Β, είχε δικαιώματα επ' αυτού. Όταν αργότερα κάποιοι εκ των αδελφών του αξίωσαν μερίδιο επί του τμήματος αυτού, ο ενάγων προκειμένου να το διαχωρίσει από την κληρονομιαία περιουσία, υπέβαλε στο Τμήμα Εποικισμού και Αναδασμού της Διεύθυνσης Γεωργίας, την υπ' αριθμ.

πρωτ. ..... αίτηση διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων της οριστικής διανομής του συνοικισμού ..... και του προαναφερθέντος παραχωρητηρίου. Από την ανωτέρω Υπηρεσία κρίθηκε ότι πράγματι εσφαλμένα αποδόθηκε στον Α το τμήμα με στοιχεία ....., έκτασης 1.400 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώθηκε στο από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τμήματος τοπογραφικής της ΝΑΙ, θεωρώντας ταυτόχρονα ως μη' ανταποκρινόμενη στο νόμο την αιτιολογία της Επιτροπής Οριστικής Διανομής για τον αποκλεισμό του κληρούχου Β, ήτοι την μη κατοχή κλήρου κατά το χρόνο της διανομής, καθόσον αυτό αποτελεί γεγονός στερούμενο εννόμων συνεπειών.

Κατόπιν αυτών εκδόθηκε η 131/08.01.2002 απόφαση του Νομάρχη Ιωαννίνων με την οποία καταργήθηκε το υπ' αριθμ. ..... οικόπεδο και δημιουργήθηκαν δύο νέα οικόπεδα, το με αριθμό ....., εμβαδού 1.145 τ.μ., που εγγράφηκε στον Α και το με αριθμό ....., εμβαδού 1.400 τ.μ., που εγγράφηκε στον Β και τέλος διορθώθηκε το ..... παραχωρητήριο από το εσφαλμένο αρ.

οικοπέδου ..... - έκταση 2.545 τ.μ., στο ορθό αρ. οικοπέδου ..... - έκταση 1.145 τ.μ. Ακολούθησε η έκδοση στο όνομα του Β του ..... Παραχωρητηρίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, με το οποίο του παραχωρήθηκε το υπ' αριθμ. ..... οικόπεδο και το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο .....

αρ. ..... . Οι εναγόμενοι - κληρονόμοι του Β, εκμεταλλευόμενοι την έκδοση του ανωτέρω τίτλου, προέβησαν σε αποδοχή κληρονομίας με τις ..... και ..... συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου Αιτωλικού Χρυσούλας Κάππε, τις οποίες μετέγραψαν, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο, ισχυριζόμενοι ότι αυτός ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου που ανήκει σε αυτούς ως κληρονόμους του ως άνω κληρούχου.

Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι από την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968 ( 23.05.1968 ) και υπό την προϋπόθεση της έκδοσης παραχωρητηρίου και μεταγραφής του, δεν προστατεύεται πλέον ο πλασματικός νομέας του κλήρου, εφόσον δεν ασκεί πραγματικά τη νομή αυτού και συνεπώς είναι δυνατή η κτήση της νομής από τρίτο, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Μάλιστα όταν πρόκειται για οικοπεδικό κλήρο, είναι εφικτή και νομή επί τμήματος του οικοπεδικού κλήρου.

Εν προκειμένω αποδεικνύεται, δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι ο ενάγων από τον κρίσιμο χρόνο της μεταγραφής του αρχικού παραχωρητηρίου (03.08.1972) νέμεται το επίδικο τμήμα, ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και αρμόζουν στον κύριο. Ειδικότερα το έχει περιφράξει, έχει φυτέψει δέντρα και γενικά το επιβλέπει και το προστατεύει.

Συνεπώς κατά το 2003, χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ο ενάγων είχε ήδη συμπληρώσει εικοσαετή νομή με διάνοια κυρίου του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος, του οποίου κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Το γεγονός ότι ο αρχικά εκδοθείς τίτλος ήταν εσφαλμένος ως προς το όνομα του κληρούχου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέστησε το ακίνητο ανεπίδεκτο νομής, χρησικτησίας και ουσιαστικά εκτός συναλλαγής, ειδικά όταν ο αληθής κληρούχος στο όνομα του οποίου εκδόθηκε μεταγενέστερα το ορθό παραχωρητήριο είχε απωλέσει οικειοθελώς κάθε πραγματική σχέση με το ακίνητο πριν ακόμη την οριστική διανομή του 1966, λόγω της προαναφερθείσας άτυπης μεταβίβασης στον ενάγοντα, την οποία ποτέ δεν αμφισβήτησε μέχρι το θάνατο του, το έτος 1988.

Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού ενισχύεται και από τη διατύπωση της παραγράφου 6 του άρθρου 9 Ν. 1189/1972 για τη διόρθωση κτηματολογικών στοιχείων, κατά την οποία "δικαιώματα τρίτων ειδικών διαδόχων, νομίμως κτηθέντα, δεν θίγονται", από την οποία συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί κλήρου κατά το χρόνο που μεσολαβεί ανάμεσα στην έκδοση τουεσφαλμένου και του ορθού τίτλου." Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την 135/2005 εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, δέχθηκε την αγωγή τού αναιρεσιβλήτου, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη στηριζόμενη επί της χρησικτησίας βάση της, και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου οικοπέδου.

Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν τον επίδικο οικοπεδικό κλήρο με διάνοια κυρίου από τις 3-8-1972, που μεταγράφηκε το αρχικό παραχωρητήριο (που στη συνέχεια διορθώθηκε) οπότε αποξενώθηκε το Δημόσιο από την κυριότητα επί του κλήρου και έκτοτε συνεχώς έως το 2003 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, ήτοι συνεχώς για μια εικοσαετία και δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά την ισχύ του α.ν. 431/1968 επιτρεπόταν η απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ επιτρεπτή ήταν, από το 1977, επίσης, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια σκέψη η απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία και επί τμήματος οικοπέδου, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων, η οποία έτσι και από το έτος 1977 έως το έτος 2003 είχε συμπληρωθεί, δεν παραβίασε ευθέως καμμία από τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2, 193, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 216 του Αγροτικού Κώδικα, του α.ν 431/1968, του ν.δ. 1189/1972 και του ν.δ. 174/1974 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς ο αντίθετος μοναδικός λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά και υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος, κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2007 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 264/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ