Appeal allowed regarding late objection; appeal dismissed against simple co-litigants not formally joined.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the appellate court's failure to dismiss a late objection raised by a co-plaintiff. The court found the objection was inadmissible because it was not filed via a separate supplementary brief as required by law, but was instead submitted through general motions during the hearing. Consequently, the appellate court erred in accepting it, necessitating a remand for further examination of this specific issue while the appeal against other co-litigants remains dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 566, 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be filed against the prevailing opponent, not simple co-litigants, and late objections must be submitted via separate supplementary briefs to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1873 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1873/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Ψαλτήρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".............. ΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ψ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Φίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και του αρχικού διαδίκου Χ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6036/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8422/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε και εναντίον των απλών ομοδίκων του, των οποίων η θέση στη δίκη είναι ανεξάρτητη των λοιπών. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 ιδίου κώδικα, αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι στη δίκη για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν απαιτείται η κλήτευση εκείνων που στο δικαστήριο της ουσίας υπήρξαν απλοί ομόδικοι του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτοί δεν συμμετέχουν ως διάδικοι στη δίκη για την αναίρεση, είτε ως αναιρεσείοντες είτε ως αναιρεσίβλητοι, οσάκις, στην τελευταία αυτή περίπτωση, λόγω επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα διατάξεως της προσβαλλόμενης απόφασης και επωφελούς αντίστοιχα για τον απλό ομόδικο του, παραδεκτώς η αναίρεση ασκείται και εναντίον των απλών ομοδίκων του, αναιρεσείοντος.
όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ' αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες συνέπειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι οι ήδη αναιρεσείοντες και ο αδελφός τους Χ εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αδελφού τους Χ3, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εταιρία και ομόρρυθμο μέλος αυτής, να καταβάλουν εις ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 7.033.333 δρχ.
νομιμοτόκως, που αναλογεί στην εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα ενός εκάστου των εναγόντων επί της κληρονομιάς του άνω αποβιώσαντος αδελφού τους, λόγω μη αποδοθέντος ληξιπροθέσμου δανείου ποσού 21.100.000 δρχ., που ο κληρονομηθείς είχε δώσει στην εναγομένη εταιρία, όταν ζούσε. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχτηκε την αγωγή, οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, το οποίο αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτή.
Κατά της απόφασης του εφετείου οι εκ των εναγόντων και εφεσίβλητων ήδη αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία απευθύνουν παραδεκτώς κατά των εναγομένων αντιδίκων τους όχι δε και κατά των Ζ1, Ζ2 και Ζ3, ως συγκληρονόμων του απλού ομοδίκου τους αδελφού τους Χ, που απεβίωσε την 8.3.2001.
Επομένως ο με τις προτάσεις τους προβαλλόμενος ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της αναίρεσης, διότι αυτή δεν απευθύνεται και κατά του απλού ομοδίκου των αναιρεσειόντων και ήδη κατά των άνω συγκληρονόμων του, είναι απορριπτέος. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520,522,525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή του, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.
Εξ' άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ότι η ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούντων-εναγομένων, που προτάθηκε το πρώτο με τις προτάσεις τους στο εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περί εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης δια καταβολής την 29.12.2000, μετά δηλαδή τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την κατάθεση της έφεσης στις 28.12.2000, ποσού 21.100.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, την ικανοποίηση της οποίας αυτοί είχαν ζητήσει, ως οψιγενής, παραδεκτώς προτάθηκε για πρώτη φορά με τις ενώπιον αυτού κατά τη συζήτηση της εφέσεως στις 26.5.2005 προτάσεις των εκκαλούντων-εναγομένων Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη (ως αποδεικνυομένη με έγγραφα) την ένσταση αυτή των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια να δεχθεί, για μόνο το λόγο αυτό, την έφεση, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει, την πιο πάνω αγωγή των αναιρεσειόντων.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ,Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απορρίψεως, ως απαράδεκτης, της παραπάνω οψιγενούς ενστάσεως των τότε εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, (εφόσον αυτή δεν είχε προταθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως, αλλά με τις προτάσεις τους στο Εφετείο), που αποδίδεται, κατ'εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφασή του με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Δεδομένου δε ότι οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης, όπως από αυτές προκύπτει, προέβαλαν τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ενστάσεως αυτής των εκκαλούντων, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι παραδεκτός, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όσον αφορά τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρετικό μέρος της παρούσας απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μόνον ως προς τις μεταξύ των ήδη διαδίκων σχέσεις την υπ' αριθμ. 8.422/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, μόνον όσον αφορά τους εν λόγω διαδίκους, στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από ευρώ 1.500.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2007.Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 17 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ